αχ → ah, aah, oh, ouch, argh

marquk

  • Newbie
  • *
    • Posts: 12
αχχχχχχ! →
Is that expresion similar to "arghhhh!" in english? Thanks.
« Last Edit: 09 May, 2011, 16:56:45 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823382
    • Gender:Male
  • point d’amour
Probably, depends on context.

αχ [áx] επιφ. : 1.συνοδεύεται συνήθ. από επιφωνηματική φράση ή πρόταση• δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής: α. χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό, ικανοποίηση: αχ πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! αχ τι όμορφα που είναι εδώ! αχ τι όμορφη που είσαι! β. έντονη ανακούφιση, ικανοποίηση: αχ, ξεκουράστηκα! αχ, δόξα τω Θεώ, σας βρήκα! γ. επιθυμία: αχ πόσο θα ήθελα ένα ποτήρι νερό! αχ σε παρακαλώ, βοήθησέ με! || επιθυμία ανεκπλήρωτη: αχ και να ήμουν νέος!, μακάρι να ήμουν νέος. αχ και να το ΄ξερα! αχ και να μπορούσα! δ. λύπη, συμπαράσταση: αχ πόσο λυπάμαι! αχ τι πάθαμε! αχ τον καημένο τι τον βρήκε! αχ ο δύστυχος τι έπαθε! ε. πόνο: αχ πώς πονώ! || μαζί με το επιφώνημα βαχ, για έντονη δυσφορία: Όλο αχ και βαχ είναι, συνέχεια γκρινιάζει. στ. απόγνωση: αχ τι να κάνω τώρα! αχ πώς θα μπορέσω να τους βρω! ζ. οργή: αχ τον απατεώνα, τι κακό μας έκανε! η. απειλή: αχ, άμα σε πιάσω, τι έχεις να πάθεις! αχ τι ξύλο θα φας! θ. ξάφνιασμα: αχ με τρόμαξες! αχ, δεν κατάλαβα πότε ήρθες! ι. αγάπη, τρυφερότητα: αχ το μωρό μου! αχ το κοριτσάκι μου! 2. (ως ουσ.) το αχ, ισοδυναμεί με το ουσιαστικό αγωνία, αναστεναγμός κτλ.: Όλο με το αχ είσαι. Ένα αχ δε φτάνει. || Άσε τα αχ και τα βαχ και συνέχισε τη δουλειά σου, άφησε τους αναστεναγμούς ή τις γκρίνιες.
[ηχομιμ. (πρβ. τουρκ., περσ., αραβ. ah! ηχομιμ.) ή < τουρκ. ah!]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

αχ1 [ax] (& άαχ, αάχ) excl
•   ① expressing pleasure, satisfaction, or joy ah, aah, oh (syn α 1, αμάν, ω):
o   αχ τι ωραίο παιδί! |
o   αχ τι νόστιμο φαγητό! |
o   αχ ήταν έξοχος ο γιος του παπά (Myriv) |
o   αχ καλή που του φαινόταν η ζωή (Prevelakis) |
o   άντρες, αχ άντρες· χαρά και ομορφιά της πλάσης (Tsirkas) |
o   μ' αρέσ' η βροχή, κυρ Θάνου, αχαχ (Vasilikos)
•   ② expressing pain or discomfort ah, oh, ouch (syn άι2, αμάν a, άχι 1, άχου 1, ωχ):
o   αχ με πάτησες |
o   αχ η κοιλιά μου πονάει |
o   'αχ, πού θα με πάτε;'· έλεγεν αυτός στενάζοντας (Karkavitsas) |
o   από κείνη τη μέρα άρχισε να τον τρώει το μεράκι· αχ και αχ (Myriv) |
o   'αχ!', ακούω την Άρτεμη που βγάζει την οδυνηρή κραυγή (Venezis) |
o   η Πόλη με τους Pωμιούς της έσκουζε μυστικά και μούλωνε και 'αχ' δεν κοτούσε να βγάλει (DOikonomidis) |
o   poem τα μάτια σου που χύνουνε φωτιά και πυρετό | αχπώς μου καιν το σώμα! (Skipis)
•   ⓐ also αχ και βαχ, expressing grief, sorrow, or regret oh (syn ά 1a, άι2, αμάν a, άχι 1b, άχου 1b, ωχ):
o   αχ μπελάς που μας βρήκε |
o   αχ τι ντροπή |
o   αχ γιατί να πρέπει να φύγουμε .. τώρα που αρχίσαμε να γνωρίζουμε μερικούς συμπαθητικούς ανθρώπους; (EKazantz) |
o   αχ τα καημένα, κλαίγανε όλα αντάμα (Rotas) |
o   αχ άμυαλοι που 'σαστε εσείς οι νέοι (Kovvatzis) |
o   αχ .. πώς πέρασαν τα χρόνια! (Tachtsis) |
o   folks. αχ και τι να κάνω η ορφανή και τι να γίνω η δόλια; (DPetrop) |
o   rembetiko song πάψε να με τυραννάς· | αχ δε με λυπάσαι, δεν πονάς; (IPetrop) |
o   poem τι πρωτάκουστο κακό | μού μελλότανε, αχ, τα μάτια μου να δούνε (Stavrou Ar)
•   ③ expressing wish, request, or expectation oh (syn άχι 2, άχου 2):
o   αχ και να 'χα ένα καφεδάκι! (Moatsou) |
o   αχ .. θα 'θελα να άραζα για κάμποσο καιρό σε ένα αστέρι (Nakou) |
o   poem αχ πότε θα 'ρθει, πότε θα 'ρθει η ώρα | να ματαστράψει η όψη σου η σβησμένη (Mavilis) |
o   ψιτ-ψιτ, ψιτ-ψιτ, αχ μαζί μου μένε, | δώσε μου μπίρα και φιλιά (Karyotakis) |
o   αχ να μη δω το θάνατο πριχού στα κάστρα τους καρφώσω | τη ματωμένη ετούτη μπόλια μου κλ (Kazantz Od 10.245)
•   ④ expressing anger or threat (syn άχου 3):
o   αχ τον παλιάνθρωπο, τι μας έκανε! |
o   αχ ξύλο που θα φας |
o   αχ και να σε πιάσω στα χέρια μου
•   ⑤ phr ώσπου να πεις αχ before one can say Jack Robinson, very quickly (syn phr ώσπου να πεις κύμινο):
o   ώσπου να πεις αχ, αρπάχτηκαν κιόλας (Christomanos) |
o   πριν προφτάσει να πει αχ, την παίρνω μαζί μου στη σκηνή (Stratou)
[onomatopoetic]
[Λεξικό Γεωργακά]
αχ2 [ax] το, (also αχ και βαχ)
•   ① (use or utterance of an) exclamation or sigh of pain or sorrow (syn το βαχ, το ωχ):
o   ακούστηκε ένα σπαραχτικό αχ |
o   ξεψύχησε χωρίς να βγάλει ένα αχ (Myriv) |
o   το αφτί αρπάει και .. το αχ της μάνας στ' απόμακρα και το βαχ του μωρού (Petsalis) |
o   έλαμπαν τα μάτια της απ' τη χαρά, που έπειτα από τόσα αχ και βαχ έπαιρνε το Σωτήρη (KRados) |
o   διάχυτα τα αχ και τα ωχ σε κάθε του γράμμα (Palaiologos) |
o   folks. νυχτώνει, ξημερώνει, δεν είναι βολετό | να μην αναστενάξω, το αχ να μην ειπώ (IPetrop) |
o   poem τι μου ξεσκίζεις με το νου τα ρούχα σε κομμάτια; | και τ' αχ και βαχ σου, ρε, γιατί την πόρτα μου βαρά; (MArgyrop) |
o   .. δε θέλω | με το παράπονο και με το αχ να φύγω (Theodorou)
•   ② pain, grief, trial (syn βάσανο, πόνος):
o   όποιος δεν έκαμε παιδιά, .. αυτός δεν ξέρει το αχ των πραγμάτων (Kazantz) |
o   μεταμφιέστηκε για ν' ακούσει τι λέγανε, όταν τους πνίγει το αχ της ζωής (Tsirkas)
[substantiv. n of αχ1]
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Γεωργακά

« Last Edit: 09 May, 2011, 16:52:55 by spiros »




 

Search Tools