Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Other language pairs => Latin→Greek => Topic started by: spiros on 30 Dec, 2009, 17:42:27

Title: a priori → εκ των προτέρων, αυταποδείκτως, προκύπτων αυταποδείκτως, υποθετικώς, συμπερασματικά, προκαταβολικά, προκαταβολικώς, από τα πριν, από πριν, προεμπειρικά, απριόρι, α πριόρι
Post by: spiros on 30 Dec, 2009, 17:42:27
a priori → εκ των προτέρων, αυταποδείκτως, προκύπτων αυταποδείκτως, υποθετικώς, συμπερασματικά, προκαταβολικά

Arabic: مُسَلَّم بِه‎, لَا يُحْتَاجُ إِثْبَاتَة إِلَى تَجْرِبَة‎ ʾilā tajriba); Belarusian: апрыёрны; Chinese Mandarin: 先驗, 先验; Finnish: apriorinen, hypoteettinen; Greek: επαγωγικός, συμπερασματικός; Italian: a priori, teorico, preconcetto; Korean: 선험적인; Norwegian Bokmål: a priori; Polish: a priori, aprioryczny, apriorystyczny; Portuguese: a priori; Russian: априорный, доопытный, предположительный; Tagalog: matwiranin; Ukrainian: апріорний