Go to full version

Swedish->Greek

Pages: (1/16) > >>

aptiten kommer medan man äter → τρώγοντας έρχεται η όρεξη - spiros

dödsrossling → επιθανάτιος ρόγχος - spiros

lysa med sin frånvaro → λάμπω διά της απουσίας μου, η απουσία μου γίνεται αισθητή, γίνεται αισθητή η απουσία μου - spiros

det bästa sedan skivat bröd → ό,τι καλύτερο έχουμε δει εδώ και καιρό, σπουδαία καινοτομία, σπουδαία εφεύρεση, θα αλλάξει τη ζωή μας, φανταστικός, φανταστική, φανταστικό, ένας και μοναδικός, μοναδικός, μοναδικός στο είδος του, μοναδική, μία και μοναδική, μοναδική στο είδος της, δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν, ανεπανάληπτος, γαμάτος - spiros

tillbaka till ritbordet → φτου κι απ' την αρχή, φτου και απ' την αρχή, άντε ξανά απ' την αρχή, πάμε πάλι - spiros

strömavbrott → διακοπή ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού, διακοπή του ηλεκτρικού - spiros

variant av särskild betydelse → παραλλαγή ιδιαίτερης ανησυχίας - wings

ta det säkra före det osäkra → κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε, φύλα τα ρούχα σου να 'χεις τα μισά, φύλαγε τα ρούχα σου να 'χεις τα μισά, ο φόβος φυλάει τα έρμα, προσέχω για να έχω - spiros

ana ugglor i mossen → κάποιο λάκκο έχει η φάβα, κάτι δε στέκει, κάτι δεν κολλάει, κάτι δεν μου κάθεται καλά, κάτι δεν μου κολλάει, κάτι δεν πάει καλά, κάτι μου βρομάει, κάτι μου βρωμάει, κάτι μου φαίνεται ύποπτο, κάτι μυρίζομαι, κάτι παίζει, κάτι τρέχει, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά, μυρίζομαι βρομοδουλειά, μυρίζομαι βρωμοδουλειά, προαισθάνομαι σκευωρία, υποπτεύομαι ατιμία, υποψιάζομαι κάτι άσκημο - spiros

Pages: (1/16) > >>