bitch → σκύλα, θηλυκιά αλεπού, θηλυκό κυνοειδές, λύκαινα, πόρνη, μέγαιρα, παλιοθήλυκο, κακιά, στρίγκλα, λάμια, στριμμένη, στρίντζω, παλιοχαρακτήρας, άτιμη, σπαστικιά, τσούλα, λυσσάρα, κακεντρεχής γυναίκα, σιχαμένη, τέρας, κακίστρα, παλιογύναικο, παλιογύναιο, παλιογυναίκα, βρωμογύναικο, βρομογύναικο, μωρή, κοπρίτης, μανίκι, πακέτο, ζόρι, παλούκι, στριμούρα, στρίμωγμα, δύσκολο, ιστορία, πίκρα, πίκρα, δύσκολη φάση, δύσκολη κατάσταση, δύσκολο πρόβλημα, άτιμο πράγμα, παθητικός σε σχέση, παθητική σε σχέση, τα πρήζω, γκρινιάζω, κουτσομπολεύω, κατινιάζω, κατινιάζομαι, ξεκατινιάζομαι, τα θαλασσώνω


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Αλέξανδρε, πρόσεχε την ορθογραφία σου, ιδιαίτερα στον τίτλο.

Ειδικότερα: το ρήμα bitch (στα αμερικάνικα) έχει περισσότερο τη σημασία του «γκρινιάζω» (όχι απλώς παραπονιέμαι).

Το ζώο είναι κυρίως η σκύλα, το θηλυκό σκυλί. Αυτό το θηλυκό κυνοειδές καλύτερα να μην κυκλοφορήσει πολύ. Εννοεί π.χ. αλεπού, νυφίτσα, το θηλυκό αυτών των ζώων.

Αρνητικές είναι οι διάφορες σημασίες που έχουν να κάνουν με γυναίκες, που μπορεί να αφορούν την ηθική τους (τσούλα, σκρόφα) ή το χαρακτήρα τους (στρίγκλα).

Για τις σημασίες αγγλικών λέξεων, μπορείς να συμβουλεύεσαι το www.onelook.com (πάνω αριστερά στη σελίδα), που παρέχει πρόσβαση σε πολλά αγγλικά λεξικά, και για την ελληνική μετάφραση το English-Greek αποπάνω.

Αν σου μείνει κάποια απορία, καταφεύγεις στις δικές μας σελίδες.




Porkcastle

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 424
Αυτό που λες (τσούλα) είναι slut, όχι bitch. Η bitch είναι σε ψηλότερο σκαλί της ιεραρχίας. :p

(και, αναλόγως το ρέτζιστερ, δεν είναι αποκλειστικά κακό. Όπως π.χ. στην αργκό των μαύρων της Αμερικής, όπου πιο πολύ "γκόμενα" σημαίνει -βλ. Bi-atch.)



crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9009
    • Gender:Female
σκύλα, παθητικός σε μία σχέση, παθητική σε μία σχέση, τα πρήζω

η σκύλα (το θηλυκό σκυλί ή υβριστικός χαρακτηρισμός)
ο/η παθητικός/ή σε μια σχέση (συχνά ειρωνικά για κάποιον που ηττήθηκε)
You are going down! You're so gonna be my bitch tonight."
https://el.wiktionary.org/wiki/bitch

bitch  (bch)
n.
1. A female canine animal, especially a dog.
2. Offensive
   a. A woman considered to be spiteful or overbearing.
   b. A lewd woman.
   c. A man considered to be weak or contemptible.
3. Slang A complaint.
4. Slang Something very unpleasant or difficult.
v. bitched, bitch·ing, bitch·es Slang
v.intr.
To complain; grumble.
v.tr.
To botch; bungle. Often used with up.
http://www.thefreedictionary.com/bitch

(1) Word used to describe the act of whining excessively.
(2) Person who rides specifically in the middle of a front-seatting only car meant for 2 passengers or less.
(3) Modern-day servant; A person who performs tasks for another, usually degrading in status.
(4) Term used to exclaim hardship.
(1) "Stop bitching Todd!"
(2) "Can I ride bitch?"
(3) "Bring my friend and I some vodka bitch"
(4) *Peron tells story to other cellmate, depicting how they came to be there, cellmate says* "Ain't that a Bitch!"

http://www.urbandictionary.com/define.php?term=bitch



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824608
    • Gender:Male
  • point d’amour
ουσ. σκύλα, θηλυκιά αλεπού, θηλυκό κυνοειδές, λύκαινα, πόρνη, μέγαιρα, παλιοθήλυκο, κακιά, στρίγκλα, λάμια, στριμμένη, στρίντζω, παλιοχαρακτήρας, άτιμη, σπαστικιά, μαλάκω, μαλακισμένη, καριόλα, τσούλα, λυσσάρα, κακεντρεχής γυναίκα, σιχαμένη, τέρας, κακίστρα, παλιογύναικο, παλιογύναιο, παλιογυναίκα, βρωμογύναικο, βρομογύναικο, μανίκι, πακέτο, ζόρι, παλούκι, στριμούρα, στρίμωγμα, δύσκολο, ιστορία, πίκρα, πίκρα, δύσκολη φάση, δύσκολη κατάσταση, δύσκολο πρόβλημα, άτιμο πράγμα, παθητικός σε σχέση, παθητική σε σχέση, μαλακισμένος, μαλακισμένο, μαλάκας

ρμ. τα πρήζω, γκρινιάζω, κουτσομπολεύω, κατινιάζω, κατινιάζομαι, ξεκατινιάζομαι, τα θαλασσώνω, τα κάνω μούσκεμα, τα κάνω θάλασσα, τα κάνω σαλάτα, τα κάνω μαντάρα, τα κάνω μπάχαλο, τα κάνω σαν τα μούτρα μου, τα κάνω κώλος
« Last Edit: 12 Aug, 2020, 09:18:00 by spiros »


 

Search Tools