εταιρικός ή εταιρεικός; → εταιρικός

spiros · 1 · 1473

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836932
    • Gender:Male
  • point d’amour
εταιρικός ή εταιρεικός; → εταιρικός

Και επειδή πρόσεξα ένα σχετικό λάθος, είναι, φυσικά, εταιρικός και όχι εταιρεικός.

εταιρικός 1 -ή -ό [eterikós] E1 : που ανήκει ή αναφέρεται στην εταιρεία, ιδίως την οικονομική, ή τα μέλη της, ή έχει σχέση με αυτή: Eταιρική επωνυμία / επιχείρηση. Ένας ~ θίασος. Eταιρικό κεφάλαιο / χρέος. || (ως ουσ.) το εταιρικό, το συμβόλαιο με το οποίο ιδρύεται μια οικονομική εταιρεία.  [λόγ. < αρχ. ἑταιρικός `που ταιριάζει σε φίλο, σε κομματική ένωση΄ κατά τη σημ. της λ. εταιρεία]
εταιρικός 2 -ή -ό : που ανήκει ή που αναφέρεται: 1. στους εταίρους του βασιλιά της αρχαίας Mακεδονίας: H εταιρική φάλαγγα. Tο εταιρικό ιππικό. 2. (λόγ.) στην εταίρα.  [λόγ. < ελνστ. ἑταιρικός `που ταιριάζει σε φίλο, σε κομματική ένωση΄ αρχ. σημ.: δες εταιρικός 1]
ΛΚΝ

 -ή, -ό επίθ.  (Κ -ή, -όν) που ανήκει σε εταίρους: εταιρικό κτήμα - κεφάλαιο | ο σχετικός με τις εταίρες, ο χαρακτηριστικός της εταίρας | το ουδ. το εταιρικό(ν) ως ουσ., έγγραφο αναφερόμενο στη σύσταση εμπορικής εταιρείας
ΜΕΛ

εταιρικός
-ή, -ό (ΑΜ ἑταιρικός, -ή, -όν) [εταίρος]· 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε εταιρεία ή εταίρους, ο συνεταιρικός («εταιρικό κεφάλαιο»)· 2. φιλικός, συντροφικός («εταιρική φιλία»)· || (νεοελλ.) 1. (το ουδ. ως ουσ.) το εταιρικό (αλλιώς καταστατικό)· το συστατικό έγγραφο μιας εταιρείας· || (αρχ.) 1. αυτός που ανήκει στους ιππείς σωματοφύλακες τών Μακεδόνων βασιλέων· 2. αυτός που ανήκει σε εταίρα ή μοιάζει με αυτήν· 3. (το θηλ. ως ουσ.) ἡ ἑταιρική· η φιλική συντροφιά· 4. (το ουδ. ως ουσ.)· τὸ ἑταιρικόν· α) η εταιρεία· β) πολιτικός σύλλογος που ἔχει φατριαστικούς, κομματικούς σκοπούς· γ) οι κομματικοί δεσμοί· δ) (ενν. τέλος) φόρος που καταβάλλεται από τις εταίρες, πορνικός φόρος· 5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἑταιρικά· α) φατρίες, πολιτικές μερίδες· β) θρησκευτικοί θίασοι. Επίρρ. ἑταιρικῶς· (νεοελλ.) συνεταιρικά· || (αρχ.) α) κατά φιλικό τρόπο, συντροφικά («ἑταιρικῶς προσφέρεσθαι», Αριστοτ.)· β) κατά τρόπο που αρμόζει σε εταίρα («ἑταιρικῶς κεκοσμημένοι», Ζήν.).
ΠΑΠΥΡΟΣ


 

Search Tools