jump to conclusions → προτρέχω, βγάζω γρήγορα συμπεράσματα, βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα, σπεύδω σε συμπεράσματα, σπεύδω να βγάλω συμπεράσματα, βγάζω βεβιασμένα συμπεράσματα, βγάζω πρόωρα συμπεράσματα, βγάζω εύκολα συμπεράσματα

spiros · 5 · 1706

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824811
    • Gender:Male
  • point d’amour
jump to conclusions → βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα, βγάζω πρόωρα συμπεράσματα, βγάζω γρήγορα συμπεράσματα, κρίνω απερίσκεπτα, κρίνω χωρίς πολύ σκέψη;

jump to conclusions and leap to conclusions
Fig. to judge or decide something without having all the facts; to reach unwarranted conclusions. (See also rush to conclusions.) Now don't jump to conclusions. Wait until you hear what I have to say. Please find out all the facts so you won't leap to conclusions.
jump to conclusions - Idioms - by the Free Dictionary, Thesaurus and Encyclopedia.

« Last Edit: 24 Apr, 2014, 10:58:23 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72604
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα, βγάζω πρόωρα συμπεράσματα

ΛΚΝ

συμπέρασμα
το [simbérazma] O49 : 1.κρίση που είναι το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού: Mε αυτά τα δεδομένα, καταλήγω / φτάνω στο εξής ~. Aπό τη μελέτη των καταθέσεων συνάγεται το ~ ότι… Θα ακούσεις τις απόψεις όλων και θα βγάλεις τα συμπεράσματά σου. Mη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα. Tο συμπέρασμά σου είναι σωστό / λογικό / λανθασμένο / πρόωρο. Aπό όσα είδα / άκουσα δε βγάζω / δε βγαίνει κανένα ~, για κτ. ασαφές ή ακατανόητο. || (λογ.) η τρίτη πρόταση ενός συλλογισμού, που προκύπτει από την αλήθεια άλλων προτάσεων, που ονομάζονται προκείμενες. 2. (συνήθ. πληθ.) το τελικό μέρος μιας μελέτης ή συζήτησης, όπου εκτίθενται τα ουσιώδη σημεία· πόρισμα: Tα συμπεράσματα των ερευνών / του συνεδρίου. [λόγ. < αρχ. συμπέρασμα]
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9009
    • Gender:Female
jump to conclusions → βγάζω γρήγορα συμπεράσματα, βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα

jump to conclusions and leap to conclusions
Fig. to judge or decide something without having all the facts; to reach unwarranted conclusions. (See also rush to conclusions.) Now don't jump to conclusions. Wait until you hear what I have to say. Please find out all the facts so you won't leap to conclusions.
http://idioms.thefreedictionary.com/jump+to+conclusions





 

Search Tools