alttestamentarisch → παλαιοδιαθηκικός, σχετικός με την Παλαιά Διαθήκη, της Παλαιάς Διαθήκης

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836549
    • Gender:Male
  • point d’amour
neutestamentlich → καινοδιαθηκικός, σχετικός με την Καινή Διαθήκη, της Καινής Διαθήκης
alttestamentlich
neotestamentario
alttestamentarisch → παλαιοδιαθηκικός, σχετικός με την Παλαιά Διαθήκη, της Παλαιάς Διαθήκης


 

Search Tools