reach a cap → φτάνω στο πλαφόν, φτάνω στο ανώτατο όριο, πλαφονάρω

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836680
    • Gender:Male
  • point d’amour
reach a cap → φτάνω στο πλαφόν, φτάνω στο ανώτατο όριο, πλαφονάρω

put a cap → ορίζω πλαφόν, επιβάλλω πλαφόν, θέτω πλαφόν, θέτω ανώτατο όριο, βάζω πλαφόν, βάζω ανώτατο όριο

πλαφοναρισμένος → capped, which has reached a cap

Στην γενικότερη οικονομία, το πλαφονάρω μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί του επιβάλλω πλαφόν (σε τιμές, σε όριο ηλικίας κλπ), αν και στην πράξη προτιμάται ο περιφραστικός όρος.
πλαφονάρω - SLANG.gr

Επιπλέον, ρήματα που εμφανίζονται μόνο στην ειδική γλώσσα του χρηματιστηρίου είναι τα παραγόμενα από ξένες λέξεις που αποτελούν ορολογικές μονάδες, όπως το ρήμα πλαφονάρω (από το πλαφόν < γαλ. plafond = οροφή, με τη σημασία του πιστωτικού ορίου, έχω αντλήσει όλο το κεφάλαιο που έχω στη διάθεσή μου).
http://ikee.lib.auth.gr/record/130913/files/GRI-2012-9764.pdf
« Last Edit: 24 Sep, 2022, 09:01:34 by spiros »


 

Search Tools