άνευ σταθερής κατοικίας (ΑΣΚ) → sans domicile fixe (SDF)

Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80213
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
sans domicile fixe (SDF) → άστεγος, αδέσποτος

Un sans domicile fixe (SDF) est, dans le langage courant, une personne qui dort dans la rue ou dans des foyers d'accueil. On parle aussi de sans abri ou d'itinérant. Le mot clochard a tendance à tomber en désuétude à cause de sa connotation péjorative («la Cloche» désigne parfois l'ensemble des clochards) [réf. nécessaire]. Juridiquement, une personne n'ayant pas de domicile fixe n'est pas forcément un «clochard» ou un «sans-abri», mais quelqu'un qui doit se doter d'un livret ou carnet de circulation. A noter que toute personne de nationalité française, même non locataire ni propriétaire (par ex. un squatter) a le droit d'obtenir une carte d'identité.
[…]

Sans-abri — Wikipédia

Sans domicile fixe (SDF)

Utilisé communément sous l'appellation de SDF. L'usage du sigle déshumanise et donne une distance au propos.
Sans domicile fixe : groupe hétérogène, en croissance constante en Europe, inorganisé, laissé pour compte d'une société dite à deux vitesses. Les sans domicile fixe convergent de tous les chemins de la vie pour mille raisons différentes, se retrouvant dans le monde des " sans " : sans abri - sans travail régulier - sans ressources matérielles, physiques et psychologiques - sans solidarité familiale. Sans espoir de s'en sortir véritablement, ces personnes vivent le rejet permanent, renforçant le sentiment d'être inutile à la société. Monde anonyme, au seuil de l'extrême pauvreté, touchant une population toujours plus jeune.
[…]
http://www.socialinfo.ch/cgi-bin/dicoposso/show.cfm?id=714


ΛΚΝ:
αδέσποτος -η -ο
[aδéspotos] E5 : 1α.για κατοικίδιο κυρίως ζώο, που δεν έχει κύριο, που περιφέρεται ελεύθερο: Aδέσποτα σκυλιά. || (ως ουσ.) τα αδέσποτα: O μπόγιας κυνηγάει τα αδέσποτα. β. (νομ.) για πράγμα επάνω στο οποίο δεν έχει κανένας κυριότητα: Aδέσποτη κληρονομιά. || (προφ.) για αντικείμενο που δεν ξέρουμε σε ποιον ανήκει: Στην αυλή του σχολείου βρίσκεις αδέσποτες τσάντες, μπάλες κτλ. || Aδέσποτη σφαίρα, που ρίχνεται τυχαία, χωρίς να έχει συγκεκριμένο στόχο: Aρκετοί πολίτες σκοτώθηκαν από αδέσποτες σφαίρες, κατά τη διάρκεια των οδομαχιών. || (ως ουσ.) η αδέσποτη: Tον βρήκε μια αδέσποτη. 2. για πληροφορία που προέρχεται από άγνωστη ή ύποπτη πηγή: Mην πιστεύεις τις αδέσποτες φήμες που κυκλοφορούν. αδέσποτα EΠIPP. [λόγ. < αρχ. ἀδέσποτος]

ΛΚΝ:
άστεγος -η -ο
[ásteγos] E5 : 1.για κπ. που δεν έχει στέγη, κατοικία, που ζει σε πρόχειρα καταλύματα: Πολλές οικογένειες έμειναν άστεγες εξαιτίας των σεισμών. || που δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία: Θα δοθούν δάνεια σε άστεγους εργατοϋπαλλήλους. || (ως ουσ.) ο άστεγος: Mε τα καινούρια κυβερνητικά προγράμματα θα δοθεί στέγη σε εκατοντάδες αστέγους. 2. (μτφ.) για κπ. που δεν είναι οργανωμένος οπαδός ή στέλεχος κάποιου κόμματος ή που δεν υιοθετεί κάποια πολιτική ιδεολογία: Mετά την αποχώρησή του από το κόμμα έμεινε ~. Πολίτες ιδεολογικά / πολιτικά / κομματικά άστεγοι. [λόγ. < ελνστ. ἄστεγος (στη σημ. 1)]
« Last Edit: 05 Apr, 2016, 11:48:47 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


 

Search Tools