a priori → εκ των προτέρων, αυταποδείκτως, προκύπτων αυταποδείκτως, υποθετικώς, συμπερασματικά, προκαταβολικά, προκαταβολικώς, από τα πριν, από πριν, προεμπειρικά, απριόρι, α πριόρι

 

Search Tools