heeled → ματσωμένος, ματσό, φραγκάτος, εύπορος, ευκατάστατος, πλούσιος, κονομημένος, τα έχει, παραλής, οπλισμένος, τακουνάτος, λεφτάς, κονομημένος, καβαντζωμένος, μεθυσμένος, τα έχει τσούξει, τα 'χει τσούξει, τα έχω τσούξει, τα 'χω τσούξει

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 832340
    • Gender:Male
  • point d’amour

 

Search Tools