Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!

Giorgis

  • Newbie
  • *
    • Posts: 13
Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο

Ήμουν σε μια εκκλησία τις προάλλες και είπα την λέξη "γαμώτο"

Ένας αρχαιότερος μου είπε να αποφεύγω τις αισχρολογίες.

Το "γαμώτο" έχει την ίδια ρίζα με την γνωστή αισχρολογία;

Και ο "γάμος" που κολλάει;

Γιώργης εξ Αυστραλίας
« Last Edit: 03 Jan, 2009, 21:44:24 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836806
    • Gender:Male
  • point d’amour
γαμώτο [γamóto] & (σπάν.) γαμώτη [γamóti] (άκλ.) : (χυδ.) επιφώνημα αγανάκτησης, έκπληξης ή θαυμασμού. || (ως ουσ.) το γαμώτο, η δυσκολία: Eκεί είναι το ~. (έκφρ.) για το / ένα ~, για ένα πείσμα.  [έκφρ. γαμώ το…, γαμώ τη…]

γάμος ο [γámos] O18 : 1. ένα από τα επτά μυστήρια της εκκλησίας. 2. νόμιμη ένωση ενός άντρα και μιας γυναίκας, που καθαγιάζεται με εκκλησιαστική τελετή, δηλαδή από το μυστήριο του γάμου, ή επικυρώνεται απλά από τις πολιτικές αρχές: Θρησκευτικός / πολιτικός ~. Mοργανατικός ~. ~ μεικτός, που γίνεται μεταξύ αλλοθρήσκων. Eικονικός / άκυρος ~. Aνοιχτός / κλειστός ~, με / χωρίς προσκεκλημένους. ~ από συνοικέσιο / από έρωτα. Tους ένωσαν τα (ιερά) δεσμά του γάμου. H κόρη του είναι πια σε ηλικία γάμου. Παιδιά εκτός γάμου, νόθα. (λόγ. έκφρ.) έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν)*. ΠAP Πάρ΄ τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου, γι΄ αυτούς που λένε κτ. παράταιρο και άκαιρο. Xωρίς γαμπρό* ~ δε γίνεται. Aφήνω το γάμο και πάω για πουρνάρια, αφήνω κτ. πολύ σημαντικό για κτ. δευτερεύον. Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γγαστρωμένη*. Oύτε ~ άκλαυτος ούτε νεκρός αγέλαστος, στη ζωή συνδυάζεται η χαρά και η λύπη. || (επέκτ.) το γλέντι, το τραπέζι που συχνά ακολουθεί την τελετή: Xωριάτικος ~. O ~ τους άφησε εποχή. ΦP έγινε του Kουτρούλη* ο ~ / το πανηγύρι. || (πληθ.) επίσημη έκφραση συνήθ. σε προσκλητήρια γάμου ή όταν πρόκειται για το γάμο υψηλών προσώπων. (έκφρ.) αργυροί γάμοι, επέτειος είκοσι πέντε χρόνων γάμου. χρυσοί γάμοι, επέτειος πενήντα χρόνων γάμου. αδαμάντινοι γάμοι, επέτειος συνήθ. εξήντα χρόνων γάμου. 3. η έγγαμη ζωή, η συμβίωση του παντρεμένου ζευγαριού: Eυτυχισμένος / επιτυχημένος ~. Nεκρός* ~. Έχει δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο. H πρώτη νύχτα του γάμου. ΦP λευκός* ~.  [αρχ. γάμος]
ΛΚΝ



Giorgis

  • Newbie
  • *
    • Posts: 13
Και η αισχρολογία "Άντε Γα***ου" έχει καμία σχέση με αυτές τις λέξεις;


Γιώργης


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836806
    • Gender:Male
  • point d’amour
γαμώτο [γamóto] & (σπάν.) γαμώτη [γamóti] (άκλ.) : (χυδ.) επιφώνημα αγανάκτησης, έκπληξης ή θαυμασμού. || (ως ουσ.) το γαμώτο, η δυσκολία: Eκεί είναι το ~. (έκφρ.) για το / ένα ~, για ένα πείσμα.  [έκφρ. γαμώ το…, γαμώ τη…]

Ίδια ρίζα, αν πρόσεξες ;)

Ωστόσο, το «γαμώτο» είναι ήπιας μορφής βρισιά (Κάτι σαν «damn it»). Καμία σχέση με τη λέξη που αναφέρεις.



Giorgis

  • Newbie
  • *
    • Posts: 13
Ευχαριστώ και πάλι. Ο όρος "ρίζα" εννοεί για μένα ότι προέρχονται ιστορικά από την ίδια λέξη
και όχι οι τυγχάνουν να έχουν κοινή αρχή η κοινούς χαρακτήρες.
Κάνω λάθος;

Γιώργης
« Last Edit: 04 Jan, 2009, 00:08:17 by spiros »



mariapar

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1898
    • Gender:Female
ΛΕΞΙΚΟ ΡΗΜΑΤΩΝ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΜΑΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩΜΑΛΩΝ, Καθ. Αλ. Πατάκη - Νικ. Τζιράκη, Εκδόσεις Πατάκη
βοήθημα για τις εισαγωγικές εξετάσεις 1ης Δέσμης
Σελ.103

Γαμέω-ώ =λαμβάνω γυναίκα, νυμφεύομαι. Παρατατικός εγάμουν, Μέλλοντας συνηρ. γαμώ και γαμήσω, Αόριστος έγημα και εγάμησα, Παρακείμενος γεγάμηκα, Υπερσυντέλικος εγεγαμήκει και γεγαμηκώς ήν
Μέσος Ενεστώτας γαμούμαι, Μέλλοντας συνηρ. γαμούμαι και γαμήσομαι, παθητική φωνή γαμηθήσομαι, Αόριστος εγημάμην και παθητική φωνή εγαμήθην, ΠΡΚ γεγάμημαι, ΥΠΡ εγεγαμήμην
Ετυμολογία: εκ του γάμος
Ομόριζα: γαμετή = έγγαμος γυνή, αρσ. γαμέτης= ο σύζυγος, γαμβρός, γαμήλιος, Γαμηλιών (ο μήνας)
Σύνταξις-Σημ.:
1. Με αιτιατική (επί ανδρός=λαμβάνω γυναίκα, νυμφεύομαι),
2. Εκ κακού ή εξ αγαθού γαμώ = λαμβάνω γυναίκα εκ ταπεινής ή ευγενούς οικογενείας
3. Το μέσ. γαμούμαι τινί (επί γυναικός = δίδω εμαυτήν εις γάμον), ομοίως και το παθητικόν
4. Γάμω γαμώ = νομίμως νυμφεύομαι
Περιφράσεις: άγομαι γυναίκα, γάμον ποιούμαι

Όπως βλέπουμε, το ρήμα αρχικά δεν είχε τη σημασία που του αποδίδεται σήμερα στην απλή καθημερινή γλώσσα, αλλά κάποια άλλη σχετική, και οπωσδήποτε δεν ήταν και "ακατάλληλο". Αναφέρεται μάλιστα και σε ιερά κείμενα, όπως στο Κατά Λουκά Ευαγγέλιο, 14:20: "καὶ ἕτερος εἶπεν· γυναῖκα ἔγημα καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν." ("Another one said, 'I have married a wife, and for that reason I cannot come.')

Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι πότε άλλαξε έννοια και "κατηγορία"...
One finger cannot lift a pebble (Native American proverb)


Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80211
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Πράγματι ενδιαφέρον ερώτημα Μαρία. Πότε άλλαξε έννοια και «κατηγορία»; Εκτός από το ρήμα έχουν προστεθεί και πολλές «καινούριες» λέξεις:
γαμάτος -η -ο [γamátos] E3 : (λαϊκ., για πργ.) που τον θεωρούμε πολύ καλό στο είδος του· γαμιστερός: Πήρα μια μηχανή γαμάτη.   [γαμ(ώ) -άτος].
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


 

Search Tools