τσαγκαροδευτέρα → Saint Lundi

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823599
    • Gender:Male
  • point d’amour
τσαγκαροδευτέρα → Saint Lundi

τσαγκαροδευτέρα η [tsaŋgaroδeftéra] O25α : (ειρ.) εργάσιμη μέρα, συνήθ. η επόμενη μιας αργίας, κατά την οποία αποφεύγουμε τη δουλειά από τεμπελιά: Τσαγκαροδευτέρα είναι σήμερα και ήρθες αδιάβαστος στο σχολείο; [τσαγκάρ(ης) -ο- + Δευτέρα (παλιότερα μέρα αργίας για τους τσαγκάρηδες)]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

τσαγκαροδευτέρα η εργάσιμη ημέρα, την οποία μεταβάλλει κανείς σε αργία από τεμπελιά: Γιατί δεν πήγες σήμερα στη δουλειά; Τι είναι, τσαγκαροδευτέρα;
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

τσαγκαροδευτέρα
1. αργία κατά την ημέρα της Δευτέρας την οποία τηρούσαν παλαιότερα οι τσαγκάρηδες
2. ειρων. εργάσιμη ημέρα την οποία μεταβάλλει κανείς σε αργία από τεμπελιά («σήμερα είναι τσαγκαροδευτέρα, δεν δουλεύουμε»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τσαγκάρης + Δευτέρα].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

τσαγκαροδευτέρα
ουσ. [<τσαγκάρης + Δευτέρα], (ειρωνικά) εργάσιμη ημέρα που τη μεταβάλλει κανείς σε αδικαιολόγητη αργία, ημέρα τεμπελιάς, αργία για τους φυγόπονους: «τι είναι σήμερα και δεν πήγες στη δουλειά σου, τσαγκαροδευτέρα;». Από το ότι παλιότερα η Δευτέρα ήταν καθιερωμένη ημέρα αργίας για τους τσαγκάρηδες, όπως σήμερα είναι καθιερωμένη αργία για τους κουρείς, τους κομμωτές και τις κομμώτριες.
Γεώργιος Κάτος: Λεξικό της λαϊκής​ και της περιθωριακής γλώσσας 

da: Blå mandag; de: Blauer Montag; en: Saint Monday, Lazy Monday, idler's holiday, idler's day, day off, skiving; es: San Lunes; fr: Saint Lundi; nn: Blåmåndag; no: Blåmandag; sk: Modrý pondelok; sv: Blåmåndagen
« Last Edit: 02 Feb, 2021, 18:03:02 by spiros »


 

Search Tools