Translation - Μετάφραση

General => General Discussion => Polls => Topic started by: valeon on 18 Sep, 2012, 01:30:46

Title: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: valeon on 18 Sep, 2012, 01:30:46
Σύμφωνα με το ΛΚΝ [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

μειονότητα η [mionótita] Ο28 : 1. τμήμα, συνήθ. μικρό, του πληθυσμού ενός κράτους ή γενικά μιας χώρας, του οποίου τα μέλη διαφέρουν σε ορισμένο στοιχείο (φυλή, γλώσσα, θρησκεία κτλ.) από τον υπόλοιπο πληθυσμό: Εθνική / θρησκευτική ~. Δικαιώματα / καταπίεση / προστασία των μειονοτήτων. H μουσουλμανική ~ της Θράκης. H ελληνική ~ της Aλβανίας. 2. (σπάν.) μειοψηφία3.
[λόγ. μείον -ότης > -ότητα κατά το αντ. πλειονότης (δες πλειονότητα) μτφρδ. γαλλ. minorité]

μειονοψηφία η [mionopsifía] Ο25 : (λόγ.) η μειοψηφία.
[λόγ. μειονο- + ψήφ(ος) -ία κατά το αντ. πλειονοψηφία μτφρδ. γαλλ. minorité]

μειοψηφία η [miopsifía] Ο25 : ANT πλειοψηφία. 1. ο μικρότερος αριθμός, το μικρότερο ποσοστό των ψήφων ή αυτών που ψηφίζουν (σε μια διαδικασία εκλογής, απόφασης, μέτρησης κ.ά.): H ~ της βουλής / ενός συμβουλίου. Είναι κάποιος ~, μειοψηφεί. 2α. πολιτικό κόμμα ή σύνολο κομμάτων που έχουν λιγότερους βουλευτές από κάποιο άλλο: Σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία η πλειοψηφία κυβερνά, ενώ η ~ ελέγχει την κυβέρνηση. Kυβέρνηση μειοψηφίας. β. το κόμμα της αντιπολίτευσης που έχει τους περισσότερους βουλευτές· αξιωματική αντιπολίτευση: Mετά τον υπουργό μίλησε ο εκπρόσωπος της μειοψηφίας, ο οποίος τάχτηκε κατά του νομοσχεδίου. 3. μικρό τμήμα ή ποσότητα ενός συνόλου: Mια μικρή αλλά καλά οργανωμένη ~ προσπαθεί να επιβάλει τη θέλησή της στο λαό. || Είναι κάποιοι ~, είναι λιγότεροι: Οι άντρες είναι ~ σε σύγκριση με τις γυναίκες.
[λόγ. μειο- + ψήφ(ος) -ία κατά το αντ. πλειοψηφία μτφρδ. γαλλ. minorité]

πλειονότητα η [plionótita] Ο28 : (σπανιότ.) το μεγαλύτερο μέρος ή τμήμα ενός πλήθους, ενός αριθμού προσώπων ή και πραγμάτων· πλειοψηφία3: Οι κάτοικοι της περιοχής είναι στην πλειονότητά τους πρόσφυγες. Οι προβλέψεις του στην ~ των περιπτώσεων αποδείχτηκαν σωστές.
[λόγ. < ελνστ. πλειονότης, αιτ. -ητα]

πλειονοψηφία η [plionopsifía] Ο25 : (λόγ.) η πλειοψηφία. ANT μειονοψηφία.
[λόγ. < ελνστ. πλειονοψηφία]

πλειοψηφία η [pliopsifía] Ο25 : ANT μειοψηφία. 1. ο μεγαλύτερος αριθμός, το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων ή αυτών που ψηφίζουν (σε μια διαδικασία εκλογής, απόφασης, μέτρησης κτλ.): Έχω / κατακτώ / παίρνω / κερδίζω / χάνω την ~. H κυβέρνηση έχει την ~ των εδρών / των βουλευτών στη βουλή. Kατά την ψηφοφορία καμιά πρόταση / παράταξη δε συγκέντρωσε / δεν πέτυχε την ~. H απόφαση πάρθηκε κατά ~, όχι ομόφωνα. Για σημαντικές αποφάσεις απαιτείται αυξημένη ~. || Aπόλυτη ~, το μισό συν ένα (τουλάχιστον) του συνόλου των ψήφων ή αυτών που ψηφίζουν. Σχετική ~: α. το μισό συν ένα του συνόλου αυτών που ψήφισαν. β. ο αριθμός (ή το ποσοστό) των ψηφοφόρων ή των ψήφων, ο σχετικά μεγαλύτερος από τον αριθμό των ψήφων άλλων ομάδων ψηφοφόρων, που έλαβαν μέρος σε μια διαδικασία ψηφοφορίας. 2. αυτός που έχει την πλειοψηφία: Tο κόμμα / η παράταξη / ο αρχηγός / η απόφαση της πλειοψηφίας. 3. (γενικότ.) ο μεγαλύτερος αριθμός, το μεγαλύτερο ποσοστό (σε σχέση με ένα σύνολο): H ~ των Ελλήνων είναι υπέρ της ενωμένης Ευρώπης. H ~ των κατοίκων της περιοχής είναι αγρότες. Οι εργαζόμενοι είναι στην ~ τους χαμηλόμισθοι. Tο δημόσιο έχει την ~ των μετοχών της επιχείρησης. || (έκφρ.) σιωπηλή ~, το μεγαλύτερο μέρος ενός συνόλου (συνήθ. ενός λαού), που δεν εκδηλώνει ενεργητικά τη θέληση, τη γνώμη του.
[λόγ. < ελνστ. πλειοψηφία]
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: Frederique on 18 Sep, 2012, 16:46:25
Ευχαριστούμε, Κώστα! Αυτό θα πει φθινοπωρινή σπαζοκεφαλιά.
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: crystal on 18 Sep, 2012, 16:50:18
Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι πρόσφατα συμμετείχα σε διάλογο πάνω σε αυτό ακριβώς το θέμα και έκτοτε προσέχω ιδιαιτέρως τη χρήση των ζευγών τόσο προσωπικά όσο και στον λόγο τρίτων. It all comes down to etymology after all.
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: spiros on 18 Sep, 2012, 17:21:46
Βλέπε και https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=4089.0
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: mavrodon on 18 Sep, 2012, 20:42:27
Ας δούμε τι απαντήσεις θα δώσει η πλειοψηφία!
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: toraki on 24 Sep, 2012, 11:52:41
Κώστα, αν καλείς να ψηφίσουμε, τότε θα επιλέξεις με βάση την πλειοψηφία υποθέτω; Ανάμεσα στα δύο ζευγάρια, θα επέλεγα το πλειοψηφία-μειοψηφία. Η λέξη μειονότητα έχει το φορτίο και της άλλης σημασίας, δηλαδή της μικρής ομάδας ανθρώπων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (εθνοτικά, θρησκευτικά, γλωσσικά κτλ.)
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: valeon on 24 Sep, 2012, 13:21:18
Δεν είναι θέμα επιλογής, Κατερίνα. Μια διερεύνηση κάνω. Το θέμα προέκυψε από το Φέισμπουκ.

Στην τυποποίηση έχουμε "ξεκαθαρίσει" το θέμα, π.χ. το majority εφόσον ΔΕΝ αφορά ψηφοφορία το αποδίδουμε πάντοτε ως πλειονότητα και όχι πλειοψηφία. Δεν θυμάμαι να έχουμε συναντήσει (σε πρότυπο), αντίστοιχα, το minority χωρίς την έννοια της ψηφοφορίας. Προφανώς, αν το συναντήσουμε θα το αποδώσουμε ως μειονότητα (δηλαδή με την σημασία 2 του ΛΚΝ).

Με αφορμή το παράδειγμα που δίνει το ΛΚΝ στο λήμμα πλειονότητα: "πλειονότητα των περιπτώσεων", απευθύνθηκα στο "γκουκλοκοινό" που μου έδωσε:

πλειονότητα των περιπτώσεων: 200.000
μειονότητα των περιπτώσεων:    20.700
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: spiros on 24 Sep, 2012, 13:23:07
Δοκίμασε και αυτά

πλειοψηφία των περιπτώσεων
μειοψηφία των περιπτώσεων
Title: Re: πλειονότητα–μειονότητα / πλειοψηφία–μειοψηφία
Post by: valeon on 24 Sep, 2012, 13:36:35
Η σχέση, Σπύρο, είναι:  

"πλειοψηφία των περιπτώσεων": 364.000
"μειοψηφία των περιπτώσεων":    26.200

Έχουμε, λοιπόν, στη φράση αυτή (σύμφωνα με το Google):  πλειονότητα της "πλειοψηφίας" έναντι της "πλειονότητας" και περίπου ισότητα της "μειοψηφίας" έναντι της "μειονότητας"!...  :-)