Philip Larkin, Church Going (Φίλιπ Λάρκιν, Εκκλησιασμός, απόδοση: Κώστας Κουτσουρέλης)


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824652
    • Gender:Male
  • point d’amour
Philip Larkin, Church Going (Φίλιπ Λάρκιν, Εκκλησιασμός, απόδοση: Κώστας Κουτσουρέλης)

Church Going
Philip Larkin

Once I am sure there's nothing going on
I step inside letting the door thud shut.
Another church: matting seats and stone
and little books; sprawlings of flowers cut
For Sunday brownish now; some brass and stuff
Up at the holy end; the small neat organ;
And a tense musty unignorable silence
Brewed God knows how long. Hatless I take off
My cylce-clips in awkward revrence

Move forward run my hand around the font.
From where i stand the roof looks almost new--
Cleaned or restored? someone would know: I don't.
Mounting the lectern I peruse a few
hectoring large-scale verses and pronounce
Here endeth much more loudly than I'd meant
The echoes snigger briefly. Back at the door
I sign the book donate an Irish sixpence
Reflect the place was not worth stopping for.

Yet stop I did: in fact I often do
And always end much at a loss like this
Wondering what to look for; wondering too
When churches fall completely out of use
What we shall turn them into if we shall keep
A few cathedrals chronically on show
Their parchment plate and pyx in locked cases
And let the rest rent-free to rain and sheep.
Shall we avoid them as unlucky places?

Or after dark will dubious women come
To make their children touvh a particular stone;
Pick simples for a cancer; or on some
Advised night see walking a dead one?
Power of some sort or other will go on
In games in riddles seemingly at random;
But superstition like belief must die
And what remains when disbelief has gone?
Grass weedy pavement brambles butress sky.

A shape less recognisable each week
A purpose more obscure. I wonder who
Will be the last the very last to seek
This place for whta it was; one of the crew
That tap and jot and know what rood-lofts were?
Some ruin-bibber randy for antique
Or Christmas-addict counting on a whiff
Of grown-and-bands and organ-pipes and myrrh?
Or will he be my representative

Bored uninformed knowing the ghostly silt
Dispersed yet tending to this cross of ground
Through suburb scrub because it held unspilt
So long and equably what since is found
Only in separation--marriage and birth
And death and thoughts of these--for which was built
This special shell? For though I've no idea
What this accoutred frowsty barn is worth
It pleases me to stand in silence here;

A serious house on serious earth it is
In whose blent air all our compulsions meet
Are recognisd and robed as destinies.
And that much never can be obsolete
Since someone will forever be surprising
A hunger in himself to be more serious
And gravitating with it to this ground
Which he once heard was proper to grow wise in
If only that so many dead lie round.

Φίλιπ Λάρκιν, απόδοση: Κώστας Κουτσουρέλης

Έχοντας πρώτα βεβαιωθεί, ούτε ψυχή,
Αφήνω πίσω μου την πόρτα να βροντήσει.
Ακόμη ένας ναός: πέτρα, στασίδια και χαλιά,
Συνόψεις· σκόρπια λουλούδια από την Κυριακή,
Τώρα πια σ' αποσύνθεση· στην άκρη του ιερού
Μπρούτζινα κι άλλα σκεύη· αυλοί οργάνου στη γωνιά·
Και μια σιωπή, βαριά, υγρή απ' τη μούχλα του καιρού.
Τις πιάστρες σκύβω του ποδήλατου να βγάλω:
Έτσι αδέξιος κι ασκεπής, τα σέβη μου υποβάλλω.

Περνώ πιο μέσα, την κολυμβήθρα ψηλαφώ.
Από δω κάτω, η οροφή σχεδόν καινούργια μοιάζει·
Να την αναπαλαίωσαν τάχα; το αγνοώ.
Στο αναλόγιο ανεβαίνω, διακρίνω
Στίχους μακρόσυρτους εκεί, όλο απειλές· με τρόπο
άθελα μεγαλόφωνο "τετέλεσται" προφέρω.
Ο αντίλαλός μου μια στιγμή καγχάζει.
Βγαίνοντας υπογράφω, ένα κέρμα αφήνω,
Η στάση σκέφτομαι δεν άξιζε τον κόπο.

Την έκανα όμως: την κάνω μάλιστα συχνά,
Και πάντα καταλήγω σαστισμένος όπως τώρα
Ν' αναρωτιέμαι τι ζητάω εντέλει· ή πάλι,
Όταν θα πέσουν οι εκκλησίες σ' αχρησία
Τι θ' απογίνουν. Μήπως κλειδώσουν πουθενά
Τους κώδικες, τους δίσκους, τ' αρτοφόρια,
Κρατήσουν για εκθετήριο καμμία καθεδράλη
Και όλα τ' άλλα αφεθούν στ' αγρίμια και τη μπόρα;
Να φέρνουν, θα νομίζουμε τότε, κακοτυχία;

Ή μήπως κάτι αλλόκοτες γυναίκες κάθε βράδυ
Θα φέρνουν το παιδί τους για ν' αγγίξει
Μια κάποια πέτρα· ή για να βρει βοτάνια· ή για να δει
Πώς περπατάει ένας νεκρός μες στο σκοτάδι;
Ένα όποιο δέος όσο νά 'ναι θα σωθεί
Σαν γρίφος, σαν παιχνίδι, θα χρεώνεται στην τύχη·
Μα η δεισιδαιμονία, όπως η πίστη, θα πεθάνει,
Και τι θα μείνει όταν κι η απιστία θα λήξει;
Οι βάτοι, η χλόη, οι πλάκες, ο ουρανός, οι τοίχοι,

Μια σκιά, κάθε βδομάδα πιο θαμπή, ολοένα
Ένας σκοπός πιο σκοτεινός. Αναρωτιέμαι ποιος
Θα είν' ο έσχατος που θά 'ρθει να τρυπώσει
Εδώ προϊδεασμένος; Μήπως κανείς σχολαστικός
Χαρτογιακάς που ξέρει τι θα πει "υπερώον";
Κανείς ερειπιοπότης ίσως, παλαβός γι' αρχαία,
Ή χριστουγεννομανής που πάει να μαστουρώσει
Με μυροδόχες και μ' αυλούς και μίτρες αρχιερέα;
Ή μήπως θα είναι κάποιος σαν εμένα,

Bαριεστημένος κι αδαής, εν γνώσει ωστόσο
Ότι ο πηλός του πνεύματος τρίφτηκε κι έμεινε άμμος;
Και που αν θα κάνει απ' τα προάστια δρόμο τόσο,
Είναι επειδή για αιώνες έζησαν εδώ αρμονικά
Όσα έκτοτε τελούν σε χωρισμό – γέννηση, γάμος,
Ο θάνατος, οι σκέψεις μας γι' αυτά – για όσα ειδικά
Χτίστηκε αυτό το κέλυφος; Γιατί ιδέα δεν έχω
τι αξίζει ο επιπλωμένος τούτος στάβλος, ο σαπρός.
Μ' αρέσει όμως να στέκομαι εδώ μέσα σιωπηλός·

Είναι ένας οίκος σοβαρός σε τόπο σοβαρό,
Η ατμόσφαιρά του συγκαλεί κάθε μας φόβο,
Τον κάνει οικείο, με μανδύα μοιραίο τον ντύνει.
Κι αυτό είν' αδύνατο, όχι, ν' απαρχαιωθεί·
Πάντοτε μ' έκπληξη κανείς θ' αναρριγεί
Εμπρός στην πείνα μέσα του πιο σοβαρός να γίνει,
Κι εκείνη θα τον οδηγεί πάντα στον τόπο αυτό
Που κάποτε, άκουσε να λεν, ανάσταινε σοφούς,
Έστω και γιατί μέσα του κρύβει τόσους νεκρούς.

« Last Edit: 02 Nov, 2018, 16:32:32 by spiros »


Search Tools