η μαλακία του πλέκει πουλόβερ -> he is one hell of a jerk, he is one hell of a wanker

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 820902
    • Gender:Male
  • point d’amour
η μαλακία του σταματάει τρένο
η μαλακία του ρίχνει ντουβάρι
η μαλακία του πλέκει πουλόβερ -> he is one hell of a jerk, he is one hell of a wanker
η μαλακία του κατεβάζει ντακότα

μαλακία
ουσ. [<αρχ. μαλακία], ο αυνανισμός. 1. βλακώδης λόγος ή ενέργεια, ανόητη πράξη ή λόγος: «τι μαλακία ήταν αυτή που είπες! || τι μαλακία ήταν αυτή που έκανες!». 2. έργο τέχνης ή δημόσιο θέαμα πολύ κακής ποιότητας: «διάβασα ένα βιβλίο που ήταν μαλακία || είδα ένα κινηματογραφικό έργο σκέτη μαλακία». 3. στον πλ. οι μαλακίες, λόγια ψεύτικα, ανόητα, χωρίς περιεχόμενο, πράξεις ανόητες, χωρίς περιεχόμενο: «άσε τις μαλακίες και μίλα σοβαρά». Υποκορ. μαλακιούλα, η. (Ακολουθούν 23 φρ.)·
αν ήταν η μαλακία κέντημα, θα 'χε κάνει την προίκα του, βλ. λ. κέντημα·
αν πετύχει η μαλακία, τύφλα να 'χει το γαμήσι, έκφραση που υποστηρίζει πως πολλές φορές η μαλακία προσφέρει μεγαλύτερη ηδονή από τη σεξουαλική πράξη. (Τραγούδι: αλλά εγώ το 'χα αποφασίσει αν πετύχει η μαλακία, τύφλα να 'χει το γαμήσι κι ώσπου να 'ρθει αυτό που θα με συγκλονίσει, θα ταξιδεύω μόνος μου στον κόσμο της ντροπής
βαράω μαλακία, βλ. φρ. τραβώ μαλακία·
βαράω μια μαλακία, βλ. φρ. τραβώ μια μαλακία·
- η μαλακία τον βάρεσε στο κεφάλι, λέει και κάνει συνεχώς ανοησίες, βλακείες, είναι πολύ μαλάκας, μεγάλος μαλάκας: «κάνει ό,τι του κατέβει, γιατί η μαλακία τον βάρεσε στο κεφάλι»·
η μαλακία τον χτύπησε στο κεφάλι, βλ. φρ. η μαλακία τον βάρεσε στο κεφάλι·
η μαλακία του κατεβάζει ντακότα, βλ. φρ. η μαλακία του σταματάει τρένο·
- η μαλακία του πλέκει πουλόβερ, βλ. συνηθέστ. η μαλακία του σταματάει τρένο·
η μαλακία του ρίχνει ντουβάρι, βλ. φρ. η μαλακία του σταματάει τρένο·
- η μαλακία του σταματάει τρένο, είναι πολύ ανόητος, πολύ βλάκας, πολύ μαλάκας: «είναι αδύνατο να συνεννοηθείς μ' αυτόν τον άνθρωπο, γιατί η μαλακία του σταματάει τρένο || είναι τόσο μαλάκας, που η μαλακία του σταματάει τρένο»·
θα σε φάει η μαλακία, λέγεται υποτιμητικά σε άτομο που κάνει συνεχώς βλακείες, ανοησίες·
κάνω μαλακία ή κάνω μαλακίες, α. ενεργώ απερίσκεπτα, ηλίθια: «αφού κάνεις μαλακίες, καλά να πάθεις τώρα που τα τραβάς». β. κάνω άσχημα μια εργασία, μια κατασκευή: «ποιος έκανε αυτή τη μαλακία και θέλει λεφτά κι από πάνω!»·
λέω μαλακία ή λέω μαλακίες, λέω ανοησίες, βλακείες: «κάθε φορά που θ' ανοίξεις το στόμα σου, δε λες τίποτ' άλλο από μαλακίες»·
μαλακία που τον δέρνει! α. έκφραση που χαρακτηρίζει μειωτικά τα λόγια ή τις ενέργειες κάποιου: «πάλι έχασε όλα του τα λεφτά στα χαρτιά. -Μαλακία που τον δέρνει! || ερωτεύτηκε μια πιτσιρίκα και θέλει να χωρίσει τη γυναίκα του. -Μαλακία που τον δέρνει!». β. έκφραση που χαρακτηρίζει μειωτικά τη μαλθακότητα, τη χαυνότητα κάποιου: «τι μαλακία που τον δέρνει! Με το ρυθμό που δουλεύει, δε θα τελειώσει τη δουλειά ούτε σε δέκα χρόνια!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το μα τι μαλακία(!)·
μαλακία το ανάγνωσμα ή μαλακίες το ανάγνωσμα, βλ. λ. ανάγνωσμα·
με βρήκες μαλακό κι εκμεταλλεύεσαι τη μαλακία μου, λογοπαίγνιο που γίνεται ανάμεσα στο μαλακός και μαλακία·
πετώ μαλακία ή πετώ μαλακίες, βλ. φρ. λέω μαλακία·
- ρίχνω μια μαλακία, λέω μια ανοησία, μια βλακεία: «έριξες μια μαλακία και μας έκανες άνω κάτω!»· βλ. και φρ. τραβώ μια μαλακία·
- τον δέρνει μαλακία! βλ. φρ. μαλακία που τον δέρνει(!)·
τραβώ μαλακία, αυνανίζομαι και, κατ' επέκταση, χάνω τον καιρό μου, δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω: «τον έπιασα να τραβάει μαλακία μέσ' στ' αποχωρητήριο || εμείς σκοτωνόμαστε στη δουλειά κι αυτός κάθεται και τραβάει μαλακία»· βλ. και φρ. τραβώ μια μαλακία·
τραβώ μια μαλακία, αυνανίζομαι: «χτες βράδυ τράβηξα μια μαλακία, που την κατευχαριστήθηκα»·
χτυπώ μαλακία, βλ. συνηθέστ. τραβώ μαλακία·
- χτυπώ μια μαλακία, βλ. συνηθέστ. τραβώ μια μαλακία.
Γεώργιος Κάτος: Λεξικό της λαϊκής​ και της περιθωριακής γλώσσας 


 

Search Tools