ambisexual → ερμαφρόδιτος, αμφιφυλόφιλος, γιούνισεξ, ασαφούς σεξουαλικού προσανατολισμού

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824943
    • Gender:Male
  • point d’amour
ambisexual → ερμαφρόδιτος, αμφιφυλόφιλος, γιούνισεξ, ασαφούς σεξουαλικού προσανατολισμού

(zoology) Hermaphroditic.
Bisexual: attracted to persons of either sex.
Unisex: fit for persons of either sex.
(slang) Of ambiguous sexual orientation.
ambisexual - Wiktionary


 

Search Tools