Aσφαλιστικό Γλωσσάρι

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 821538
    • Gender:Male
  • point d’amour
Aσφαλιστικό Γλωσσάρι

Αβαρία Ειδική (Particular average) Στις ασφαλίσεις μεταφορών ο όρος χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μερική ζημιά που υφίσταται το ασφαλιζόμενο αντικείμενο από τον υπεύθυνο κατά του οποίου έγινε η ασφάλιση.
Αδιαφιλονίκητο (Incontestability) Το συμβόλαιο ασφαλειών ζωής καθώς και οι προσθήκες προϋποθέτουν ότι δεν είναι δυνατόν να καταγγελθούν 2 χρόνια μετά την ημερομηνία εκδόσεως ή επαναφοράς εκτός της περίπτωσης μη πληρωμής του ασφαλίστρου και μερικές φορές για άλλους καθορισμένους λόγους.
Αμέλεια (Negligence) Νομικός όρος που αναφέρεται στην έλλειψη του κατάλληλου βαθμού προσοχής την οποία θα επεδείκνυε υπό δεδομένες συνθήκες ένα φυσιολογικό πρόσωπο μέσου επιπέδου σωφροσύνης.
Αναλογιστής (Αctuary) Καθορίζει, βάσει της υπάρχουσας εμπειρίας, την χρηματική αξία των υποχρεώσεων για την περίπτωση που θα γίνει κάποιο συμβάν. Ειδικός στον υπολογισμό ασφαλιστικών κινδύνων και ασφαλίστρων.
Ανικανότητα (Disability) Φυσική ή διανοητική βλάβη η οποία μερικώς ή ολικώς περιορίζει την ικανότητα κάποιου να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του την οποία μπορεί να εκτελέσει λόγω μορφώσεως, εκπαιδεύσεως ή εμπειρίας.
Ανικανότητα Μόνιμη Ολική (Permanent -Total Disability) Ανικανότητα ισοδύναμη με πλήρη και μόνιμη ολική απώλεια ικανότητας προς εργασία
Ανικανότητα Μερική (Temporary — Total Disability) Ανικανότητα που εμποδίζει τον ασφαλισμένο να εκτελέσει τα καθήκοντά του, αλλά από την οποία μπορεί να αναμένεται πλήρης ή μερική ανάρρωση.
Αναλογικός Όρος (Average contribution) Η καταβαλλόμενη κάθε φορά αποζημίωση, έχει σχέση προς την ζημιά, την ίδια σχέση που έχει το ασφαλιστικό ποσό προς την ασφαλιστική αξία.
Ανοικτό συμβόλαιο (Open policy) Ένα ασφαλιστήριο επί συγκεκριμένου κινδύνου ή ομάδος κινδύνων, στο οποίο το κεφάλαιο και οι όροι δεν είναι αυστηρά προσδιορισμένα, και στο οποίο τα ατομικά ασφαλισμένα κεφάλαια και οι περίοδοι καλύψεως δηλώνονται προς την Εταιρία από τον ασφαλισμένο.
Αντασφάλιση (Reinsurance) Είναι η ασφάλιση της παροχής του ασφαλιστή από τρίτο.
Αντεπιλογή (Anti-selection) Οι άνθρωποι που είναι εκτεθειμένοι περισσότερο σε κάποιο κίνδυνο ζητούν σε μεγαλύτερα ποσοστά την ασφάλισή τους. Άνθρωποι με βεβαρημένη υγεία ή με περισσότερο του συνήθους επικίνδυνο επάγγελμα νοιώθουν εντονότερα την
ανάγκη για ασφάλεια ζωής. Αυτή η τάση ονομάζεται αντεπιλογή.

Αντικείμενο ασφάλισης (Object insured , Subject Matter Insured) Μπορεί να είναι οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, πραγματικής οικονομικής αξίας ή οποιοδήποτε περιστατικό η πραγματοποίηση του οποίου ενδέχεται να προκαλέσει την απώλεια κάποιου νομικού δικαιώματος ή τη δημιουργία κάποιας νομικής ευθύνης.
Απαλλαγή (Deductible) Όρος που περιλαμβάνεται σε ορισμένα συμβόλαια και σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος αναλαμβάνει ένα μέρος του κινδύνου που καλύπτεται από το συμβόλαιο.
Απαλλαγή Πληρωμής Ασφαλίστρων (Waiver of Premium benefit) Πρόβλεψη που περιλαμβάνεται στα περισσότερα συμβόλαια και αναφέρει ότι ο ασφαλισμένος ή ο συμβαλλόμενος απαλλάσσεται από την πληρωμή του ασφαλίστρου εάν και όταν καταστεί ανίκανος ολικά ή η ανικανότητα διαρκέσει περισσότερο από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Αποζημίωση (Indemnity) Η πληρωμή ενός ποσού για να αντισταθμιστεί όλη ή μέρος της ζημιάς του ασφαλισμένου. Απαίτηση από την ασφαλιστική Εταιρία πληρωμής παροχών σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.
Απόθεμα Εκκρεμών Ζημιών (Reserve for outstanding losses) Απόθεμα που δημιουργήθηκε για να αντιμετωπιστούν οι υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας για τις ζημιές εκείνες που κατά το κλείσιμο κάθε οικονομικής χρήσεως παραμένουν σε εκκρεμότητα, περιμένοντας τη διαδικασία ολοκλήρωσης του οριστικού διακανονισμού.
Αποθεματικό μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. (Unearned premium reserve) Απόθεμα κινδύνων εν ισχύ (Reserve for unexpired risks) Ένα αποθεματικό που διατηρείται για να καλύψει τις απαιτήσεις που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον από ασφαλίσεις που δεν έχουν λήξει ακόμα.
Αβαρία Γενική (General average) Οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια η οποία προκαλείται εσκεμμένα από τον πλοίαρχο ή άλλον αρμόδιο με σκοπό την διάσωση του πλοίου. Η απώλεια αυτή καλύπτεται με ανάλογη συνεισφορά όλων των πλευρών των οποίων τα συμφέροντα διασώζονται.
Ασφαλιστικό ή Έννομο Συμφέρον (Insurable interest) Είναι το οικονομικό ενδιαφέρον που προκύπτει για τον ασφαλισμένο από την πραγματοποίηση του γεγονότος έναντι του οποίου ασφαλίζεται. Ο ασφαλισμένος πρέπει σε κάθε
περίπτωση να βρίσκεται σε νομικά αναγνωρισμένη σχέση με το αντικείμενο της ασφαλίσεως και να έχει οικονομικό συμφέρον. Από την ύπαρξη της σχέσεως αυτής, ο ασφαλισμένος απολαμβάνει κάποια οικονομικά οφέλη, ενώ από την διακοπή της παθαίνει οικονομική ζημιά.

Ασφαλιστικό Ποσό (Sum Insured) Είναι το χρηματικό ποσό που υποχρεούται κατ’ ανώτατο όριο να καταβάλει ο ασφαλιστής όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Ασφαλιστήρια αποδεδειγμένης αποτίμησης (Valued Policies) Κατά την ανάληψη του κινδύνου συμφωνείται ασφαλιστική αξία που θα λαμβάνεται υπόψη κατά τον διακανονισμό τυχόν επελθούσης ζημιάς. Στην κατηγορία αυτών των ασφαλιστηρίων υπάγονται τα ασφαλιστήρια ζωής και οι ασφαλίσεις οικιακού εξοπλισμού.
Ασφάλισμα (Indemnity) Είναι το ποσό που καταβάλλει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο όταν πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, έναντι του οποίου ασφαλίστηκε ο δεύτερος. Eίναι το ποσό που πληρώνεται από την Εταιρία λόγω επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου.
Ασφάλιση σε πρώτο κίνδυνο (First loss insurance) Παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη μόνο μέχρι του ανωτάτου ορίου πιθανής ζημιάς. Δηλαδή γίνεται δυνατή η εξ ολοκλήρου κάλυψη μερικής ζημιάς εφόσον βέβαια η ζημιά αυτή δεν υπερβαίνει το ασφαλιζόμενο όριο. Ασφάλιση σύμφωνα με την οποία ο ασφαλιστής συμφωνεί να πληρώσει την αποζημίωση, όχι ποσοστιαία, μέχρι ένα ανώτατο όριο, το οποίο είναι μικρότερο από την συνολική αξία που βρίσκεται σε κίνδυνο.
Ασφάλιση σε αξία αποκατάστασης (Replacement cost insurance) Ο ασφαλιστής οφείλει να αποκαταστήσει τον ασφαλισμένο στην οικονομική θέση που βρισκόταν πριν την επέλευση του κινδύνου. Η ασφάλιση περιουσίας για το κόστος αντικατάστασης της,χωρίς αφαίρεση για φθορά , νοουμένου ότι το ασφαλισμένο ποσό ανταποκρίνεται στην αξία αντικατάστασης.
Ασφάλιστρα μη δεδουλευμένα (Unearned premiums) Είναι τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα για τους κινδύνους που δεν έχουν λήξει κατά την χρήση που ανέλαβε η ασφαλιστική εταιρία. Επομένος τα ασφάλιστρα αυτά δεν είναι δεδουλευμένα και η επιχείρηση εξακολουθεί να φέρει τις ευθύνες, μέχρι την οριστική λήξη των σχετικών συμβάσεων.
Αυτασφάλιση (Self-insurance) Η οικονομική προετοιμασία ενός ατόμου ή μιας επιχειρήσεως για την αντιμετώπιση των καθαρών κινδύνων δια της αποταμιεύσεως εκ των προτέρων, ικανού ποσού για να
αντιμετωπισθούν οι πιθανές ζημιές και να εξουδετερωθεί η διαφορά μεταξύ πραγματικών και υπολογισθεισών πιθανών ζημιών.

Απόθεμα (Reserve) Είναι η παρούσα αξία μελλοντικών ζημιών μείων την παρούσα αξία μελλοντικών ασφαλίστρων. Είναι ποσό που τοποθετείται κατά μέρος για εκκρεμείς ή μελλοντικές απαιτήσεις, καταστροφικούς ή άλλους κινδύνους.
Αποσιώπηση (Non disclosure) Η μη αποκάλυψει ενός ουσιώδες γεγονότος που σχετίζεται με το προς ασφάλιση κίνδυνο.
Ασφαλιζόμενος (Insured) Το φυσικό πρόσωπο επί της ζωής του οποίου συνομολογείται η ασφάλιση.
Ασφαλισιμότητα (Ιnsurability) Όλοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, την ροπή προς τραυματισμό και τη διάρκεια ζωής του ασφαλισμένου. Αυτοί οι παράγοντες είναι καθοριστικοί για το ποσοστό του κινδύνου.
Ατύχημα (Accident) Ως ατύχημα θεωρείται ένα εξωτερικό , βίαιο και τυχαίο συμβάν που έχει σαν αποτέλεσμα την σωματική βλάβη.
Ασφαλιστικό Γλωσσάρι | Ασφάλειες Be-Smart.gr
Γλωσσάρι Ασφαλιστικών Όρων - E-REALESTATES.GR
Ασφαλιστικό Λεξιλόγιο - EuroLife


 

Search Tools