ein Auge geworfen haben -> έχω στο μάτι, έχω βάλει στο μάτι, βλέπω, παρακολουθώ, σταμπάρω, έχω σταμπάρει, έχω στο στόχαστρο, έχω βλέψεις, βλέπω με γλυκό μάτι, καλοβλέπω, γλυκοκοιτάζω, γουστάρω, θέλω να κάνω κάτι, μου αρέσει, μου καλαρέσει

 

Search Tools