περιποιώ τιμή -> do honour, do honor, honour, honor, reflect credit on, reflect credit upon

spiros · 3 · 9294

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 821483
    • Gender:Male
  • point d’amour
περιποιώ τιμή -> do honour, do honor, honour, honor

Συνήθως με αρνητικό μόριο:

δεν περιποιεί τιμή
δεν μας περιποιεί τιμή
δεν σας περιποιεί τιμή

περιποιώ τιμή(ν) [αρχ.] (αρχαιοπρ.) αποδίδω τιμή σε κάποιον, τον τιμώ: δεν σας περιποιούν τιμήν δηλώσεις τέτοιου ύφους.
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

περιποιώ
περιποιῶ, -έω, ΝΜΑ· (νεοελλ.) παρέχω, δίνω (α. «η παρουσία σας μάς περιποιεί μεγάλη τιμή»· β. «σφόδρ' ἄν Αρτεμισίαν πειραθῆναι περιποιῆσαι Ῥόδον αὐτῷ», Δημοσθ.)· || (νεοελλ.) 1. (κυρίως το μέσ.) περιποιούμαι και περιποιέμαι· α) παρέχω περιποίηση, εξυπηρετώ, φροντίζω, επιμελούμαι (α. «στο καινούργιο ξενοδοχείο μάς περιποιήθηκαν εξαιρετικά»· β. «περιποιείται καθημερινά τα μαλλιά της»)· β) ανταποδίδω σε κάποιον τη συμπεριφορά που τού αξίζει, τού φέρομαι με σκληρότητα· 2. (φρ.) «περιποιούμαι την εμφάνισή μου»· φροντίζω να είμαι ευπρεπώς και κομψά ντυμένος* 3. (η μτχ. μέσ. ενεστ.) περιποιημένος, -η, -ο· α) (για πρόσ.) αυτός που έχει ευπρεπή και φροντισμένη εμφάνιση· β) (για πράγμ.) φροντισμένος, καλοφτειαγμένος, πολύ καλής ποιότητας· || (μσν.-αρχ.) (το ενεργ., μέσ. και παθ.) πετυχαίνω κάτι ή κερδίζω, αποκτώ κάτι (α. «περιποιῆσαι ἑαυτῷ ὄνομα αἰώνιον», ΠΔ· β. «περιποιεῑσθαι παρὰ τοῡ πλήθους δόξαν ὡς εἰσὶ δημοτικοί», Δημοσθ.· γ. «χρήματα περιποιηθησόμενα», Κώδ. Ιουστιν.)· || (αρχ.) 1. κάνω κάτι να παραμείνει και πέρα από ένα ορισμένο σημείο, διατηρώ, διασώζω («ἐξ ὅσων κακῶν καὶ πολέμου ὑμᾱς αὐτοὺς περιεποιήσατε καὶ τὴν πόλιν», Λυσ.)· 2. (σχετικά με χρήματα και τρόφιμα) αποταμιεύω, αποθησαυρίζω· 3. προξενώ· 4. (μέσ.) α) αποταμιεύω, εξοικονομώ χρήματα για προσωπικό μου όφελος («περιποιεῑσθαι τοσαῡτα ὥστε καὶ πλουτεῑν», Ξεν.)· β) κερδίζω χρήματα, χρηματίζομαι («ἀλλὰ καὶ περιποιοῡνται ἀπ' αὐτῶν», Ξεν.)· γ) διαφυλάσσω κάτι για τον εαυτό μου («κρεῑττόν ἐστιν... τὰς ἀγαθὰς ἐλπίδας τοῑς παισὶν καὶ ἑαυτῷ... περιποιήσασθαι», Δημοσθ.)· 5. (φρ.) «περιποιῶ τῶν προσόδων»· αποταμιεύω μέρος τών εισοδημάτων μου.
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας
« Last Edit: 16 Feb, 2012, 21:41:58 by spiros »


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2061
roll out the red carpet, lionize, reflect credit on, reflect credit upon

roll out the red carpet (idiomatic) To extend the utmost hospitality; to treat someone as an honored guest; to welcome or host, especially in a showy or extravagant manner.
The mayor of the little town rolled out the red carpet for new businesses by calling on them personally.
https://en.wiktionary.org/wiki/roll_out_the_red_carpet

lionize Treat as a famous person.
Some people lionize even minor actors that have had very small parts in movies.
http://www.answers.com/topic/lionize#ixzz1mZd0jrA1

reflect credit (up)on someone or something
[for some act] to bring credit to someone or something. (Upon is formal and less commonly used than on.) Your efforts really reflect credit upon you. Mary's success really reflected credit on the quality of her education.
http://idioms.thefreedictionary.com/reflect+credit+on




valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Νομίζω ότι η συγκεκριμένη (τριτοπρόσωπη) ρηματική φράση μπορεί να αποδοθεί καλύτερα:

περιποιεί/-ούν τιμή(ν) -> it's an hono(u)r
δεν περιποιεί/-ούν τιμή(ν) -> it's not an hono(u)r


 

Search Tools