cleverdick → εξυπνάκιας, εξυπνοπούλι, εξυπνακιστής, εξυπνακίζων

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824476
    • Gender:Male
  • point d’amour
cleverdick → εξυπνάκιας, εξυπνοπούλι, εξυπνακιστής, εξυπνακίζων

Δείχνει τώρα μια εκπομπή με ζώα στην τηλεόραση που ονομάζεται «cleverdicks» και αποδόθηκε «εξυπνοπούλια». Όταν είναι με δύο λέξεις, κάποιοι γράφουν το δεύτερο συνθετικό κεφάλαιο.

clever Dick, cleverdick
Informal a person considered to have an unwarrantably high opinion of his own ability or knowledge
http://dictionary.reverso.net/english-definition/cleverdick

(chiefly UK) A person who annoyingly tries too hard to impress with their cleverness.
https://en.wiktionary.org/wiki/clever_dick


 

Search Tools