become sexualized → σεξουαλικοποιούμαι, υφίσταμαι σεξουαλικοποίηση, με προωθούν ως σεξουαλικό αντικείμενο, με προωθούν ως ερωτικό αντικείμενο, γίνομαι αντικείμενο σεξουαλικοποίησης

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 848812
    • Gender:Male
  • point d’amour
sexualize → σεξουαλικοποιώ, βλέπω ερωτικά, προωθώ ως σεξουαλικό αντικείμενο, προωθώ ως ερωτικό αντικείμενο

become sexualized → σεξουαλικοποιούμαι, με προωθούν ως σεξουαλικό αντικείμενο, με προωθούν ως ερωτικό αντικείμενο
« Last Edit: 25 Nov, 2022, 10:58:17 by spiros »


 

Search Tools