Ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι

spiros · 1 · 1348

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824970
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά τέτοια παραδείγματα λέξεων τις οποίες όταν τις ετυμολογούμε στα δικά μας λεξικά τις θεωρούμε ξένες, ενώ όταν τις βρίσκουμε σε άλλη γλώσσα τις θεωρούμε δικές μας!: π.χ. αλάργα = ιταλ. alla larga = τουρκ. alarga, καμέλια = γαλλ. camélia = τουρκ. kamelya, πορτοκάλι = ιταλ. portogallo = τουρκ. portakal, μανταρίνι = αγγλ. mandarin = ιταλ. mandarino = τουρκ. mandalina, ταράτσα = ιταλ. terrazza = τουρκ. taraça, καπάρο = ιταλ. caparra = τουρκ. kaparo, κορδέλα = ιταλ. cordela = τουρκ. kordele κ.α.π. Επίσης οι Τούρκοι μαζί με τους ελληνογενείς επιστημονικούς όρους -τους οποίους έλαβαν κυρίως από τα Γαλλικά- ανάγουν στην ίδια ή σε άλλη ξένη γλώσσα οποιαδήποτε αρχαία ελληνική λέξη έχουν δανειστεί, για ευνόητους λόγους! Όταν την επιστημονική σκέψη τη συσκοτίζουν εξωεπιστημονικοί και αντιεπιστημονικοί παράγοντες, δεν οπισθοδρομεί μόνο η επιστήμη αλλά κι άλλες πλευρές της ζωής μας.

ΤουρκικάΕλληνικάΕτυμολογία
abaküsάβακαςαρχ. ελλ. άβαξ > γαλλ. abacus, abaque > τουρκ.
abanozέβενοςαρχ. ελλ. > περσ. > τουρκ.
abisάβυσσοςαρχ. ελλ. άβυσσος > γαλλ. abysse > τουρκ.
ablatyaείδος αλιευτικού διχτυού με μεγάλα "μάτια", δηλ. μεγάλες θηλιέςνεοελλ. απλάδια, υποκορ. του επιθ. απλά > τουρκ.
abliαπλή, σκοινί για το ανέβασμα ή κατέβασμα των πανιών πλοίουνεοελλ. απλή > τουρκ. abli
abuliαβουλίααρχ. ελλ. αβουλία > γαλλ. aboulie > τουρκ.
açelya, açalyaαζαλέααντιδ. αρχ. ελλ. αζαλέος > αγγλ. azalea > νεοελλ. > τουρκ.
adenitαδενίτιδαελλ. > γαλλ. adénite> τουρκ.
aerobikαεροβικήαντιδ. αρχ. ελλ. αερόβιος > γαλλ. aérobique, αγγλ. aerobics > τουρκ., νεοελλ.
aerodinamikαεροδυναμικήελλ. > γαλλ. aérodynamique > τουρκ.
afaziαφασίααντιδ. αρχ. ελλ. άφατος > γαλλ. aphasie > τουρκ., νεοελλ.
afi (argo)επίδειξη, φιγούρααρχ. ελλ. αφή > τουρκ.
afoniαφωνίααρχ. ελλ. αφωνία > γαλλ. aphonie > τουρκ.
aforoz, aforizm, aforizmaαφορισμόςαρχ. ελλ. αφορισμός > γαλλ. aphorism > τουρκ.
aftάφθα, άφτρααρχ. ελλ. άφθα > γαλλ. aphte > τουρκ.
aftos (argo)εραστής-ερωμένηαρχ. ελλ. αυτός > τουρκ.
afyonαφιόνιαντιδ. μετγν. ελλ. όπιον > τουρκ. afyon > μεσν. ελλ. αφιόνιον > νεοελλ. αφιόνι
afyonkeşο χρήστης αφιονιούνεοελλ. αφιόνι + περσ. -keş > τουρκ.
agnosi, agnoziαγνωσία, άγνοιααντιδ. αρχ. ελλ. άγνωτος > γαλλ. agnosie > τουρκ., νεοελλ.
agnostisizmαγνωστικισμόςαντιδ. αρχ. ελλ. άγνωστος > γαλλ. agnosticisme > τουρκ., νεοελλ.
agoraαρχαία ελληνική αγοράαρχ. ελλ. αγορά > τουρκ.
agorafobiαγοραφοβίαελλ. > γαλλ. agoraphobie > τουρκ.
agrafiαγραφίαελλ. > γαλλ. agraphie > τουρκ.
agronomiαγρονομίανεοελλ. > γαλλ. agronomie > τουρκ.
ahırαχούριαντιδ. αρχ. ελλ. άχυρον > περσ. > τουρκ. ahır > μεσν. ελλ. αχούριον > νεοελλ. αχούρι. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
ahlatάγριο αχλάδι, αγριαχλαδιάμεσν. ελλ. αχλάδιον > τουρκ.
ahtapotχταπόδιαρχ. ελλ. οκτάπους > μετγν. ελλ. οκταπόδιον > τουρκ.
akademiακαδημίααρχ. ελλ. > γαλλ. académie > τουρκ.
akademikακαδημαϊκόςμετγν. ελλ. > γαλλ. académique > τουρκ.
akademisyenακαδημαϊκός, οπαδός του Πλάτωνοςαρχ. ελλ. ακαδημία + γαλλ. -cien > γαλλ. académicien > τουρκ.
akasyaακακίααρχ. ελλ. > γαλλ. acacia > τουρκ.
akkefalείδος ψαριού του γλυκού νερούτουρκ. ak + αρχ. ελλ. κεφαλή > τουρκ.
akrobasiακροβασίανεοελλ. > γαλλ. acrobatie > τουρκ.
akrobatακροβάτηςμετγν. ελλ. > γαλλ. acrobate > τουρκ.
akrobatikακροβατικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. acrobatique > τουρκ.
akromatopsiαχρωματοψίαελλ. > γαλλ. achromatopsie > τουρκ.
akromegaliακρομεγαλίαελλ. > γαλλ. acromégalie > τουρκ.
akronimακρωνύμιοελλ. > αγγλ. acronym > τουρκ.
akropolακρόποληαρχ. ελλ. ακρόπολις > γαλλ. acropole > τουρκ.
akroştişακροστιχίδαμετγν. ελλ. ακροστιχίς > γαλλ. acrostiche > τουρκ.
aksάξονας τροχούαρχ. ελλ. άξων > γαλλ. axe > τουρκ.
aksiyomαξίωμα (επιστ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. axiome > τουρκ.
aksonάξων (ανατ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
aktinitγενική ονομασία ραδιενεργών στοιχείωνελλ. ακτίνια > γαλλ. actinite > τουρκ.
aktinolojiακτινολογίαελλ. > γαλλ. actinologie > τουρκ.
aktinolojikακτινολογικόςελλ. > γαλλ. actinologique > τουρκ.
aktinyumακτίνιο (χημ.)ελλ. > αγγλ. actinium > τουρκ.
akustikακουστικήαντιδ. αρχ. ελλ. ακουστικός > γαλλ. acoustique > τουρκ., νεοελλ.
alayπλήθος | στρατιωτική μονάδααρχ. ελλ. αλλαγή > μεσν. ελλ. αλλάγιον (= στρατιωτική μονάδα) > τουρκ.
alegoriαλληγορίαμετγν. ελλ. > γαλλ. allégorie > τουρκ.
alegorikαλληγορικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. allégorique > τουρκ.
aleksiαλεξία (= αδυναμία ανάγνωσης)ελλ. > γαλλ. alexie > τουρκ.
alerjenαλλεργιογόνοελλ. > γαλλ. allergène > τουρκ.
alerjiαλλεργίαελλ. > γαλλ. allergie > τουρκ.
alerjikαλλεργικόςελλ. > γαλλ. allergique > τουρκ.
alotropiαλλοτροπίαελλ. > γαλλ. allothropie > τουρκ.
alotropikαλλοτροπικόςελλ. > γαλλ. allotropique > τουρκ.
amazonαμαζόνααρχ. ελλ. Αμαζών > τουρκ.
ambarαμπάριαντιδ. αρχ. ελλ. εμπόριον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
amblemέμβλημαμετγν. ελλ. > γαλλ. emblème > τουρκ.
ametalαμέταλλοελλ. > γαλλ. amétale > τουρκ.
ametistαμέθυστος (ημιπ. λίθος)μετγν. ελλ. > γαλλ. améthyste > τουρκ.
amfibiαμφίβιοςαρχ. ελλ. > γαλλ. amphibie > τουρκ.
amfibolαμφίβολο (ορυκτό)ελλ. > γαλλ. amphibole > τουρκ.
amfiteatrαμφιθέατρομετγν. ελλ. > γαλλ. amphithéâtre > τουρκ.
amforaαμφορέαςαρχ. ελλ. αμφορεύς > γαλλ. amphore > τουρκ.
amipαμοιβάδααρχ. ελλ. αμοιβάς > γαλλ. amibe > τουρκ.
amneziαμνησίααντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. amnésie > τουρκ., νεοελλ.
amniyonάμνιοαρχ. ελλ. αμνίον, άμνιον > τουρκ.
amonyakαμμωνίααντιδ. μετγν. ελλ. αμμωνιακόν > λατ. ammoniacum > γαλλ. ammoniaque > τουρκ., νεοελλ.
amorfάμορφοςαρχ. ελλ. > γαλλ. amorphe > τουρκ.
ampermetreαμπερόμετρογαλλ. amper + αρχ. ελλ. μέτρον > γαλλ. ampèremètre > τουρκ.
ampirikεμπειρικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. empirique > τουρκ.
ampiristεμπειριστήςελλ. > γαλλ. empiriste > τουρκ.
ampirizmεμπειρισμόςελλ. > γαλλ. > empirisme > τουρκ.
ampulαμπούλααντιδ. αρχ. ελλ. αμφορέα > αμφορά(ν) > λατ. ampulla > γαλλ. ampoule > τουρκ., νεοελλ.
amyantαμίαντοςαρχ. ελλ. > γαλλ. amiante > τουρκ.
anabolizmaαναβολισμόςελλ. > γαλλ. anabolisme > τουρκ.
AnadoluΑνατολή, Ανατολίααρχ. ελλ. ανατολή > τουρκ.
anaerobikαναερόβιοςελλ. > γαλλ. anaérobique > τουρκ.
anafilaksiαναφυλαξίαελλ. > γαλλ. anaphylaxie > τουρκ.
anaforδίνη, αντίρρευμα | (μτφ.) φιλοδώρημααρχ. ελλ. αναφορά > νεοελλ. αναφόρι > τουρκ.
anaforcuο επιδιώκων την απόκτηση αγαθών χωρίς κόποαρχ. ελλ. αναφορά + τουρκ. -cu > τουρκ.
anagramανάγραμμα, λέξη που είναι προϊόν αναγραμματισμούελλ. > γαλλ. anagramme > τουρκ.
anahtarανοιχτήρι, κλειδίνεοελλ. ανοιχτήρι > τουρκ.
anakronikαναχρονιστικόςνεοελλ. > γαλλ. anachronique > τουρκ.
anakronizmαναχρονισμόςμεσν. ελλ. > γαλλ. anachronisme > τουρκ.
analistαναλυτήςνεοελλ. > γαλλ. analyste > τουρκ.
analitikαναλυτικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. analytique > τουρκ.
analizανάλυσηαρχ. ελλ. > γαλλ. analyse > τουρκ.
analjeziαναλγησίααρχ. ελλ. > γαλλ. analgésie > τουρκ.
analjezikαναλγητικόςαντιδ. αρχ. ελλ. αναλγησία > γαλλ. analgésique > νεοελλ., τουρκ.
analojiαναλογίααρχ. ελλ. > γαλλ. analogie > τουρκ.
analojikαναλογικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. analogique > τουρκ.
anamneziανάμνηση, ιστορικό ασθενούςαρχ. ελλ. > γαλλ. anamnésie > τουρκ.
anarşiαναρχία, αναστάτωσηαρχ. ελλ. > γαλλ. anarchie > τουρκ.
anarşiştαναρχικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. anarchiste > τουρκ.
anarşizmαναρχισμόςελλ. > γαλλ. anarchisme > τουρκ.
anartriαναρθρίααντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anarthrie > τουρκ., νεοελλ.
anasonγλυκάνισομετγν. ελλ. άνισον > τουρκ.
anatomiανατομίααντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > γαλλ. anatomie > τουρκ., νεοελλ.
anatomikανατομικόςαντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > μετγν. ελλ. ανατομικός > γαλλ. anatomique > νεοελλ., τουρκ.
anatomistανατόμοςνεοελλ. > γαλλ. anatomiste > τουρκ.
anavaşyaη ανάβαση των αποδημητικών ψαριών από τη Μεσόγειο στον Ε. Πόντο, αντίθ. του katavaşya, βλ. λέξηαρχ. ελλ. ανάβασις > μεσν. ελλ. αναβάσιον > τουρκ.
andemiενδημίαμετγν. ελλ. > γαλλ. endémie > τουρκ.
andemikενδημικόςελλ. > γαλλ. endémique > τουρκ.
andropozανδρόπαυσηελλ. > γαλλ. andropause > τουρκ.
anekdotανέκδοτοαντιδ. αρχ. ελλ. ανέκδοτος > γαλλ. anecdote > τουρκ., νεοελλ.
anemiαναιμίααρχ. ελλ. > γαλλ. anémie > τουρκ.
anemikαναιμικόςελλ. > γαλλ. anémique > τουρκ.
anemometreανεμόμετροελλ. > γαλλ. anémomètre > τουρκ.
anemonανεμώνηαρχ. ελλ. > γαλλ. anémone > τουρκ.
anesteziαναισθησίααρχ. ελλ. > γαλλ. anesthésie > τουρκ.
anesteziyolojikαναισθησιολογικόςελλ. > γαλλ. anesthésiologique > τουρκ.
anevrizmaανεύρυσμααντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anévrisme > τουρκ., νεοελλ.
angaryaαγγαρείααρχ. ελλ. άγγαρος, περσ. αρχής > μετγν. ελλ. αγγαρεύω > μετγν. ελλ. αγγαρεία > τουρκ.
anglofilαγγλόφιλοςνεοελλ. > αγγλ. anglophile > τουρκ.
anhidritανυδρίτηςελλ. > γαλλ. anhydrite > τουρκ.
anjiyo, anjiyografiαγγειογραφίαελλ. > τουρκ.
anjiyolojiαγγειολογία (ανατ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. angiologie > τουρκ.
ankilozαγκύλωσημετγν. ελλ. > γαλλ. ankylose > τουρκ.
anofelανωφελής κώνωψαρχ. ελλ. ανωφελής > γαλλ. anophèle > τουρκ.
anomaliανωμαλίααρχ. ελλ. > γαλλ. anomalie > τουρκ.
anonimανώνυμοςαρχ. ελλ. > γαλλ. anonyme > τουρκ.
anorganikανόργανοςμετγν. ελλ. > γαλλ. anorganique > τουρκ.
anotάνοδος (θετικό ηλεκτρόδιο)αρχ. ελλ. > γαλλ. anode > τουρκ.
ansefalitεγκεφαλίτιδαελλ. > γαλλ. encéphalite> τουρκ.
ansiklopediεγκυκλοπαίδειααντιδ. μετγν. ελλ. εγκυκλοπαιδεία > γαλλ. encyclopédie > τουρκ., νεοελλ.
ansiklopedikεγκυκλοπαιδικόςελλ. > γαλλ. encyclopédique > τουρκ.
ansiklopedistεγκυκλοπαιδιστήςελλ. > γαλλ. encyclopédiste > τουρκ.
antagonistανταγωνιστήςαρχ. ελλ. > γαλλ. antagoniste > τουρκ.
antagonizm, antagonizmaανταγωνισμόςνεοελλ. > γαλλ. antagonisme > τουρκ.
antarktikανταρκτικήαντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. antarctique > τουρκ., νεοελλ.
anteritεντερίτιδαελλ. > γαλλ. entérite > τουρκ.
antibiyotikαντιβιοτικόςελλ. > γαλλ. antibiotique > τουρκ.
antidemokratikαντιδημοκρατικόςνεοελλ. > γαλλ. anti-démocratique > τουρκ.
antihijyenikανθυγιεινόςνεοελλ. > γαλλ. antihygiénique > τουρκ.
antijenαντιγόνοελλ. > γαλλ. antigène > τουρκ.
antikiklonαντικυκλώναςελλ. > γαλλ. anticyclone > τουρκ.
antikorαντίσωμααρχ. ελλ. αντί + γαλλ. kor (corps) > τουρκ. antikor
antilopαντιλόπηαντιδ. μεσν. ελλ. ανθόλοψ > γαλλ. antilope > τουρκ., νεοελλ.
antinomiαντινομίαμετγν. ελλ. > γαλλ. antinomie > τουρκ.
antipatiαντιπάθειααρχ. ελλ. > γαλλ. antipathie > τουρκ.
antipatikαντιπαθητικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. antipathique > τουρκ.
antisepsiαντισηψίαελλ. > γαλλ. antisepsie > τουρκ.
antiseptikαντισηπτικόςελλ. > γαλλ. antiseptique > τουρκ.
antitezαντίθεσηαρχ. ελλ. > γαλλ. antithèse > τουρκ.
antitoksinαντιτοξίνηελλ. > γαλλ. antitoxine > τουρκ.
antolojiανθολογίαμετγν. ελλ. > γαλλ. anthologie > τουρκ.
antrasitανθρακίτηςαντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anthracite > τουρκ., νεοελλ.
antropoitανθρωποειδήςαρχ. ελλ. > γαλλ. anthropoïde > τουρκ.
antropologανθρωπολόγοςελλ. > γαλλ. anthropologue > τουρκ.
antropolojiανθρωπολογίαελλ. > γαλλ. anthropologie > τουρκ.
antropolojikανθρωπολογικόςελλ. > γαλλ. anthropologique > τουρκ.
antropomorfizmανθρωπομορφισμόςελλ. > γαλλ. anthropomorphisme > τουρκ.
antroposantrizmανθρωποκεντρισμόςελλ. > γαλλ. anthropocentrisme > τουρκ.
anyonανιόναντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anion > τουρκ., νεοελλ.
aortαορτήαρχ. ελλ. > γαλλ. aorte > τουρκ.
apokaliptikαποκαλυπτικόςμεσν. ελλ. > γαλλ. apocalyptique > τουρκ.
apokrifαπόκρυφοςαρχ. ελλ. > γαλλ. apocryphe > τουρκ.
apoşiαπόχημετγν. ελλ. υποχή > μεσν. ελλ. απόχη > τουρκ.
apostrofαπόστροφοςαρχ. ελλ. > γαλλ. apostrophe > τουρκ.
apraksiαπραξίααρχ. ελλ. > γαλλ. apraxie > τουρκ.
apsentαψέντιαντιδ. αρχ. ελλ. αψίνθιον > γαλλ. apsinthe > τουρκ., νεοελλ.
apsis (μαθ.)αψίδααρχ. ελλ. > γαλλ. abcisse > τουρκ.
apukuryaαποκριάνεοελλ. > τουρκ.
arakaαρακάςαρχ. ελλ. άρακος > τουρκ.
araşitαραχίδα, είδος φιστικιάςπιθ. αντιδ. μετγν. ελλ. αραχίδνα > γαλλ. arachide > τουρκ., νεοελλ. αραχίδα
areometreαραιόμετροελλ. > γαλλ. aréomètre > τουρκ.
argonαργόν (χημ.)αντιδ. αρχ. ελλ. αργός > γαλλ. argon > τουρκ., νεοελλ.
argonotαργοναύτης (είδος μαλακόστρακου)αρχ. ελλ. > γαλλ. argonaute > τουρκ.
aristoculukαριστοτελισμόςαρχ. ελλ. αριστο- + τουρκ. -culuk > τουρκ.
aristokrasiαριστοκρατίααρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratie > τουρκ.
aristokratαριστοκράτηςμετγν. ελλ. > γαλλ. aristocrate > τουρκ.
aristokratikαριστοκρατικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratique > τουρκ.
aristokratlıkαριστοκρατικότηταμετγν. ελλ. αριστοκράτης + τουρκ. -lık > τουρκ.
aritmetikαριθμητικήαρχ. ελλ. > γαλλ. arithmétique> τουρκ.
aritmiαρρυθμίααρχ. ελλ. > γαλλ. arythmie > τουρκ.
aritmikάρρυθμοςαρχ. ελλ. > γαλλ. arythmique > τουρκ.
arkaikαρχαϊκόςαρχ. ελλ. > γαλλ. archaïque > τουρκ.
arkaizmαρχαϊσμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. archaïsme > τουρκ.
arkeologαρχαιολόγοςμεσν. ελλ. > γαλλ. archéologue > τουρκ.
arkeolojiαρχαιολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. archéologie > τουρκ.
arkeolojikαρχαιολογικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. archéologique > τουρκ.
arketipαρχέτυποςμετγν. ελλ. > γαλλ. archétype > τουρκ.
arktikαρκτικήαντιδ. αρχ. ελλ. αρκτικός > γαλλ. arctique > τουρκ., νεοελλ.
armoni, harmoniαρμονίααρχ. ελλ. > γαλλ. harmonie > τουρκ.
armonikαρμονικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. harmonique > τουρκ.
armonyumαρμόνιοαντιδ. αρχ. ελλ. αρμονία > λατ. harmonia > γαλλ. harmonium > νεοελλ., τουρκ.
armuzο αρμός ανάμεσα στα ξύλα του καταστρώματος των πλοίωναρχ. ελλ. αρμός > τουρκ.
aromaάρωμααρχ. ελλ. > ιταλ. aroma > τουρκ.
aromalıαρωματισμένοςαρχ. ελλ. άρωμα + τουρκ. -lı > τουρκ.
aromaterapiαρωματοθεραπείαελλ. > γαλλ. aromathérapie > τουρκ.
aromatikαρωματικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. aromatique > τουρκ.
arsen, arsenikαρσενικό (χημ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. arsenic > τουρκ.
arşivαρχείοαρχ. ελλ. > γαλλ. archives > τουρκ.
arterαρτηρία (ανατ.), μτφ. κεντρική λεωφόροςαρχ. ελλ. > γαλλ. artère > τουρκ.
arteritαρτηρίτιδαελλ. > γαλλ. artérite > τουρκ.
artritαρθρίτιδααρχ. ελλ. αρθρίτις > γαλλ. arthrite > τουρκ.
artrozάρθρωσημετγν. ελλ. > γαλλ. arthrose > τουρκ.
asbestασβέστηςαρχ. ελλ. άσβεστος > γαλλ. asbeste > τουρκ.
asenkronασύγχρονοςελλ. > γαλλ. asynchrone > τουρκ.
asepsiασηψίαμεσν. ελλ. > γαλλ. asepsie > τουρκ.
aseptikασηπτικόςαρχ. ελλ. άσηπτος > μεσν. ελλ. ασηπτικός > γαλλ. aseptique > τουρκ.
asfaltάσφαλτοςμεσν. ελλ. > γαλλ. asphalte > τουρκ.
asimetriασυμμετρίααρχ. ελλ. > γαλλ. asymétrie > τουρκ.
asimetrikασύμμετροςαρχ. ελλ. > γαλλ. asymétrique > τουρκ.
asimptotασύμπτωτοςαρχ. ελλ. > γαλλ. asymptote > τουρκ.
asparagasδιογκωμένη είδησηαρχ. ελλ. ασπάραγος / ασφάραγος > αγγλ. asparagus > τουρκ. Η σημασία της τουρκ. λέξης φαίνεται ότι συνδέεται με το ρήμα σφαραγώ, που σημαίνει ηχώ, βροντώ
astarαστάριαντιδ. αρχ. ελλ. ιστός > μετγν. ελλ. ιστάριον > περσ. > τουρκ. astar > νεοελλ. αστάρι. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι περσ.
astigmatαστιγματικόςελλ. > γαλλ. astigmate > τουρκ.
astigmatizmαστιγματισμόςελλ. > γαλλ. astigmatisme > τουρκ.
astımάσθμααρχ. ελλ. > γαλλ. asthme > τουρκ. astım και παλαιότ. astma
astrofizikαστροφυσικήελλ. > γαλλ. astrophysique > τουρκ.
astrologαστρολόγοςαρχ. ελλ. > γαλλ. astrologue > τουρκ.
astrolojiαστρολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. astrologie > τουρκ.
astrolojikαστρολογικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. astrologique > τουρκ.
astronomαστρονόμοςαρχ. ελλ. > γαλλ. astronome > τουρκ.
astronomiαστρονομίααρχ. ελλ. > γαλλ. astronomie > τουρκ.
astronomikαστρονομικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. astronomique > τουρκ.
astronotαστροναύτηςελλ. > γαλλ. astronaute > τουρκ.
ataraksiyaαταραξίααρχ. ελλ. > γαλλ. ataraxie > τουρκ.
ateistαθεϊστήςελλ. > γαλλ. athéiste > τουρκ.
ateizmαθεϊσμόςελλ. > γαλλ. athéisme > τουρκ.
aterinaαθερίνα, είδος ψαριούαρχ. ελλ. αθερίνη > τουρκ.
atlasάτλανταςαρχ. ελλ. 'Aτλας > τουρκ.
atletαθλητής | ανδρικό εσωτερικό φανελάκι χωρίς μανίκιααρχ. ελλ. > γαλλ. athlète > τουρκ.
atletikαθλητικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. athlétique > τουρκ.
atletizmαθλητισμόςελλ. > γαλλ. athlétisme > τουρκ.
atmosferατμόσφαιραελλ. > γαλλ. atmosphère > τουρκ.
atmosferikατμοσφαιρικόςελλ. > γαλλ. atmosphèrique > τουρκ.
atomάτομο (χημ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. atome > τουρκ.
atomalατομικός (χημ.)αρχ. ελλ. άτομον + τουρκ. -mal > τουρκ.
atomikατομικός (χημ.)ελλ. > γαλλ. atomique > τουρκ.
avluαυλήαρχ. ελλ. > τουρκ.
ayandonκακοκαιρία που αρχίζει στις 18 Ιανουαρίου, την επομένη του Αγ. Αντωνίουνεοελλ. 'Αι Αντώνης > τουρκ.
ayazmaαγίασμαμετγν. ελλ. > τουρκ.
azelyaβλ. açelya
azoikαζωικόςελλ. > γαλλ. azoïque > τουρκ.
azotάζωτοελλ. > γαλλ. azote > τουρκ.
bakteriβακτήριοαντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. bactérie > τουρκ., νεοελλ.
bakteridiβακτηρίδιοαντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. bactéridie > τουρκ., νεοελλ.
bakteriyologβακτηριολόγοςελλ. > γαλλ. bactériologue > τουρκ.
bakteriyolojiβακτηριολoγίαελλ. > γαλλ. bactériologie > τουρκ.
bakteriyolojikβακτηριολoγικόςελλ. > γαλλ. bactériologique > τουρκ.
balgamφλέγμααρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
balistikβαλλιστικήαντιδ. μετγν. ελλ. βαλλίζω > γαλλ. balistique > τουρκ., νεοελλ.
balsamβάλσαμοαρχ. ελλ. βάλσαμον, πιθ. σημιτικό δάνειο > αγγλ. balsam > τουρκ.
balyoz, varyosβαριά, μεγάλο σφυρίμεσν. ελλ. βαριά > τουρκ.
banyoμπάνιο, λουτρόαντιδ. αρχ. ελλ. βαλανείον > λατ. balneum > ιταλ. bagno > τουρκ., νεοελλ. μπάνιο
barbarβάρβαροςαρχ. ελλ. > γαλλ. barbare > τουρκ.
barbarizmβαρβαρισμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. barbarisme > τουρκ.
baritonβαρύτονος (μουσ.)αντιδ. ελλ. > γαλλ. baryton > τουρκ., νεοελλ.
barografόργανο μέτρησης του ύψους αεροσκάφουςελλ. > γαλλ. barographe > τουρκ.
barometreβαρόμετροελλ. > γαλλ. baromètre > τουρκ.
baroskopόργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσηςελλ. > γαλλ. baroscope > τουρκ.
barutμπαρούτιαντιδ. μετγν. ελλ. πυρίτις > περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
batimetreβαθύμετρονεοελλ. > γαλλ. bathymètre > τουρκ.
batiskafβαθυσκάφοςελλ. > γαλλ. bathyscaphe > τουρκ.
bazβάση (χημ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. base > τουρκ.
bazilikaβασιλική, ανάκτορο (αρχιτεκτ.)μετγν. ελλ. βασιλική (στοά) > λατ. basilica > γαλλ. basilique > τουρκ.
belsemβλ. balsam
bezβαμβακερό ύφασμα | αδέναςαρχ. ελλ. βύσσος, πιθ. σημιτικό δάνειο > αραβ. > τουρκ.
bezelyeμπιζέλιαντιδ. μετγν. ελλ. πίσον > ιταλ. pisello > τουρκ., νεοελλ.
biberπιπέρι, πιπεριάαρχ. ελλ. πέπερι > μεσν. ελλ. πιπέρι(ον) > τουρκ.
bibliyofilβιβλιόφιλοςνεοελλ. > γαλλ. bibliophile > τουρκ.
bibliyografβιβλιογράφοςελλ. > γαλλ. bibliographe > τουρκ.
bibliyografikβιβλιογραφικόςνεοελλ. > γαλλ. bibliographique > τουρκ.
bibliyografya, bibliyografiβιβλιογραφίαμετγν. ελλ. > γαλλ. bibliographie > τουρκ.
bibliyomanβιβλιομανήςελλ. > γαλλ. bibliomane > τουρκ.
bibliyomaniβιβλιομανίαελλ. > γαλλ. bibliomanie > τουρκ.
bibliyotekβιβλιοθήκημετγν. ελλ. > γαλλ. bibliothèque > τουρκ.
bilarείδος πίσσας για το καλαφάτισμα των πλοίωνμετγν. ελλ. πιλάριον (= αλοιφή) > τουρκ.
biyoelektrikβιοηλεκτρισμόςελλ. > γαλλ. bioélectrique > τουρκ.
biyoenerjiβιοενέγειαελλ. > γαλλ. bioénergie > τουρκ.
biyofizikβιοφυσικήελλ. > γαλλ. biophysique > τουρκ.
biyografiβιογραφίαμεσν. ελλ. > γαλλ. biographie > τουρκ.
biyografikβιογραφικόςνεοελλ. > γαλλ. biographique > τουρκ.
biyologβιολόγοςελλ. > γαλλ. biologue > τουρκ.
biyolojiβιολογίαελλ. > γαλλ. biologie > τουρκ.
biyolojikβιολογικόςελλ. > γαλλ. biologique > τουρκ.
biyometeorolojiβιομετεωρολογίαελλ. > γαλλ. biométéorologie > τουρκ.
biyopsiβιοψίαελλ. > γαλλ. biopsie > τουρκ.
biyosferβιόσφαιραελλ. > γαλλ. biosphère > τουρκ.
bocurgatεργάτης, βαρούλκοτουρκ. boca (= απότομο άδειασμα) (< ιταλ. poggia) + αρχ. ελλ. εργάτης
bodoslamaποδόσταμα, ποδόστημααρχ. ελλ. ποδο- + -στημα > τουρκ.
bodrumμπουντρούμιαντιδ. αρχ. ελλ. ιππόδρομος > τουρκ. > νεοελλ.
boraμπόρααντιδ. αρχ. ελλ. βορράς > ιταλ. bora > τουρκ., νεοελλ.
borsaχρηματιστήριο, αγοράαρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > ιταλ. borsa > τουρκ.
botanikβοτανικήμετγν. ελλ. > γαλλ. botanique > τουρκ.
brakisefalβραχυκέφαλος ελλ. > γαλλ. brachycéphale > τουρκ.
breβρε, μπρεμωρέ, κλητ. του αρχ. ελλ. μωρός > μρε > μεσν. ελλ. βρε > τουρκ.
bromβρόμιο (χημ.)αντιδ. μετγν. ελλ. βρόμος (= δυσάρεστη οσμή) > γαλλ. brome > τουρκ., νεοελλ.
bronşβρόγχοςαρχ. ελλ. > γαλλ. bronche > τουρκ.
bronşitβρογχίτιδαελλ. > γαλλ. bronchite > τουρκ.
buatηλεκτρικό κουτίαντιδ. αρχ. ελλ. πύξος > μετγν. ελλ. πυξίς > λατ. buxida > γαλλ. boîte > τουρκ., νεοελλ. μπουάτ
buladaπουλάδα, μικρή κότανεοελλ. > τουρκ.
bulgurπλιγούρι, πνιγούρινεοελλ. > τουρκ.
burçπύργος | ζώδιο | ιξός (βοτ.)αρχ. ελλ. πύργος, αβέβ. ετύμου > αραβ. > τουρκ.
bürokrasiγραφειοκρατίαγαλλ. bureau + αρχ. ελλ. -κρατία > γαλλ. bureaucratie > τουρκ.
bursυποτροφίααρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > γαλλ. bourse > τουρκ.
butikμικρό κατάστημααρχ. ελλ. αποθήκη > γαλλ. boutique > τουρκ.
çaçaπαλαιός ναύτης εμπορικού πλοίου | γυναίκα εργαζόμενη σε οίκο ανοχήςπιθ. ιταλ. zia (= θεία) > μεσν. ελλ. τσα, με αναδίπλωση. Κατ' άλλη άποψη από το βουλγ. tsitsa (= θεία)
çağanozκάβουραςμεσν. ελλ. τασαγανός > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
çanakτσανάκιαντιδ. μετγν. ελλ. σαννάκιον (= είδος ποτηριού) > τουρκ. > νεοελλ. Η λ. σαννάκιον απαντά μόνο στον Αθήναιο, ο οποίος αναφέρει ότι είναι "έκπωμα περσικόν", δηλ. ποτήρι περσικό. Κατ' άλλη άποψη η λ. çanak είναι τουρκική. Και είναι πολύ πιθανό τούτο, εφόσον απαντά σε τουρκικές γλώσσες πριν από τον 11ο αιώνα, χωρίς σύνδεση με άλλες γλώσσες. Υπάρχει όμως και μια άλλη τουρκική λ., λαϊκή περισσότερο, με την ίδια σημασία, η λ. senek (= ξύλινο δοχείο νερού), η οποία μορφολογικά αλλά και σημασιολογικά είναι πλησιέστερη προς το σαννάκιον. Κι αυτή βέβαια απαντά σε τουρκικές γλώσσες πριν από τον 11ο αιώνα και μάλιστα είναι αγν. ετύμου, σύμφωνα με τον πρώτο Τούρκο μελετητή της τουρκικής γλώσσας, που έγραψε το λεξικό του το 1074, Kâşgarlı Mahmud. Και είναι πολύ πιο πιθανό η λ. σαννάκιον να αποτελεί την πηγή της τουρκικής senek, αν λάβουμε υπόψη ότι οι Τούρκοι στις δάνειες λέξεις τον φθόγγο / a / συχνά τον μετατρέπουν σε / e / (πβ. semer < σαμάρι, mermer < μάρμαρο, mengene < μάγγανον κ.λπ.) παρά της λ. çanak -αν πρέπει οπωσδήποτε να συνδέσουμε κάποια από τις δύο με την ελληνική λέξη!
çatra patraέτσι κι έτσι, κουτσά στραβά (για τη γνώση μιας γλώσσας)αντιδ. μεσν. ελλ. σάταλα πάταλα > τουρκ. > νεοελλ. τσάτρα πάτρα
çembaloμουσικό όργανοαντδ. αρχ. ελλ. κύμβαλον > λατ. cymbalum > ιταλ. cembalo > νεοελλ., τουρκ.
çeteleεγκοπήμεσν. ελλ. σχεδάριον, υποκορ. του μετγν. ελλ. σχέδιον > λατ. schedula > ιταλ. cédola > τουρκ.
cibreτσίπουρομεσν. ελλ. τσίπουρον > τουρκ. Τα ελληνικά ετυμολογικά λεξικά πιθανολογούν ότι η λέξη τσίπουρο είναι τουρκική. Κατ' άλλη άποψη η λέξη συνδέεται με το μετγν. ελλ. σίκερα (= οινοπνευματώδες ποτό) εβραϊκής αρχής. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
cımbızτσιμπιδάκι, λαβίδαπιθ. αρχ. ελλ. εμπίς (= είδος εντόμου) με την επίδραση του τσιμπώ > νεοελλ. τσιμπίδα > τουρκ.
cimnastikβλ. jimnastik
çingeneΤσιγγάνοςμεσν. ελλ. αθίγγανος (α- στερητικό + θιγγάνω) > ατσίγγανος > τσιγγάνος > τουρκ.
cinsγένος, φύλο, είδοςπιθ. αρχ. ελλ. γένος, λατ. genus > αραβ. cins > τουρκ.
çipilμάτι που έχουν πέσει οι βλεφαρίδες του | βρόμικοςμεσν. ελλ. τσίμπλα > τουρκ.
çipura, çupraτσιπούρααρχ. ελλ. ίππουρος > μεσν. ελλ. τσιππούρα > τουρκ.
ciroτζίροςαντιδ. μετγν. ελλ. γύρος > λατ. gyrus > ιταλ. giro > τουρκ., νεοελλ.
çirozτσίροςπιθ. αρχ. ελλ. κηρίς (= είδος ψαριού) μεσν. ελλ. τσίρος > τουρκ.
çıvgarζευγάρι ζώωναρχ. ελλ. ζευγάριον > τουρκ.
coğrafiγεωγραφικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. géographie > τουρκ.
coğrafyaγεωγραφίαμετγν. ελλ. > γαλλ. géographie > τουρκ.
coğrafyacıγεωγράφοςμετγν. ελλ. > γαλλ. géographe + τουρκ. -cı > τουρκ.
çotraτσότρα, ξύλινο δοχείο νερούαντιδ. αρχ. ελλ. κοτύλη (= κοιλότητα, κύπελλο) > λατ. cotyla > ιταλ. ciòtola > ρουμ. ciutură > τουρκ. çotra > νεοελλ. τσότρα
cümbüşσυμπόσιο, διασκέδασηαντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. συμπόσιον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. τσιμπούσι. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
çupra, çipuraτσιπούρααρχ. ελλ. ίππουρος > μεσν. ελλ. τσιππούρα > τουρκ.].
dağarταγάριμεσν. ελλ. ταγάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ταγή (= μερίδα ζωοτροφής) > περσ. > παλ. τουρκ. tağar > σύγχρ. τουρκ. dağar
daktilograf, daktiloδακτυλογράφοςελλ. > γαλλ. dactylographe και συντετμ. dactylo > τουρκ.
daktilografiδακτυλογραφίαελλ. > γαλλ. dactylographie > τουρκ.
daktiloskopiδακτυλοσκοπίαελλ. > γαλλ. dactyloscopie > τουρκ.
defneδάφνηαρχ. ελλ. > τουρκ.
defterτεφτέρι, δεφτέριαντιδ. μεσν. ελλ. διφθέριον > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ. τεφτέρι
deistθεϊστήςελλ. > γαλλ. déiste > τουρκ.
deizmθεϊσμόςελλ. > γαλλ. déisme > τουρκ.
dekagramδέκα γραμμάριαελλ. > γαλλ. décagramme > τουρκ.
dekalitreδεκάλιτροελλ. > γαλλ. décalitre > τουρκ.
dekametreδεκάμετροελλ. > γαλλ. décamètre > τουρκ.
dekasterδέκα κυβ. μέτρααρχ. ελλ. δέκα + γαλλ. stère (= 1 κυβικό μέτρο καυσόξυλα) > τουρκ.
dekatlonδέκαθλοελλ. > γαλλ. décathlon > τουρκ.
demagogδημαγωγόςαρχ. ελλ. > γαλλ. démagogue > τουρκ.
demagojiδημαγωγίααρχ. ελλ. > γαλλ. démagogie > τουρκ.
demagojikδημαγωγικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. démagogique > τουρκ.
demetδεμάτιμετγν. ελλ. δεμάτιον > τουρκ.
demiurgosδημιουργός, ο παράγων υπέρ του δήμουαρχ. ελλ. > τουρκ.
demografδημογράφοςελλ. > γαλλ. démographe > τουρκ.
demografiδημογραφίαελλ. > γαλλ. démographie > τουρκ.
demografikδημογραφικόςνεοελλ. > γαλλ. démographique > τουρκ.
demokrasiδημοκρατίααρχ. ελλ. > γαλλ. démocratie > τουρκ.
demokratδημοκράτηςαρχ. ελλ. > γαλλ. démocrate > τουρκ.
demokratikδημοκρατικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. démocratique > τουρκ.
demokratlıkδημοκρατίααρχ. ελλ. δημοκράτης + τουρκ. -lık > τουρκ.
deontolojiδεοντολογίαελλ. > γαλλ. déontologie > τουρκ.
deontolojikδεοντολογικόςελλ. > γαλλ. déontologique > τουρκ.
deri δέρμαπιθ. αρχ. ελλ. δέρας, δέρμα > τουρκ.
dermatitδερματίτιδαελλ. > γαλλ. dermatite > τουρκ.
dermatologδερματολόγοςελλ. > γαλλ. dermatologue > τουρκ.
dermatolojiδερματολογίαελλ. > γαλλ. dermatologie > τουρκ.
dermatolojikδερματολογικόςελλ. > γαλλ. dermatologique > τουρκ.
despotδεσπότης, μητροπολίτηςαρχ. ελλ. > τουρκ.
despotikδεσποτικός, αυταρχικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. despotique > τουρκ.
despotizmδεσποτισμόςελλ. > γαλλ. despotisme > τουρκ.
diasporaδιασπορά, μετανάστευσημετγν. ελλ. > ιταλ. diaspora > τουρκ.
didaktikδιδακτικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. didactique > τουρκ.
difanaδίφανο, τριπλό δίχτυ ψαρέματοςνεοελλ. δίφανα, πληθ. του επιθ. δίφανο (= δίχτυ με δύο φανιές, δηλ. όψεις με μεγάλες θηλιές) > τουρκ.
difteriδιφθερίτιδαελλ. > γαλλ. diphtérie > τουρκ.
diftongδίφθογγοςμετγν. ελλ. > γαλλ. diphtongue > τουρκ.
dikelδικέλλιαρχ. ελλ. δίκελλα > μεσν. ελλ. δικέλλι > τουρκ.
dilemmaδίλημμαμετγν. ελλ. > τουρκ.
dimiδίμιτο, ύφασμα με πυκνή ύφανσημεσν. ελλ. δίμιτον > τουρκ.
dinamikδυναμικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. dynamique > τουρκ.
dinamitδυναμίτηςελλ. > γαλλ. dynamite > τουρκ.
dinamizmδυναμισμόςελλ. > γαλλ. dynamisme > τουρκ.
dinamoδυναμόελλ. > γαλλ. dynamo > τουρκ.
dinamometreδυναμόμετροελλ. > γαλλ. dynamomètre > τουρκ.
dinozorδεινόσαυροςελλ. > γαλλ. dinosaure > τουρκ.
diplomaδίπλωμααρχ. ελλ. > ιταλ. diploma > τουρκ.
diplomalıδιπλωματούχοςαρχ. ελλ. δίπλωμα + τουρκ. -lı > τουρκ.
diplomasiδιπλωματίαελλ. > γαλλ. diplomatie > τουρκ.
diplomasızχωρίς δίπλωμααρχ. ελλ. δίπλωμα + τουρκ. -sız > τουρκ.
diplomatδιπλωμάτηςελλ. > γαλλ. diplomate > τουρκ.
diplomatikδιπλωματικόςελλ. > γαλλ. diplomatique > τουρκ.
diplomatlıkδιπλωματίαελλ. > γαλλ. diplomate + τουρκ. -lık > τουρκ.
diren, dirgenδικράνι, γεωργικό εργαλείοαρχ. ελλ. δίκρανον > τουρκ.
dirhemδράμιαντιδ. *δράχμιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. δραχμή > αραβ. dirhem > τουρκ. dirhem, μεσν. ελλ. δράμιον > νεοελλ. δράμι
diskδίσκοςαρχ. ελλ. > γαλλ. disque > τουρκ.
diskotekντισκοτέκαντιδ. αρχ. ελλ. δίσκος + θήκη > γαλλ. discothèque > νεοελλ., τουρκ.
ditirampδιθύραμβοςαρχ. ελλ. > γαλλ. dithyrambe > τουρκ.
diyabetσακχαρώδης διαβήτηςμετγν. ελλ. > γαλλ. diabète > τουρκ.
diyabetikδιαβητικόςνεοελλ. > γαλλ. diabétique > τουρκ.
diyaframδιάφραγμααρχ. ελλ. > γαλλ. diaphragme > τουρκ.
diyagonalδιαγώνιοςμετγν ελλ. > γαλλ. diagonal > τουρκ.
diyagramδιάγραμμααρχ. ελλ. > γαλλ. diagramme > τουρκ.
diyakozδιάκοςμεσν. ελλ. > τουρκ.
diyakroniδιαχρονίαελλ. > γαλλ. diachronie > τουρκ.
diyakronikδιαχρονικόςελλ. > γαλλ. diachronique > τουρκ.
diyalektδιάλεκτοςαρχ. ελλ. > γαλλ. dialecte > τουρκ.
diyalektikδιαλεκτικήαρχ. ελλ. > γαλλ. dialectique > τουρκ.
diyalektolojiδιαλεκτολογίαελλ. > γαλλ. dialectologie > τουρκ.
diyalektolojikδιαλεκτολογικόςελλ. > γαλλ. dialectologique > τουρκ.
diyalelδιαλογισμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. diallèle > τουρκ.
diyalizδιάλυση, ανάλυσηαρχ. ελλ. > γαλλ. dialyse > τουρκ.
diyalogδιάλογοςαρχ. ελλ. > γαλλ. dialogue > τουρκ.
diyapazonδιαπασώναρχ. ελλ. > γαλλ. diapason > τουρκ.
diyastazδιάστασηαρχ. ελλ. > γαλλ. diastase > τουρκ.
diyastolδιαστολή (ιατρ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. diastole > τουρκ.
diyetδίαιτααρχ. ελλ. > γαλλ. diète > τουρκ.
diyetetikδιαιτητικήελλ. > γαλλ. diététique > τουρκ.
diyezδίεσηαρχ. ελλ. > γαλλ. dièse > τουρκ.
diyoptriδιοπτρία, μονάδα ισχύος φακώνελλ. > γαλλ. dioptrie > τουρκ.
dizanteriδυσεντερίααρχ. ελλ. > γαλλ. dysenterie > τουρκ.
dogmaδόγμααρχ. ελλ. > γαλλ. dogme > τουρκ.
dogmatikδογματικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. dogmatique > τουρκ.
dogmatizmδογματισμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. dogmatisme > τουρκ.
dolikosefalδολιχοκέφαλος, μακροκέφαλοςελλ. > γαλλ. dolichocéphale > τουρκ.
dozδόσηαρχ. ελλ. > γαλλ. dose > τουρκ.
dragonδράκοντας, δραγόνοςαντιδ. αρχ. ελλ. δράκων > λατ. draco > γαλλ. dragon > τουρκ., νεοελλ. δραγόνος
drahmiδραχμήαρχ. ελλ. > τουρκ.
drahomaτράχωμα, προίκα σε μετρητάμεσν. ελλ. *τραχώνω (= προικίζω με τραχύ, δηλ. ασημένιο νόμισμα) > τουρκ.
drajeκουφέτοαρχ. ελλ. τράγημα (= ξηρός καρπός) > λατ. tragemata > γαλλ. dragée > τουρκ.
dramδράμααρχ. ελλ. > γαλλ. drame > τουρκ.
dramatikδραματικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. dramatique > τουρκ.
dramaturgδραματουργόςμετγν. ελλ. > γαλλ. dramaturge > τουρκ.
dramaturjiδραματουργίαμετγν. ελλ. > γαλλ. dramaturgie > τουρκ.
droseragillerείδος φυτούαρχ. ελλ. δροσερά + τουρκ -giller > τουρκ.
düvenδουκάνη, δοκάνη, εργαλείο αλωνίσματοςαρχ. ελλ. τυκάνη > νεοελλ. δουκάνη > τουρκ.
efendiαφέντηςαρχ. ελλ. αυθέντης > μεσν. ελλ. αφέντης > τουρκ.
efendilikαφεντιάμεσν. ελλ. αφέντης + τουρκ. -lik > τουρκ.
egemenκυρίαρχος, ανεξάρτητοςαρχ. ελλ. ηγεμών > τουρκ.
egoistεγωιστήςελλ. > γαλλ. egoïste > τουρκ.
egoizmεγωισμόςελλ. > γαλλ. egoïsme > τουρκ.
egzamaέκζεμαμετγν. ελλ. > τουρκ.
egzogamiεξωγαμίανεοελλ. > γαλλ. exogamie > τουρκ.
egzotikεξωτικόςαντιδ. αρχ. ελλ. έξω > αρχ. ελλ. εξωτικός > γαλλ. exotique > τουρκ., νεοελλ.
eklektikεκλεκτικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. éclectique > τουρκ.
eklektizmεκλεκτισμός, εκλεκτικισμόςελλ. > γαλλ. éclectisme > τουρκ.
ekliptikεκλειπτικήμετγν. ελλ. > γαλλ. écliptique > τουρκ.
ekoηχώαρχ. ελλ. > γαλλ. écho > τουρκ.
ekolσχολή, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό ρεύμααρχ. ελλ. σχολή > λατ. schola > γαλλ. école > τουρκ., πβ. okul
ekolaliηχολαλίαελλ. > γαλλ. echolalie > τουρκ.
ekologοικολόγοςελλ. > γαλλ. écologue > τουρκ.
ekolojiοικολογίαελλ. > γαλλ. écologie > τουρκ.
ekolojikοικολογικόςελλ. > γαλλ. écologique > τουρκ.
ekonometriοικονομετρίαελλ. > γαλλ. économétrie > τουρκ.
ekonomiοικονομίααρχ. ελλ. > γαλλ. économie > τουρκ.
ekonomikοικονομικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. économique > τουρκ.
ekonomistοικονομολόγοςελλ. > γαλλ. économiste > τουρκ.
ekopraksiηχοπραξία, ηχοκινησίαελλ. > γαλλ. échopraxie > τουρκ.
eksenάξοναςαρχ. ελλ. άξων > τουρκ.
elastikελαστικόςαντιδ. μετγν. ελλ. ελαστός > γαλλ. élastique > τουρκ., νεοελλ.
elastikîελαστικόςμετγν. ελλ. ελαστός > γαλλ. élastique + αραβ. -î > τουρκ.
elastikiyetελαστικότηταελλ. > γαλλ. élastique + αραβ. -iyyet > τουρκ.
elektrikηλεκτρικόςελλ. > γαλλ. électrique > τουρκ.
elektrikçiηλεκτρολόγοςελλ. > γαλλ. électrique + τουρκ. -çi > τουρκ.
elektriklenmekηλεκτρίζωελλ. > γαλλ. électrique + τουρκ. -lenmek > τουρκ.
elektrolitηλεκτρολύτηςελλ. > γαλλ. électrolyte > τουρκ.
elektrolizηλεκτρόλυσηελλ. > γαλλ. électrolyse > τουρκ.
elektromanyetizmaηλεκτρομαγνητισμόςελλ. > γαλλ. électromagnetisme > τουρκ.
elektromekanikηλεκτρομηχανικόςελλ. > γαλλ. électromécanique > τουρκ.
elektronηλεκτρόνιοελλ. > γαλλ. électron > τουρκ.
elektronikηλεκτρονικόςελλ. > γαλλ. électronique > τουρκ.
elektroskopηλεκτροσκόπιοελλ. > γαλλ. électroscope > τουρκ.
elektrostatikηλεκτροστατικήελλ. > γαλλ. électrostatique > τουρκ.
elektrotηλεκτρόδιοελλ. > γαλλ. électrode > τουρκ.
elipsέλλειψη (γεωμ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. ellipse > τουρκ.
elipsoitελλειψοειδήςελλ. > γαλλ. ellipsoïde > τουρκ.
eliptikελλειπτικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. elliptique > τουρκ.
embriyolojiεμβρυολογίαελλ. > γαλλ. embryologie > τουρκ.
embriyolojikεμβρυολογικόςελλ. > γαλλ. embryologique > τουρκ.
embriyonέμβρυοαρχ. ελλ. > γαλλ. embryon > τουρκ.
endemikενδημικόςελλ. > γαλλ. endémique > τουρκ.
endokrinενδοκρινήςελλ. > γαλλ. endocrine > τουρκ.
endokrinolojiενδοκρινολογίαελλ. > γαλλ. endocrinologie > τουρκ.
endokrinolojikενδοκρινολογικόςελλ. > γαλλ. endocrinologique > τουρκ.
endoskopενδοσκόπιοελλ. > γαλλ. endoscope > τουρκ.
endoskopiενδοσκοπίαελλ. > γαλλ. endoscopie > τουρκ.
enerjiενέργειααρχ. ελλ. > γαλλ. énergie > τουρκ.
enerjikενεργειακός | ενεργητικόςαρχ. ελλ. ενεργητικός > γαλλ. énergique > τουρκ.
engebeεδαφική διαμόρφωση και ανωμαλίααρχ. ελλ. εγκόπτω > μετγν. ελλ. εγκοπή > τουρκ.
enginarαγκινάρααρχ. ελλ. κυνάρα > μετγν. ελλ. κινάρα > μεσν. ελλ. αγκινάρα > τουρκ.
entelekyaεντελέχειααρχ. ελλ. > τουρκ.
entimemενθύμημα (λογ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. enthymème > τουρκ.
entomolojiεντομολογίαελλ. > γαλλ. entomologie > τουρκ.
entomolojikεντομολογικόςελλ. > γαλλ. entomologique > τουρκ.
entomolojistεντομολόγοςελλ. > γαλλ. entomologiste > τουρκ.
entropiεντροπία (στατιστ.)αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. entropie > τουρκ., νεοελλ.
enzimένζυμοαντιδ. μεσν. ελλ. ένζυμος > γαλλ. enzym > νεοελλ., τουρκ.
epidemiεπιδημίααρχ. ελλ. > γαλλ. épidémie > τουρκ.
epidemikεπιδημικόςνεοελλ. > γαλλ. épidémique > τουρκ.
epidemiolojiεπιδημιολογίαελλ. > γαλλ. épidémiologie > τουρκ.
epidermεπιδερμίδααρχ. ελλ. επιδερμίς > γαλλ. épiderme > τουρκ.
epifitεπίφυτος, παράσιτο φυτόελλ. > γαλλ. épiphyte > τουρκ.
epigrafiεπιγραφικήμετγν. ελλ. επιγραφικός > γαλλ. épigraphie > τουρκ.
epigramεπίγραμμααρχ. ελλ. > γαλλ. épigramme > τουρκ.
epikεπικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. épique > τουρκ.
epikeremεπιχείρημααρχ. ελλ. > γαλλ. épichérème > τουρκ.
epilepsiεπιληψίααρχ. ελλ. > γαλλ. épilepsie > τουρκ.
epileptikεπιληπτικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. épileptique > τουρκ.
epilogεπίλογοςαρχ. ελλ. > γαλλ. épilogue > τουρκ.
episantırεπίκεντρο σεισμούαρχ. ελλ. επίκεντρον > γαλλ. épicentre > τουρκ.
epistemolojiεπιστημολογίαελλ. > γαλλ. épistémologie > τουρκ.
epistemolojikεπιστημολογικόςελλ. > γαλλ. épistémologique > τουρκ.
epitelyumεπιθήλιοελλ. > γαλλ. épithelium > τουρκ.
epopeεποποιίααρχ. ελλ. > γαλλ. épopée > τουρκ.
erganunόργανο εκκλησιαστικόαρχ. ελλ. όργανον > τουρκ.
ergonomiεργονομίαελλ. > γαλλ. ergonomie > τουρκ.
ergonomikεργονομικόςελλ. > αγγλ. ergonomic > τουρκ.
eristikεριστικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. éristique > τουρκ.
erkete (argo)παρακολούθηση κάποιουαρχ. ελλ. έρχεται > τουρκ.
eroinηρωίνηαντιδ. αρχ. ελλ. ηρωίνη > γαλλ. héroïne > τουρκ., νεοελλ.
erosέρωςαρχ. ελλ. > γαλλ. éros > τουρκ.
erosalερωτικόςαρχ. ελλ. έρως > γαλλ. éros + τουρκ. -al > τουρκ.
erotikερωτικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. érotique > τουρκ.
erotizmερωτισμόςελλ. > γαλλ. érotisme > τουρκ.
eskatologyaεσχατολογίαελλ. > τουρκ.
eskizσχεδιάγραμμα, προσχέδιομετγν. ελλ. σχέδιον > γαλλ. esquisse > τουρκ.
estetikαισθητικός, αισθητικήαρχ. ελλ. > γαλλ. esthétique > τουρκ.
estetikçiαισθητικός (ουσ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. esthétique + τουρκ. -çi > τουρκ.
estetizmαισθητισμόςελλ. > γαλλ. esthétisme > τουρκ.
eterαιθέραςαρχ. ελλ. αιθήρ > λατ. aether > γαλλ. éther > τουρκ.
etikηθική (ουσ.), ηθικός (επίθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. éthique > τουρκ.
etimolojiετυμολογίαμετγν. ελλ. > γαλλ. étymologie > τουρκ.
etimolojikετυμολογικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. étymologique > τουρκ.
etiyolojiαιτιολογίαμετγν. ελλ. > γαλλ. étiologie > τουρκ.
etiyolojikαιτιολογίαμετγν. ελλ. > γαλλ. étiologique > τουρκ.
etnikεθνικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. ethnique > τουρκ.
etnografikεθνογραφικόςελλ. > γαλλ. ethnographique > τουρκ.
etnografyaεθνογραφίαελλ. > γαλλ. ethnographie > τουρκ.
etnologεθνολόγοςελλ. > γαλλ. ethnologue > τουρκ.
etnolojiεθνολογίαελλ. > γαλλ. ethnologie > τουρκ.
etnolojikεθνολογικόςελλ. > γαλλ. ethnologique > τουρκ.
etolojiηθολογία (βιολ.)νεοελλ. > γαλλ. éthologie > τουρκ.
etolojikηθολογικός (βιολ.)νεοελλ. > γαλλ. éthologique > τουρκ.
etüvαποστειρωτήραςαρχ. ελλ. τύφω (= καπνίζω) > γαλλ. étuve > τουρκ.
evdemonizmευδαιμονισμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. eudémonisme > τουρκ.
evlekαυλακιά, αυλάκιμετγν. ελλ. αυλάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. αύλαξ > νεοελλ. αυλάκι > τουρκ.
ezoterikεσωτερικός, μυστικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. ésotérique > τουρκ.
fagositφαγοκύτταροελλ. > γαλλ. phagocyte > τουρκ.
fagositozφαγοκυττάρωση, φαγοκύτωσηελλ. > γαλλ. phagocytose > τουρκ.
falakaφάλαγγαςαρχ. ελλ. φάλαγξ > αραβ. > τουρκ.
fallusφαλλός, το ανδρικό γεννητικό όργανοαρχ. ελλ. > λατ. phallus > τουρκ.
falyanosείδος φάλαιναςαρχ. ελλ. φάλλαινα > τουρκ.
fangriφαγγρί, είδος ψαριούμεσν. ελλ. φαγρίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. φάγρος > μεσν. ελλ. φαγγρί > τουρκ.
fantasmaφάντασμα, οπτασίααρχ. ελλ. > γαλλ. fantasme > τουρκ.
fantastikφανταστικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. fantastique > τουρκ.
fantaziyeβλ. fantezi
fantazyaεπίδειξη αράβων ιππέων σε γιορτέςαρχ. ελλ. φαντασία > τουρκ.
fanteziφαντασία, φαντασίωση, φανταστικόςαρχ. ελλ. φαντασία > γαλλ. fantaisie > τουρκ.
fanusφανόςαρχ. ελλ. > τουρκ.
fanyaπρόσθετο αλιευτικό δίχτυ με μεγάλα "μάτια", δηλ. θηλιέςνεοελλ. φανιά (= όψη, πλευρά διχτυού με μεγάλες θηλιές) > τουρκ.
farφανάρι τροχοφόρωνμετγν. ελλ. φάρος > γαλλ. phare > τουρκ.
farenjitφαρυγγίτιδαελλ. > γαλλ. pharyngite > τουρκ.
farmakolojiφαρμακολογίαελλ. > γαλλ. pharmacologie > τουρκ.
farmakolojikφαρμακολογικόςελλ. > γαλλ. pharmacologique > τουρκ.
fasulyeφασόλιμεσν. ελλ. φασηόλιον > τουρκ.
faytonπαϊτόνι, άμαξα | είδος πουλιούαρχ. ελλ. Φαέθων > γαλλ. phaéton > τουρκ. fayton, payton, βλ. λέξη
fazφάσηαρχ. ελλ. > γαλλ. phase > τουρκ.
felsefeφιλοσοφίααρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
fenerφανάρινεοελλ. > τουρκ.
fenomenφαινόμενοαρχ. ελλ. > γαλλ. phénomène > τουρκ.
fenomenizmφαινομενισμόςελλ. > γαλλ. phénomènisme > τουρκ.
fenomenolojiφαινομενολογίαελλ. > γαλλ. phénoménologie > τουρκ.
fenomenolojikφαινομενολογικόςελλ. > γαλλ. phénoménologique > τουρκ.
feraceφερετζέςπιθ. αντιδ. μεσν. ελλ. φορεσία > αραβ. > τουρκ., νεοελλ. φερετζές
fesleğenβασιλικός (φυτ.)μετγν. ελλ. > τουρκ.
feylesofφιλόσοφοςαρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
fıçıβουτσί, μεγάλο βαρέλιμετγν. ελλ. βούττις > μετγν. ελλ. βουττίον > μεσν. ελλ. βουτσίον > νεοελλ. βουτσί > τουρκ.
fidanνεαρό φυτό, φυντάνιαντιδ. μετγν. ελλ. φυτάνη > τουρκ. fidan > νεοελλ. φυντάνι
fideνεαρό φυτό για μεταφύτευσηαρχ. ελλ. φυτόν ή φυτεία > τουρκ.
fiğβίκος (βοτ.)μετγν. ελλ. βικίον > τουρκ.
filantropφιλάνθρωποςαρχ. ελλ. > γαλλ. philantrope > τουρκ.
filarmoniφιλαρμονία, αγάπη προς τη μουσικήελλ. > γαλλ. philharmonie > τουρκ.
filarmonikφιλαρμονικήελλ. > γαλλ. philharmonique > τουρκ.
filateliφολοτελισμόςαρχ. ελλ. φίλος + ατέλεια > γαλλ. philatélie > τουρκ.
filenkστρογγυλά δοκάρια που τοποθετούνται κάτω από μεγάλα βάρη, ιδίως σκάφη, για να διευκολύνουν τη μετακίνησή τουςμετγν. ελλ. φαλάγγιον (= στρογγυλό ξύλο), υποκορ. του αρχ. ελλ. φάλαγξ > τουρκ.
filikaφελούκα, βάρκα έκτακτης ανάγκης πλοίουπιθ. αντιδ. μετγν. ελλ. εφόλκιον > αραβ. > ιταλ. feluca > τουρκ., νεοελλ. φελούκα
filiskinφλησκούνιαρχ. ελλ. βλήχων / γλήχων > μεσν. ελλ. βλησκούνι(ο)ν / φλησκούνιν > τουρκ.
filizβλαστόςπιθ. αρχ. ελλ. φυλλίς, υποκορ. του φύλλον > τουρκ.
filizîανοιχτό πράσινο χρώμα του βλαστούπιθ. αρχ. ελλ. φυλλίς > τουρκ. filiz + αραβ. -î
filokseraφυλλοξήρα, φυλλοξέραελλ. > γαλλ. phylloxéra > τουρκ.
filologφιλόλογοςαρχ. ελλ. > γαλλ. philologue > τουρκ.
filolojiφιλολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. philologie > τουρκ.
filolojikφιλολογικόςμεσν. ελλ. φιλολογικός > γαλλ. philologique > τουρκ.
filozφελλός που χρησιμοποιείται στα δίχτυα των ψαράδωναρχ. ελλ. φελλός > τουρκ.
filozofφιλόσοφοςαρχ. ελλ. > γαλλ. philosophe > τουρκ.
filozofikφιλοσοφικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. philosophique > τουρκ.
fındıkφουντούκιαντιδ. αρχ. ελλ. Πόντος > μετγν. ελλ. ποντικόν (κάρυον) > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ.
fırçaβούρτσαπιθ. αρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > μεσν. ελλ. *βύρτσα, από το βυρτσίζω > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη από το αρχ. γερμ. burstja ή το αλβ. vurcë. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
fireφύρααρχ. ελλ. φυρώ (= αναμειγνύω) > μεσν. ελλ. φύρα > τουρκ.
firfiriλαμπρό κόκκινο χρώμααρχ. ελλ. πορφύρα > αραβ. > τουρκ.
fiskeφούσκα, φουσκάλα | φούσκος, το χαστούκιαρχ. ελλ. φύσκη > μετγν. ελλ. φούσκα > τουρκ.
fışkıκοπριάαρχ. ελλ. φύσκη > μετγν. ελλ. φύσκιον > νεοελλ. φουσκί > τουρκ.
fıstıkφιστίκιαντιδ. μετγν. ελλ. πιστάκιον, υποκορ. του πιστάκη, αβέβ. ετύμου > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ.
fitopatolojiφυτοπαθολογίαελλ. > γαλλ. phytopathologie > τουρκ.
fitopatolojikφυτοπαθολογικόςελλ. > γαλλ. phytopathologique > τουρκ.
fizikφυσικήαρχ. ελλ. > γαλλ. physique > τουρκ.
fizyolojiφυσιολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. physiologie > τουρκ.
fizyolojikφυσιολογικόςαρχ. ελλ. φυσιολογικός > γαλλ. physiologique > τουρκ.
fizyonomiφυσιογνωμίαμετγν. ελλ. φυσιογνωμία > γαλλ. physionomie > τουρκ.
fizyoterapiφυσιοθεραπείαελλ. > γαλλ. physiothérapie > τουρκ.
flebitφλεβίτιδαελλ. > γαλλ. phlébite > τουρκ.
flegmonφλεγμονήαρχ. ελλ. > γαλλ. phlegmon > τουρκ.
fluryaφλώρος, είδος ωδικού πτηνούαρχ. ελλ. χλωρίων > μεσν. ελλ. φλώρος > τουρκ.
fokφώκιααρχ. ελλ. φώκη > γαλλ. phoque > τουρκ.
folφώλι, φώλοςαρχ. ελλ. φωλεά > νεοελλ. φωλιά > φώλι > τουρκ.
follukχώρος που προορίζεται να γεννούν οι κότεςαρχ. ελλ. φωλεά > νεοελλ. φωλιά > φώλι + τουρκ. -luk > τουρκ.
fonemφώνημααντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. phonème > τουρκ., νεοελλ.
fonetikφωνητικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. phonétique > τουρκ.
fonografφωνογράφοςελλ. > γαλλ. phonographe > τουρκ.
fonografiφωνογραφίαελλ. > γαλλ. phonographie > τουρκ.
fonojenikφωνογενήςελλ. > γαλλ. phonogénique > τουρκ.
fonolojiφωνολογίαελλ. > γαλλ. phonologie > τουρκ.
fonolojikφωνολογικόςελλ. > γαλλ. phonologique > τουρκ.
forozψαριά, το σύνολο των ψαριών του διχτυούαρχ. ελλ. φορά > τουρκ.
fosforφωσφόροςαρχ. ελλ. > γαλλ. phosphore > τουρκ.
fotaείδος βουτσιού για κρασίμετγν. ελλ. βούττις (= κάδος) > νεοελλ. βούτα > τουρκ.
fotoφωςαρχ. ελλ. > τουρκ.
fotoelektrikφωτοηλεκτρικός, φωτοηλεκτρισμόςελλ. > γαλλ. photoélectrique > τουρκ.
fotoğraf, fotoğrafyaφωτογραφίαελλ. > γαλλ. photographe > τουρκ.
fotojenikφωτογενήςμετγν. ελλ. > γαλλ. photogénique > τουρκ.
fotokopiφωτοτυπίααρχ. ελλ. φωτο- + γαλλ. copie > γαλλ. photocopie > τουρκ.
fotomekanikφωτομηχανικόςελλ. > γαλλ. photomécanique > τουρκ.
fotometreφωτόμετροελλ. > γαλλ. photomètre > τουρκ.
fotometriφωτομετρίαελλ. > γαλλ. photométrie > τουρκ.
fotosentezφωτοσύνθεσηελλ. > γαλλ. photosynthèse > τουρκ.
fotosferφωτόσφαιραελλ. > γαλλ. photosphère > τουρκ.
fototaksiφωτοταξίαελλ. > γαλλ. phototaxie > τουρκ.
fototaktizmφωτοτακτισμόςελλ. > γαλλ. phototactisme > τουρκ.
fototerapiφωτοθεραπείαελλ. > γαλλ. photothérapie > τουρκ.
fototropizmφωτοτροπισμόςελλ. > γαλλ. phototropisme > τουρκ.
frenolojiφρενολογίαελλ. > γαλλ. phrénologie > τουρκ.
frisaρέγκα καπνιστήαρχ. ελλ. θρίσσα > νεοελλ. φρίσσα > τουρκ.
futaείδος αγωνιστικού πλοιαρίουμετγν. ελλ. βούττις (= κάδος) > νεοελλ. βούτα > τουρκ.
galaksiγαλαξίαςαρχ. ελλ. γαλαξίας (κύκλος) > γαλλ. galaxie > τουρκ.
galoşγαλότσααρχ. ελλ. καλόπους > λατ. calopus > γαλ. galoche > τουρκ.
gamγκάμμααντιδ. αρχ. ελλ. γάμμα > ιταλ. gammα, γαλλ. gamme > τουρκ., νεοελλ.
gametγαμέτηςαντιδ. αρχ. ελλ. γαμέτης > γαλλ. gamète > τουρκ., νεοελλ.
gangrenβλ. kangren
gargaraγαργάρανεοελλ. γαργάρα > τουρκ.
garozτα εντόσθια της παλαμίδας και του τορικιούαρχ. ελλ. γάρος (= είδος σάλτσας από άρμη και εντόσθια ψαριών) > τουρκ.
gastritγαστρίτιδαελλ. > γαλλ. gastrite > τουρκ.
gastronomγαστρονόμοςνεοελλ. > γαλλ. gastronome > τουρκ.
gastronomiγαστρονομίαμετγν. ελλ. > γαλλ. gastronomie > τουρκ.
gemγκέμι, χαλινάριπιθ. αντιδ. αρχ. ελλ. κημός ("στομίς τω χαλινώ εμφερής", Ησύχ., πβ. Ξεν. Ιππ. 5, 3) > τουρκ. > νεοελλ. γκέμι
genetikγενετικόςελλ. > γαλλ. génétique > τουρκ.
geometriγεωμετρίααρχ. ελλ. > γαλλ. géométrie > τουρκ.
geometrikγεωμετρικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. géométrique > τουρκ.
gitarκιθάρααρχ. ελλ. > γαλλ. guitare > τουρκ.
glikozγλυκόζηελλ. > γαλλ. glycose > τουρκ.
gliserinγλυκερίνηελλ. > γαλλ. glycérine > τουρκ.
gönderκοντάριμετγν. ελλ. κοντάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κοντός > μεσν. ελλ. κοντάρι(ν) > τουρκ.
gondolγόνδολαπιθ. αντιδ. μεσν. ελλ. κοντούρα > ιταλ. gondola > τουρκ., νεοελλ.
gönyeγωνία, τρίγωνο, γνώμοναςαρχ. ελλ. γωνία > τουρκ.
grafikγραφικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. graphique > τουρκ.
grafitγραφίτηςαντιδ. αρχ. ελλ. γράφω > γαλλ. graphite > τουρκ., νεοελλ.
grafologγραφολόγοςελλ. > γαλλ. graphologue > τουρκ.
grafolojiγραφολογίαελλ. > γαλλ. graphologie > τουρκ.
gramγραμμάριομετγν. ελλ. > γαλλ. gramme > τουρκ.
gramerγραμματικήαρχ. ελλ. > γαλλ. grammaire > τουρκ.
gramofonγραμμόφωνοελλ. > γαλλ. gramophone > τουρκ.
groteskγκροτέσκοαρχ. ελλ. κρύπτη > λατ. crypta > ιταλ. grotta > ιταλ. grottesca > γαλλ. grotesque > τουρκ.
gübreκοπριάαρχ. ελλ. κοπρία > τουρκ.
güderiδέρμα κατσίκαςμεσν. ελλ. κωδάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κώδιον (= προβιά, δέρμα προβάτου) > τουρκ.
güğümγκιούμι, μεταλλικό κανάτιΤα ελληνικά ετυμολογικά λεξικά θεωρούν τη λέξη τουρκική. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας είναι ελληνική η λέξη. Πιθανώς θεωρεί ότι προέρχεται από το μεσν. ελλ. κουκούμιον, υποκορ. του λατ. cucuma (= λέβης, καζάνι)
halatκαραβόσκοινο, παλαμάριαρχ. ελλ. καλώδιον, υποκορ. του κάλως (= σκοινί) > τουρκ.
haleάλως, φωτεινός δακτύλιος γύρω από τη σελήνηαρχ. ελλ. άλως (= αλώνι) > αραβ. > τουρκ.
halkaχαλκάςαντιδ. αρχ. ελλ. χαλκός > αραβ. > τουρκ. halka > νεοελλ. χαλκάς
halterαλτήραςαρχ. ελλ. αλτήρ > γαλλ. haltère > τουρκ.
haniχάννος (ιχθ.)αρχ. ελλ. χάννα/-η > τουρκ.
harharyasκαρχαρίαςαρχ. ελλ. > τουρκ.
harita, hartaχάρτηςαρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
harmoni, armoniαρμονίααρχ. ελλ. > γαλλ. harmonie > τουρκ.
harmonyumαρμόνιοαντιδ. αρχ. ελλ. αρμονία > λατ. harmonia > αγγλ., γαλλ. harmonium > τουρκ., νεοελλ.
haydiάντε, άιντεαρχ. ελλ. άγετε > νεοελλ. άιντε > τουρκ.
hedonizmηδονισμόςελλ. > γαλλ. hédonisme > τουρκ.
hegemonyaηγεμονίααρχ. ελλ. > τουρκ.
hektarεκτάριοαντιδ. αρχ. ελλ. εκατόν + γαλλ. -are > γαλλ. hectare > τουρκ., νεοελλ.
hektogramεκατό γραμμάριααρχ. ελλ. εκατόν + γραμμάριον > γαλλ. hectogramme > τουρκ.
hektolitreεκατόλιτροελλ. > γαλλ. hectolitre > τουρκ.
hektometreεκατόμετροελλ. > γαλλ. hektomètre > τουρκ.
helezonέλικας, κοχλίαςαρχ. ελλ. ελίσσων, μετχ. του ελίσσω > αραβ. > τουρκ.
helikoitελικοειδήςμετγν. ελλ. > γαλλ. hélicoïde > τουρκ.
helikopterελικόπτεροελλ. > γαλλ. hélicoptère > τουρκ.
helisέλικας (μαθ.)αρχ. ελλ. έλιξ > γαλλ. hélice > τουρκ.
helyoterapiηλιοθεραπείαελλ. > γαλλ. héliothérapie > τουρκ.
hematitαιματίτης (λιθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. hématite > τουρκ.
hematolojiαιματολογίαελλ. > γαλλ. hématologie > τουρκ.
hematolojikαιματολογικόςελλ. > γαλλ. hématologique > τουρκ.
hemofiliαιμοφιλίαελλ. > γαλλ. hémophilie > τουρκ.
hemoroitαιμορροΐδεςαρχ. ελλ. > αγγλ. hemorroid > τουρκ.
hepatitηπατίτιδααρχ. ελλ. ηπατίτις > γαλλ. hépatite > τουρκ.
herekπάσσαλος για τη στήριξη αναρριχώμενων φυτών, φούρκααρχ. ελλ. χάραξ (= στήριγμα των κλημάτων, πάσσαλος) > τουρκ.
heterodoksετερόδοξοςμετγν. ελλ. > γαλλ. hétérodoxe > τουρκ.
heterogenετερογενήςαρχ. ελλ. > γαλλ. heterojen > τουρκ.
heyulaη ύλη, το χάοςαρχ. ελλ. ύλη > αραβ. > τουρκ.
hidrodinamikυδροδυναμικήελλ. > γαλλ. hydrodynamique > τουρκ.
hidroelektrikυδροηλεκτρικόςελλ. > γαλλ. hydro-électrique > τουρκ.
hidrofilυδρόφιλοςελλ. > γαλλ. hydrophile > τουρκ.
hidroforυδροφόροςαρχ. ελλ. > γαλλ. hydrophore > τουρκ.
hidrografiυδρογραφίαελλ. > γαλλ. hydrographie > τουρκ.
hidrojenυδρογόνοελλ. > γαλλ. hydorogène > τουρκ.
hidroksilυδροξύλιοελλ. > γαλλ. hydroxile > τουρκ.
hidroksitυδροξίδιοελλ. > γαλλ. hydroxide > τουρκ.
hidrolizυδρόλυσηελλ. > γαλλ. hydrolyse > τουρκ.
hidrolojiυδρολογίαελλ. > γαλλ. hydrologie > τουρκ.
hidrometreυδρόμετροελλ. > γαλλ. hydromètre > τουρκ.
hidrosferυδρόσφαιραελλ. > γαλλ. hydrosphère > τουρκ.
hidroskopiυδροσκοπίαμετγν. ελλ. > γαλλ. hydroscopie > τουρκ.
hidrostatikυδροστατικήελλ. > γαλλ. hydrostatique > τουρκ.
hidroterapiυδροθεραπείαελλ. > γαλλ. hydrothérapie > τουρκ.
higrometreυγρόμετρομετγν. ελλ. > γαλλ. hygromètre > τουρκ.
higroskopυγροσκόπιοελλ. > γαλλ. hygroscope > τουρκ.
hijyenυγιεινή (ουσ.), υγιεινόςαρχ. ελλ. υγιεινός > γαλλ. hygiène > τουρκ.
hilozoizmυλοζωισμόςελλ. > γαλλ. hylozoïsme > τουρκ.
himenπαρθενικός υμέναςαρχ. ελλ. υμήν > γαλλ. hymen > τουρκ.
hiperbolυπερβολή (μαθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. hyperbole > τουρκ.
hiperbolikυπερβολικός (μαθ.)μετγν. ελλ. > γαλλ. hyperbolique > τουρκ.
hiperboloitυπερβολοειδής (μαθ.)ελλ. > γαλλ. hyperboloïde > τουρκ.
hipermetropυπερμέτρωψελλ. > γαλλ. hypermétrope > τουρκ.
hipnozύπνωσηελλ. > γαλλ. hypnose > τουρκ.
hipodromιππόδρομοςαρχ. ελλ. > γαλλ. hippodrome > τουρκ.
hipofizυπόφυσημετγν. ελλ. > γαλλ. hypophyse > τουρκ.
hipopotamιπποπόταμοςμετγν. ελλ. > γαλλ. hippopotame > τουρκ.
hipostazυπόστασηαρχ. ελλ. > γαλλ. hypostase > τουρκ.
hipotenüsυποτείνουσααρχ. ελλ. > γαλλ. hypoténuse > τουρκ.
hipotetikυποθετικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. hypothétique > τουρκ.
hipotezυπόθεσηαρχ. ελλ. > γαλλ. hypothèse > τουρκ.
hıristiyanβλ. hristiyan
histerezisκαθυστέρηση τοκετούαρχ. ελλ. υστέρησις > γαλλ. hystérésis > τουρκ.
histeriυστερίααντιδ. αρχ. ελλ. υστέρα (= μήτρα) > γαλλ. hystérie > νεοελλ., τουρκ.
hiyerarşiιεράρχησημεσν. ελλ. > γαλλ. hiérarchie > τουρκ.
hiyeroglifιερογλυφικάμετγν. ελλ. > γαλλ. hiéroglyphe > τουρκ.
homojenομογενήςαρχ. ελλ. > γαλλ. homogène > τουρκ.
homologομόλογοςαρχ. ελλ. > γαλλ. homologue > τουρκ.
homonimομώνυμοςαρχ. ελλ. > γαλλ. homonyme > τουρκ.
homotetiομοιοθεσία (γεωμ.)ελλ. > γαλλ. homothétie > τουρκ.
horaκυκλικός χορόςαρχ. ελλ. χορεία > τουρκ.
hormonορμόνηαντιδ. αρχ. ελλ. ορμώ > γαλλ. hormone > τουρκ., νεοελλ.
horonγενική ονομασία ποντιακών χορώναρχ. ελλ. χορόν, αιτ. του χορός > τουρκ.
hoyratχωριάτης, άξεστοςμεσν. ελλ. > τουρκ., με αντιμετάθεση
hristiyanχριστιανόςμετγν. ελλ. > τουρκ.
huniχωνίμεσν. ελλ. χωνίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. χώνη > νεοελλ. > τουρκ.
ideaιδέααρχ. ελλ. > τουρκ.
idealιδεώδηςαρχ. ελλ. ιδέα > γαλλ. idéal > τουρκ.
idealistιδεαλιστήςελλ. > γαλλ. idéaliste > τουρκ.
idealizmιδεαλισμόςελλ. > γαλλ. idéalisme > τουρκ.
ideologιδεολόγοςελλ. > γαλλ. idéologue > τουρκ.
ideolojiιδεολογίαελλ. > γαλλ. idéologie > τουρκ.
ideolojikιδεολογικόςελλ. > γαλλ. idéologique > τουρκ.
idilειδύλλιο (φιλ.)μετγν. ελλ. > γαλλ. idylle > τουρκ.
idiopatiιδιοπάθειαμετγν. ελλ. > γαλλ. idiopathie > τουρκ.
idolείδωλοαρχ. ελλ. > λατ. idolum > γαλλ. idole > τουρκ.
ığrıpγρίπος, αλιευτικό μέσομετγν. ελλ. γρίπος > τουρκ.
iklimκλίμααρχ. ελλ. > τουρκ.
ıklimβλ. iklim
ikonθρησκευτική εικόνααρχ. ελλ. εικών > γαλλ. icône > τουρκ.
ikonografiεικονογραφία, μελέτη και ανάλυση των εικόνωνμετγν. ελλ. εικονογραφία > γαλλ. iconographie > τουρκ.
iksirελιξήριομετγν. ελλ. ξηρίον (= σκόνη επουλωτική τραυμάτων) > αραβ. > τουρκ. Το νεοελλ. ελιξήριο είναι αντιδ. μέσου ξένου όρου, αγγλ. elixir, γαλλ. élixir
ilistirδιυλιστήριο, φίλτροαρχ. ελλ. διυλίζω > μεσν. ελλ. διυλιστήριον > τουρκ.
imbatμπάτης, θαλασσινός αέραςμετγν. ελλ. εμβάτης > τουρκ. Η ετυμολογία αυτή δεν είναι πιθανή, διότι η λ. εμβάτης σημαίνει είδος υποδήματος και μόνο κυριολεκτικά μπορεί να σημαίνει αυτόν που εισέρχεται κάπου, στην προκειμένη περίπτωση τον άνεμο που κατευθύνεται προς την ξηρά προερχόμενος από τη θάλασσα. Μια άλλη ετυμολογία που συνδέει τη λ. μπάτης με την τουρκ. λ. batı (= δύση) είναι προϊόν προφανώς παρετυμολογίας, διότι δύση και μπάτης τυχαία μόνο σχέση έχουν. Μια τρίτη πιθανότερη πρόταση είναι η σύνδεση της λ. με το ιταλ. vènto d' imbatto (= θαλασσινός άνεμος προς την ξηρά). Κατά συνέπεια το νεοελλ. μπάτης προέρχεται είτε από το τουρκ. imbat ή το ιταλ. imbatto
incilΕυαγγέλιοαρχ. ελλ. ευαγγέλιον > αραβ. > τουρκ.
inorganikανόργανοςμετγν. ελλ. > γαλλ. inorganique > τουρκ.
ipotekυποθήκηαρχ. ελλ. > γαλλ. hypothèque > τουρκ.
ipotetikυποθετικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. hypothétique > τουρκ.
ipotezβλ. hipotez
ırgatεργάτηςαρχ. ελλ. > τουρκ.
iridyumιρίδιοελλ. > γαλλ. iridium > τουρκ.
ırıpβλ. ığrıp
irisίριδααντιδ. αρχ. ελλ. ίρις > γαλλ. iris > τουρκ., νεοελλ.
ironiειρωνείααρχ. ελλ. > γαλλ. ironie > τουρκ.
ironikειρωνικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. ironique > τουρκ.
isfendanσφεντάμι, είδος δένδρουμετγν. ελλ. σφένδαμνος > περσ. > τουρκ.
isfenksβλ. sfenks
ıskaraβλ. ızgara
ıskarmozσκαρμός, σκαλμός | είδος ψαριούαρχ. ελλ. σκαλμός > μεσν. ελλ. σκαρμός > ιταλ. scarmo > τουρκ.
iskeletσκελετόςαρχ. ελλ. > γαλλ. squelette > τουρκ.
isketeσκαθί, είδος πουλιούαρχ. ελλ. σκανθίον > νεοελλ. σκαθί > τουρκ.
iskolâstikβλ. skolastik
iskorpitσκορπίδι (ιχθ.)μετγν. ελλ. σκορπίδιον > τουρκ.
ispariσπάρος (ιχθ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
ispatiσπαθί (χαρτοπ.)μετγν. ελλ. σπαθίον > τουρκ.
ıspazmozσπασμόςαρχ. ελλ. > τουρκ.
ispinozσπίνοςαρχ. ελλ. > τουρκ.
ıstakozαστακόςμεσν. ελλ. > τουρκ.
istalâgmitβλ. stalagmit
istalâktitβλ. stalaktit
IstanbulΚωνσταντινούποληαρχ. ελλ. εις την πόλιν > τουρκ.
ıstarιστός, υφαντικό εργαλείομετγν. ελλ. ιστάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ιστός > τουρκ.
istavritσαυρίδιμετγν. ελλ. σαυρίδιον > τουρκ.
istavrozσταυρόςαρχ. ελλ. > τουρκ.
ıstavrozβλ. istavroz
isteriυστερίααντιδ. αρχ. ελλ. υστέρα > γαλλ. hystérie > τουρκ., νεοελλ.
istifστοίβααρχ. ελλ. στοιβή > μετγν. ελλ. στοιβάζω > νεοελλ. στοίβα > τουρκ.
istiridyeστρείδιμεσν. ελλ. οστρείδιον > τουρκ.
istoacılıkβλ. stoacılık
istrongilosσμαρίδα (ιχθ.)μεσν. ελλ. στρογγυλός > τουρκ.
iyonιόν (φυσ. χημ.)αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. ion > τουρκ., νεοελλ.
iyotιώδιοαντιδ. αρχ. ελλ. ιώδης, ίον > γαλλ. iode > τουρκ., νεοελλ.
ızgaraσχάραμετγν. ελλ. > τουρκ.
izmaritσμαρίδι (ιχθ.) | αποτσίγαρο, γώπα (που είναι και είδος ψαριού)αρχ. ελλ. σμαρίς > τουρκ.
izobarισοβαρήςαρχ. ελλ. > γαλλ. isobare > τουρκ.
izohipsισοϋψήςαρχ. ελλ. > γαλλ. isohypse > τουρκ.
izomeriισομέρεια (χημ.)ελλ. > γαλλ. isomérie > τουρκ.
izotopισότοπο (φυσ.)ελλ. > γαλλ. isotope > τουρκ.
jantζάντααντιδ. αρχ. δωρ. καμπά > λατ. gamba, camba > γαλλ. jante > τουρκ., νεοελλ.
jeodeziγεωδαισίααρχ. ελλ. > γαλλ. géodésie > τουρκ.
jeofizikγεωφυσικήελλ. > γαλλ. géophysique > τουρκ.
jeologγεωλόγοςελλ. > γαλλ. géologue > τουρκ.
jeolojiγεωλογίαελλ. > γαλλ. géologie > τουρκ.
jeolojikγεωλογικόςελλ. > γαλλ. géologique > τουρκ.
jeomorfolojiγεωμορφολογίαελλ. > γαλλ. géomorphologie > τουρκ.
jeomorfolojikγεωμορφολογικόςελλ. > γαλλ. géomorphologique > τουρκ.
jeotermiγεωθερμίαελλ. > γαλλ. géothermie > τουρκ.
jeotermikγεωθερμικόςελλ. > γαλλ. géothermique > τουρκ.
jimnastikγυμναστικήαρχ. ελλ. > γαλλ. gymnastique > τουρκ.
jinekolojiγυναικολογίαελλ. > γαλλ. gynécologie > τουρκ.
jinekolojikγυναικολογικόςελλ. > γαλλ. gynécologique > τουρκ.
kadastroκτηματολόγιομεσν. ελλ. κατάστιχον > ιταλ. catasto > γαλλ. cadastre > τουρκ.
kadırgaκάτεργομετγν. ελλ. > τουρκ.
kadmiyumκάδμιο (χημ.)αντιδ. μετγν. καδμεία (= είδος ορυκτού) > νεολατ. cadmium > γαλλ. cadmium > νεοελλ., τουρκ.
kafaκεφάλιπιθ. αρχ. ελλ. κεφαλή > αραβ. > τουρκ.
kakaκόπρανα, κακό, άσχημο (στη γλώσσα των νηπίων)αρχ. ελλ. κακόν (πβ. αρχ. ελλ. κάκκη, περιττώματα) > τουρκ.
kakofoniκακοφωνίαμετγν. ελλ. > γαλλ. cacophonie > τουρκ.
kaktüsκάκτοςαρχ. ελλ. > γαλλ. cactus > τουρκ.
kalamarκαλαμάριμετγν. ελλ. καλαμάριον > τουρκ.
kalamataελιές Καλαμάταςμεσν. ελλ. Καλαμάτα (= πόλη της Πελοποννήσου) > τουρκ.
kalayκαλάι, κασσίτεροςαντιδ. μετγν. ελλ. κάλαϊς, αγν. ετύμου > τουρκ. > νεοελλ. καλάι
kalem μολύβι, καλάμιαρχ. ελλ. κάλαμος > μετγν. ελλ. καλάμιον > αραβ. > τουρκ.
kaleydoskopκαλειδοσκόπιοελλ. > γαλλ. kaléidoscope > τουρκ.
kaligrafiκαλλιγραφίαμετγν. ελλ. > γαλλ. calligraphie > τουρκ.
kalinosγουλιανός (ιχθ.)αρχ. ελλ. γλάνις / γλανίς > νεοελλ. γουλιανός > τουρκ.
kalıpκαλούπιαντιδ. αρχ. ελλ. καλόπους > αραβ. > τουρκ. > μεσν. ελλ. καλούπιν > νεοελλ.
kaliptraκαλύπτρα, το προστατευτικό κάλυμμα στην κορυφή της ρίζας των φυτώναρχ. ελλ. > γαλλ. calyptre > τουρκ.
kalomaκαλούμπααντιδ. αρχ. ελλ. κάλυμμα ή πιθανότερο μετγν. ελλ. χάλασμα (= χαλάρωμα) > ιταλ. caluma > τουρκ., νεοελλ.
kaloşβλ. galoş
kamaδίκοπο μαχαίριμετγν. ελλ. καμάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κάμαξ > νεοελλ. καμάκι > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική
kamaraκαμπίνα πλοίουαρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > ιταλ. cámera > τουρκ.
kamburκαμπούρηςαντιδ. αρχ. ελλ. καμπύλος > τουρκ. > νεοελλ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική
kameriyeκαμάρα, θολωτό στέγαστρο σκεπασμένο με πρασινάδααρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > ιταλ. cámera > τουρκ.
kanaviçeκανναβάτσοαντιδ. αρχ. ελλ. κάνναβις > λατ. cannabis > ιταλ. canavaccio > μεσν. ελλ. κανναβάτσον, τουρκ.
kancaγάντζοςαντιδ. αρχ. ελλ. γαμψός > βεν. ganzo, ιταλ. gáncio > τουρκ., νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ιταλική
kanepeκαναπέςαντιδ. μετγν. ελλ. κωνωπείον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κώνωψ > λατ. conopeum > γαλλ. canapé > νεοελλ. καναπές > τουρκ.
kangalσπείρα σύρματος, σωλήνα, σκοινιού κ.λπ.μετγν. ελλ. κάγχαλος (= κρίκος πόρτας) > νεοελλ. *καγκάλι > τουρκ.
kangrenγάγγραινααρχ. ελλ. > γαλλ. gangrène > τουρκ.
kanonκανόνας (μουσ.)αρχ. ελλ. κανών > γαλλ. canon > τουρκ.
kantaronκενταύριο, είδος φυτούαρχ. ελλ. κενταύρ(ε)ιον > τουρκ.
kanunκανόνας | κανονάκι (μουσ.)αρχ. ελλ. κανών > αραβ. > τουρκ.
kanuniκανονικός, νομικόςαρχ. ελλ. κανών > αραβ. > τουρκ.
kaosχάοςαρχ. ελλ. > γαλλ. chaos > τουρκ.
kapariκάππαρηαρχ. ελλ. κάππαρις > τουρκ.
karakoncolosκαλικάντζαροςαβέβ. ετύμου, πιθ. μετγν. ελλ. καλίγιον (= υπόδημα) > καλίκι + άντζα (= κνήμη) > νεοελλ. καλικάντζαρος > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας είναι ελληνική η λέξη
karakterχαρακτήραςαρχ. ελλ. χαρακτήρ > γαλλ. caractère > τουρκ.
karakteristikχαρακτηριστικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. caractéristique > τουρκ.
karakterolojiχαρακτηρολογίαελλ. > γαλλ. caractérologie > τουρκ.
karanfilγαρύφαλλοαντιδ. μετγν. ελλ. καρυόφυλλον > βεν. garofolo > μεσν. ελλ. γαρύφαλλον > αραβ. > τουρκ.
karavide, kerevides, kerevitκαραβίδαμετγν. ελλ. καραβίς > τουρκ.
kardiyakκαρδιακόςμετγν. ελλ. > γαλλ. cardiaque > τουρκ.
kardiyografκαρδιογράφοςελλ. > γαλλ. cardiographe > τουρκ.
kardiyografiκαρδιογραφίαελλ. > γαλλ. cardiographie > τουρκ.
kardiyogramκαρδιογράφημαελλ. > γαλλ. cardiogramme > τουρκ.
kardiyologκαρδιολόγοςελλ. > γαλλ. cardiologue > τουρκ.
kardiyolojiκαρδιολογίαελλ. > γαλλ. cardiologie > τουρκ.
kardiyolojikκαρδιολογικόςελλ. > γαλλ. cardiologique > τουρκ.
kardiyopatiκαρδιοπάθειαελλ. > γαλλ. cardiopathie > τουρκ.
kardiyosklerozκαρδιοσκλήρυνσηελλ. > γαλλ. cardiosclérose > τουρκ.
kardiyoskopκαρδιοσκόπιοελλ. > γαλλ. cardioscope > τουρκ.
kardiyoskopiκαρδιοσκοπίαελλ. > γαλλ. cardioscopie > τουρκ.
karfiçeκαρφίτσααρχ. ελλ. κάρφος > μετγν. ελλ. καρφίον > νεοελλ. καρφίτσα > τουρκ.
karidesγαρίδααρχ. ελλ. καρίς > τουρκ.
karizmaχάρισμαμετγν. ελλ. > γαλλ. charisme > τουρκ.
karizmatikχαρισματικόςελλ. > γαλλ. charismatique > τουρκ.
karnabaharκουνουπίδιπιθ. αρχ. ελλ. κράμβη + περσ. behar (= άνοιξη) > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι σύνθετη, ελληνική και περσική
karnabitκουνουπίδιπιθ. αρχ. ελλ. κράμβη + περσ. behar (= άνοιξη) > αραβ. karnabid > τουρκ., οπότε το νεοελληνικό καρναμπίτι είναι εν μέρει αντιδάνειο
kartκάρτααντιδ. αρχ. ελλ. χάρτης > ιταλ. carta, γαλλ. carte > τουρκ., νεοελλ.
kartografχαρτογράφοςμετγν. ελλ. > γαλλ. cartographe > τουρκ.
kartografiχαρτογραφίαελλ. > γαλλ. cartographie > τουρκ.
kartografikχαρτογραφικόςελλ. > γαλλ. cartographique > τουρκ.
kartonχαρτόνιαντιδ. αρχ. ελλ. χάρτης > ιταλ. cartone, γαλλ. carton > τουρκ., νεοελλ.
kaşeksiκαχεξίααρχ. ελλ. > γαλλ. cachexie > τουρκ.
katabolizmaκαταβολισμόςελλ. > catabolisme > τουρκ.
katafotαντιφέγγισμααρχ. ελλ. κατά + φως > γαλλ. cataphote > τουρκ.
katakoftiείδος ρυθμού στην κλασική τουρκική μουσικήνεοελλ. κατά + κοφτός > τουρκ.
katakompκατακόμβηαντιδ. μετγν. ελλ. κατακούμβαι > γαλλ. catacombe > τουρκ., νεοελλ.
katalepsiκαταληψίαελλ. > γαλλ. catalepsie > τουρκ.
katalitikκαταλυτικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. catalytique > τουρκ.
katalizκατάλυση (χημ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. catalyse > τουρκ.
katalogκατάλογοςαρχ. ελλ. > γαλλ. catalogue > τουρκ.
kataraktκαταρράκτηςαρχ. ελλ. > γαλλ. cataracte > τουρκ.
katavaşyaη κατάβαση των αποδημητικών ψαριών από τον Ε. Πόντο στη Μεσόγειο, αντίθ. του anavaşya, βλ. λέξηαρχ. ελλ. κατάβασις > μεσν. ελλ. καταβάσιον > τουρκ.
katedralκαθεδρικόςαρχ. ελλ. καθέδρα + γαλλ. -al > γαλλ. cathédrale > τουρκ.
kategoriκατηγορίααρχ. ελλ. > γαλλ. catégorie > τουρκ.
kategorikκατηγορηματικόςελλ. > γαλλ. catégorique > τουρκ.
katolikκαθολικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. catholique > τουρκ.
katotκάθοδος (αρνητικό ηλεκτρόδιο)αρχ. ελλ. > γαλλ. cathode > τουρκ.
katyonκατιόναρχ. ελλ. > γαλλ. cation > τουρκ.
kavanozγαβάθαμετγν. ελλ. γάβαθον, σημιτικό δάνειο > μεσν. ελλ. *γαβάθα, από το υποκορ. γαβάθιν > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας είναι ελληνική η λέξη
kavkıκαυκί, καύκαλομετγν. ελλ. καύκος > μετγν. ελλ. καυκίον > τουρκ.
kefalκέφαλος (ιχθ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
kemerκεμέρι, δερμάτινο ζωνάρι | καμάρααρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > περσ. > τουρκ.
kemereδοκάρι στο κατάστρωμα του πλοίουμετγν. ελλ. καμάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > μεσν. ελλ. καμάριν > τουρκ.
kemoterapiχημειοθεραπείαελλ. > γαλλ. chimiothérapie > τουρκ.
kenevirκάνναβη, καννάβιαρχ. ελλ. κάνναβις, αβέβ. ετύμου > νεοελλ. καννάβι > τουρκ.
kepbastıείδος μεγάλου διπλού αλιευτικού διχτυούνεοελλ. σκεπαστή > τουρκ.
kerataκερατάςμεσν. ελλ. κέρατον > τουρκ.
kerevetκρεβάτι, ντιβάνιμετγν. ελλ. κραβάτιον, υποκορ. του κράβατος, αβέβ. ετύμου > μεσν. ελλ. κρεβάτιον > τουρκ.
kerevides, kerevit, karavideκαραβίδαμετγν. ελλ. καραβίς > τουρκ.
kerkenezκιρκινέζι, αρπακτικό πουλίπιθ. αρχ. ελλ. κίρκος > τουρκ. > νεοελλ., οπότε είναι αντιδάνειο
kestaneκάστανομετγν. ελλ. > τουρκ.
ketenpere (argo)απάτη, αισχροκέρδειααρχ. ελλ. κατά + πέρας > τουρκ.
keylûsβλ. kilüs
keymusβλ. kimüs
kibernetikκυβερνητικήελλ. > τουρκ.
kiklotronκύκλοτροελλ. > τουρκ.
kılıfθήκη, κυρίως μαχαιριούαρχ. ελλ. κελύφιον, υποκορ. του κέλυφος > αραβ. > τουρκ.
kiliseεκκλησίααρχ. ελλ. > τουρκ.
kilitκλειδίαρχ. ελλ. κλειδίον > περσ. > τουρκ.
kiloκιλόαντιδ. ελλ. χιλιόγραμμο > γαλλ. kilo-gramme > τουρκ., νεοελλ.
kilogramχιλιόγραμμοελλ. χιλιόγραμμο > γαλλ. kilogramme > τουρκ.
kilometreχιλιόμετροελλ. > γαλλ. kilomètre > τουρκ.
kilüsχυλός (ανατ.)αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
kimüsχυμός (ανατ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
kimyonκύμινοαρχ. ελλ. κύμινον, σημιτικό δάνειο > τουρκ.
kinematikκινηματικήελλ. > γαλλ. cinématique > τουρκ.
kinetikκινητικήαρχ. ελλ. > γαλλ. cinétique > τουρκ.
kinikκυνικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. cynique > τουρκ.
kinizm, sinizmκυνισμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. cynisme > τουρκ.
kıratκαράτιαντιδ. αρχ. ελλ. κεράτιον > λατ. carratus > αγγλ. carrat > τουρκ., νεοελλ.
kirazκεράσιμετγν. ελλ. κεράσιον > τουρκ.
kiremitκεραμίδιμετγν. ελλ. κεραμίδιον > τουρκ.
kirizma, kirizmeβαθύ σκάψιμο, "γύρισμα"μεσν. ελλ. γύρισμα > τουρκ.
kırtasiyeχαρτικά είδηαρχ. ελλ. χάρτης + αραβ. -siyye > τουρκ.
kistκύστηαρχ. ελλ. κύστις > γαλλ. kyste > τουρκ.
kitaraβλ. gitar
kiyanusκυάνιοελλ. > τουρκ.
kleptomanκλεπτομανήςνεοελλ. > γαλλ. kleptomane > τουρκ.
kleptomaniκλεπτομανίανεοελλ. > γαλλ. kleptomanie > τουρκ.
klimaκλιματιστικό μηχάνημααρχ. ελλ. κλίμα > γαλλ. climat (= κλίμα) > τουρκ.
klimatolojiκλιματολογίαελλ. > γαλλ. climatologie > τουρκ.
klimatolojikκλιματολογικόςελλ. > γαλλ. climatologique > τουρκ.
klinikκλινική (ουσ.), κλινικός (επιθ.)αντιδ. μετγν. ελλ. κλινικός > γαλλ. clinique > τουρκ., νεοελλ.
klitorisκλειτορίδαμετγν. ελλ. κλειτορίς > γαλλ. clitoris > τουρκ.
klorχλώριοαντιδ. αρχ. ελλ. χλωρός > γαλλ. chlore > νεοελλ., τουρκ.
klorofilχλωροφύλληελλ. > γαλλ. chlorophylle > τουρκ.
kloroformχλωροφόρμιοαρχ. ελλ. χλωρός + γαλλ. -forme > γαλλ. chloroforme > τουρκ.
kloroplastχλωροπλάστηςελλ. > γαλλ. chloroplaste > τουρκ.
kloroplâstβλ. kloroplast
klorozχλώρωσηελλ. > γαλλ. chlorose > τουρκ.
koçanκοτσάνιαρχ. ελλ. κόπτω > *κοψάνιον, υποκορ. του *κόψανον > νεοελλ. κοτσάνι > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι σλαβικής αρχής
kofκούφιοςαρχ. ελλ. κούφος (= κενός) > μεσν. ελλ. κούφιος > τουρκ.
köknarκουκουναριάνεοελλ. > τουρκ.
kolaκόλλααρχ. ελλ. κόλλα > ιταλ. colla > τουρκ.
koledokχοληδόχοςμετγ. ελλ. > γαλλ. cholédoque > τουρκ.
koleraχολέρααρχ. ελλ. χολή + -έρα > γαλλ. choléra > τουρκ.
kolesterolχοληστερόληελλ. > γαλλ. cholestérol > τουρκ.
kolikκωλικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. colique > τουρκ.
kolonκόλον, τμήμα του παχέος εντέρουαρχ. ελλ. κόλον, αγν. ετύμου > γαλλ. côlon > τουρκ.
kolyozκολοιόςαρχ. ελλ. > τουρκ.
komaκώμααρχ. ελλ. κώμα > γαλλ. coma > τουρκ.] | πυθαγόρειο κόμμα (μουσ.), αρχ. ελλ. κόμμα > τουρκ.
komedi, komedyaκωμωδίααρχ. ελλ. > γαλλ. comédie, ιταλ. comédia > τουρκ.
komikκωμικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. comique > τουρκ.
koniκώνοςαρχ. ελλ. > γαλλ. cône > τουρκ.
konikκωνικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. conique > τουρκ.
kopanakiεργαλείο κεντήματοςνεοελλ. > τουρκ.
koralχορικό εκκλησιαστικό άσμααρχ. ελλ. χορός + γαλλ. -al > γαλλ. choral > τουρκ.
koregrafχορογράφοςελλ. > γαλλ. chorégraphe > τουρκ.
koregrafiχορογραφίαελλ. > γαλλ. chorégraphie > τουρκ.
körfezκόλπος (γεωγ.)αρχ. ελλ. κόλπος > μετγν. ελλ. κόλφος > μεσν. ελλ. κόρφος > τουρκ.
koroχορωδίααρχ. ελλ. χορός > ιταλ. coro > τουρκ.
kosmosβλ. kozmos
kostikκαυστικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. caustique > τουρκ.
kozmetikκοσμητικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. cosmétique > τουρκ.
kozmikκοσμικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. cosmique > τουρκ.
kozmogoniκοσμογονίαμετγν. ελλ. > γαλλ. cosmogonie > τουρκ.
kozmogonikκοσμογονικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. cosmogonique > τουρκ.
kozmografyaκοσμογραφίααρχ. ελλ. > γαλλ. cosmographie > τουρκ.
kozmolojiκοσμολογίαελλ. > γαλλ. cosmologie > τουρκ.
kozmolojikκοσμολογικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. cosmologique > τουρκ.
kozmonotκοσμοναύτηςελλ. > γαλλ. cosmonaute > τουρκ.
kozmopolitκοσμοπολίτηςμετγν. ελλ. > γαλλ. cosmopolite > τουρκ.
kozmosκόσμος, σύμπαναρχ. ελλ. > γαλλ. cosmos > τουρκ.
kraterκρατήραςαρχ. ελλ. κρατήρ > γαλλ. cratère > τουρκ.
krikoανυψωτήρας, γρύλλοςαρχ. ελλ. κρίκος > ιταλ. cricco > τουρκ.
kriptonκρυπτόν (χημ.)αντιδ. αρχ. ελλ. κρυπτόν > γαλλ. krypton > νεοελλ., τουρκ.
kristalκρύσταλλοαρχ. ελλ. κρύσταλλος > γαλλ. cristal > τουρκ.
kristaloitκρυσταλλοειδήςμετγν. ελλ > γαλλ. cristalloïde > τουρκ.
kriterκριτήριοαρχ. ελλ > γαλλ. critère > τουρκ.
kritikκριτική, κριτικός, κρίσιμοςαρχ. ελλ > γαλλ. critique > τουρκ.
kritisizmκριτικισμόςελλ > γαλλ. criticisme > τουρκ.
kriyoskopiκρυοσκοπίαελλ > γαλλ. cryoscopie > τουρκ.
krizκρίσηαρχ. ελλ > γαλλ. crise > τουρκ.
krizalitχρυσαλλίδααρχ. ελλ > γαλλ. chrysalide > τουρκ.
krizantemχρυσάνθεμομετγν. ελλ > γαλλ. chrysanthème > τουρκ.
krokodilκροκόδειλοςαρχ. ελλ. > γαλλ. crocodile > τουρκ.
kromχρώμιο (χημ.)αντιδ. αρχ. ελλ. χρώμα > γαλλ. chrome > νεοελλ., τουρκ.
kromatikχρωματικόςμετγν. ελλ > γαλλ. chromatique > τουρκ.
kromoplastχρωμοπλάστηςελλ > γαλλ. chromoplaste > τουρκ.
kromoplâstβλ. kromoplast
kromosferχρωμόσφαιραελλ > γαλλ. chromosphère > τουρκ.
kromozomχρωμόσωμαελλ > γαλλ. chromosome > τουρκ.
kronaksiχροναξίαελλ > γαλλ. chronaxie > τουρκ.
kronikχρονικό, χρόνιομετγν. ελλ. χρονικός > γαλλ. chronique > τουρκ.
kronografχρονογράφοςμετγν. ελλ. > γαλλ. choronographe > τουρκ.
kronolojiχρονολογίαμετγν. ελλ. > γαλλ. chronologie > τουρκ.
kronolojikχρονολογικόςνεοελλ. > γαλλ. chronologique > τουρκ.
kronometreχρονόμετροελλ. > γαλλ. chronomètre > τουρκ.
ksenofobiξενοφοβίαελλ. > γαλλ. xénophobie > τουρκ.
ksenonξένον (χημ.)αντιδ. αρχ. ελλ. ξένος > γαλλ. xénon > νεοελλ., τουρκ.
ksilofonξυλόφωνοελλ. > γαλλ. xylophone > τουρκ.
kübβλ. küp
kübikκυβικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. cubique > τουρκ.
kübizmκυβισμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. cubisme > τουρκ.
küfeκοφίνιαρχ. ελλ. κόφινος > νεοελλ. κούφα, κόφα > τουρκ.
kukaκουβάρι κλωστής | ρίζα ινδοκάρυδουαρχ. ελλ. κόκκος > τουρκ.
kukumav (kuşu)κουκουβάγιαμεσν. ελλ. κουκουβάγια, κουκουβάια, από τη φωνή κουκουβάου > τουρκ.
kulübeκαλύβααρχ. ελλ. καλύβη > περσ. > τουρκ.
külüstürπαλιό, ερειπωμένο, εγκαταλελειμμένομετγν. ελλ. κυλίστρα (= χώρος όπου κυλιούνται τα ζώα) > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
kümeσωρός, σύνολο, ομάδααρχ. ελλ. κυώ (= φουσκώνω, πβ. κύηση) >αρχ. ελλ. κύμα > αραβ. > τουρκ.
kümesορνιθώνας, κοτέτσιμετγν. ελλ. κουμάσιον > τουρκ.
kundakτο ξύλινο τμήμα των τουφεκιώναρχ. ελλ. κοντός (= κοντάρι) > μεσν. ελλ. κοντάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κόνταξ > τουρκ.
kunduraκουντούρα, παπούτσια πρόχειρακοντή ουρά > μεσν. ελλ. κόντουρος > κούντουρος > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
kupκοπή ενδύματος, σχήμα προερχόμενο από κοπήαρχ. ελλ. κόλαφος > γαλλ. coupe > τουρκ.
küpκύβοςαρχ. ελλ. > γαλλ. cube > τουρκ.
küpeşteκουπαστήμετγν. ελλ. έγκωπον (= τα πλάγια μέρη του πλοίου) > *εγκωπαστή > νεοελλ. κουπαστή > τουρκ.
kurnaγούρναμεσν. ελλ. γρώνη > γούρνα > τουρκ.
kutuκουτίαρχ. ελλ. κύτος > *κυτίον > μεσν. ελλ. κουτί > τουρκ.
labadaλάπαθο (βοτ.)αρχ. ελλ. λάπαθον > νεοελλ. λάπατο > τουρκ.
labirentλαβύρινθοςαρχ. ελλ. > γαλλ. labyrinthe > τουρκ.
lâbirentβλ. labirent
lahanaλάχανοαρχ. ελλ. > τουρκ.
lâhanaβλ. lahana
laikλαϊκός, αυτός που δεν σχετίζεται με τον κλήρομετγν. ελλ. > γαλλ. laïque > τουρκ.
laisizmλαϊκισμόςνεοελλ. > γαλλ. laïcisme > τουρκ.
lakonikλακωνικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. laconique > τουρκ.
lâkonikβλ. lakonik
lalangaλαλαγγίτα, είδος τηγανίταςμετγν. ελλ. λαλάγγη > τουρκ.
lambaλάμπααντιδ. αρχ. ελλ. λαμπάς > ιταλ. lampa > νεοελλ. λάμπα > τουρκ.
lâmbaβλ. lamba
lantanλανθάνιο (χημ.)αρχ. ελλ. λανθάνω > λατ. lanthanum > γαλλ. lanthane > τουρκ.
lapinaλαπίνα (ιχθ.)μεσν. ελλ. λαπίνα > τουρκ.
larenjitλαρυγγίτιδαελλ. > γαλλ. laryngite > τουρκ.
lastikλάστιχοαντιδ. μετγν. ελλ. ελαστός > ιταλ. elastico, γαλλ. élastique > τουρκ., νεοελλ.
lâstikβλ. lastik
laternaλατέρνααντιδ. αρχ. ελλ. λαμπτήρ > λατ. la(n)terna (= λυχνάρι) > ιταλ. lanterna > τουρκ., νεοελλ.
leğenλεκάνηαρχ. ελλ. λεκάνη, αβέβ. ετύμου > αραβ. > περσ. > τουρκ.
leksikografiλεξικογραφίαελλ. > γαλλ. lexicographie > τουρκ.
leksikolojiλεξικολογίαελλ. > γαλλ. lexicologie > τουρκ.
lengerάγκυρα | μεγάλο χάλκινο δοχείοαρχ. ελλ. άγκυρα > περσ. > τουρκ.
leoparλεοπάρδαληαντιδ. αρχ. ελλ. πάρδαλις, αβέβ. ετύμου> λατ. leopardus > μετγν. ελλ. λεόπαρδος > γαλλ. léopard > τουρκ., νεοελλ.
lepraλέπρααρχ. ελλ. > τουρκ.
letarjiλήθαργοςαρχ. ελλ. > γαλλ. léthargie > τουρκ.
levrekλαβράκιμετγν. ελλ. λαβράκιον > τουρκ.
lezbiyenλεσβίααρχ. ελλ. > γαλλ. lesbien > τουρκ.
likenλύκος (ιατρ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
likorinozλικουρίνι (ιχθ.)αρχ. ελλ. *λευκορ-ρίνιον > τουρκ.
limanλιμάνιαντιδ. αρχ. ελλ. λιμήν > μετγν. ελλ. λιμένιον > τουρκ. liman > νεοελλ. λιμάνι
lipariτο σκουμπρί μετά τον τσίρο, την περίοδο δηλ. που είναι παχύαρχ. ελλ. λιπαρός > τουρκ.
lipitλιπίδιοελλ. > γαλλ. lipide > τουρκ.
lipsosείδος σκορπιού (ιχθ.)μεσν. ελλ. λειψός > τουρκ.
lirλύρααρχ. ελλ. > γαλλ. lyre > τουρκ.
lirikλυρικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. lyrique > τουρκ.
lirizmλυρισμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. lyrisme > τουρκ.
liseλύκειοαρχ. ελλ. > γαλλ. lycée > τουρκ.
litolojiλιθολογίαελλ. > γαλλ. lithologie > τουρκ.
litosferλιθόσφαιραελλ. > γαλλ. lithosphère > τουρκ.
litreλίτρομετγν. ελλ. > τουρκ.
lituryaλειτουργία (θρησκ.)μετγν. ελλ. > τουρκ.
lityumλίθιο (χημ.)αρχ. ελλ. λίθος > γαλλ. lithium > τουρκ.
lodosνότιος ή ΝΔ άνεμος | είδος ψαριούαρχ. ελλ. νότος > τουρκ., με παραφθορά της λέξης
logaritmaλογάριθμοςελλ. > γαλλ. logarithme > τουρκ.
logaritmikλογαριθμικόςνεοελλ. > γαλλ. logarithmique > τουρκ.
logistikβλ. lojistik
logosλόγος, γλώσσααρχ. ελλ. > τουρκ.
loğusaβλ. lohusa
lohusaλεχώνα, λεχούσαμεσν. ελλ. > τουρκ.
lojikλογική (ουσ.), λογικός (επίθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. logique > τουρκ.
lojistikλογισμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. logistique > τουρκ.
lökoplastλευκοπλάστης (βοτ.)ελλ. > γαλλ. leucoplaste > τουρκ.
lökoplâstβλ. lökoplast
lokosit, lökositλευκοκύτταροελλ. > γαλλ. leucocyte > τουρκ.
lökosit, lokositλευκοκύτταροελλ. > γαλλ. leucocyte > τουρκ.
lombozφινιστρίνιαρχ. ελλ. ρόμβος > τουρκ.
longozαπότομο βάθος σε ποτάμι ή θάλασσαμεσν. ελλ. λόγγη (= τάφρος) > λόγγος > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη το λόγγος προέρχεται από το σλαβ. longû
lopλοβός | μαλακό κομμάτι, π.χ. κρέαςαρχ. ελλ. λοβός > γαλλ. lobe > τουρκ.
lösemiλευχαιμίαελλ. > γαλλ. leucémie > τουρκ.
lüferγουφάρι, είδος ψαριούμεσν. ελλ. γομφάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. γόμφος > τουρκ.
madalyaμετάλλιοαρχ. ελλ. μέταλλον > νεοελλ. μετάλλιο > ιταλ. medaglia > τουρκ.
madaraκακός, άσχημοςαρχ. ελλ. μαδαρός (= φαλακρός, άδεντρος) > μεσν. ελλ. μαδάρα > περσ. > τουρκ.
madrabazχονδρέμπορος, μεταπράτηςμετγν. ελλ. μεταπράτης > περσ. > τουρκ.
magmaμάγμααρχ. ελλ. μάσσω > μετγν. ελλ. μάγμα > γαλλ. magma > τουρκ.
magriβλ. mıgri
makineμηχανήαρχ. ελλ. > λατ. machina > ιταλ. macchina > τουρκ.
makinistμηχανικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. machiniste > τουρκ.
makroekonomiμακροοικονομίαελλ. > γαλλ. macroéconomie > τουρκ.
makroekonomikμακροοικονομικόςελλ. > γαλλ. macroéconomique > τουρκ.
malakitμαλαχίτηςαντιδ. αρχ. ελλ. μαλάχη > γαλλ. malacihte > τουρκ., νεοελλ.
malamaάχυρα ανάμικτα με σιτηράαρχ. ελλ. μάλαγμα > μεσν. ελλ. μάλαμα > τουρκ.
malgamaαμάλγαμααντιδ. αρχ. ελλ. μαλάσσω > μετγν. ελλ. μάλαγμα > λατ. amalgama > τουρκ., νεοελλ.
malihülyaμελαγχολίααρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
manastırμοναστήριμετγν. ελλ. μοναστήριον > τουρκ.
mancınıkκαταπέλτης | ροδάνιαρχ. ελλ. μάγγανον > αραβ. > τουρκ.
mandalμάνταλομετγν. ελλ. μάνδαλος > αραβ. > τουρκ.
mandarκαρούλι πλοίουμεσν. ελλ. ιμαντάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ιμάς > νεοελλ. μαντάρι (= σκοινί πλοίου) > τουρκ.
mandepsi (argo)παγίδα, απάτηνεοελλ. μάντεψε, προστακτ. του μαντεύω > τουρκ.
mandıraμάντρααρχ. ελλ. μάνδρα > τουρκ.
maniμανίααρχ. ελλ. > γαλλ. manie > τουρκ.
manometreμανόμετροαρχ. ελλ. μανός + μέτρον > γαλλ. manomètre > τουρκ.
mantarμανιτάρι | φελλόςμετγν. ελλ. αμανιτάριον, υποκορ. του αμανίτης > μεσν. ελλ. μανιτάρι > τουρκ.
manyaβλ. mani
manyakμανιακόςμετγν. ελλ. > γαλλ. maniaque > τουρκ.
manyetikμαγνητικόςνεοελλ. > γαλλ. magnétique > τουρκ.
manyetizmaμαγνητισμόςελλ. > γαλλ. magnétisme > τουρκ.
margarinμαργαρίνηαντιδ. μετγν. ελλ. μάργαρον > γαλλ. margarine > τουρκ., νεοελλ.
martaloz, martolosαρματολόςνεοελλ. > παλαιότ. τουρκ.
marulμαρούλιπιθ. *αμαρούλιον, υποκορ. του λατ. *amarulla (lactuca) > μετγν. ελλ. μαρούλιον > τουρκ.
maryaπροβατίνα, θηλυκό ζώονεοελλ. Μαρία > τουρκ., με παραφθορά της λέξης, όπως φαίνεται από κείμενα της τουρκοκρατίας
masarikaη μεμβράνη που περιβάλλει τα έντεραμετγν. ελλ. μεσάραιον > τουρκ.
mastikaμαστίχαμετγν. ελλ. μαστίχη > τουρκ.
masuraμασούριόψιμο μεσν. ελλ. μασούριον > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική. Κατ' άλλη άποψη το μασούριον είναι υποκορ. του τουρκ. masura
matematikμαθηματικάαρχ. ελλ. > γαλλ. mathématique > τουρκ.
matizματίζω, δένωμετγν. ελλ. αμματίζω > νεοελλ. ματίζω > τουρκ.] | μέθυσος (αργκό), αρχ. ελλ. μέθυσος > τουρκ.
maydanozμαϊντανόςαντιδ. μεσν. ελλ. μακεδονήσι > τουρκ. maydanoz > νεοελλ. μαϊντανός
maymunμαϊμούπιθ. αρχ. ελλ. μιμώ > αραβ. > τουρκ. > μεσν. ελλ. μαϊμού, οπότε είναι αντιδάνειο. Κατ' άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι αραβική
mazgalπολεμίστρααρχ. ελλ. μασχάλη > τουρκ.
medüzμέδουσααρχ. ελλ. > γαλλ. méduse > τουρκ.
megaπολύ μεγάλοαρχ. ελλ. μέγα, ουδέτερο του μέγας > τουρκ.
megafonμεγάφωνοαντιδ. μεσν. ελλ. μεγάφωνος > γαλλ. mégaphone > τουρκ., νεοελλ.
megalomaniμεγαλομανίαελλ. > γαλλ. mégalomanie > τουρκ.
mekanikμηχανική, μηχανικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. méchanique > τουρκ.
mekanismβλ. mekanizm
mekanizmμηχανοκρατίαελλ. > γαλλ. mécanisme > τουρκ.
mekanizmaμηχανισμόςελλ. > ιταλ. mechanisma > τουρκ.
melânkoliμελαγχολίααρχ. ελλ. > γαλλ. mélancolie > τουρκ.
melanuryaμελανούριαρχ. ελλ. μελάνουρος > μεσν. ελλ. μελανούρι > τουρκ.
melisaμέλισσα (φυτ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
melodiμελωδίααρχ. ελλ. > γαλλ. mélodie > τουρκ.
melodramμελόδραμαελλ. > γαλλ. mélodrame > τουρκ.
menderesμαίανδροςαρχ. ελλ. Μαίανδρος (= όνομα ποταμού της Μ. Ασίας) > τουρκ.
mendirekκυματοθραύστηςνεοελλ. μαντράκι, υποκορ. του μεσν. ελλ. μάντρα > τουρκ.
menenjitμηνιγγίτιδαελλ. > γαλλ. méningite > τουρκ.
mengeneμέγγενηαντιδ. αρχ. ελλ. μάγγανον > τουρκ. mengene > νεοελλ. μέγγενη. Συνήθης η μετατροπή του φθόγγου / a / σε / e / στα ελλ. δάνεια της τουρκ. π.χ. λαβράκι > levrek, μάρμαρο > mermer, σαμάρι > semer
menisküs, menüsküsμηνίσκοςαρχ. ελλ. > λατ. meniscus > τουρκ.
menopozεμμηνόπαυσηελλ. > γαλλ. ménopause > τουρκ.
meraβοσκοτόπιαρχ. ελλ. μείρομαι (= μοιράζω) > αρχ. ελλ. μέρος > αραβ. > τουρκ.
mermerμάρμαρομετγν. ελλ. > αραβ. mermer > τουρκ.
mersinμυρσίνηαρχ. ελλ. μύρτος > μύρσινος > μυρσίνη > τουρκ.
mesturμυστικός, μυστήριοςαρχ. ελλ. μυστήριον > αραβ. > τουρκ.
metabolizmaμεταβολισμόςελλ. > γαλλ. métabolisme > τουρκ.
metafizikμεταφυσικήμετγν. ελλ. > γαλλ. métaphysique > τουρκ.
metaforμεταφορά (φιλ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. métaphore > τουρκ.
metalμέταλλοαρχ. ελλ. > γαλλ. métal > τουρκ.
metalografiμεταλλογραφίαελλ. > γαλλ. métallographie > τουρκ.
metamorfozμεταμόρφωσημετγν. ελλ. > γαλλ. métamorphose > τουρκ.
metapsişikμεταψυχικήελλ. > γαλλ. métapsychique > τουρκ.
metatezμετάθεση συμφώνου (γλωσ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. métathèse > τουρκ.
metazoriμε το ζόρι, δια της βίαςνεοελλ. με το + τουρκ. zor > τουρκ.
metelikμεταλλίκιαντιδ. αρχ. ελλ. μεταλλικόν > γαλλ. métalique > τουρκ., νεοελλ.
meteorμετέωροαρχ. ελλ. > γαλλ. météore > τουρκ.
meteorologμετεωρολόγοςαρχ. ελλ. > γαλλ. météorologue > τουρκ.
meteorolojiμετεωρολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. météorologie > τουρκ.
meteorolojikμετεωρολογικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. météorologique > τουρκ.
metodolojiμεθοδολογίαελλ. > γαλλ. méthodologie > τουρκ.
metotμέθοδοςαρχ. ελλ. > γαλλ. méthode > τουρκ.
metreμέτροαρχ. ελλ. > γαλλ. mètre > τουρκ.
metrikμετρικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. métrique > τουρκ.
metronomμετρονόμοςαρχ. ελλ. > γαλλ. métronome > τουρκ.
metropolμητρόπολη, μεγαλούποληαρχ. ελλ. > γαλλ. métropole > τουρκ.
metropolitμητροπολίτηςμετγν. ελλ. > τουρκ.
metropolitenμητροπολιτικόςμετγν. ελλ. μητρόπολις + γαλλ. -tain > γαλλ. métropolitain > τουρκ.
midilliμυντιλής, είδος μικρόσωμου αλόγου που υπήρχε στη Μυτιλήνηαρχ. ελλ. Μυτιλήνη > τουρκ.
midyeμύδιμετγν. ελλ. μύδιον > τουρκ.
migrenημικρανίαμετγν. ελλ. > γαλλ. migraine > τουρκ.
mıgriμουγγρί (ιχθ.)μετγν. ελλ. γογγρίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. γόγγρος, με παρετυμολ. επίδραση του μουγκρίζω > μεσν. ελλ. μουγγρίν > τουρκ.
mihanikiβλ. mihanikî
mihanikîμηχανική, ασυναίσθητηαρχ. ελλ. μηχανική > αραβ. > τουρκ.
mıhladızμαγνήτης (λαϊκ.), βλ. mıknatıs
mıknatısμαγνήτηςμεσν. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
mıknatısiβλ. mıknatısî
mıknatısîμαγνητικόςμεσν. ελλ. μαγνήτης > αραβ. > τουρκ.
mikrobiyologμικροβιολόγοςελλ. > γαλλ. microbiologue > τουρκ.
mikrobiyolojiμικροβιολογίαελλ. > γαλλ. microbiologie > τουρκ.
mikrofonμικρόφωνοελλ. > γαλλ. microphone > τουρκ.
mikrokokμικρόκοκκοςελλ. > γαλλ. microcoque > τουρκ.
mikrometreμικρόμετροελλ. > γαλλ. micromètre > τουρκ.
mikronμικρόνελλ. > γαλλ. micron > τουρκ.
mikropμικρόβιοελλ. > γαλλ. microbe > τουρκ.
mikrosefalμικροκέφαλοςαρχ. ελλ. > γαλλ. microcéphale > τουρκ.
mikroskopμικροσκόπιοελλ. > γαλλ. microscope > τουρκ.
milμήλη, χειρουργικό εργαλείο που έχει σχήμα λεπτού μεταλλικού ραβδιούαρχ. ελλ. μήλη > αραβ. > τουρκ.
mimμίμοςαρχ. ελλ. μίμος, αβέβ. ετύμου > γαλλ. mime > τουρκ.
mimikμιμητικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. mimique > τουρκ.
mimozaμιμόζααντιδ. αρχ. ελλ. μίμος > λατ. mimus > γαλλ., ιταλ. mimosa > νεοελλ., τουρκ.
mirasκληρονομιάαρχ. ελλ. μοίρα (= μερίδιο) > μεσν. ελλ. μοιρασία > αραβ. > τουρκ.
mistisizmμυστικισμόςελλ. > γαλλ. mysticisme > τουρκ.
mit, mitosμύθοςαρχ. ελλ. > τουρκ.
mitolojiμυθολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. mythologie > τουρκ.
mitos, mitμύθοςαρχ. ελλ. > τουρκ.
miyasmaμίασμααρχ. ελλ. > γαλλ. miasma > τουρκ.
miyopμύωπαςαρχ. ελλ. > γαλλ. myope > τουρκ.
mızıkaμπάντα, μουσική, αρμόνικααρχ. ελλ. μουσική > ιταλ. musica > τουρκ.
mnemotekniμνημονική, μνημοτεχνικήαρχ. ελλ. > γαλλ. mnémotechnie > τουρκ.
monadβλ. monat
monarşiμοναρχίααρχ. ελλ. > γαλλ. monarchie > τουρκ.
monatμονάδα (φιλοσ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
monizmμονισμόςελλ. > γαλλ. monisme > τουρκ.
monogamiμονογαμίαμετγν. ελλ. > γαλλ. monogamie > τουρκ.
monografiμονογραφίανεοελλ. > γαλλ. monographie > τουρκ.
monologμονόλογοςμεσν. ελλ. > γαλλ. monologue > τουρκ.
monopolμονοπώλιομετγν. ελλ. > γαλλ. monopole > τουρκ.
monotipμονοτυπίαελλ. > γαλλ. monotype > τουρκ.
monotonμονότονοςμετγν. ελλ. > γαλλ. monotone > τουρκ.
morfemμόρφημαελλ. > γαλλ. morphème > τουρκ.
morfinμορφίνηαντιδ. μετγν. ελλ. Μορφεύς > γαλλ. morphine > τουρκ., νεοελλ.
morfinomanμορφινομανίαελλ. > γαλλ. morphinomane > τουρκ.
morfolojiμορφολογίαελλ. > γαλλ. morphologie > τουρκ.
mozaikμωσαϊκόαντιδ. αρχ. ελλ. Μούσα > λατ. musaicus > γαλλ. mosaïque > τουρκ., νεοελλ.
mozoleμαυσωλείοαρχ. ελλ. Μαύσωλος > μετγν. ελλ. Μαυσώλειον > γαλλ. mausolée > τουρκ.
musandıraμεσάντρα, εντοιχισμένη ντουλάπα για στρώματα και παπλώματααρχ. ελλ. μέσος + άνδηρον (= ύψωμα) > *μεσάνδηρα > νεοελλ. μεσάντρα > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
musikiμουσικήαρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
muşmulaμούσμουλοαρχ. ελλ. μέσπιλον > μεσν. ελλ. μέσπουλον > μούσπουλον > μούσμουλο > τουρκ.
müzeμουσείοαρχ. ελλ. > γαλλ. musée > τουρκ.
müzikμουσικήαρχ. ελλ. > γαλλ. musique > τουρκ.
müzlerμούσεςαρχ. ελλ. Μούσαι > τουρκ.
nadasαγρανάπαυση μετά το όργωμααρχ. ελλ. νεώ (= καλλιεργώ εκ νέου) > αρχ. ελλ. νεατός > τουρκ.
naftalinναφθαλίνηαντιδ. μετγν. ελλ. νάφθα > γαλλ. naphtaline > τουρκ., νεοελλ.
namusεντιμότητααρχ. ελλ. νόμος > αραβ. > τουρκ.
narkotikναρκωτικόμετγν. ελλ. > γαλλ. narcotique > τουρκ.
narkozνάρκωσηαρχ. ελλ. > γαλλ. narcose > τουρκ.
narsisizmναρκισσισμόςελλ. > γαλλ. narcissisme > τουρκ.
narsistνάρκισσος, αυτός που αγαπά υπερβολικά τον εαυτό τουαρχ. ελλ. > γαλλ. narcissist > τουρκ.
navlunναύλοαρχ. ελλ. ναύλος > τουρκ.
nefritνεφρίτιδααρχ. ελλ. > γαλλ. nephrite > τουρκ.
nekrozνέκρωσημετγν. ελλ. > γαλλ. nécrose > τουρκ.
nektarνέκταραρχ. ελλ. > γαλλ. nectar > τουρκ.
nemfνύμφη (εντομ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. nymphe > τουρκ.
neolitikνεολιθικόςελλ. > γαλλ. néolithique > τουρκ.
neolojizmνεολογισμόςελλ. > γαλλ. néologisme > τουρκ.
neonνέον (χημ.)αντιδ. αρχ. ελλ. νέον > γαλλ. néon > τουρκ., νεοελλ.
neoplazmaνεόπλασμαελλ. > γαλλ. néoplasme > τουρκ.
neoplâzmaβλ. neoplazma
nergisνάρκισσοςαρχ. ελλ. > περσ. nergis > τουρκ.
neşterνυστέριαρχ. ελλ. νύσσω (= τρυπώ) > *νυστήριον > περσ. > τουρκ.
nevraljiνευραλγίαμεσν. ελλ. > γαλλ. névralgie > τουρκ.
nevrasteniνευρασθένειαελλ. > γαλλ. neurasthénie > τουρκ.
nevrolojiνευρολογίαελλ. > γαλλ. neurologie > τουρκ.
nevropatνευροπαθήςελλ. > γαλλ. névropathe > τουρκ.
nevrozνεύρωσηαντιδ. μεσν. ελλ. > γαλλ. névrose > τουρκ., νεοελλ.
nöronνευρώναςελλ. > γαλλ. neurone > τουρκ.
nostaljiνοσταλγίαμεσν. ελλ. > γαλλ. nostalgie > τουρκ.
nümismatikνομισματικόςμεσν. ελλ. > γαλλ. numismatique > τουρκ.
Öε άφωνο, όπως το γαλλικό eu και το γερμανικό ö
obeliskοβελίσκοςαρχ. ελλ. > γαλλ. obélisque > τουρκ.
ödemοίδημααρχ. ελλ. > γαλλ. oedème > τουρκ.
odeonαρχαίο ελληνικό ωδείοαρχ. ελλ. ωδείον > γαλλ. odéon > τουρκ.
odyometreακουόμετρολατ. audio + αρχ. ελλ. μέτρον > γαλλ. audiomètre > τουρκ.
oftalmolojiοφθαλμολογίαελλ. > γαλλ. ophtalmologie > τουρκ.
oftalmoskopοφθαλμοσκόπιοελλ. > γαλλ. ophtalmoscope > τουρκ.
okaliptüsευκάλυπτοςελλ. > γαλλ. eucalyptus > τουρκ.
ökseιξός, κολλώδης ουσίααρχ. ελλ. ιξός > τουρκ.
oksijenοξυγόνοελλ. > γαλλ. oxygène > τουρκ.
oksitοξίδιοαντιδ. αρχ. ελλ. οξύς > γαλλ. oxide > τουρκ., νεοελλ.
okulσχολείοαρχ. ελλ. σχολή > λατ. schola > γαλλ. école > τουρκ.
okyanusωκεανόςαρχ. ελλ. > τουρκ.
okyanusyaΩκεανίαελλ. > τουρκ.
oligarşiολιγαρχίααρχ. ελλ. > γαλλ. oligarchie > τουρκ.
olimpikολυμπιακόςαρχ. ελλ. > γαλλ. olympique > τουρκ.
olimpiyatολυμπιακοί αγώνεςαρχ. ελλ. Ολυμπιάς > γαλλ. olympiade > τουρκ.
omuzώμοςαρχ. ελλ. > τουρκ. Η λ. απαντά σε αρκετές τουρκ. γλώσσες, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες για την ακριβή προέλευσή της και απαιτεί περαιτέρω έρευνα
onanizmαυνανισμόςελλ. > γαλλ. onanisme > τουρκ.
onomastikονομαστικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. onomastique > τουρκ.
onomatopeονοματοποιίαμετγν. ελλ. > γαλλ. onomatopée > τουρκ.
ontogenezοντογένεσηελλ. > γαλλ. ontogénèse > τουρκ.
ontolojiοντολογίαελλ. > γαλλ. ontologie > τουρκ.
oosferωόσφαιραελλ. > γαλλ. oosphère > τουρκ.
oositωοκύτταροελλ. > γαλλ. oocyte > τουρκ.
optikοπτικήαρχ. ελλ. > γαλλ. optique > τουρκ.
orfozροφός, είδος ψαριούαρχ. ελλ. όρφος, ορφός > τουρκ.
organόργανοαρχ. ελλ. > γαλλ. organe > τουρκ.
organikοργανικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. organique > τουρκ.
organizmaοργανισμόςελλ. > γαλλ. organisme > τουρκ.
orgazmοργασμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. orgasme > τουρκ.
örgütοργάνωση, ίδρυμαμετγν. ελλ. οργάνωσις > τουρκ.
orkestraορχήστρααρχ. ελλ. > γαλλ. orchestre > τουρκ.
orkideορχιδέααντιδ. αρχ. ελλ. όρχις > λατ. orchidea > γαλλ. orchidée > τουρκ., νεοελλ.
orkinosτόννος, είδος ψαριούμετγν. ελλ. όρκυνος > τουρκ.
orkitορχίτιδαελλ. > γαλλ. orchite > τουρκ.
ornitolojiορνιθολογίαελλ. > γαλλ. ornithologie > τουρκ.
orojeniορογένεια, ορογένεσηελλ. > γαλλ. orogénie > τουρκ.
ortodoksορθόδοξοςμετγν. ελλ. > τουρκ.
ortopediορθοπαιδικήελλ. > γαλλ. orthopédie > τουρκ.
ortopedikορθοπαιδικόςελλ. > γαλλ. orthopédique > τουρκ.
oşinografiωκεανογραφίαελλ. > αγγλ. oceαnography > τουρκ.
ötanaziευθανασίαμετγν. ελλ. > γαλλ. euthanasie > τουρκ.
otantikαυθεντικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. authentique > τουρκ.
otarsiαυτάρκειααρχ. ελλ. > γαλλ. autarcie > τουρκ.
otistikαυτιστικόςελλ. > γαλλ. autistique > τουρκ.
otizmαυτισμόςελλ. > γαλλ. autisme > τουρκ.
otobiyografiαυτοβιογραφίαελλ. > γαλλ. autobiographie > τουρκ.
otodidaktαυτοδίδακτοςαρχ. ελλ. > γαλλ. autodidact > τουρκ.
otoerotizmαυτοερωτισμόςελλ. > γαλλ. auto-érotisme > τουρκ.
otografαυτόγραφοςμετγν. ελλ. > γαλλ. autographe > τουρκ.
otokrasiαυτοκρατορίαμετγν. ελλ. > γαλλ. autocratie > τουρκ.
otokratαυτοκράτοραςαρχ. ελλ. αυτοκράτωρ > γαλλ. autocrate > τουρκ.
otokritikαυτοκριτικήελλ. > γαλλ. autocritique > τουρκ.
otomatαυτόματο (ουσ.)ελλ. > γαλλ. automate > τουρκ.
otomatikαυτόματος (επίθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. automatique > τουρκ.
otomatizmαυτοματισμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. automatisme > τουρκ.
otonomiαυτονομίααρχ. ελλ. > γαλλ. autonomie > τουρκ.
otopsiαυτοψία, νεκροψίαμετγν. ελλ. αυτοψία > γαλλ. autopsie > τουρκ.
oyaούγιααρχ. ελλ. όα / ώα > μετγν. ελλ. ούα > μεσν. ελλ. ούια > τουρκ.
ozmosόσμωσηαντιδ. μετγ. ελλ. ωσμός + -ωση > γαλλ. osmose > τουρκ., νεοελλ.
ozonόζοναντιδ. αρχ. ελλ. όζον > γαλλ. ozone > τουρκ., νεοελλ.
palamarπαλαμάριαντιδ. αρχ. ελλ. παλάμη > μεσν. λατ. palamarius > νεοελλ. παλαμάρι > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
palamutπαλαμίδαμετγν. ελλ. παλαμίς > τουρκ.] | βαλανίδι μετγν. ελλ. βαλανίδιον > τουρκ., με παραφθορά της λέξης
palangaπαλάγκο, πολύσπαστοαντιδ. αρχ. ελλ. φάλαγξ > λατ. phalangae > ιταλ. palanco / paránco > τουρκ., νεοελλ. παλάγκο
palavraψευδολογία | ανόητη φλυαρίααντιδ. αρχ. ελλ. παραβολή > λατ. parabola > ισπ. palavra > νεοελλ., τουρκ.
paleografiπαλαιογραφίαελλ. > γαλλ. paléographie > τουρκ.
paleontolojiπαλαιοντολογίαελλ. > γαλλ. paléontologie > τουρκ.
paleozoikπαλαιοζωικόςελλ. > γαλλ. paléozoïque > τουρκ.
palikaryaπαλικάριμεσν. ελλ. παλληκάριον > τουρκ.
panayırπανηγύριμεσν. ελλ. πανηγύριον > τουρκ.
pandomimaπαντομίμααντιδ. μετγν. ελλ. παντόμιμος > λατ. pantomimus > ιταλ. pantomima > τουρκ., νεοελλ.
panikπανικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. panique > τουρκ.
pankrasπαγκράτιοαρχ. ελλ. παγκράτιον > γαλλ. pancrace > τουρκ.
pankreasπάγκρεαςαρχ. ελλ. > γαλλ. pancréas > τουρκ.
panoramaπανόραμαελλ. > γαλλ. panorama > τουρκ.
panoramikπανοραμικόςελλ. > γαλλ. panoramique > τουρκ.
panteistπανθεϊστήςελλ. > γαλλ. panthéiste > τουρκ.
panteizmπανθεϊσμόςελλ. > γαλλ. panthéisme > τουρκ.
panteonπάνθεοναρχ. ελλ. > γαλλ. panthéon > τουρκ.
pantografπαντογράφοςελλ. > γαλλ. pantographe > τουρκ.
pantuflaπαντόφλααντιδ. αρχ. ελλ. παντο- + φελλός > ιταλ. pantofola > γαλλ. pantoufle > νεοελλ. παντούφλα > τουρκ.
papatyaτο λουλούδι μαργαρίταμεσν. ελλ. παπαδιά > τουρκ.
papazπαπάςαρχ. ελλ. πάππας (= μπαμπάς) > μεσν. ελλ. παπ(π)άς > τουρκ.
papirüsπάπυροςαρχ. ελλ. πάπυρος, αβέβ. ετύμου > γαλλ. papyrus > τουρκ.
parabolπαραβολή (μαθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. parabole > τουρκ.
parabolikπαραβολικός (μαθ.)μετγν. ελλ. > γαλλ. parabolique > τουρκ.
paraboloitπαραβολοειδήςελλ. > γαλλ. paraboloïde > τουρκ.
paradigmaπαράδειγμααρχ. ελλ. > γαλλ. paradigme > τουρκ.
paradoksπαράδοξοςαρχ. ελλ. > γαλλ. paradoxe > τουρκ.
parafaziπαραφασίαελλ. > γαλλ. paraphasie > τουρκ.
paragrafπαράγραφοςμετγν. ελλ. > γαλλ. paragraphe > τουρκ.
paraketaπαραγάδι | ταχύμετρο πλοίουμεσν. ελλ. παραγαύδιον, υποκορ. του μετγν. ελλ. παραγαύδης (= κροσσωτό φόρεμα), πιθ. περσ. δάνειο > νεοελλ. παραγάδι > τουρκ.
paralaksπαράλλαξη (αστρ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. parallaxe > τουρκ.
paralâksβλ. paralaks
paralelπαράλληλοςαρχ. ελλ. > γαλλ. parallèle > τουρκ.
paralelizmπαραλληλισμόςμεσν. ελλ. > γαλλ. parallélisme > τουρκ.
paralojizmπαραλογισμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. paralogisme > τουρκ.
parametreπαράμετροςελλ. > γαλλ. paramètre > τουρκ.
paramneziπαραμνησίαελλ. > γαλλ. paramnésie > τουρκ.
parankimaπαρέγχυμαμετγν. ελλ. > γαλλ. parenchyme > τουρκ.
paranoyaπαράνοιααρχ. ελλ. > γαλλ. paranoïa > τουρκ.
paranoyakπαρανοϊκόςελλ. > γαλλ. paranoïaque > τουρκ.
parantezπαρένθεσημετγν. ελλ. > γαλλ. paranthèse > τουρκ.
parapsikolojiπαραψυχολογίαελλ. > αγγλ. parapsychlogy > τουρκ.
parasempatikπαρασυμπαθητικόελλ. > γαλλ. parasympathique > τουρκ.
parazitπαράσιτοαρχ. ελλ. > γαλλ. parasite > τουρκ.
parazitolojiπαρασιτολογίαελλ. > γαλλ. parasitologie > τουρκ.
parodiπαρωδίααρχ. ελλ. > γαλλ. parodie > τουρκ.
parşömenπεργαμηνήμετγν. ελλ. > γαλλ. parchemin > τουρκ.
partenogenezπαρθενογένεσηελλ. > γαλλ. parthénogenèse > τουρκ.
paspalπασπάλη, αλεύρι με πίτουροαρχ. ελλ. πασπάλη > τουρκ.
pastaπάστα, είδος γλυκίσματοςαντιδ. μετγν. ελλ. πάστη (= ζύμη) > μετγν. λατ. pasta > ιταλ. pasta > τουρκ., νεοελλ.
pastraπάστρα (χαρτοπαιγν.)μεσν. ελλ. > τουρκ.
patetikπαθητικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. pathétique > τουρκ.
patiτα εμπρόσθια πόδια των ζώων, π.χ. γάτας κ.λπ. | το πόδι του μικρού παιδιούαρχ. ελλ. πατώ > τουρκ.
patikπατίκι, παντούφλααρχ. ελλ. πατώ + -ίκι > νεοελλ. πατίκι > τουρκ.
patojenπαθογόνοςνεοελλ. > γαλλ. pathogène > τουρκ.
patolojiπαθολογίαελλ. > γαλλ. pathologie > τουρκ.
patolojikπαθολογικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. pathologique > τουρκ.
patrikπατριάρχηςμετγν. ελλ. > τουρκ.
patrikhaneπατριαρχείομετγν. ελλ. πατριάρχης + περσ. hane > τουρκ.
pavuryaκαρκίνος (αστρ.)αρχ. ελλ. πάγουρος > τουρκ.
paydosδιακοπή εργασίαςμεσν. ελλ. φαγητόν (ο σκοπός μάλλον της διακοπής) > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη αρχ. ελλ. παύσις > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
paytonπαϊτόνι, άμαξααρχ. ελλ. Φαέθων > γαλλ. phaéton > τουρκ. payton, fayton, βλ. λέξη
pedagogπαιδαγωγόςαρχ. ελλ. > γαλλ. pédagogue > τουρκ.
pedagojiπαιδαγωγικήαρχ. ελλ. > γαλλ. pédagogie > τουρκ.
pedagojikπαιδαγωγικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. pédagogique > τουρκ.
pedavraλεπτό σανίδιαρχ. ελλ. πέτευρον > μεσν. ελλ. πέταυρον > τουρκ.
pediatriπαιδιατρικήελλ. > γαλλ. pédiatrie > τουρκ.
pedolojiπαιδολογίαελλ. > γαλλ. paidologie > τουρκ. | πεδολογία, εδαφολογία, αρχ. ελλ. πέδον > γαλλ. pédologie > τουρκ.
peksimetπαξιμάδιμετγν. ελλ. παξαμάδιον > μεσν. ελλ. παξιμάδιον > νεοελλ. παξιμάδι > τουρκ.
pelikanπελεκάνοςαρχ. ελλ. πελεκάν > γαλλ. pélican > τουρκ.
pelteπελτέςαντιδ. μετγν. ελλ. πολτός > περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
pentatlonπένταθλοαρχ. ελλ. πένταθλον > γαλλ. pentathlon > τουρκ.
pepsinπεψίνηαντιδ. αρχ. ελλ. πέψις > γαλλ. pepsine > τουρκ., νεοελλ.
peptonπεπτόνηαντιδ. αρχ. ελλ. πεπτόν > γαλλ. peptone > τουρκ., νεοελλ.
peremeμικρό πλοίομετγν. ελλ. πέραμα (= πέρασμα) > τουρκ.
pereseνήμα της στάθμης | κατάστασηνεοελλ. περασιά (= ευθυγράμμιση) > τουρκ.
peripatetizmη φιλοσοφία του Αριστοτέληελλ. > γαλλ. péripatétisme > τουρκ.
periskopπερισκόπιοελλ. > γαλλ. périscope > τουρκ.
peritonπεριτόναιοαρχ. ελλ. > γαλλ. péritoine > τουρκ.
peritonitπεριτονίτιδαελλ. > γαλλ. péritonite > τουρκ.
periyodikπεριοδικόςμετγν. ελλ. > périodique > τουρκ.
perkiπέρκα (ιχθ.)αρχ. ελλ. πέρκη > τουρκ.
permeçeείδος λεπτού σκοινιού του πλοίουαρχ. ελλ. πρυμνήσιον > νεοελλ. πρυμάτσα > τουρκ.
peroksitυπεροξίδιολατ. per + ελλ. οξίδιο> γαλλ. peroxyde > τουρκ.
peronosporaπερονόσποροςελλ. > τουρκ.
pestilξερά φρούτα σε φύλλαμετγν. ελλ. πάστιλλος > τουρκ.
petrografiπετρογραφίαελλ. > γαλλ. pétrographie > τουρκ.
petrolπετρέλαιοαρχ. ελλ. πέτρα + έλαιον > γαλλ. pétrole > τουρκ.
pideπίτααντιδ. αρχ. ελλ. πηκτή > λατ. picta > ιταλ. pitta > νεοελλ. πίτα > τουρκ.
pıhtıπηχτόςαρχ. ελλ. πηκτός > περσ. > τουρκ.
pilakiπλακί φαγητόαρχ. ελλ. πλακίον > τουρκ.
pilâkiβλ. pilaki
pilot πιλότοςαντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. πηδόν > ιταλ. piloto, γαλλ. pilote > τουρκ., νεοελλ.
pinesπίνα, είδος όστρακουαρχ. ελλ. πίνα > τουρκ.
piramidal πυραμιδοειδήςαρχ. ελλ. πυραμίς + γαλλ. -al > γαλλ. pyramidal > τουρκ.
piramitπυραμίδααρχ. ελλ. > γαλλ. pyramide > τουρκ.
pırasaπράσοαρχ. ελλ. πράσον > τουρκ.
pirinaπυρήνα (καύσιμος ύλη)νεοελλ. > τουρκ.
pırnalπουρνάριμεσν. ελλ. πιρνάριον > τουρκ.
piroksenπυρόξενο (γεωλ.)ελλ. > γαλλ. pyroxène > τουρκ.
pirosferπυρόσφαιραελλ. > γαλλ. pyrosphère > τουρκ.
pirpiriβλ. pırpırı
pırpırı, pirpiriπέρπυρο, χρυσό βυζαντινό νόμισμααρχ. ελλ. υπέρπυρος > μεσν. ελλ. υπέρπυρον > τουρκ.
piskopos επίσκοποςαρχ. ελλ. > τουρκ.
pitonπύθωναςαρχ. ελλ. Πύθων > γαλλ. python > τουρκ.
piyaleφιάλη, ποτήριαρχ. ελλ. φιάλη > περσ.> τουρκ.
piyataπλατύ και μεγάλο πιάτο φαγητούαντιδ. αρχ. ελλ. πλατύς > λατ. *plattus > ιταλ. piatto > νεοελλ., τουρκ.
pizolitπισσόλιθος (γεωλ.)ελλ. > γαλλ. pisolithe > τουρκ.
plakπλάκα, δίσκοςαρχ. ελλ. πλάξ > γαλλ. plaque > τουρκ.
plakaπινακίδα κυκλοφορίας τροχοφόρων | μεταλλικό φύλλοαρχ. ελλ. πλάξ > ιταλ. placca > τουρκ.
planetπλανήτηςαρχ. ελλ. > γαλλ. planète > τουρκ.
planktonπλαγκτόναντιδ. αρχ. ελλ. πλαγκτόν > αγγλ., γερμ. plankton > τουρκ., νεοελλ.
plânktonβλ. plankton
plastikπλαστικό, πλαστικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. plastique > τουρκ.
plâstikβλ. plastik
platinπλατίνααντιδ. αρχ. ελλ. πλατύς > λατ. *plattus > ισπ. platina (= ασήμι) > νεοελλ., τουρκ.
platonikπλατωνικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. platonique > τουρκ.
plâtonikβλ. platonik
plazma πλάσμα (ιατρ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. plasma > τουρκ.
plâzmaβλ. plazma
plutokrasiβλ. plütokrasi
plütokrasiπλουτοκρατίααρχ. ελλ. > γαλλ. ploutocratie > τουρκ.
PlütonΠλούτωναρχ. ελλ. > τουρκ.
polemikπολεμικήαρχ. ελλ. > γαλλ. polémique > τουρκ.
poliandriπολυανδρίαμετγν. ελλ. > γαλλ. polyandrie > τουρκ.
polifoniπολυφωνίαμετγν. ελλ. > γαλλ. polyphonie > τουρκ.
poligamπολύγαμοςμετγν. ελλ. > γαλλ. polygame > τουρκ.
poligamiπολυγαμίαμετγν. ελλ. > γαλλ. polygamie > τουρκ.
poligonπολύγωνοαρχ. ελλ. > γαλλ. polygone > τουρκ.
poliklinikπολυκλινικήελλ. > γαλλ. policlinique > τουρκ.
polimeriπολυμέρειαμετγν. ελλ. > γαλλ. polymérie > τουρκ.
polipπολύποδαςαρχ. ελλ. πολύπους > γαλλ. polype > τουρκ.
polisαστυνομίααρχ. ελλ. πόλις > γαλλ. police > τουρκ.
politeistπολυθεϊστήςελλ. > γαλλ. polythéiste > τουρκ.
politeizmπολυθεϊσμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. polythéisme > τουρκ.
politikπολιτικός (επιθ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. politique > τουρκ.
politikaπολιτική (ουσ.)αρχ. ελλ. > ιταλ. politica > τουρκ.
politikacıπολιτικός (ουσ.)αρχ. ελλ. πολιτική > ιταλ. politica + τουρκ. -cı > τουρκ.
porfirπορφυρίτηςελλ. > γαλλ. porphyre > τουρκ.
pornografiπορνογραφίααντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. pornographie > τουρκ., νεοελλ.
poyrazβοριάςαρχ. ελλ. βορέας > τουρκ. poyraz, με αντιμετάθεση
pozπόζααντιδ. μετγν. ελλ. παύσις > λατ. pausa > γαλλ. pose > τουρκ., νεοελλ.
pragmatikπραγματικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. pragmatique > τουρκ.
pragmatistπραγματιστήςελλ. > γαλλ. pragmatiste > τουρκ.
pragmatizmπραγματισμόςελλ. > γαλλ. pragmatisme > τουρκ.
pratikπρακτικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. pratique > τουρκ.
prehistorik προϊστορικόςελλ. > γαλλ. préhistorique > τουρκ.
prehistoryaπροϊστορίααρχ. ελλ. ιστορία > λατ. *praehistoria > τουρκ.
presbitπρεσβύωπαςελλ. > γαλλ. presbyte > τουρκ.
prizmaπρίσμααρχ. ελλ. > τουρκ.
problemπρόβλημααρχ. ελλ. > γαλλ. problème > τουρκ.
programπρόγραμμααρχ. ελλ. > γαλλ. programme > τουρκ.
prologπρόλογοςαρχ. ελλ. > γαλλ. prologue > τουρκ.
prostatπροστάτης (ανατ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. prostate > τουρκ.
prostelaμπροστέλαμεσν. ελλ. εμπροστά + -έλα > εμπροστέλα > μπροστέλα > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη σλαβ. prestela > νεοελλ. μπροστέλα, με παρετυμολ. επίδραση του εμπρός. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
proteinπρωτεΐνηαντιδ. μετγν. ελλ. πρώτειος > γαλλ. protéine > τουρκ., νεοελλ.
protezτεχνητό μέλος του σώματος | πρόθεμα (γλωσ.)αρχ. ελλ. πρόθεσις > γαλλ. prothèse > τουρκ.
protokolπρωτόκολλομετγν. ελλ. πρωτόκολλον > γαλλ. protocole > τουρκ.
protonπρωτόνιοαντιδ. αρχ. ελλ. πρώτον > γαλλ. proton > τουρκ., νεοελλ.
protoplazmaπρωτόπλασμαελλ. > γαλλ. protoplasma > τουρκ.
protoplâzmaβλ. protoplazma
prototipπρωτότυποςμετγν. ελλ. > γαλλ. prototype > τουρκ.
prozodiπροσωδίααρχ. ελλ. > γαλλ. prosodie > τουρκ.
pruvaπλώρηαρχ. ελλ. πρώρα > ιταλ. prua > τουρκ.
psikanalizψυχανάλυσηελλ. > γαλλ. psychanalyse > τουρκ.
psikasteniψυχασθένειαελλ. > γαλλ. psychasthénie > τουρκ.
psikiyatrψυχίατροςελλ. > γαλλ. psychiatre > τουρκ.
psikiyatriψυχιατρικήελλ. > γαλλ. psychiatrie > τουρκ.
psikologψυχολόγοςελλ. > γαλλ. psychologue > τουρκ.
psikoloji ψυχολογίαελλ. > γαλλ. psychologie > τουρκ.
psikolojikψυχολογικόςελλ. > γαλλ. psychologique > τουρκ.
psikolojizmψυχολογισμόςελλ. > γαλλ. psycologisme > τουρκ.
psikometriψυχομετρίαελλ. > γαλλ. psychomètrie > τουρκ.
psikopatiψυχοπάθειαελλ. > γαλλ. psychopathie > τουρκ.
psikozψύχωσημετγν. ελλ. > γαλλ. psychose > τουρκ.
psişikψυχικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. psychique > τουρκ.
rafadan, rafıdanμελάτο αβγό, ρουφηχτό αβγόμετγν. ελλ. ροφητόν > τουρκ.
rapsodiραψωδίααρχ. ελλ. > γαλλ. rhapsodie > τουρκ.
raşitikραχιτικόςελλ. > γαλλ. rachitique > τουρκ.
raşitizmραχιτισμός, ραχίτιδαμετγν. ελλ. > γαλλ. rachitisme > τουρκ.
reçinaρετσίνα, είδος ελληνικού κρασιούαρχ. ελλ. ρητίνη, μετγν. λατ. resina > νεοελλ. ρετσίνα > τουρκ.
reostaρεοστάτης (φυσ.)ελλ. > γαλλ. rhéostat > τουρκ.
retorikρητορικήαρχ. ελλ. > γαλλ. rhétorique > τουρκ.
ritimρυθμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. rythme > τουρκ.
romatizmaρευματισμόςαντιδ. αρχ. ελλ. ρευματισμός > γαλλ. rhumatisme > τουρκ., νεοελλ.
safirζαφείριαντιδ. μετγν. ελλ. σάπφειρος > λατ. sapphirus > γαλλ. saphir > τουρκ., νεοελλ.
safsataσόφισμαμετγν. ελλ. σοφιστεία > αραβ. > τουρκ.
sahneσκηνήαρχ. ελλ. σκηνή > αραβ. > τουρκ.
sakoπανωφόριαρχ. ελλ. σάκκος, σημιτικό δάνειο > λατ. saccus > ιταλ. sacco > τουρκ.
salamandraείδος σαύραςαρχ. ελλ. σαλαμάνδρα > τουρκ.] | είδος θερμάστρας, αρχ. ελλ. σαλαμάνδρα > γαλλ. salamandre > τουρκ.
salozαυτός που του έχει σαλέψει ο νουςαρχ. ελλ. σάλος (= τρικυμία, σεισμός) > μεσν. ελλ. σαλός > τουρκ.
salyaσάλιοαρχ. ελλ. σίαλος > μεσν. ελλ. σάλιο > τουρκ.
salyangozσαλιγκάρι, σάλιαγκας, σαλιάγκοςμεσν. ελλ. σαλίγκας > τουρκ.
şamandıraσημαδούρανεοελλ. > τουρκ.
sandalσάνταλο, είδος φυτούμετγν. ελλ. σάνταλον, αγν. ετύμου > αραβ. > τουρκ. | βάρκα, αρχ. ελλ. σανδάλιον, υποκορ. του σάνδαλον, αγν. ετύμου > τουρκ. | σανδάλι, πέδιλο, αρχ. ελλ. σανδάλιον, υποκορ. του σάνδαλον, αγν. ετύμου > γαλλ. sandale > τουρκ.
saprofitσαπρόφυτοελλ. > γαλλ. saprophyte > τουρκ.
şapşalανόητος | άκομψη εμφάνισηαρχ. ελλ. σήψις > *σηψαλός > νεοελλ. σάψαλος > τουρκ.
sardunείδος σκοινιού των ψαράδωναρχ. ελλ. σαρδόνιον (= χλευαστικό γέλιο) > νεοελλ. σαρδόνι (= χοντρό και στενό σε πλάτος δίχτυ) > τουρκ.
sarkomσάρκωμαμετγν. ελλ. > γαλλ. sarcome > τουρκ.
sarpaσάρπα (ιχθ.)αρχ. ελλ. σάλπη > νεοελλ. σάρπα > τουρκ.
şayakσαγιάκι, χοντρό μάλλινο ύφασμαμεσν. ελλ. σαγίον, υποκορ. του μετγν. ελλ. σάγος (= χοντρός μανδύας) > νεοελλ. σαγιάκι > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη το σαγιάκι είναι τουρκική λέξη. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας
sedirκέδροςαρχ. ελλ. > γαλλ. cèdre > τουρκ.
şemaσχήμα, σχέδιο, διάγραμμααρχ. ελλ. > γαλλ. schéma > τουρκ.
semaforσηματοφόροςελλ. > γαλλ. sémaphore > τουρκ.
semantikσημαντική, σημασιολογίααρχ. ελλ. σημαντική > γαλλ. sémantique > τουρκ.
sembolσύμβολοαρχ. ελλ. > γαλλ. symbole > τουρκ.
sembolizmσυμβολισμόςελλ. > γαλλ. symbolisme > τουρκ.
semerσαμάριμετγν. ελλ. σαγμάριον > μεσν. ελλ. σαμάρι > τουρκ.
semiyolojiσημειολογίαελλ. > γαλλ. sémiologie > τουρκ.
semiyolojikσημειολογικόςελλ. > γαλλ. sémiologique > τουρκ.
sempatiσυμπάθειααρχ. ελλ. > γαλλ. sympathie > τουρκ.
sempatikσυμπαθητικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. sympatique > τουρκ.
sempozyumσυμπόσιοαρχ. ελλ. > γαλλ. symposium > τουρκ.
semptomσύμπτωμααρχ. ελλ. > γαλλ. symptome > τουρκ.
senaryoσενάριοαντιδ. αρχ. ελλ. σκηνή > λατ. scenarium, υποκορ. του scena > γαλλ. scénario, ιταλ. scenário > νεολλ., τουρκ.
sendikσύνδικοςαρχ. ελλ. > γαλλ. syndic > τουρκ.
sendikaσυνδικάτοαντιδ. αρχ. ελλ. σύνδικος > γαλλ. syndicat > τουρκ., νεοελλ.
sendromσύνδρομοαρχ. ελλ. σύνδρομος > γαλλ. syndrome > τουρκ.
senfoniσυμφωνία (μουσ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. symphonie > τουρκ.
senkretizmσυγκρητισμόςμετγν. ελλ. > γαλλ. syncrétisme > τουρκ.
senkronσύγχρονοςμετγν. ελλ. > γαλλ. synchrone > τουρκ.
senkronikσυγχρονικόςελλ. > γαλλ. synchronique > τουρκ.
sentagmaσύνταγμα (γλωσ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. syntagme > τουρκ.
sentaksσύνταξη (γλωσ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. syntaxe > τουρκ.
sentetikσυνθετικόαρχ. ελλ. > γαλλ. synthétique > τουρκ.
sentezσύνθεσηαρχ. ελλ. > γαλλ. synthèse > τουρκ.
septikσκεπτικιστήςελλ. > γαλλ. sceptique > τουρκ.
septisizmσκεπτικισμόςελλ. > γαλλ. scepticisme > τουρκ.
sepyaμελάνι σουπιάς και ζωγραφιά από μελάνι σουπιάςαρχ. ελλ. σηπία > λατ. sepia > ιταλ. seppia > τουρκ.
seramikκεραμικός, κεραμικόαρχ. ελλ. κέραμος > αρχ. ελλ. κεραμικός > γαλλ. céramique > τουρκ.
sfenksσφίγγααρχ. ελλ. σφίγξ > γαλλ. sphinx > τουρκ.
siderozανθρακικός σίδηροςαρχ. ελλ. σίδηρος > γαλλ. sidérose > τουρκ.
sifonσίφωναρχ. ελλ. > γαλλ. siphon > τουρκ.
siklamenκυκλάμινομετγν. ελλ. κυκλάμινος > γαλλ. cyclamen > τουρκ.
siklonκυκλώναςαντιδ. αρχ. ελλ. κύκλος > γαλλ. cyclone > τουρκ., νεοελλ.
silindirκύλινδροςαρχ. ελλ. > γαλλ. cylindre > τουρκ.
silindirajκυλίνδρωσηαρχ. ελλ. κύλινδρος + γαλλ. -age > γαλλ. cylindrage > τουρκ.
silindirselκυλινδρικόςαρχ. ελλ. κύλινδρος > γαλλ. cylindre + τουρκ. -sel > τουρκ.
simetriσυμμετρίααρχ. ελλ. > γαλλ. symétrie > τουρκ.
simetrikσυμμετρικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. symétrique > τουρκ.
simetrisizασύμμετροςαρχ. ελλ. συμμετρία + τουρκ. -siz > τουρκ.
şimiotaksiχημειοτακτισμόςελλ. > γαλλ. chimiotaxie > τουρκ.
şimiotropizmχημειοτροπισμόςελλ. > γαλλ. chimiotropisme > τουρκ.
simitσιμίτι, κουλλούριαντιδ. αρχ. ελλ. σεμίδαλις > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ. σιμίτι
sinagogσυναγωγήαρχ. ελλ. > τουρκ.
sinaritσυναγρίδααρχ. ελλ. συναγρίς > τουρκ.
sinemaκινηματογράφοςαντιδ. αρχ. ελλ. κίνημα + γράφω > γαλλ. cinématographe και συντετμ. cinéma > τουρκ., νεοελλ. σινεμά
sinematikκινηματικήελλ. > γαλλ. cinématique > τουρκ.
sinematografκινηματογράφοςελλ. > γαλλ. cinématographe > τουρκ.
sinematografikκινηματογραφικόςελλ. > γαλλ. cinématographique > τουρκ.
sinerjiσυνεργασίαμετγν. ελλ. > γαλλ. synergie > τουρκ.
sinesteziσυναισθησίαελλ. > γαλλ. synésthésie > τουρκ.
siniσινί, μεγάλο χάλκινο ταψίμετγν. ελλ. σινίον > περσ. > τουρκ.
sinikκυνικός (φιλοσ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. cynique > τουρκ.
şinikσοινίκι, μέτρο δημητριακώνμετγν. ελλ. χοινίκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. χοίνιξ > νεοελλ. σοινίκι > τουρκ.
sınırσύνορονεοελλ. σύνορο, ουδ. του αρχ. ελλ. σύνορος > τουρκ.
sınırdaşαυτοί που έχουν κοινά σύνορανεοελλ. σύνορο, ουδ. του αρχ. ελλ. σύνορος + τουρκ. -daş > τουρκ.
sınırlıοριοθετημένος | οριακόςνεοελλ. σύνορο, ουδ. του αρχ. ελλ. σύνορος + τουρκ. -lı > τουρκ.
sinizm, kinizmκυνισμός (φιλοσ.)μετγν. ελλ. > γαλλ. cynisme > τουρκ.
sinonimσυνώνυμοςαρχ. ελλ. > γαλλ. synonyme > τουρκ.
sıraσειράαρχ. ελλ. > τουρκ.
şırıngaσύριγγααρχ. ελλ. σύριγξ > ιταλ. siringa > τουρκ.
sırmaλεπτό ασημένιο σύρμααρχ. ελλ. σύρμα > τουρκ.
sırmakeşο κατασκευαστής σύρματοςαρχ. ελλ. σύρμα + περσ. -keş > τουρκ.
sırmalıσυρματόπλεκτοςαρχ. ελλ. σύρμα + τουρκ. -lı > τουρκ.
sirozκίρρωση ήπατοςελλ. > γαλλ. cirrhose > τουρκ.
sirtakiσυρτάκιαρχ. ελλ. συρτός > νεοελλ. συρτάκι > τουρκ.
sirtoσυρτός χορόςαρχ. ελλ. συρτός > τουρκ.
sismikσεισμικόςνεοελλ. > γαλλ. sismique > τουρκ.
sismografσεισμογράφοςελλ. > γαλλ. sismographe > τουρκ.
sismologσεισμολόγοςελλ. > γαλλ. sismologue > τουρκ.
sismolojiσεισμολογίαελλ. > γαλλ. sismologie > τουρκ.
şistσχιστόλιθοςελλ. > γαλλ. schiste > τουρκ.
sistemσύστημααρχ. ελλ. > γαλλ. système > τουρκ.
sistematikσυστηματικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. systématique > τουρκ.
sistireξύστρααρχ. ελλ. > τουρκ.
sistitκυστίτιδαελλ. > γαλλ. cystite > τουρκ.
sistolσυστολή της καρδιάςμετγν. ελλ. συστολή > γαλλ. systole > τουρκ.
siyatikισχιαλγίαελλ. > γαλλ. sciatique > τουρκ.
şizofreniσχιζοφρένειαελλ. > γαλλ. schizophrénie > τουρκ.
skandalσκάνδαλομετγν. ελλ. > γαλλ. scandale > τουρκ.
sklerozσκλήρυνσηνεοελλ. > γαλλ. sclérose > τουρκ.
skolastikσχολαστικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. scolastique > τουρκ.
sofistσοφιστήςαρχ. ελλ. > αγγλ. sophist > τουρκ.
sofistikeαφύσικος | νοθευμένοςαντιδ. αρχ. ελλ. σοφιστικός > μεσν. λατ. sophisticus > γαλλ. sophistiqué > νεοελλ. σοφιστικέ, τουρκ.
sofizmσόφισμααρχ. ελλ. > γαλλ. sophisme > τουρκ.
somataσουμάδα, αναψυκτικό από γαλάκτωμα αμυγδάλουπιθ. ινδ. σόμα (= είδος ποτού, θεϊκό ελιξίριο) + -άδα > νεοελλ. σουμάδα > τουρκ. ή *σουμάδι (= σημάδι, δηλαδή ένα συμβολικό δώρο του γαμπρού προς τη νύφη, μετά το οποίο ακολουθούσε αμέσως ένα κέρασμα με το ποτό σουμάδα) > σουμάδα. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική
somunστρογγυλό φουσκωτό ψωμί, καρβέλιμεσν. ελλ. ψωμί(ν), υποκορ. του αρχ. ελλ. ψωμός (= κομμάτι ψωμιού) > τουρκ.
soritσωρείτηςμετγν. ελλ. > γαλλ. sorite > τουρκ.
spastikσπαστικόςελλ. > γαλλ. spastique > τουρκ.
spazmσπασμόςαρχ. ελλ. > γαλλ. spasme > τουρκ.
spermaσπέρμααρχ. ελλ. > γαλλ. sperme > τουρκ.
sporσπόριοαρχ. ελλ. σπόρος > γαλλ. spore > τουρκ.
stadyaσταδίααρχ. ελλ. στάδιος > γαλλ. stadia > τουρκ.
stadyumστάδιοαρχ. ελλ. > λατ. stadium > τουρκ.
stalagmitσταλαγμίτηςελλ. > γαλλ. stalagmite > τουρκ.
stalaktitσταλακτίτηςελλ. > γαλλ. stalactite > τουρκ.
statikστατικός, στατικήαρχ. ελλ. > γαλλ. statique > τουρκ.
stenografiστενογραφίαελλ. > γαλλ. sténographie > τουρκ.
stenotipμηχανή στενογραφίας, "στενοτυπία"ελλ. > γαλλ. sténotype > τουρκ.
stereofonikστερεοφωνικόςελλ. > γαλλ. stéréophonique > τουρκ.
stereografiστερεογραφίαελλ. > γαλλ. stéréographie > τουρκ.
stereoskopστερεοσκόπιοελλ. > γαλλ. stéréoscope > τουρκ.
stereotipiστερεοτυπίαελλ. > γαλλ. stéréotypie > τουρκ.
stetoskopστηθοσκόπιοελλ. > γαλλ. stéthoscope > τουρκ.
stoacılıkστωικισμόςαρχ. ελλ στοά + τουρκ. -cılık > τουρκ.
stratejiστρατηγικήαρχ. ελλ. > γαλλ. stratégie > τουρκ.
streptokokστρεπτόκοκκοςελλ. > γαλλ. streptocoque > τουρκ.
strikninστρυχνίνηαντιδ. μετγν. ελλ. στρύχνος > γαλλ. strychnine > τουρκ., νεοελλ.
sübyeσουπιάαρχ. ελλ. σηπία > νεοελλ. σουπιά > τουρκ.
sülineσωλήνα, θαλάσσιο μαλάκιοαρχ. ελλ. σωλήν > τουρκ.
süngerσφουγγάριμετγν. ελλ. σπογγάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. σπόγγος > νεοελλ. σφουγγάρι > τουρκ.
sürüκοπάδι, σωρόςαρχ. ελλ. > τουρκ.
susamσουσάμιαρχ. ελλ. σήσαμον, σημιτικό δάνειο > νεοελλ. σουσάμι > τουρκ.
takimetreταχύμετροελλ. > γαλλ. tachymètre > τουρκ.
takografταχογράφοςελλ. > αγγλ. tachograph > τουρκ.
takometreταχύμετροελλ. > αγγλ. tachometer > τουρκ.
taksiταξί, αγοραίοαρχ. ελλ. τάξις + μέτρον > γαλλ. taximètre, συντετμ. taxie > τουρκ.
taksimetreταξίμετροαρχ. ελλ. τάξις + μέτρον > γαλλ. taximètre > τουρκ.
taksonomiταξινομίαελλ. > γαλλ. taxonomie > τουρκ.
taktikτακτικήαρχ. ελλ. > γαλλ. tactique > τουρκ.
talazτρικυμίααρχ. ελλ. θάλασσα > νεοελλ. θάλασσα (= θαλασσοταραχή, φουρτούνα) > τουρκ.
tarhanaτραχανάςμετγν. ελλ. τραγανός > περσ. > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
taşikardiταχυκαρδίαελλ. > γαλλ. tachycardie > τουρκ.
tayfunτυφώναςαρχ. ελλ. > αγγλ. typhoon > τουρκ.
tayınσιτηρέσιο, μερίδα τροφήςαρχ. ελλ. ταγήν, αιτ. του ταγή > αραβ.> τουρκ.
teizmθεϊσμόςελλ. > γαλλ. théisme > τουρκ.
teknikτεχνική, τεχνικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. technique > τουρκ.
teknikerτεχνικόςαρχ. ελλ. > γερμ. techniker > τουρκ.
teknisyenτεχνικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. technicien > τουρκ.
teknokrasiτεχνοκρατίαελλ. > αγγλ. technocracy > τουρκ.
teknokratτεχνοκράτηςελλ. > γαλλ. technocrate > τουρκ.
teknolojiτεχνολογίααντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. technologie > τουρκ., νεοελλ.
teknolojikτεχνολογικόςελλ. > γαλλ. technologique > τουρκ.
tektonikτεκτονικήαρχ. ελλ. > γαλλ. tectonique > τουρκ.
telefonτηλέφωνοελλ. > γαλλ. téléphone > τουρκ.
telefotografiτηλεφωτογραφίαελλ. > γαλλ. téléphotographie > τουρκ.
telekineziτηλεκινησίαελλ. > γαλλ. télékinésie > τουρκ.
teleolojiτελεολογίαελλ. > γαλλ. téléologie > τουρκ.
teleolojikτελεολογικόςελλ. > γαλλ. téléologique > τουρκ.
telepatiτηλεπάθειαελλ. > γαλλ. télépathie > τουρκ.
telepatikτηλεπαθητικόςελλ. > γαλλ. télépathique > τουρκ.
teleskobikτηλεσκοπικόςελλ. > γαλλ. téléscopique > τουρκ.
teleskopτηλεσκόπιοελλ. > γαλλ. téléscope > τουρκ.
telfinκομμάτι του ψαριού τορίκι, που προορίζεται για λακέρδαμετγν. ελλ. δελφίν (δελφίνι | ναυτικό εργαλείο) > τουρκ.
telgrafτηλέγραφοςελλ. > γαλλ. télégraphe > τουρκ.
tem, temaθέμααρχ. ελλ. θέμα > γαλλ. thème > τουρκ.
tematikθεματικόςμετγν. ελλ. > γαλλ. thématique > τουρκ.
temelθεμέλιοαρχ. ελλ. θεμέλιος > τουρκ.
temelliμόνιμος, σταθερόςαρχ. ελλ. θεμέλιος + τουρκ. -li > τουρκ.
tenyaταινία, παρασιτικό σκουλήκιαρχ. ελλ. ταινία > τουρκ.
teogoniθεογονίααρχ. ελλ. > γαλλ. théogonie > τουρκ.
teokrasiθεοκρατίαμετγν. ελλ. > γαλλ. théocratie > τουρκ.
teokratikθεοκρατικόςελλ. > γαλλ. théocratique > τουρκ.
teolojiθεολογίααρχ. ελλ. > γαλλ. théologie > τουρκ.
teolojikθεολογικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. théologique > τουρκ.
teoremθεώρημααρχ. ελλ. > γαλλ. théorème > τουρκ.
teoriθεωρίααρχ. ελλ. > γαλλ. théorie > τουρκ.
teorikθεωρητικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. théorique > τουρκ.
terapiθεραπείααρχ. ελλ. > γαλλ. thérapie > τουρκ.
terementiτρεμεντίνα, τερεβινθίνηνεοελλ. τρεμεντίνα > τουρκ.
termalθερμό ιαματικό νερόαρχ. ελλ. θερμός > γαλλ. thermal > τουρκ.
termikθερμικόςελλ. > γαλλ. thermique > τουρκ.
termodinamikθερμοδυναμικήελλ. > γαλλ. thermodynamique > τουρκ.
termoelektrikθερμοηλεκτρικόςελλ. > γαλλ. thermoéléctrique > τουρκ.
termografθερμογράφοςελλ. > γαλλ. thermographe > τουρκ.
termokimyaθερμοχημείαελλ. > τουρκ.
termometreθερμόμετροελλ. > γαλλ. thermomètre > τουρκ.
termosθερμός (ειδικό δοχείο)αντιδ. αρχ. ελλ. θερμός > αγγλ., γαλλ. thermos > τουρκ., νεοελλ.
termosifonθερμοσίφωναςελλ. > γαλλ. thermosiphone > τουρκ.
termostatθερμοστάτηςελλ. > γαλλ. thermostat > τουρκ.
tetanosτέτανοςαρχ. ελλ. > γαλλ. tétanos > τουρκ.
tezεργασία υποβαλλόμενη σε εκπαιδευτικό ίδρυμααρχ. ελλ. θέσις > γαλλ. thèse > τουρκ.
tifoτύφοςαρχ. ελλ. > τουρκ.
tifüsτύφοςαρχ. ελλ. > γαλλ. typhus > τουρκ.
tılsımυπερφυσική, μαγική δύναμημεσν. ελλ. τέλεσμα (= τελετή, μυστήριο) > αραβ. > τουρκ.
tipείδος | πρότυποαρχ. ελλ. τύπος > γαλλ. type > τουρκ.
tipografiτυπογραφίανεοελλ. > γαλλ. typographie > τουρκ.
tipografyaτυπογραφίανεοελλ. > τουρκ.
tipolojiτυπολογίαελλ. > γαλλ. typologie > τουρκ.
tiranτύραννος, αυταρχικόςαρχ. ελλ. τύραννος > γαλλ. tyran > τουρκ.
tirfilτριφύλλιμετγν. ελλ. τριφύλλιον > νεοελλ. > τουρκ.
tirhandilτρεχαντήριμετγν. ελλ. τροχαντήριον, υποκορ. του τροχαντήρ, με παρετυμολ. επίδραση του τρέχω > νεοελλ. τρεχαντήρι > τουρκ.
tirhosσαρδέλααρχ. ελλ. τριχία > τουρκ.
tırpanδρεπάνιμετγν. ελλ. δρεπάνιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. δρέπανον > τουρκ.
tiryakiθεριακλής, ο εξαρτημένος από διάφορες ουσίεςπιθ. μετγν. ελλ. θηριακή > περσ. > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη και η λέξη θηριακή προέρχεται από την περσική
titanτιτάναςαρχ. ελλ. Τιτάν > γαλλ. titan > τουρκ.
tiyatroθέατροαρχ. ελλ. > ιταλ. teatro > τουρκ.
toksikolojiτοξικολογίαελλ. > γαλλ. toxicologie > τουρκ.
toksikomanτοξικομανήςελλ. > γαλλ. toxicomane > τουρκ.
toksinτοξίνηελλ. > γαλλ. toxine > τουρκ.
tomarτομάρι | σωρόςαρχ. ελλ. τόμος > μετγν. ελλ. τομάριον > αραβ. > τουρκ.
tomografiτομογραφίαελλ. > γαλλ. tomographie > τουρκ.
tonτόνος (μουσ., γραμμ.)αρχ. ελλ. > γαλλ. ton > τουρκ.] | είδος ψαριού, τόνος, αρχ. ελλ. θύννος > λατ. tunnus > ιταλ. tonno, γαλλ. thon > νεοελλ. τόνος > τουρκ.
tonikτονικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. tonique > τουρκ.
tonozθόλοςαρχ. ελλ. θόλος > τουρκ., με παραφθορά
topazτοπάζιμετγν. ελλ. τοπάζιον, αγν. ετύμου > γαλλ. topaze > τουρκ.
topografyaβλ. topoğrafya
topoğrafyaτοπογραφίαμετγν. ελλ. > γαλλ. topographie, ιταλ. topografia > τουρκ.
toponimiτοπωνυμίαελλ. > γαλλ. toponymie > τουρκ.
torikτορίκι, είδος παλαμίδαςαντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. ταρίχη, πληθ. του τάριχος (= ταριχευμένο, παστό) αγν. ετύμου > τουρκ. > νεοελλ. τορίκι ή ρίκι (νομίζοντας ότι η συλλαβή < το > αποτελεί άρθρο!). Επειδή συνήθιζαν να παστώνουν και να κάνουν λακέρδα ένα συγκεκριμένο είδος παλαμίδας, φαίνεται ότι ονομάστηκε και η παλαμίδα τάριχος. Κατ' άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας
tornaτόρνοςαρχ. ελλ. > ιταλ. tórnio > τουρκ.
tragedyaτραγωδίααρχ. ελλ. > τουρκ.
trahomτράχωμαμετγν. ελλ. > γαλλ. trachome > τουρκ.
trajediτραγωδίααρχ. ελλ. > γαλλ. tragédie > τουρκ.
trajikτραγικόςαρχ. ελλ. > γαλλ. tragique > τουρκ.
trakunyaδράκαινα (ιχθ.)αρχ. ελλ. > τουρκ.
trapezτραπέζι γυμναστικήςαρχ. ελλ. τραπέζιον > γαλλ. trapèse > τουρκ.
travmaτραύμααρχ. ελλ. > ιταλ. tráuma > τουρκ.
travmatolojiτραυματολογίαελλ. > γαλλ. traumatologie > τουρκ.
trigonometriτριγωνομετρίαελλ. > γαλλ. trigonomètrie > τουρκ.
trigonometrikτριγωνομετρικόςελλ. > γαλλ. trigonométrique > τουρκ.
trilojiτριλογίααρχ. ελλ. > γαλλ. trilogie > τουρκ.
triptikπιστοποιητικό εξόδου λεωφορείου από τα σύνορατρίπτυχον, ουδ. του αρχ. ελλ. τρίπτυχος > γαλλ. triptyque > τουρκ.
tropikaτροπικόςαρχ. ελλ. > ιταλ. tropico > τουρκ.
tropizmτροπισμόςελλ. > γαλλ. tropisme > τουρκ.
troposferτροπόσφαιραελλ. > γαλλ. troposphère > τουρκ.
tulumτουλούμι, γκάιντααντιδ. αρχ. ελλ. τύλη / μετγν. ελλ. τύλος (= εξόγκωμα, κάλος | σαμάρι αχθοφόρου) > τουρκ. > νεοελλ. τουλούμι. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική
turfandaτροφαντός, πρώιμοςαρχ. ελλ. πρώτος + -φαντός > *πρωτοφαντός > νεοελλ. τροφαντός > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.
Üου άφωνο, όπως το γαλλικό u και το γερμανικό ü
uranusβλ. uranüs
uranüsουρανόςαρχ. ελλ. > λατ. uranus > τουρκ.
uranyumουράνιο (χημ.)ελλ. > γαλλ. uranium > τουρκ.
üremiουραιμίαελλ. > γαλλ. urémie > τουρκ.
ürolojiουρολογίαελλ. > γαλλ. urologie > τουρκ.
uskumruσκουμπρίαρχ. ελλ. σκόμβρος > μεσν. ελλ. σκουμπρί > τουρκ.
üstüpüστουπίαρχ. ελλ. στυππείον > τουρκ.
usturlapαστρολάβοςμετγν. ελλ. > αραβ. > τουρκ.
ütopikουτοπικόςελλ. > γαλλ. utopique > τουρκ.
utopyaβλ. ütopya
ütopyaουτοπίααντιδ. αρχ. ελλ. ου + τόπος > μεσν. λατ. utopia > γαλλ. utopie > τουρκ.
üvendireβουκέντρα, βούκεντρομεσν. ελλ. βουκέντριον, υποκορ. του μετγν. ελλ. βούκεντρον > τουρκ.
vaftizβάπτιση, βάπτισμαμετγν. ελλ. > τουρκ.
varyos, balyozβαριά, μεγάλο σφυρίμεσν. ελλ. βαριά > τουρκ.
vatozβατί, είδος σελαχιού (ιχθ.)αρχ. ελλ. βάτος > τουρκ.
vernikβερνίκιμετγν. ελλ. βερενίκιον > νεοελλ. > τουρκ.
vişneβύσσινοαρχ. ελλ. βύσσινος > μετγν. ελλ. βύσσινον > τουρκ.
voliβολή, ριξιά διχτυού | κέρδος (αργκό)αρχ. ελλ. βολή > τουρκ.
vonozγόνος ψαριώναρχ. ελλ. γόνος > τουρκ., με παραφθορά
yakamozφωσφορισμός της θάλασσαςαρχ. ελλ. διακαίω > *διακαμός (πβ. κάμα) > τουρκ.
yalıγιαλός | μεγαλοπρεπές παραλιακό σπίτιαρχ. ελλ. αιγιαλός > μεσν. ελλ. γιαλός > τουρκ.
yekeδοιάκι, μοχλός για την περιστροφή του πηδαλίου στα πλοίαμεσν. ελλ. οιάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. οίαξ > τουρκ.
yellozγυναίκα κακής διαγωγής, περίγελοςπιθ. αρχ. ελλ. γέλως > τουρκ.
yomaείδος χοντρού σκοινιού για το δέσιμο των πλοίωνπιθ. αρχ. ελλ. λύγος (= είδος φυτού από το οποίο κατασκεύαζαν ιμάντες, ασπίδες κ.ά) > μετγν. ελλ. λυγώ (= δένω) > *λύγωμα > τουρκ. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας
yortuγιορτήμεσν. ελλ. > τουρκ.
zarganaζαργάναπιθ. αρχ. ελλ. σαργάνη (= καλάθι) > μετγν. ελλ. ζαργάνη > μεσν. ελλ. ζαργάνα > τουρκ.
zelveζεύγλα, ζεύλα, εξάρτημα για τη ζεύξη δύο ζώωναρχ. ελλ. ζεύγλη > νεοελλ. ζεύλα > τουρκ.
zevçο σύζυγοςαρχ. ελλ. ζεύγος > αραβ. > τουρκ.
zevceη σύζυγοςαρχ. ελλ. ζεύγος > αραβ. > τουρκ.
zifirαιθάλη, καπνιάαρχ. ελλ. ζόφος (= βαθύ σκοτάδι) > αραβ. > τουρκ.
zifosτζίφος, άχρηστος, κενόςπιθ. αρχ. ελλ. ψήφος > νεοελλ. τζίφος > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η νεοελληνική λέξη τζίφος ίσως προέρχεται από το αραβ. zife. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας] | λάσπη που πετιέται από το χώμα, καταιγίδα, αρχ. ελλ. ζόφος (= βαθύ σκοτάδι) > τουρκ.
zigotζυγωτόαρχ. ελλ. > γαλλ. zygote > τουρκ.
zodyakζωδιακόςμετγν. ελλ. > γαλλ. zodiaque > τουρκ.
zoologζωολόγοςελλ. > γαλλ. zoologue > τουρκ.
zoolojiζωολογίαελλ. > γαλλ. zoologie > τουρκ.
zootekniζωοτεχνίαελλ. > γαλλ. zootechnie > τουρκ.
zula (argo)κρύπτη απαγορευμένων πραγμάτωνμεσν. ελλ. ζουλίζω > ζουλώ > ζούλα > τουρκ.].
« Last Edit: 29 Jul, 2021, 10:54:09 by spiros »


 

Search Tools