triggering → σκανδάλιση, σκανδαλισμός, πυροδότηση, έναυση, έναυσμα, ενεργοποίηση

spiros · 10 · 1160

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 825006
    • Gender:Male
  • point d’amour
Όρος που επαναλαμβάνεται σε πολλές μορφές σε κείμενο για παλμογράφο. Αποφεύγω το «ενεργοποιηθεί» σε ρηματικές φράσεις για αποφυγή σύγχυσης με το «enable» π.χ.

Set up the Scope to display your waveform, and enable triggering
Save-on-trigger is just one of a number of functions that are possible with the Alarms feature.
How to save on trigger
Set up an advanced pulse-width trigger to look for a pulse wider than 60 ns.
Set up the scope to trigger on a repetitive waveform like the one below.
For accurate results, the signal must be perfectly repetitive and the trigger must be stable.
sets up triggering on digital inputs
Scope will now save a file on every trigger event.
« Last Edit: 19 Jun, 2021, 22:19:22 by spiros »


Costas E.

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 464
    • Gender:Male
Σκανδαλισμός. Συνηθίζεται η χρήση του όρου (π.χ. "παλμός σκανδαλισμού") στην περιγραφή της λειτουργίας των παλμογράφων, φλιπ-φλοπ κ.α. ηλεκτρονικών κυκλωμάτων και συσκευών.



valeon

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Στα ηλεκτρονικά: trigger, triggering σκανδάλη, σκανδάλιση (TELETERM, IATE)
trigger σκανδάλη, σκανδάλιση (TELETERM)
trigger circuitκύκλωμα σκανδάλης
triggering σκανδάλιση (TELETERM)
save on trigger σκανδάλη αποθήκευσης
save on trigger σκανδαλίζω αποθήκευση
save on triggering σκανδάλιση αποθήκευσης
trigger eventσυμβάν σκανδάλισης (TELETERM)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 825006
    • Gender:Male
  • point d’amour


valeon

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Η σκανδάλιση, ως τεχνικός όρος, είναι προτιμότερη του σκανδαλισμού διότι δεν χρησιμοποιείται στη γενική γλώσσα.

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκανδαλίζω [skanδalízo] -ομαι Ρ2.1 :
1. με τα λόγια, τις πράξεις και γενικά τη συμπεριφορά μου προκαλώ το κοινό αίσθημα περί ηθικής· σοκάρω: H προβολή ταινίας για την ερωτική ζωή του Iησού σκανδάλισε τους πιστούς. Mε την προκλητική της εμφάνιση σκανδάλιζε τους γείτονες. || Σκανδαλίστηκα από τη στάση του σ΄ αυτή την υπόθεση.
2. παρακινώ, προτρέπω σε μια μικροαπόλαυση, που για κάποιο λόγο είναι απαγορευμένη· βάζω σε πειρασμό: Tι με σκανδαλίζεις μ΄ αυτά τα φαγητά, αφού ξέρεις πως κάνω δίαιτα;
[λόγ. < ελνστ. σκανδαλίζω `κάνω κπ. να σκοντάψει΄ μτφρδ. (ελνστ.) από τα αραμ., κατά τη σημ. της λ. σκάνδαλο]

σκανδαλισμός ο [skanδalizmós] Ο17 : η ενέργεια του σκανδαλίζω.
[λόγ. < ελνστ. σκανδαλισμός]



valeon

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 825006
    • Gender:Male
  • point d’amour
Χα, χα, Θεός!

Το μόνο θέμα βέβαια που μπορεί να προκύψει είναι ότι η μετάφραση, ως επικοινωνιακή διαδικασία, πρέπει να μεταφέρει νόημα και να το καθιστά κατανοητό στον τελικό αποδέκτη της, με άλλα λόγια, ορισμένες φορές, αντί να το πει κανείς «σωστά» καλύτερα να το πει όπως είναι το πιθανότερο να το γνωρίζει/κατανοεί ο χρήστης έτσι ώστε να μπορεί να κάνει τη δουλειά του (και να μην πάθει και ατύχημα όταν μιλάμε για μηχανήματα).
« Last Edit: 02 Jan, 2014, 18:57:31 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72608
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Κώστα, τώρα τον σκανδάλισες ακόμα περισσότερο. :-)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



 

Search Tools