complete → πλήρης, πλήρες, ακέραιος, ολόκληρος, όλος, φτασμένος, συμπληρωμένος, ολοκληρωμένος, τελειωμένος, που έχει τελειώσει, που έχει ολοκληρώσει, αποπερατωμένος, έτοιμος, τέλειος, σκέτος, ολοκληρωτικός, παντελής, ολοσχερής

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 848864
    • Gender:Male
  • point d’amour
complete → πλήρης, πλήρες, ακέραιος, ολόκληρος, όλος, φτασμένος, συμπληρωμένος, ολοκληρωμένος, τελειωμένος, που έχει τελειώσει, που έχει ολοκληρώσει, αποπερατωμένος, έτοιμος, τέλειος, σκέτος, ολοκληρωτικός, παντελής, ολοσχερής


 

Search Tools