Translation - Μετάφραση

Favourite texts, movies, lyrics, quotations, recipes => Favourite Poetry => Favourite Music and Lyrics => Poetry of Thessaloniki => Topic started by: wings on 09 Jul, 2007, 11:11:26

Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία
Post by: wings on 09 Jul, 2007, 11:11:26
Χρυσάνθη Ζιτσαία (1902-1995)

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/10/ce96ceb9cf84cf83ceb1ceafceb1.jpg)

Φιλολογικό ψευδώνυμο της Χρυσάνθης Λάμπρου Οικονομίδου. Γεννήθηκε στο Πρίντεζι της Ιταλίας το 1902, μεγάλωσε όμως στο χωριό των γονιών της, τη Ζίτσα. Τελείωσε το σχολαρχείο και παντρεύτηκε μικρή τον Κύπριο γεωπόνο Λάμπρο Οικονομίδη. Τα πρώτα χρόνια του έγγαμου βίου της έζησε στα Γιάννενα και το Βόλο, όπου και εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή της «Μενεξεδένια δειλινά». Από το 1930 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της. Πέθανε τον Ιούλιο του 1995.

Ποιητικές συλλογές:
«Μενεξεδένια δειλινά», 1929
«Θλιμμένοι σκοποί», 1932
«Χίμαιρες», 1938
«Συμφωνίες», 1948
«Οράματα», 1951
«Λυρικοί δρόμοι», Θεσσαλονίκη, 1955
«Ο θρύλος του Θεογέφυρου», 1956
«Πεντόβολα», 1957
«Τραγούδια της γης μου», 1958
«Προσκύνημα στην Κύπρο», 1960
«Ξάστεροι Ουρανοί», 1961
«Ύμνος στη Μέλισσα», 1961
«Σχεδιάσματα», 1963
«Με τον αχό του τραγουδιού», 1964
«Στάχυα από τον Αγρό μου», 1965
«Παράλληλα», 1967
«Ισμήνη», 1968
«Λήκυθος», 1969
«Ενότητες», 1973
«Ψηφίδες "της γλυκείας χώρας Κύπρου"», 1974
«Πορεία γυναικών προς την Αμμόχωστο», 1975
«Ώρα της Κύπρου», 1978
«Οδοιπορία», 1979
«Συνέπεια», 1982
«Πολυεδρικά», 1986
«Απολογία», 1990
«Επισημάνσεις», 1993

Πεζογραφία:
«Της Ζωής και του Θρύλου» (διηγήματα), Θεσσαλονίκη, 1955
«Φωνές από το Χρόνο» (διηγήματα), 1962
«Βιωμένος λόγος» (πεζογράφημα), 1983

Μελέτες:
«Κύπριες Λογοτέχνιδες» (μελέτη - ανάτυπο), 1963
«Παμβώτιδα» (μελέτη), 1966
«Κύπριες Λογοτέχνιδες» (μελέτη συμπληρωμένη), 1972

Παιδικά βιβλία
:
«Χαρούμενες Ώρες» (ποιήματα - θέατρο), Θεσσαλονίκη, 1955
«Χελιδονίσματα» (ποιήματα - θέατρο), 1959

Ανθολογημένα ποιήματα:


[ Επιστροφή στο ευρετήριο της ανθολογίας «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα» (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9084.0) ]
Title: Re: Χρυσάνθη Ζιτσαία
Post by: wings on 07 Sep, 2007, 11:17:52
Τόλη, πες μας, αν δεν σου κάνει κόπο, μερικά πράγματα για τη Χρυσάνθη Ζιτσαία. Όπως φαίνεται και στο σχετικό ευρετήριο της ανθολογίας μας (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=44362.0), είναι η μία από τις τέσσερις γυναίκες-εκπροσώπους στην προπολεμική γενιά των ποιητών της πόλης μας.

Πάω στοίχημα ότι πρόλαβες να τη γνωρίσεις καλά. Tο «Ζιτσαία» είναι λογοτεχνικό ψευδώνυμο, έτσι δεν είναι;
Title: Re: Χρυσάνθη Ζιτσαία
Post by: banned on 07 Sep, 2007, 19:59:30
To πραγματικό της όνομα ήταν Χρυσάνθη Οικονομίδου. Το λογοτεχνικό ψευδώνυμο "Ζιτσαία" προερχόταν από τη Ζίτσα, το χωριό της καταγωγής της.

Δεν είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω καλά. Ανταλλάξαμε βιβλία και την έβλεπα στις γενικές συνελεύσεις της Εταρίας Λογοτεχνών, στις οποίες μερικές φορές εκτελούσε χρέη προέδρου. Να σημειωθεί ότι η Ζιτσαία εξέδωσε πάνω από 25 συλλογές ποιημάτων και, επιπλέον, παραμύθια και μελέτες.

Δίνω πάντοτε μεγάλη σημασία στην αίσθηση που αποκομίζω από έναν άνθρωπο. Η Χρυσάνθη Ζιτσαία είχε έναν καλό λόγο για όλους και μου έδινε μια σπάνια αίσθηση γαλήνης, καλλιέργειας και ευγένειας. Τη συμπάθησα από την πρώτη στιγμή.
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Προχωρημένο φυλάκιο
Post by: wings on 28 Nov, 2008, 17:01:50
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Προχωρημένο φυλάκιο
 
Προχωρημένο φυλάκιο.

Ασάλευτο και σιωπηλό.

Πέρα απ’ τα σύνορα

της ζωής και του ονείρου.
Στου πυρπολημένου καιρού
το μεταίχμιο.
Τυλιγμένο με της ποίησης
το μυστήριο.

Το βαθύ κι αξεδιάλυτο.
Έγινα κύμα να σε τραγουδήσω.
Βράχος να σε προστατεύσω.

Άνεμος να σε πολεμήσω.

Χωρίς ποτέ να σε κατακτήσω.
Χωρίς να σε πλησιάσω ποτέ.
Έπειτα αλλάξαμε τη βάρδια.

Πήρα τη θέση σου

κι εσύ τη δική μου.

Ντύθηκα την ψυχή σου.

Με πολεμάς κι αντιστέκομαι

με τη σιωπή.
 
Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως, εκδ. Άγκυρα (1974)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σύμπλεγμα ανάγλυφο
Post by: wings on 16 Feb, 2009, 02:33:13
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σύμπλεγμα ανάγλυφο
 
Σύμπλεγμα ανάγλυφο σε μάρμαρο
κοιμάσαι τώρα με τον έρωτα
στη μυστική της σιωπής παστάδα.
Έσπασε το φράγμα και πέρασες
με το φιλί το φλογερό του κεραυνού,
αίμα από κόκκινο γαρύφαλλο,
σε χείλη διπλοσφραγισμένα.

Κοιμήσου και σου τραγουδώ.
Οι θύμησες πλανήθηκαν σε μακρινούς
ασφοδελούς λειμώνες κι ευώδιασαν
της ομορφιάς τη θλίψη.

Γαλήνια η νύχτα κι αγρυπνώ.
Φυλάω το φεγγαρόφωτο μην έρθει
στον πέτρινο κοιτώνα και ξυπνήσεις.
Κρατάω τ’ αστέρια πάνω από τη στέγη
μη λιώσουν τ’ αναμμένα τους κεριά,
στάλα τη στάλα καυτό δάκρυ,
πάνω στης πλάκας την καρδιά
κι η πονεμένη αμαρτωλή αγνότητα,
έτσι γυμνή και πάλλευκη λεκιάσει.
 
Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Αμείλικτο
Post by: wings on 14 Mar, 2009, 22:03:45
Mitsias,Lekkas, Theodorakis - Ekina pou ixa na sou po (live) - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=mfgJZryveuc)

Μίκης Θεοδωράκης & Μάνος Ελευθερίου, Εκείνα που είχα να σου πω (https://thepoetsiloved.wordpress.com/2010/04/16/kostas-papadopoulos-ekeina-pou-eixa-na-sou-pw-%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CF%80/)
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς & Βασίλης Λέκκας / πρώτη εκτέλεση από τον Μανώλη Μητσιά στο έργο Πολιτεία Γ’ (1994))


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Αμείλικτο
 
Σε καρφώνω
κάτω από της ενοχής τη διαφάνεια
με τη σκληρή βροχή των ερωτηματικών
κι ούτε ένα δίχτυ αράχνης
να προστατεύει την αινιγματική
των καιρών σιωπή.
Η δυναστεία του Ναι και του Όχι
δεν αποδημεί με το χρόνο.
Δεν αμβλύνεται με τη μοιραία παραδοχή.
Τώρα που στένεψε ο κύκλος, ακούγονται
καθαρά όλοι οι ψίθυροι, ακόμα
κι από τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Μην επικαλείσαι την υπεράσπιση
των αδικαίωτων ιδανικών,
των άπιαστων οραμάτων,
της ανερμήνευτης προφητείας.
Όλα μπορεί να σε δικαιώνουν
μα ωστόσο μένεις πάντα μόνος
εκεί στην αλύτρωτη περιοχή,
των αμείλικτων απολογισμών,
με τ’ αμετακίνητα αγκωνάρια
του τι έπρεπε και τι δεν έπρεπε.

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Τραγουδώ
Post by: wings on 21 Mar, 2009, 19:22:33
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Τραγουδώ
 
Τραγουδώ για να διώχνω την ομίχλη
από τ’ άγρυπνα βλέφαρα.
Για να μη χάνει η Αργώ μου
το δρόμο στο πέλαγο.

Τραγουδώ για να λιώνουν οι πάγοι
της γης και να ’ρχονται τα χελιδόνια
να χτίζουν μια φωλιά στη στέγη μου.

Τραγουδώ για ν' ανάβει
ο φτωχός μου ο λόγος
και να τον αποθέτω ευλαβικά
–αναμμένο κερί–
στον ιερό Ναό του Ανθρώπου.

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Βλέποντας τις αντένες
Post by: wings on 18 Apr, 2009, 13:17:25
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Βλέποντας τις αντένες
 
Τα σπίτια μας σαλπάρουνε
στου κόσμου τους ωκεανούς,
πλησίστια ενυδρεία.
Μπλεγμένα στις αντένες τους
λογής-λογής φορτία.
Όλα τα σίριαλ τα τερπνά
που μας διασκεδάζουν.
Όλα τα νέα τα φοβερά
που μας αναταράζουν.
Αίματα, πόλεμοι, ορφανά...
συνηθισμένα, απανωτά,
πράγματα καθημερινά
δείγματα αλληλοσπαραγμού
τεκμήρια του πολιτισμού,
που μελωδούν κι ουρλιάζουν.
Κι αχ πώς στοιβάζονται όλα αυτά,
πάνω στου κόσμου την καρδιά,
σε πολιτείες ολόφωτες
κι οι στέγες δεν βουλιάζουν; 
 
Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Μικρό αφιέρωμα σε μεγάλη ψυχή
Post by: wings on 11 May, 2009, 20:05:15
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Μικρό αφιέρωμα σε μεγάλη ψυχή
 
Τ’ όνειρό σου ψήλωσε πολύ.
Δε μπορούσες άλλο να το φτάσεις.
Έγινε μια αχτίδα φωτεινή
κι έμεινε σαν όραμα της πλάσης.

Άστραψεν η σκέψη μου μ’ ορμή
Ξάφνιασμα στην έκπληκτη ματιά μας.
Σ’ έκαψε σαν φλόγα μυστική
κι έμεινε σαν άστρο στη ματιά μας.
 
Θέριεψε η αγάπη σου βαθιά.
–Τι μπορούσε πια να τη δαμάσει;–
Σ’ έπνιξε σαν θάλασσα πλατιά
κι άπλωσε τον κόσμο ν’ αγκαλιάσει.
 
Έμεινε σαν μύρο μαγικό
απ’ της ομορφιάς την άγια βρύση
κείνο το μεγάλο ιδανικό
που η ψυχή δεν χώραε να το κλείσει.
 
Αχ! και κείνη η πίστη σου η τρελή
που ’γινε για σε τόσο μοιραία,
τώρα ταξιδεύει στη ζωή
πάνω σ’ έναν άνεμο σημαία
 
Ήτανε μια φλόγα θεϊκή.
Δεν μπορούσες πια να την κρατήσεις.
Τώρα ταξιδεύει στη ζωή.
… Τι ποθούσες άλλο να κερδίσεις;
 
Δημοσιευμένο στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 37-38 (Γενάρης-Φλεβάρης 1958)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στο συνέδριο
Post by: wings on 02 Jun, 2009, 23:37:40
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στο συνέδριο
 
Με τη φωνή όλων των πονεμένων
μανάδων της γης
μίλησες Ίντιρα Γκάντι
για τα εκατομμύρια
πεινασμένα παιδιά...
Κι η φωνή σου
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω,
έπειτα από τα χειροκροτήματα,
τις επευφημίες, τα γεύματα,
τις προπόσεις, τα σχήματα λόγου...
έπεσε μ’ ορμή, πάνω στης γης
τα μεγάλα παγόβουνα,
έγινε θρύψαλα
και γέμισε ο κόσμος,
πουλιά πληγωμένα.

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σπασμένο κλειδί
Post by: wings on 16 Jun, 2009, 23:04:07
https://www.youtube.com/watch?v=fYZuqtyquk4

Νίκος Πορτοκάλογλου, Η αγάπη ίσως ξέρει
(ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου, Αφροδίτη Μάνου & Φατμέ / δίσκος: Πάλκο (1989))


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σπασμένο κλειδί
 
Πουθενά δεν εμπιστεύτηκα
το μυστικό του χαμένου μας μύθου.
Πού το βρήκε η Μούσα και το παγίδεψε
«ανεπαίσθητα» –σπασμένο κλειδί–
σ’ όλα των στίχων τ’ αδιέξοδα;
Μονάχα η Αγάπη το γνώριζε.
Πώς όμως να ζητήσεις ευθύνη,
από του κόσμου τη Δέσποινα;

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Εναγώνιο
Post by: wings on 30 Jun, 2009, 15:54:50
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Εναγώνιο
 
Πού να σας κρύψουμε, αχ πού...
παιδάκια της γης ανυπεράσπιστα
αθώα κι ανύποπτα,
σπλάχνα των σπλάχνων μας,
της ζωής ηλιαχτίδες;

Σε ποιου Νώε την Κιβωτό,
σε ποιας Βηθλεέμ το Σπήλαιο,
σε ποιας Ραχήλ την οιμωγή,
σε ποια εναγώνια αγρύπνια
της Αγίας Μητέρας;

Πού να σας κρύψουμε, αχ πού...
μικροί τρυφεροί μας βλαστοί,
εμείς οι έντρομες Μάνες
με τα χιλιοκαμένα χέρια;

Οι απόγονοι του Κάιν
οι αδελφοί του Ηρώδη,
με σπουδή και μανία ετοιμάζουν,
για σας, για την άνοιξη,
τη χαρά, την ειρήνη, τη Ζωή,
σατανικά καινούργια σύνεργα,
ολέθρου κι εξολοθρεμού.

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Το χρέος
Post by: wings on 17 Sep, 2009, 19:49:40
https://www.youtube.com/watch?v=XMiU7OHeFCo

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Τα χρέη τής καρδιάς σου
(με τον Γιώργο Νταλάρα / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Το χρέος
 
Είπε να καταθέσει εφάπαξ
εκείνο το χρέος της καρδιάς
που σε καμιά περίπτωση
ποτέ δεν αρνήθηκε.
Όχι, απάντησαν όλες μαζί
ενωμένες οι μυστικές φωνές
των άγραφων νόμων.
Πρέπει να καταθέτεις κάθε μέρα
κάθε στιγμή –φόρο οφειλής–
κρυφά ή φανερά,
από μια σταγόνα αίμα.
Μόνον έτσι μένει πάντα χλωρό
το πολύκλαδο δένδρο της ζωής,
που φωτίζει τη γη,
τρέφει τα ιδανικά,
δικαιώνει τη γραμμή
της πορείας σου.

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σχέδια σε χαρτί
Post by: wings on 01 Dec, 2009, 21:08:17
https://www.youtube.com/watch?v=St_V66iZAZc

Σταμάτης Σπανουδάκης, Πρόσωπα
(τραγούδι: Ιροντίνα / ταινία & δίσκος: Νύφες (2004))


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σχέδια σε χαρτί
 
Χάραξες τόσα σχέδια στο χαρτί
που τώρα δε γνωρίζεις τι σημαίνουν.
Αραβουργήματα σιβυλλικά ανερμήνευτα
γραμμές μαιανδρικές του αδιέξοδου
αποσιωπητικά των προεκτάσεων
θαυμαστικά δηλωτικά της έκστασης
κι ερωτηματικά του δέους.
Πόσοι σταυροί, σύμβολα προστατευτικά.
Ίσως και μαρτυρίου νάναι σφραγίδες.
Άνθη πολλά, λατρευτικά της ομορφιάς
ή της χαράς το εφήμερο σημάδι;
Λέξεις εδώ κι εκεί μοναχικές
σαν πέτρες λαξευτές κι αμετακίνητες.
Να ’ναι από δωρικές κολώνες σπόνδυλοι
ή λάβα απ' την καρδιά κρυσταλλωμένη;
Θα προορίζονταν βέβαια για θεμέλιο
κάποιου ωραίου ιδανικού ναυαγισμένου.
Όλα ακρωτηριασμένα, σκόρπια,
εγκαταλειμμένα σε πεδίο μάχης.
... Κι έπειτα τ’ άγραφο λευκό χαρτί,
σαν χιονισμένη στέπα ...
να σε χλευάζει, να σε προκαλεί,
για κάποια σχέδια μαχητικά, πολύτροπα
κι ας ξέρεις πως επάνω της
τίποτε δε βλασταίνει.
 
Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ανωνυμία
Post by: wings on 06 Mar, 2010, 11:07:04
https://www.youtube.com/watch?v=XyoizPlslXQ

Θάνος Μικρούτσικος & Άλκης Αλκαίος, Πρωινή ή βραδινή σερενάτα
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Εμπάργκο (1982))


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ανωνυμία

Δε θα συμπεριλαμβάνεσαι
σε κώδικες και περγαμηνές.
Σαν επίσημη τεκμηριωμένη καταγραφή.
Ούτε καν σε μια φτηνή φυλλάδα.
Όμως εσύ θα υπάρχεις
δέηση της καρδιάς μυστική.
Στη συμφωνία της αγάπης
Στη λειτουργία της ειρήνης.
Στο εμβατήριο της άνοιξης.
Στη γαλήνη της σιωπής.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Μακεδονικόν Ημερολόγιον, τεύχος 75 (2000)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Το κλειδί
Post by: wings on 12 Jun, 2010, 22:00:25
https://www.youtube.com/watch?v=F4hgoVAWrI4

Τάκης Μπουρμάς & Θοδωρής Γκόνης, Το κλειδί
(τραγούδι: Μανώλης Λιδάκης / δίσκος: Το κλειδί (2004))


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Το κλειδί
 
Ο τόπος πυρπολήθηκε
κι η άνοιξη δε λέει να ’ρθει.
Μα εσύ ψυχή κλαδί π’ ανθεί
μες στα καμένα χόρτα.
Όλα ναυάγησαν κι εσύ
σε μιαν εξέδρα πάντα ορθή
κρατώντας το κρυφό κλειδί
για μιαν Άγνωστη πόρτα.
 
Από τη συλλογή Απολογία (1990)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Αηδόνια από τις Πλάτρες
Post by: wings on 07 Oct, 2010, 13:47:15
https://www.youtube.com/watch?v=K0lp9BDwAiI

Πλάτρες: από την εκπομπή του ΡΙΚ 1 «Κύπρος, ένα ταξίδι»

[Ενότητα Της Κύπρου]

Χρυσάνθη Ζιτσαία, Αηδόνια από τις Πλάτρες

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Γ. Σεφέρης
                                                                                                                           
Αηδόνια από τις Πλάτρες,
μην αφήνετε ούτε στιγμή
να κοιμηθούν οι ποιητές.
Στου θρύλου τη μαγεία σας,
μη κοιμηθεί κανένας,
τώρα που ληθαργεί και ξέχασε
τη μαχαιρωμένη τούτη ομορφιά,
ο Θεός της Δικαιοσύνης.

Από τη συλλογή Συνέπεια (1982)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ταυτότητα
Post by: wings on 18 Mar, 2011, 13:16:13
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ταυτότητα
 
Πάντα ένα Στίχο αναπνέω και ζω.
Μ’ ένα Στίχο πάντα προσεύχομαι.
Κάτω από ένα Στίχο στεγάζομαι.
Πάνω σ’ ένα Στίχο ακουμπάω να μην πέσω.
 
Από τη συλλογή Πολυεδρικά (1986)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Επισημάνσεις
Post by: wings on 06 Apr, 2013, 16:00:21
ΟΜΟΡΦΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=pWmiIH6M0us)

Γιάννης Σπανός & Κώστας Ασημακόπουλος, Όμορφες μέρες
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / ταινία: Όμορφες μέρες (1970) του Κώστα Ασημακόπουλου)


Χρυσάνθη Ζιτσαία, Επισημάνσεις
 
Τίποτε δε ζει χωρίς τη μνήμη.
Μα πόσα αλήθεια να χωρέσει.
Να επισημάνει και να διασώσει
Από τη δίνη της ζωής.
Απ’ του καιρού τη λήθη.
Να τ’ αξιολογήσει ανάλογα
με της καρδιάς τους δείκτες
και τα πειστήρια
του συν και πλην
ακριβολογημένα τυπικά.
Για να τα καταθέσει
στην Τράπεζα Αίματος
όπου στις φλέβες λειτουργεί
της οικουμένης.
Σπόρους αζήτητους της γνώσης.
Τους περιμένει η μάνα Γη
ν’ ανθίσει να βλαστήσει
να δέσει τους γλυκόχυμους
καρπούς για μια μελλούμενη
καινούρια μέρα.
 
Από τη συλλογή Επισημάνσεις (1993)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Άνοιξη στην Κύπρο
Post by: wings on 27 May, 2014, 01:21:35
Μίκης Θεοδωράκης, Αροδαφνούσα (ορχηστρικό) - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=pbjZoYs7-cw)

Μίκης Θεοδωράκης, Αροδαφνούσα (ορχηστρικό) (http://thepoetsiloved.wordpress.com/2010/10/14/kostas-papadopoulos-arodafnousa-mikis-theodorakis-orchestra-%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B1/) (δίσκος: Χρυσοπράσινο φύλλο (1966))

Χρυσάνθη Ζιτσαία, Άνοιξη στην Κύπρο
 
Εδώ χιονίζει γιασεμιά
και λεμονάνθια.
Μαζεύω την άνοιξη της Κύπρου
στο χρυσό πανέρι της Αροδαφνούσας.

Εδώ ένα πυρωμένο καρφί
τρυπάει την καρδιά της Αφροδίτης.
Μαζεύω το λυγμό της
στης ψυχής μου τη λήκυθο.

Μια σκουριασμένη άγκυρα
μπλέκεται στα «χρυσοπλόκαμα» μαλλιά της,
κάτω από το γαλάζιο όραμα
της «πολύφλοισβης» θάλασσας.

Μαζεύω την αλμύρα της
στις μακρινές τής ιστορίας πηγές.
Στο Ναό του Απόλλωνα αποθέτω
τις σπονδές των αιώνων.

Του Διγενή Ακρίτα το πάτημα
είναι γιομάτο αίματα.
Δεν υπάρχει Πιθάρι να το χωρέσει.
Ποτάμι να το πλύνει.
 
Από τη συλλογή Ενότητες (1973)


Σημείωση ανθολόγου:

Η Αροδαφνούσα είναι ένα από τα πολυτραγουδισμένα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου το οποίο διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας από στόμα σε στόμα. Το τραγούδι πραγματεύεται το θέμα "έρωτας-θάνατος" και μπορεί να λεχθεί ότι διατηρεί στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Σύμφωνα με την παράδοση η Αροδαφνούσα ήταν μια πεντάμορφη χωριατοπούλα από το χωρίο Χούλου της Πάφου που θάμπωσε τον ρήγα με την ομορφιά της και την είχε ερωμένη. Από την Χούλου ο μύθος παίρνει την Αροδαφνούσα στο άλλο άκρο του νησιού, στο κάστρο της Καντάρας, στη Κερύνεια, όπου μια από τις Ρήγαινες της Κύπρου, η Ρήγαινα Ελεονώρα αιχμαλωτίζει την Αροδαφνούσα που ο Φράγκος Ρήγας της Κύπρου, Πέτρος, αγάπησε. Η Αροδαφνούσα έμεινε έγκυος, ακριβώς όταν ο Ρήγας έφευγε για να πολεμήσει στους Αγίους Τόπους. Η Ρήγαινα περίμενε έως ότου ο Ρήγας ήταν μακριά και ακίνδυνος, και κατόπι κλείδωσε την Αροδαφνούσα στο κάστρο για να λιμοκτονήσει και τελικά να την σκοτώσει. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Το μέτρο τούτο προσδίδει στο ποίημα μιαν ιδιαίτερη χάρη τόσο στην ευφωνία όσο και στη μελοποίηση. Ακόμη η ομοιοκαταληξία που χρησιμοποιεί ο λαϊκός ποιητής, συνταιριασμένη με τις σωστές στην κάθε περίπτωση λέξεις της κυπριακής διαλέκτου, κάνει το ποίημα ιδιαίτερα ελκυστικό. [...]
[Πηγή: wikipedia (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B1)]
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Οι στόχοι
Post by: wings on 27 Aug, 2015, 01:58:41
Support Syrian Children: Unicef Winter Appeal - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=Tg3nh5t3ntc)

Support Syrian Children: Unicef Winter Appeal

Χρυσάνθη Ζιτσαία, Οι στόχοι
 
Αχρηστεύτηκαν τα παρατηρητήρια
της πλατιάς όρασης
της βαθιάς συνείδησης.
Στις έρημες επάλξεις σφυρίζουν
οι σκληροί άνεμοι των καιρών.

Κάποια είδωλα, θεών ομοιώματα,
πλασμένα από συνθετική ύλη,
χρησμοδοτούν σκοτεινά κι ακατάληπτα
μέσα σε ναούς μεγαλόπρεπους
για τη μοίρα του κόσμου.

Κι οι σκοποί αλλάζουν πορεία.
Ακολουθούν τα τρομαγμένα πουλιά.
Τα κυνηγημένα όνειρα.
Οι προθέσεις των ωραίων αστόχησαν.
Μόνον οι σφαίρες των ταπεινών
βρήκαν το στόχο τους.
 
Από τη συλλογή Ενότητες (1973)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Εκείνο τ’ όνειρο
Post by: wings on 09 Jan, 2016, 01:10:37
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Εκείνο τ’ όνειρο
 
Σ’ έλουσε εκείνο τ’ όνειρο με τις μοσκιές του Μάη
κι ας μη σου το εμπιστεύτηκε το πλάνο μυστικό.
Σε πήρε εκείνο τ’ όνειρο καθώς βοριάς ορμάει
και παίρνει τ’ άνθος της μηλιάς πριν δέσει τον καρπό.

Ψηλά σε κάποιον στρόβιλο σ’ ανέμισε τη σκέψη
κι ούτε είδες κι ούτε λόγιασες της γης την ομορφιά.
Και τώρα πo’ ’χουν οι πηγές οι μαγικές στερέψει
για ν’ ακουμπήσεις τη ζωή δε βρίσκεται γωνιά.

Απάνω από τα πέλαγα κι απάνω από τα δάσα
αχτίδα ήταν και σύγνεφο και μαύρος κεραυνός.
Μ’ εφτά καρφιά σε κάρφωσε κείνη η φλογάτη ανάσα
κι εφτάχρωμος της ίριδας σε τύλιξε ο κρουνός.

Κι αν ήταν άγγελος λευκός κι αν ήταν μαύρο τέρας
—στη δόξα και στον όλεθρο— να μάθεις μη ζητάς.
Φτάνει που τ’ αξιώθηκες το υπερκόσμιο γέρας
και στη φτωχή παλάμη σου σαν άστρο το κρατάς.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στο γιοφύρι της Άρτας
Post by: wings on 09 Jan, 2016, 01:30:40
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στο γιοφύρι της Άρτας

«Πάνω σ’ ένα σύμβολο»
 
Πικρός σκοπός, πικρός λυγμός∙ κόμπο η καρδιά να δένει:
Μες απ’ τα βάθη του νερού παράπονο ανεβαίνει.
Δεν είναι τ’ Άραχθου η βουή, του ποταμού η γοργόνα
και το πουλί που λάλησε στη μεσιανή κολόνα:
— Πάρε σφυρί και δύναμη και τους καιρούς πελέκα. —
Μόν’ είν’ του πρωτομάστορα που θλίβεται η γυναίκα.
— Και ποιος θα μπει και ποιος θα βγει και ποιος ψυχή να δράμει; —
Τι το γιοφύρι εράγισε στης Άρτας το ποτάμι.
... Καλή μου, εσύ το στέριωσες στ’ ορμητικό το ρέμα
με τη γυναίκεια σου καρδιά με το ζεστό σου το αίμα,
μ’ όλα τα δώρα τ’ ακριβά της νιότης σου τα μύρια...
Τι δε στεριώνουν εύκολα της ζήσης τα γιοφύρια.
Καλή μου, εσύ το στοίχειωσες με το σκληρό το νόμο,
που όλο τελειώνει στων καιρών κι όλο αρχινάει το δρόμο.
Αδερφωμένοι κι άσωστοι είν’ της θυσίας οι τόποι,
είν’ οι κορφές που σμίγουνε με τους Θεούς οι ανθρώποι,
να γεφυρώσουν τη ζωή για να διαβούν οι χρόνοι.
«Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει.»
Καλή μου, εσύ το ευχήθηκες —για μέγα ένα χατίρι—
«Αν τρέμουν τα ψηλά βουνά, να τρέμει το γιοφύρι»
όταν ελύγισε η ψυχή κι είχε η καρδιά δειλιάσει.
«Τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.»
Κι υψώθηκε περήφανο, ψηλό και δοξασμένο.
Έγινε θρύλος, σύμβολο, τραγούδι παινεμένο.
Κι ακέρια πέρασε η ζωή πάνω από τη θυσία
με του μονάκριβου αδερφού —γλυκιά— την προσδοκία.
Χρόνια και χρόνια καρτερεί, στιγμή στιγμή να φτάσει
και τώρα που κλονίζεται μη λάχει και περάσει...
Πικρός λυγμός, πικρός σκοπός, κόμπο η καρδιά να δένει.
Απ’ τα βαθιά τα θέμελα παράπονο ανεβαίνει.
Το δαχτυλίδι χάθηκε στη μεσιανή κολόνα
και ποιος θα βρει της ακριβής ζωής την αρραβώνα;
Ξόρκια να κάνει του κακού με τ’ άγια θυμιατήρια
τι, γιε μου, αλλάξαν οι καιροί και τρέμουν τα γιοφύρια.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Κορυφαία
Post by: wings on 09 Jan, 2016, 23:26:06
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Κορυφαία

«Ηπειρωτικά Μοιρολόγια»
 
Ω κορυφαία εσύ του χορικού
του τραγικού Ηπειρώτισσα μοιρολογίστρα,
τεχνίτρα εσύ των οίστρων του καημού,
των άραχλων θανάτων τραγουδίστρα.

Τραβούσες τη μαντίλα χαμηλά
και στην ποδιά σου σταύρωνες τα χέρια.
Κι ήταν τα μοιρολόγια τα πνιχτά
φαρμακερά και δίκοπα μαχαίρια.

Τα ’παιρνες πρώτη σε σκοπό βαρύ.
— Σαν μαύρο πέλαγο η καρδιά αφρισμένο. —
Κι ακολουθούσαν όλες συνοδειά πικρή.
«Μήλο μου και κυδώνι μου μαραμένο.»

Τα ταίριαζες με σμίλεμα σοφό.
Μαστόρισσα στου στίχου τον αχάτη.
Άλλον δεν είδα στίχο πιο μεστό
και δάκρυ πιο πικρό σ’ ανθρώπου μάτι.

Αν ήσουνα γυναίκα κι αδερφή
σκοτείνιαζε το φως στο μαύρο σπίτι.
Κι αν ήσουν μάνα, αλί και τρισαλί
ράγιζες και της πέτρας το γρανίτη.

Δεν είχε ο πόνος πιο ψηλή κορφή
και φλόγα πιο τρανή βαθιά ν’ ανάβει.
Στην τραγωδία των χάρων τη θλιβή
την τραγική ξεπέρναγες Εκάβη.

Δεν είχε ο χάρος πιο σκληρή μορφή
όλη τη μοίρα της ζωής να ορίζει.
Τον ύψωνες μ’ ολόγυμνο σπαθί
να στέκεται τραχύς καθώς τ’ αξίζει.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Τραγούδι της τάβλας
Post by: wings on 09 Jan, 2016, 23:38:45
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Τραγούδι της τάβλας

Κοπιάστε φίλοι και δικοί —ν’ αχτίδα ηλιού θα παίζει—
και απόψε το Ζιτσιώτικο θ’ ανοίξω στο τραπέζι.
Τ’ αψήλου η τάπα θ’ ανεβεί κι αφρός θα ξεφαντώσει
να τρικυμίσει την καρδιά το νου να βαλαντώσει.
... Παλιό κρασί του στοχασμού, της έγνοιας κεχριμπάρι,
ήλιε χρυσήλιε του Μαγιού, τ’ Αυγούστου εσύ φεγγάρι,
αυγερινέ της θύμησης, του νόστου χρυσαστέρι,
από το κλήμα που ’βαλε της βάβως μου το χέρι.
Αίμα απ’ την άγρια φλέβα της που η θύμηση πυρώνει
με ριζωμένη την ευχή «στην πέτρα να φυτρώνει».
Να πιουν οι νιοι, να πιουν οι νιες κι απ’ τη δική σου χάρη
«να πιει κι ο γέρος μια σταλιά να γίνει παλικάρι».
Στον Αϊσωτήρα, νιόβγαλτο τσαμπί, σε λειτουργήσαν.
Κοπέλες ασπρομάντιλες με γέλια σε τρυγήσαν.
Στα πατητήρια της χαράς λεβέντες σε πατήσαν.
Βούλες εφτά σε σφράγισαν κι εφτά καημοί σε κλείσαν.
Κοπιάστε φίλοι και δικοί —μεταλαβιά η σταλίτσα—
να σας κεράσω απ’ το κρασί που στείλαν απ’  τη Ζίτσα.
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς, φίλτρα θα στάξει, μάγια.
Θα στρώσει και του γυρισμού το δρόμο με τα βάγια,
ρουμπίνι πεντακάθαρο του τόπου μου τ’ ανάμα.
Σταγόνα τρέμω μη χυθεί σαν αγιασμένο τάμα.
Μόνο στην κούπα της ψυχής και του καημού τ’ αδειάζω.
... Καλοί μου, συμπαθάτε με, για τούτα π’ αραδιάζω.
Παράξενα με βλέπετε, δύσκολα τα ξηγάτε,
ξενοτοπίτες είσαστε και δεν πολυγροικάτε,
κι εγώ παραλοΐστηκα κι άλλα αντί άλλα λέω∙
μέθυσα ακόμα πριν το πιω και μια γελώ μια κλαίω.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Του χωρισμού
Post by: wings on 10 Jan, 2016, 00:17:26
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Του χωρισμού

Παράγγειλα της άνοιξης τα δέντρα της ν’ ανθίσει
απ’ όσους δρόμους θα διαβείς και φεύγοντας περάσεις.
Παράγγειλα στον έρωτα τη φλόγα του ν’ ανάψει
ήλιο χρυσό και λαμπερό στη στράτα την καινούρια
να πάρει και την έγνοια μου βελούδο να τη στρώσει.
Είπα και στους ορίζοντες να δέσουν τους ανέμους
να δέσουν το σκληρό βοριά και τον κακό το νότο
για να διαβείς περήφανα μ’ απάνω το κεφάλι.
Παράγγειλα του χωρισμού να στρέψει τα ποτάμια
τα φουσκωμένα του καημού μη πλημμυρίσει ο κάμπος
της νοσταλγίας αδιάβατος και πνίξει τη χαρά σου.
Παράγγειλα και της ζωής τις πόρτες της ν’ ανοίξει
να βγει να σε καλοδεχτεί τραπέζι να σου στρώσει
να βάλει απάνω και λωτούς να γελαστείς να πάρεις.
Και της αυγής παράγγειλα να θυμηθεί ν’ απλώσει
από τη μέση τ’ ουρανού κι ως με της γης το χώμα
κρουστό μαγνάδι θαλασσί με κρόσσια πορφυρένια
ανάμεσα απ’ τα μάτια σου, τα πολυχαϊδεμένα
κι από το γκρίζο και βαρύ σύγνεφο της καρδιάς μου.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Φθινοπωρινό ελεγείο
Post by: wings on 10 Jan, 2016, 00:25:19
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Φθινοπωρινό ελεγείο

«Never more»

«Βαρύ φθινόπωρο βοερό»... του Λαπαθιώτη την ψυχή
ακούω μέσ’ απ’ το θρήνο σου και του τρελού Φιλύρα.
Και στα νεκρά τα φύλλα σου που ξεφυλλίζονται στη γη
σονάτες μελαγχολικές τους στίχους του Πορφύρα.

Παλιές μου αγάπες μαγικές... Δέρνει ανελέητα η βροχή
το «δάσο» που πλανήθηκε του Χατζοπούλου η μοίρα.
Για τον Ουράνη τον στερνό, κλαίει μυστικά μια προσευχή
κι η μούσα διπλοσφράγισε τη φιλντισένια θύρα.

Θολή που πέφτει η καταχνιά στου φθινοπώρου την αυγή
και σιγοκλαίει την άφατη ρομαντική απουσία.
Η ατμοσφαίρα η πένθιμη, τον Τέλλον Άγρα νοσταλγεί,

χλωμό εραστή γονατιστό σε μια θερμή ικεσία.
Ενώ ο νοτιάς σαρκαστικά λέει στίχους Καρυωτάκη
κρώζει του Πόε θριαμβικά το τραγικό «Κοράκι».
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σκόρπιες νότες
Post by: wings on 10 Jan, 2016, 00:40:54
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Σκόρπιες νότες

Λέω πως τον άξιζες ζωή τον δύσκολον αγώνα
κι ας μη με καλοδέχτηκες σε κάποιον Ελικώνα.
Και τη θυσία πως άξιζες —καημός και συλλογή μου—
που για την ίδια εσέ ζωή, πρόδωσα τη ζωή μου.

*

Βασιλικό τον έσπειρες το λόγο σε μια γλάστρα
και στο κατώφλι της ζωής ανθίζει λουλουδιάζει.
Διάβηκε αγέρας μύρωσε και πάει το μύρο στ’ άστρα.
Κόβει κι ένας παπάς κλωνί και τα ποτάμια αγιάζει.

*

Αιθέρια ανέγγιχτη μορφή στην άχνα κάποιου ονείρου
απ’ τα βαθιά της ύπαρξης ανάμνηση θείου μύρου.
Κι εγώ πασκίζω —ωιμένα πώς;— θλιμμένη αυτό το βράδυ
να σε σμιλέψω στο σκληρού του στίχου μου πετράδι.

*

Έσβησε εκείνος ο πυρσός που ήταν του ήλιου ταίρι
και τώρα μόνο ένα κερί μικρό κρατώ στο χέρι.
Μ’ ας είναι θεέ μου να μπορώ με πίστη να τ’ ανάβω
μονάχα για να περπατώ και για να μη σκοντάβω.

Ω της ζωής τα μυστικά κι ω τα χαμένα εκείνα...
Κι ω μοίρα των αθώρητων κι ανεύρετη πηγή.
Αυτού στο χώμα ταπεινά ν’ ανθίζουν κάποια κρίνα
κι αυτού να ξεφυλλίζονται μονάχα τους στη γη.

*

Τον ποιητή ψάξαν να βρουν του κάκου στη Γρενάδα
στη ρεματιά, στα μνήματα και στην πικρή κοιλάδα.
Όμως αυτός ανάμεσα γνωστών κι αγνώστων τόπων
ήταν βαθιά μες στις καρδιές κλεισμένος των ανθρώπων.

*

Σε λογαριάζω, σε μετρώ, σ’ αλλάζω, δεν σ’ αλλάζω
απόφαση τυραννική που σ’ ακριβοζυγιάζω.
Κι εσύ τραβάς το δρόμο σου, στη βούλησή μου ξένη,
εκεί που χέρι αθώρητο της μοίρας σε πηγαίνει.

*

Έλαμψες δάκρυ τρυφερό σαν το μαργαριτάρι.
Άμποτες έτσι να ’μοιαζαν με τη δική σου χάρη
όλα τα δάκρυα της ζωής και νάχουν αναβλύσει
απ’ τη δική σου την πηγή κι απ’ της χαράς τη βρύση.

*

Στην άπλα του Θερμαϊκού τα χρώματα πλημμύρα
καθώς απ’ τον ορίζοντα χάνεται πέρα η μέρα.
Και ρήγισσα βυζαντινή με τη βαριά πορφύρα
πάνω στα τείχη εκάθισεν η πορφυρένια εσπέρα.

*

Μπρος στη μεγάλη τη στιγμή και στη βαθιάν οδύνη
αναζητώντας —έστρεψα στα θάμπη των αιώνων—
μιας Αντιγόνης την ψυχή. Κι αλί μου, βρήκα μόνον
μια τρυφερή και μια δειλή να κλείνω μέσα Ισμήνη.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Η κυρά της θάλασσας
Post by: wings on 10 Jan, 2016, 00:45:56
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Η κυρά της θάλασσας

Βγήκε η κυρά της θάλασσας απόψε στο σεργιάνι
κι εμείς ξεγελαστήκαμε κι ανοίξαμε πανιά.
Το πιο γλυκό μας όνειρο της έπλεκε στεφάνι
ίσως και της μερέψουμε την άπονη καρδιά.

Μα εκεί στη μέση του γιαλού σηκώθηκε κυκλώνας
και το καράβι εβούλιαξε με τ’ όνειρο μαζί,
γιατί τον αστοχήσαμε το μύθο της Γοργόνας
κι είπαμε πως ο βασιλιάς Αλέξανδρος δεν ζει.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Μεγάλη Παρασκευή
Post by: wings on 10 Jan, 2016, 00:57:09
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Μεγάλη Παρασκευή

Απόψε είν’ όλα θλίψη και κατάνυξη.
Λιβάνι κι άγιο μύρο σκορπισμένο.
Τούτη η γλυκιά βραδιά τ’ Απρίλη ερίγησε.
Περνούνε τον Επιτάφιο.

Άνοιξαν οι καρδιές κρυφά κι ευώδιασαν
την άγια να γευτούνε μελωδία,
τον επιτάφιο θρήνο και τα εγκώμια
την άχραντη ως περνούνε λιτανεία.

Ω δέηση ταπεινή κι υπέροχη
που εκφράζεις της ψυχής το μεγαλείο
η πίστη του Χριστού σε φτέρωσε
τον άνθρωπο να υψώσεις προς το θείο.

Γλυκέ Ιησού της Ναζαρέτ, τα πάθη σου,
η λόγχη, τα καρφιά τα ματωμένα,
η χλεύη, το όξος, τα ραπίσματα...
Να πληρωθούν πιστά τα πεπρωμένα,

για τη θυσία γαλήνια εβάδιζες
με τη μορφή σου την ωραία.
Όχι ως αμνός, Χριστέ, σαν ήρωας
για κάποιο ιδανικό, για μιαν ιδέα.

«Αλλήλους αγαπάτε. Όλοι προσέλθετε.»
Σε καταυγάζει φως θείου μυστηρίου.
Η νίκη παραστέκει κι η ανάσταση
στο άλγος του σταυρικού Σου μαρτυρίου.

Τι δεν πεθαίνει ο λόγος, δεν σταυρώνεται.
Και λάμπει κι οδηγεί το πνεύμα αστέρι.
Πάνω από τόπους, χρόνους κι αίματα
έρχεται ειρηνοφόρο περιστέρι.

Κι έρχεται στη ζωή ξανά το μήνυμα
για κάποιο χρέος βαρύ, για μια θυσία.
... Βοήθησε πάλι, Θεέ μου, τα θεία λόγια Σου
να μπούνε στις καρδιές σαν ευλογία.

Καθώς περνούν το σώμα τ’ άχραντο
με τ’ ανοιξιάτικα ανθισμένα κλώνια
να θυμηθεί τον άνθρωπον ο άνθρωπος
σ’ αυτά τα δίσεχτα τα χρόνια.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στα κομμένα δέντρα
Post by: wings on 14 Jan, 2016, 23:31:40
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στα κομμένα δέντρα*

Δέντρα ιερά χιλιόχρονα, στο ψήλωμα τ' Αηλιά μας.
Αδικοσκοτωμένα μου... —Φωτιά κι αστροπελέκι—
Σεισμό τη νιώθω τη στιγμή που υψώθη το πελέκι
κι έπεσε απάνω στους κορμούς, σαν μέσα στην καρδιά μας.

Σύγνεφο μαύρο του καπνού, πνεύμα του ολέθρου μαύρο.
Της καταιγίδας, της βροντής, της ερημιάς τ' ανέμου.
Ξεθεμελιώτρα επέρασες κατάρα του πολέμου.
Πού να σε ψάξω θύμηση γλυκιά να σε ξανάβρω;

Ως το γαλάζιο τ' ουρανού φτάναν τ' απάνω κλώνια.
Τις νύχτες —μάγια ολόχρυσα— τυλίγονταν τ' αστέρια
χαρούμενοι κελαδισμοί τα γλυκοχαραμέρια.
Χίλιες φωλιές, χίλιες φωνές, χίλια πουλιά κι αηδόνια.

Κάτω απ' τον ίσκιο τον πυκνό κι απ' τη δική σας χάρη
στο πανηγύρι τ' Αηλιά χορεύαν οι νυφάδες.
Στραφτοκοπούσαν φορεσιές, λάμπαν οι γι' ομορφάδες.
Γύρους διπλούς και τρίδιπλους απάνω στο χορτάρι.

Γενιές, γενιές, εδιάβηκαν. Όνειρα φεγγοβόλα.
Καλόγεροι... κι αρματωλοί... κελιά... σχολειά... κοπάδια...
Κι ύστερα η μοίρα της ζωής με χέρια εστάθηκε άδεια
και μόνο εσείς υψώνατε μια νίκη πάνω απ' όλα.

Πελώρια και περήφανα. Στης φυλλωσιάς τους ήχους
τόνιζε θρύλους μυστικούς η αύρα αντιλαλούσα.
Τραγουδισμένα αθάνατα. Σας φίλησεν η μούσα
κι ο Μπάιρον διαβαίνοντας σας έκλεισε σε στίχους.

Στη ράχη εκεί βαρδιάτορες βιγλίζατε τα μάκρη
κι έπλεκεν ύμνο θριαμβικό στη δόξα σας ο χρόνος.
... Ψηλά με παίρνει ο στοχασμός, βαριά με ρίχνει ο πόνος.
Ανθό τρυγάω κορφολογώ και καταπίνω δάκρυ.

Βαθιές οι ρίζες του καημού κάτω απ' την πρασινάδα.
Κι αυτού ψηλά στα ξέφωτα που πλήθαινεν η φτέρη
στον άδειο τόπο των κορμών, σαν ίσκιος σαν αγέρι
τώρα η ψυχή σας τριγυρνά διωγμένη Αμαδρυάδα.

* «Τα αιωνόβια δέντρα στο μοναστήρι της Ζίτσας
τάκοψαν οι κατακτηταί το 1942»

 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Η Σάννα
Post by: wings on 15 Jan, 2016, 21:54:49
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Η Σάννα

«Ηπειρωτικός θρύλος»

Σάννα! παράξενος σκοπός, 'πό μέσα μου ανεβαίνεις∙
τραγούδι αλαφροφτέρουγο και μοιρολόγι αντάμα.
Με το ρυθμό, με το χορό, με το βουβό το κλάμα
κι από του μύθου τα βαθιά τα μυστικά μού κρένεις.

Τσιγγάνας γέννα απόμεινες από σπορά βουνίσια
να σελαγάς τα πρόβατα στο σκάρο αλλοπαρμένη.
Κι άλλοι σε λέγανε ξωθιά, νεραϊδογεννημένη
να σελαγάς τους πόθους σου σε βράδια φεγγαρίσια.

Με ποια πλανεύτρα ο κύρης σου μια νύχτα νάχει σμίξει;
—Άλλης φυλής κι άλλης σειράς φλέβα ξεχειλισμένη—
Εκεί στον κακοτράχαλο τον τόπο ορφανεμένη
ποιας περιπαίχτρας η βουλή μοίρας να σ' είχε ρίξει;

Παίζανε, λεν, τα παγανά στη λαγκαδιά ένα βράδυ
κι αγκάλιασε ο τρελός βοσκός την ξωτικιά την πρώτη.
Κι άλλοι... με κάποια γύφτισσα... ποιος την κρατάει τη νιότη;
Κι ο πιστικός σε τράνεψε μαζί με το κοπάδι.

Μεγάλωσες και μέστωσες μέσα στην άγρια πλάση
με κεια τα στήθη τα στητά, τ' αστραφτερό το βλέμμα.
Λαφίνα σ' άβατο δρυμό, ζωή σ' άκρατο ρέμα∙
με τα στοιχειά, με τα νερά, με τα πουλιά στα δάση.

Πλούσια τον πόθο εβύζαξες απ' της ζωής τη ρώγα.
Σκλάβες να σέρνεις τις καρδιές, χαρά σου και παιχνίδια.
Στις ρούγες μαχαιρώματα, φωτιά στα πανηγύρια.
Ποια κόλαση στα μάτια σου και στην καρδιά ποια φλόγα;

Χίλια να τάζουν τάματα, φλουριά να δίνουν χίλια...
Κι έστειλε και σε γύρεψε του τσέλιγκα τ' αγόρι.
Νυφούλα σε στολίσανε κι εκεί στο μεσοχώρι
με τα καλοτυχίσματα και την τυφλή τη ζήλια

κουφόβραζε η καταλαλιά, μαύρο καυτό κατράμι,
ο θρύλος να τυλίγεται μυριόπλουμο ζωνάρι
... και συ να γνέφεις, να τηράς, το γύφτο το λυράρη
να βρει η πηγή το δρόμο της να σμίξει το ποτάμι.

Κι εκεί στην κοίτη την κρυφή, στου λυτρωμού την ώρα
—ω της ακράταγης οργής κι άστοχης μοίρας χέρι—
της ηπειρώτικης τιμής ν' αστράψει το μαχαίρι
κι ολάνθιστη να σωριαστείς στη μανιασμένη μπόρα.

... Στον τόπο εκεί του φονικού —βροντή κι αστροπελέκι—
φύτρωσε λένε μια ροδιά κι ανθίζει και καρπίζει
ρόδια με κόκκινα σπυριά σαν αίμα ν' αναβλύζει
κι όποιος τα φάει μαγεύεται και στην αγάπη μπλέκει.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ερημική πορεία
Post by: wings on 15 Jan, 2016, 23:40:50
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ερημική πορεία

— 1 —

Δε συναντήσαμε τίποτε
στη μακρινή μας πορεία.
Πού να επήγαν εκείνα
που εφλογίζαν τη σκέψη μας;
Εκείνα που απαλαίναν το δέος μας
που εμεθούσαν τις προσδοκίες
των λαμπρών μας ονείρων;
Ω! μνήμη φλογερή κι ανελέητη
που σαρκάζεις την άγονη γη
και την άδεια ψυχή μας.
Ήταν εδώ θαρρώ περιβόλια
προγονικά και πανάρχαια
που οι παιδικοί μας πλανήθηκαν έρωτες
κι ανθίζανε σαν ρόδα οι ελπίδες.
... Μήπως όλες εκείνες οι στρατιές των πιστών
τα σπατάλισαν στο διάβα τους άσκοπα
και για μας τώρα δεν έμεινε
ούτε ένα πράσινο φύλλο;

— 2 —

Δε συναντήσαμε τίποτε
κι ας ακολουθήσαμε το δρόμο
που εφώτιζε τ' αστέρι τους μάγους.
Δοκιμασία σκληρή.
Πορεία μακρινή
φορτωμένη από μνήμες βαριές
από νόστους και πίστες.
Είχαν κλέψει το βρέφος
κι είχαν αποθέσει εκεί ένα είδωλο.
Οι αγραυλούντες ποιμένες
μας ατένιζαν σιωπηλοί και περίλυποι.
Ψάξαμε μέσα μας και δε βρήκαμε
το χρυσό και τη σμύρνα
που κρύβαμε χρόνια, γι' ακριβή προσφορά
βαθιά στην καρδιά μας.
Όμως το λιβάνι της πίστης
καιγότανε εκεί τόσο άφθονο
στην είσοδο του σπηλαίου
που οι καπνοί είχαν πνίξει
τις διψασμένες ψυχές μας.

— 3 —

Αγωνιούσαμε σ' έναν κύκλον ατέλειωτον
ψυχές του ονείρου
απ' την ανατολή στη δύση
κι απ' τη δύση στην ανατολή.
Το μυστικό κλειδί που να τόχουν κρυμμένο
της ζωής μας οι μοίρες;
Περάσαμε τις περιοχές της παλιάς προσδοκίας μας.
Αντικρίσαμε εκεί μαρμαρωμένες μορφές
τις αγάπες μας, καθώς στων συντριμμένων ναών
τις μετόπες, τους αρχαίους θεούς.
Ήταν εκεί της μεγάλης μας πίστης
άψυχο τώρα, το υπέροχον άγαλμα
στα σκόρπια κομμάτια
του ναού κάποιας Ίσιδας.

— 4 —

Τη σκέψη γυρίσαμε ανάστροφα
στη βαθιά μας απόγνωση
ν' αντικρίσουμε τη ζωή χωρίς ιστορία.
Μα να πάλι ο Σταυρός
της θυσίας το σύμβολο
της ζωής μας η μοίρα
βαραίνει στους ώμους μας.
Και ψηλό, σκοτεινό στη ματιά μας κατάντικρυ
το κυπαρίσσι που θέριεψε
στου Αγνώστου Στρατιώτη τον τάφο
κι υψώνεται εκεί, στη γη μας ανάμεσα
ορόσημο μέγα.

— 5 —

Όλες οι πέτρες ήταν ιερές
στο χώμα εκείνο το ξερό κι ανάνθιστο.
Όλες είχα παλιές επιγραφές
και μια καρδιά, ζεστή και ζωντανή ακόμα.
Σκόρπιες, μονάχες, προδομένες.
Ποια να σηκώσεις, ποια να πάρεις
χωρίς να πεις το χέρι βέβηλο;
Στα τραγικά εκείνα ερείπια της ζωής
ποιες απ' αυτές ν' αγγίξεις
με την ψυχή σου λυτρωμένη απ' όλα;
Με ποιες να χτίσεις, ω περήφανη καρδιά
καινούριο ένα ναό καθώς τον ονειρεύτηκες
τις ορφανές αγάπες να στεγάσεις;
Με ποιες να χτίσεις τον καινούριο το βωμό
εδώ στο χώμα αυτό τ' ανάνθιστο
το στοιχειωμένο από μνήμες κι αίμα;
Κι έπειτα στεφανωμένος με το φως
να μπεις αγνός μαζί με τα πουλιά
να ψάλλεις τ' ορθρινό της νέας αυγής
και σαν νυμφίος αμόλυντος
τον άγνωστο Θεό να προσκυνήσεις.

— 6 —

Χοηφόρες οι μέρες μας
βραδυπορούσες λυσίκομες,
γύρω συνάζονται
στης ζωής μας την άβυσσο
τις ακριβές ν' αποθέσουν χοές.
Μαζέψαμε και στοιβάξαμε
τα μοιρολόγια της Ηπείρου και της Μάνης
όλα εκεί τα δακρύβρεχτα
της καρδιάς τα διαμάντια
κι ακόμα δεν έφτασαν
της πίκρας να γιομίσουν τα βάθη.
Μαζέψαμε και στοιβάξαμε
τα κλέφτικα τραγούδια του λαού μας
πυραμίδες πανύψηλες
π' αγγίζουν τα ουράνια
κι ακόμα δεν έφτασαν
να σκεπάσουν τους ανοιχτούς
τους άσωστους τάφους.
Και νότα σε νότα
και δάκρυ σε δάκρυ
την ψυχή ν' ανεβάσουν ψηλά
ψηλά προς τον ήλιο.

— 7 —

Πήραμε τις αποσκευές και γυρίσαμε πίσω.
Ήταν ένα ξερό ψωμί κι ένα όνειρο θλιμμένο.
Τίποτε άλλο δε φύτρωνε σε κείνον τον τόπο.
Μόνο το πέρασμά μας έμεινε εκεί.
Χαραγμένη καρδιά
στους κορμούς χιλιόχρονων δέντρων.
Σ' έναν τάφο, σταυρός χωρίς όνομα.
Κύκνος λευκός
στου μεγάλου καημού μας τη Λίμνη
με κείνη τη λεία επιφάνεια
και τις ανθισμένες πικροδάφνες στις όχθες.
Κάποια νύχτα βαθιά, σιωπηλή
θα το πει το στερνό μας τραγούδι.
Παρμένο απ' τους ήχους
των γλυκών αισθημάτων μας.
Παρμένο απ' το δάκρυ που σταλάζοντας έπηξε
και βρίσκεται εκεί
ζαφειρόπετρα αθώρητη, στης Λίμνης τα βάθη.
Παρμένο απ' την άρπα της γαλάζιας ελπίδας
που βρίσκεται ακόμα εκεί
στοιχειωμένη νεράιδα
στις σπηλιές με τις νυχτερίδες και τ' άδεια κοχύλια.
Θα το πει κάποια νύχτα το στερνό μας τραγούδι
σαν κύκνειον άσμα του.
Κι ίσως, ποιος ξέρει —θλιμμένη ψυχή—
να το πάρουν τα κύματα
να το κάνουν ψυχή τους.
Να το πάρουν οι άνεμοι να τ' απλώσουν στην πλάση.
Να το πάρουν τ' αστέρια να το κάνουνε λάμψη τους.
Κι από κει να το στείλουν ξανά στη ζωή
κάποιων χαμένων, σαν κι εμάς,
οδοιπόρων στην έρημο να φωτίσουν το δρόμο.

— 8 —

Τρία βουνά περάσαμε ψηλά.
Τόνα γιομάτο καταχνιά και σύννεφα.
Τ' άλλο καημούς γιομάτο.
Το τρίτο με τα κόκαλα των αδικοχαμένων.
Κοιτάξαμε τον ήλιο κι είπαμε.
Στένεψεν η ζωή σαν φυλακή
μα της καρδιάς πλατύναμε τα σύνορα
και φτάνουν ως εκεί π' αναστενάζουν οι ανθρώποι.
Κοιτάξαμε τον ήλιο κι είπαμε.
Δεν ήταν όνειρο η ζωή
μ' ανθούς να την κεντήσουμε κι αστέρια.
Τ' αστέρια απ' τις ψυχές μας έφεγγαν
και φώτιζαν το δρόμο τον τραχύ.
Ξεκινήσαμε ν' ανταμώσουμε το χάρο∙
κι όμως περσότερο, ζωή, ποτέ δε σ' αγαπήσαμε.
Κι όμως περσότερο, ζωή, κανένας δε σ' αγάπησε.
Ξεκινήσαμε ν' ανταμώσουμε τον ήλιο.
Δεν ήσουν θάνατος, ζωή, να πούμε μοιρολόγια.
Ήσουν αγώνας κι ομορφιά κι αγάπη.
Στα μαρμαρένια αλώνια σου παλεύαν Διγενήδες.
Κι εμείς μια κούπα με γλυκό κρασί
κρατούσαμε να πιουν οι νικητάδες.
Κι ύστερα να τονίσουν το τραγούδι σου
με λόγια σαν τον ουρανό
μ' αχό σαν ωκεάνιο κύμα.
Να φτάσει ως τις κορφές της πίστης μας.
Να φτάσει ως τα βαθιά των τάφων μας.
Να λέει πως θα την πλάσουμε καινούρια τη ζωή.
Πως θα την κυβερνήσουμε τη μοίρα.

— 9 —

Ανοίξαμε πάλι την παλάμη στη μάντισσα.
— Αυτή είναι η γραμμή της ζωής
κι αυτή της αγάπης.
Βαθιές σταθερές αυλακιές, πλάι πλάι.
Θέλεις πες τες χαρά, θέλεις πόνο.
Τις άλλες, τις πλήθιες, σαν βέλη σαν τόξα
που τίναζαν πέρα κι απάνω τη σκέψη
φλόγες και μέθη των μεγάλων ονείρων,
τις έσβησε η γνώση.
Στιγμή σιωπηλή, μεγάλη κι επίσημη.
Χωρίς λόγια γριφώδη, υπονοούμενα,
σιβυλλικά σχήματα, χωρίς προμαντέματα.
— Αυτή είναι η γραμμή της ζωής κι αυτή της αγάπης.
Θέλεις πες τες χαρά, θέλεις πόνο.
Μας είπε σωπαίνοντας η μάντισσα τώρα.
— Βαθιές σταθερές αυλακιές
που σας χάραξε, καλότυχοι, η μοίρα
πλάι πλάι.

— 10 —

Γονατίσαμε να προσκυνήσουμε
τη μεγάλη Θεότητα. Τη μια την αιώνια.
Μέρες και νύχτες να της πλέξουμε εκεί
ξαγρυπνησμένοι στα πόδια της
το καινούριο της φόρεμα, λυτρωμένοι απ' όλα.
Με τις κλωστές της νέας αυγής να το πλέξουμε
με τον αφρό των πιο λευκών ανθών της.
Να κεντήσουμε στη γαλάζια ποδιά της
με του ηλιού τις αχτίδες, σαν οικόσημο,
το περιστέρι της ειρήνης.
Στην ποδιά της αγάπης, ανθρώποι να τ' αφήσουμε
να μην μπορεί ξανά να πετάξει.
Δαχτυλίδι ακριβό να της χαρίσουμε
της ζωής μας τον κρίκο.
Με διαμάντι μεγάλο, βαρύ,
των έρημων μανάδων το δάκρυ
των ορφανών παιδιών το χαμόγελο.
Στο χέρι της αγάπης, ανθρώποι, να το δώσουμε.
Να το φορεί στο δάχτυλο, να μην το λησμονήσει.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Γαλάζια πολιτεία
Post by: wings on 16 Jan, 2016, 00:09:41
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Γαλάζια πολιτεία

Είναι σε κάποια πολιτεία παράλια
κι από το χρόνο ξεχασμένη
κάποια δρομάκια μυστικά και γύρω τους
η νοσταλγία μαρμαρωμένη.

Ρομαντική σελήνη τώρα εστοίχειωσε
ανάμεσα απ' τα χρόνια η μνήμη.
Πάνω τους σκαλισμένα παλιά βήματα
λάμπουν με σμάλτο και μ' ασήμι.

Βήματα τρυφερά, βήματα ανάλαφρα
μελένια κι απαλόηχη λύρα.
Βήματα σκοτεινά, βήματα αλύγιστα
βαριά σαν ανελέητη μοίρα.

Ψηφιδωτά της πίστης και της άρνησης
τώρα αξεχώριστα σμιγμένα
και τα φευγάτα εκεί και τ' αταξίδευτα
αλί μου και τα προδομένα.

Κάποια ζωή τα χάραξε και τ' άφησε
—σαν ιστορία παλιά σ' ένα βιβλίο—
σε πολιτεία γαλάζια δίχως όνομα
που δεν αράζει πια κανένα πλοίο.

Ούτε το φλογερό το γοργοτάξιδο
του πόθου, για να πάει να τ' αναστήσει
ούτε της λησμονιάς μοιραίο κι αθώρητο
να κατεβεί η φθορά και να τα σβήσει.

Μονάχα στα δρομάκια που σφραγίστηκαν
απ' της αγάπης τ' άγιο χέρι
βγαίνει και σεργιανίζει τώρα η θάλασσα
με την ψυχή μας ταίρι ταίρι.
 
Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)
Title: Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στην όχθη της λίμνης
Post by: wings on 16 Jan, 2016, 00:23:32
Χρυσάνθη Ζιτσαία, Στην όχθη της λίμνης

Με γήτεψαν τα μάγια σου, Παμβώτιδα νεράιδα.
Πώς φάνταξες σαν όραμα γλυκό που δε ματάειδα.
Τούτο το μπλάβο δειλινό, την όμορφην εσπέρα
—μέρα γλυκιά του γυρισμού και της καρδιάς μου μέρα.
Κι όλο βυθίζω εκστατικά τη σκέψη μου βαθιά σου
και μέσα στη γαλήνη σου και μες στην τρικυμιά σου.
Μαζί με τις κλωνόγυρτες ιτιές στις όχθες γύρω
του θρύλου και της ομορφιάς ποτίζομαι το μύρο.
... Το θρύλο σου τον σμίλεψαν καλοτεχνίτες χρόνοι
και λάμπει κόσμημα ακριβό, χρυσό που δεν θαμπώνει.
καθώς Γιαννιώτες χρυσικοί δουλεύουνε τ' ασήμι∙
φλόγα σκαλίσαν την καρδιά κι αυγερινό τη μνήμη.
Το κάστρο σου δικέφαλος αϊτός∙ βαριά κορόνα.
... Κάποιος σκοπός ξεχάστηκε παλιός στον καλαμιώνα.
Και μου τον φέρνεις μυστικά, γλυκά κι ειρηνοφόρα
με τα φτερά της θύμησης και του ρυθμού τα δώρα.
Μακρόσυρτο, παθητικό, παλιού καιρού τραγούδι,
του πόνου και της θύμησης αμάραντο λουλούδι,
της στοιχειωμένης ξωτικιάς μού λέει το παραμύθι.
Χρόνια κοιμάται στο βυθό και δεν αλησμονήθη.
Λάμπουν εκεί τα μάτια της ζαφείρια ένα ζευγάρι
και το πικρό της μυστικό σπυρί μαργαριτάρι.
Κράτησ' το, Λίμνη, φυλαχτό στολίδι και πετράδι
και να 'ναι σου σαν όνειρο κι ανάλαφρο σαν χάδι.
Γλυκό καθώς κι η ζάχαρη που ρίξαν στα νερά σου
χρόνια να πίνουν οι ψυχές ως ήπιε κι η κυρά σου.
Δε σου γυρεύω να το πεις. Βαθιά το 'χεις σφαλίσει.
Μου φτάνει ο μαγικός σκοπός απ' της χαράς τη βρύση.
Μου φτάνει να γλυκοθωρώ της όψης σου το οπάλι
—καθρέφτης Βενετσιάνικος και διάφανο κρυστάλλι—
κι επάνω την αγάπη μου χάδι απαλό ν' απλώσω.
Το γαλαζένιο ατλάζι σου τρέμω μην τσαλακώσω.

Από τη συλλογή Λυρικοί δρόμοι (1955)