freeloader → τρακαδόρος, τρακαδόρισσα, τσαμπατζής, τσαμπατζού, τζαμπατζής, τζαμπατζού, κοινωνικό παράσιτο, χαραμοφάης, χαραμοφάισσα, αμακαδόρος, αμακαδόρισσα, αμακατζής, αμακατζού, σελέμης, σελέμισσα, τζάμπας, ρέμπελος


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 851982
    • Gender:Male
  • point d’amour
freeloader → κοινωνικό παράσιτο,  χαραμοφάης, τσαμπατζής, τρακαδόρος

One who does not contribute or pay appropriately; one who gets a free ride, etc. without paying a fair share.
An individual who gets merchandise from the back of supermarket premises that are past-their sell-by-date (Canada, United Kingdom, New Zealand, Scotland)
freeloader - Wiktionary
« Last Edit: 17 Jul, 2018, 12:02:41 by spiros »


Search Tools