βωμολοχία → βρισιά, χυδαιότητα, απρεπής λέξη, αισχρολογία [Ετυμολογία]

spiros · 2 · 11439

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836932
    • Gender:Male
  • point d’amour
βωμολοχία → βρισιά, χυδαιότητα, απρεπής λέξη, αισχρολογία

Ετυμολογία

Ο επαίτης, ανυπόμονος, θρασύς και πεινασμένος, ζητούσε με πιεστικό τρόπο μερίδα και ως εκ τούτου, επιτίθετο λεκτικά στον τελεστή της θυσίας χρησιμοποιώντας αισχρές εκφράσεις. Άρχιζε τότε μία απρεπής και μη κόσμια συνομιλία μεταξύ επαίτη και υπεύθυνου των θυσιών, που κατέληγε σε χυδαίες εκφράσεις και τσακωμούς.

Αυτή ακριβώς η αισχρή και χυδαία στιχομυθία, ονομάστηκε βωμολοχία.

Στο λεξικό Liddell-Scott θα δούμε ότι βωμολοχώ σημαίνει περιμένω δίπλα στο βωμό για να κλέψω το κρέας από τις θυσίες, συνακόλουθα επαιτώ, ή ασκώ αγυρτεία.

Βωμολόχος είναι λοιπόν ο περί τους βωμούς λοχών (παραμονεύων, ενεδρεύων) επαίτης, με σκοπό να λάβει κάτι από τα κρέατα των θυσιών.

Κατά το λεξικό Σουϊδα (Σούδα) βωμολόχος είναι «ο κακούργος, ασεβής, παρά τους λοχώντας τα εν τοις βωμοίς επιτιθέμενα θύματα, ή τους θύοντας, ίνα αιτήσαντες λάβωσι τι».
http://melitilexeis.blogspot.com/2008_05_11_archive.html


βωμολοχ-ία, ἡ,
mendicancy, Poll. 3.111.
coarse jesting, buffoonery, ribaldry. Pl.R.606c, Arist. EN1108a24, Plu.Lyc.12, etc.

βωμόλοχ-ος, ον, (λοχάω) prop.
one that waited about the altars, to beg or steal some of the meat offered thereon, ἵνα μὴ πρὸς τοῖσι βωμοῖς ἀεὶ λοχῶντες βωμολόχοι καλώμεθα Pherecr.141; β. ἱερεῖς Man.5.119; expld. by ἱερόσυλος, Hsch., Et.Gud.

λοχ-άω, Ep.aor. subj. Med. -ήσομαι Od.4.670:—
lie in wait for, waylay, Τηλέμαχον λοχόωντες 16.369, cf. 4.847; ἦ μέν μιν λοχόωσι 13.425; τὸν δὲ . . οἴκαδ' ἰόντα λοχῶσιν 14.181; αὐτὸν ἰόντα λοχήσομαι 4.670; ἐλόχησαν τὰς γυναῖκας Hdt.6.138; σε . . λοχῶσιν . . Ἐρινύες S.Ant.1075.
abs., lie in wait, ambush, ὅθι σφίσιν εἶκε λοχῆσαι Il.18.520; λοχᾷ ἐπὶ δένδρεον ἀναβάς Hdt.4.22; πρὸς δόμοις λοχᾷς ἐμοῖς E.El.225; πρὸς τοῖσι βωμοῖς Pherecr.141: but mostly in aor. part. with another Verb, ὄφρα . . σὸν παῖδα κατακτείνειε λοχήσας Od.22.53; λοχήσαντες τὴν νέα εἷλον Hdt.6.87, cf. 37; λοχήσας . . πολλοὺς διέφθειρεν Th.1.65, cf. 3.94:—Med., λοχησάμενος Od.4.388, 463; ἐγγὺς ὁδοῖο λοχησάμενος 13.268; later also λοχώμενος, λελοχημένος, in ambush, A.R.1.991, 3.7.
c. acc. loci, occupy with an ambuscade, ἐλόχησαν τὴν ἐν Πηδάσῳ ὁδόν Hdt.5.121.
metaph., οἷον λοχῶντες τὴν πρὸς Ῥωμαίους φιλίαν laying a trap of friendship for them, Plb.3.40.6.—Rare in good Att. (v. Th. ll. cc.), but freq. in late Prose, as Plb. l. c., D.H.2.55, al., Plu.Ant.46:—Pass., Epicur.Nat.15.22, J.BJ3.6.2:—Med. only in Ep.

Liddell-Scott
« Last Edit: 01 Jan, 2009, 17:56:04 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 73231
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Και από το ΛΚΝ:

βωμολοχία η [vomolo<x>ía] O25 : (λόγ.) αισχρά, άσεμνα ή χυδαία λόγια, βρισιές: Aπαγορεύεται η ~. Ξεστόμισε ένα σωρό βωμολοχίες, που μ΄ έκα νε να κοκκινίσω από ντροπή.   [λόγ. < αρχ. βωμολοχία]
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



 

Search Tools