Γλωσσάριο για το ρεμπέτικο

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823550
    • Gender:Male
  • point d’amour
Γλωσσάριο για το ρεμπέτικο

αβάντα - Υποστήριξη, προστασία, πλεονέκτημα. Ο Καπετανάκης δίνει τις ερνημείες: α) η μονόπλευρος και μεροληπτική ενέργεια υπέρ τρίτου τινός β) το λαμβανόμενο ποσό δια την παροχήν εμμέσου παρανόμου βοηθείας.
αβανταδόρικο - αντικείμενο που η ίδια η μορφή του ή η παρουσίασή του βοηθάει στην πώλησή του, βοηθάει αυτούς που το έχουν ή το χρησιμοποιούν.
αβανταδόρος - (και αβαντατζής) Από το ρήμα αβαντάρω που σημαίνει υποστηρίζω, ευνοώ κάποιον ή κάτι, κάνω τον αβανταδόρο. Αυτός που κάνει αβάντα, που αβαντάρει (βοηθάει) κάποιον πωλητή υποκρινόμενος ότι είναι αγοραστής για να προσελκύσει με το παράδειγμά του κι άλλους αγοραστές. Αυτός που βοηθάει κάποιο χαρτοπαίχτη να κερδίσει τους συμπαίκτες του παίζοντας συνεννοημένο παιχνίδι μαζί του. Αυτός που παίζει με τα χρήματα της λέσχης της μπαρμπουτιέρας για να τραβήξει κι άλλους στο παιχνίδι.
αβέρτα - Ομολογημένα, φανερά, ελεύθερα. Σήμερα σημαίνει συνεχώς. Από το ιταλικό a verta ή και το γαλλικό avertir=προειδοποιώ, καταγωγής από το λατινικό advertere=προκαλώ, προειδοποιώ τον αντίπαλο κατά τη διάρκεια του αγώνα. Προπολεμικά υπήρχε η έκφραση "αβέρτα μπάνκα"=με προειδοποίηση της κάσας, δηλαδή με ανοιχτά, με ομολογημένα, με φανερά χαρτιά. Η ίδια έκφραση λεγόταν και "αβέρτα μπάνκα και φόρα φανάρια" με την ίδια σημασία. Άλλη έκφραση "Ζούλα κι αβέρτα". Ο Καπετανάκης δίνει το παράδειγμα: Παίζατε ελέυθερα την Πρωτοχρονιά... Μάλλον όχι και μπιτ ελεύθερα... Τελευταία όμως το αβέρτα πέρα από τη σημασία φανερά, ομολογημένα, ελεύθερα πήρε και τη σημασία του "συνεχώς", γιατί ότι γίνεται φανερά και ελεύθερα γίνεται και λιγότερο σπάνια σε σχέση με κάτι που γίνεται στη ζούλα. Έτσι το αυτή ... αβέρτα σημαίνει ελεύθερα, ομολογημένα και συνεχώς. Τελευταία δημιουργήθηκε και η έκφραση "αβέρτα κουβέρτα" όπου η σημασία του "συνεχώς" είναι κυρίαρχη. Και ενώ η έκφραση αυτή πάρθηκε από τη ναυτική γλώσσα και έχει ως πρώτη σημασία το: με ελεύθερο κατάστρωμα, ο όρος κουβέρτα λειτουργεί μόνο ως ήχος λόγω της ομοιοκαταληξίας του με το αβέρτα. αβέρτος - ελευθερόστομος, ανοιχτόκαρδος, τολμηρός. αβερτοσύνη - η αψηφισιά, η τόλμη, το προκλητικό φέρσιμο. Ο Καπετανάκης δίνει το παράδειγμα: Γυρίζεις στην Ομόνοια φορτωμένος λαθραία. Τί αβερτοσύνες είναι αυτές;
αγάντα - 1.Κουράγιο! Υπομονή! Άντεξε! Χαρακτηριστική χρησιμοποίηση της λέξης συναντούμε στην έκφραση των ιταλών κατακτητών στην κατοχή αποτεινόμενη στο Γερμανό στρατηγό Ρόμελ: Αγάντα Ρόμελ Κατά την περίοδο της κατοχής η φράση αυτή λεγόταν και από τους μαυραγορίτες, οι οποίοι ευελπιστούσαν στη διατήρηση της ισχύος των γερμανικών στρατευμάτων και τη νίκ τους εις βάρος των συμμαχικών δυνάμεων προκειμένου να αυξήσουν τα "μαύρα" κέρδη τους 2. Από το ρήμα αγαντάρω: (λαϊκή έκφραση) (Ναυτική ορολογία) α) κρατώ, πιάνω, βαστώ κάτι β) υπομένω, κάνω κουράγιο. Πιο σύνηθες: αγάντα! ως προσταγή ή παρότρυνση α) κράτα, βάστα, πιάσε πχ. αγάντα το σκοινί β) (μεταφορικά) κάνε υπομονή κουράγιο πχ. αγάντα μέχρι να περάσουμε τα δύσκολα γ) (ως επίρρημα) με όλη τη δύναμη πχ. αγάντα τα κουπιά δ) (ως ουσιαστικό) πάσσαλος ή κρίκος πρόσδεσης πχ. δέσαμε τη βάρκα στις αγάντες
αλάνης - αυτός που ζει χωρίς να σκέπτεται τίποτα, αυτός που ζει σύμφωνα με τις στιγμιαίες παρορμήσεις του .
ανθίζομαι - Αντιλαμβάνομαι, μπαίνω στο νόημα, μυρίζομαι κάτι που πρόκειται να γίνει. Από την εικόνα του ατόμου που μυρίζει από μακριά το άρωμα κάποιου...άνθους. Υπάρχει οπωσδήποτε εδώ κάποια ανάμνηση της "γλώσσας των άνθεων, της κρυπτογραφικής γλώσσας των ερωτευμένων που συνεννοούνταν με λουλούδια και μπουκέτα λουλουδιών. Αυτό φαίνεται καλύτερα από το ρήμα ανθίζω που σημαίνει προειδοποιώ.
ανθίζω - Προειδοποιώ, ειδοποιώ, δίνω σε κάποιον να καταλάβει, βοηθάω κάποιον να μπει στο νόημα
αντάμης - (και ντάμης)Άντρας άψογος, παληκάρι με ανθρώπινα αισθήματα. Αντάμικο (και ντάμικο): αντικείμενο αυθεντικό και σπάνιο. Από το adam που σημαίνει άνθρωπος σε όλες τις ανατολικές γλώσσες και απ' το οποίο βγαίνει και ο Αδάμ της Βίβλου. Λάθος ο Καπετανάκης δίνει για τον αντάμη την ερνμηνεία του φίλου, λεβέντη, σοβαρού άντρα και στο ανταμιλίκι τη σημασία σοβαροπρέπεια, σοβαροφάνεια.
ανταμιλίκι - (και ανταμλίκι και νταμιλίκι) Η αυθεντικότητα, η σπανιότητα.
αργιλές η ναργιλές - 1. σκεύος , συνήθως γυάλινο, ενίοτε χρήσιμο και για το φουμάρισμα χασισιού. 2. Βασικό και πάγιο "καύσιμο" του ναργιλέ ο καπνός σε μορφή τουμπεκί [εκκρεμεί παραπομπή] 3. Το γυάλινο δοχείο με σωλήνα και μαρκούτσι από το οποίο καπνίζουν ένα ή περισσότερα άτομα ταμπάκο ψιλοκομμένο μαζί με αρωματικά φυτά ή και με χασις, ο καπνός του οποίου περνάει από το φιλτράρισμα του νερού που περιέχει το δοχείο. Από την τούρκικη λέξη nargile που σημαίνει ινδική καρύδα, γιατί αρχικά η ξερή φλούδα της καρύδας χρησίμευε για το φιλτραρισμένο κάπνισμα.
αρζάν - Το χρήμα, από το γαλλικό argent
ασίκης - Άντρας με περήφανη θωριά. Από το τούρκικο asik = λαϊκός βάρδος της υπαίθρου που τριγυρίζει από χωριό σε χωριό τραγουδώντας λαϊκές μπαλάντες και ραψωδίες με συνοδεία του saz (σάζι). Σαν χαρακτηρισμός είναι το άκρο άωτο του επαίνου των αρετών ενός άντρα: είναι μάγκας και ασίκης και ρεμπέτης και καραμπουζουκλής.
ασικλής - Άντρας καλοβαλμένος σαν ασίκης. ασικλίδικο - αντικείμενο που ταιριάζει σε ασίκη πχ. ασικλήδικο μουστάκι = αρειμάνιο, καλοβαλμένο και καλοστριμμένο μουστάκι, ασικλήδικος καφές = ψημένος με προσεγμένες αναλογίες ασικλήκι - η ασίκίκη συμπεριφορά, το ασίκικο ύφος πχ. μας πουλάει ασικλήκι = θέλει να μας πείσει ότι είναι σωστός άντρας ενώ δεν είναι.
ατσίδα - Έξυπνο, οξυδερκές, εύστροφο και ικανό άτομο
http://rebetiko.sealabs.net/wiki/mediawiki/index.php/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF


 

Search Tools