single-tasking → μονοέργεια, μονοεπιτέλεση, μονοδιεργασία, ένα πράγμα τη φορά

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835340
    • Gender:Male
  • point d’amour
single-tasking → μονοέργεια, μονοεπιτέλεση, μονοδιεργασία, ένα πράγμα τη φορά
unitasking
monotasking
the carrying out of one task at a time; single-tasking

Examples
I insist on monotasking.


 

Search Tools