έχασα επεισόδια →

P0waN

  • Newbie
  • *
    • Posts: 97
έχασα επεισόδια
ή
έχω χάσει (κάποια) επεισόδια

Το λέμε όταν δεν είμαστε ενημερωμένοι για κάποιο γεγονός ή συνομιλία που συνέβη και ζητάμε εξηγήσεις, περισσότερες πληροφορίες για να καταλάβουμε τι συμβαίνει.

Υπάρχει κάτι αντίστοιχο στα Αγγλικά (slang);

Thanks.


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72550
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
wake up and smell the coffee → πάρ' το χαμπάρι, κατάλαβέ το, ξύπνα, άνοιξε τα μάτια σου, πάρε μυρωδιά τι συμβαίνει, πάρε πρέφα τι συμβαίνει, βάλ' το καλά στο μυαλό σου, είσαι βαθιά νυχτωμένος, είσαι βαθιά νυχτωμένη, έχεις χάσει επεισόδια, πάρ' το πρέφα

be behind the times → είμαι πίσω, είμαι ξεπερασμένος, είμαι ντεμοντέ, είμαι κολλημένος στο παρελθόν, δεν συμβαδίζω με την εποχή μου, είμαι εκτός φάσης, έχω μείνει πίσω, έχω χάσει τεύχη, έχω χάσει επεισόδια

what world do you live in → πού ζεις | καλά, πού ζεις | δε ζεις σ' αυτόν τον κόσμο | δεν είσαι από δω | σ' άλλον πλανήτη ζεις | θα μας τρελάνεις | δεν πας καλά | άνοιξε τα μάτια σου | εσύ είσαι από άλλο ανέκδοτο | καλά, έχεις χάσει επεισόδια

wake up and smell the hummus → πάρ' το χαμπάρι, πάρ' το πρέφα, κατάλαβέ το, ξύπνα, άνοιξε τα μάτια σου, πάρε μυρωδιά τι συμβαίνει, πάρε πρέφα τι συμβαίνει, βάλ' το καλά στο μυαλό σου, είσαι βαθιά νυχτωμένος, είσαι βαθιά νυχτωμένη, έχεις χάσει επεισόδια
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824669
    • Gender:Male
  • point d’amour
things have changed since then

not know the half of it → έχω χάσει επεισόδια, δεν ξέρω ούτε τα μισά, έχω μείνει πίσω

that's not the whole story → δεν τα ξέρεις καλά, έχεις μείνει πίσω, δεν σ' τα παν καλά, δεν σου τα έχουν πει καλά, αυτό είναι μέρος της αλήθειας, έχεις χάσει επεισόδια

out of touch → δεν έχω καμία επαφή, έχω χάσει την επαφή, δεν έχω νέα, δεν έχω ακούσει, λείπω από την αγορά, λείπω από την πιάτσα, έχω σκουριάσει, το 'χω αφήσει, είμαι ανενημέρωτος

out of touch with reality → εκτός πραγματικότητας, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα, στην καρακοσμάρα του, στην κοσμάρα του, στον κόσμο του, έχει χάσει επεισόδια

out of  sync → εκτός συγχρονισμού, ασυγχρόνιστος, αποσυγχρονισμένος, σε άλλη φάση, αλλού γι' αλλού, στην κοσμάρα του

Μεταφορά από το να χάσεις επεισόδια της σαπουνόπερας που σου αρέσει και να μην μπορείς να κατανοήσεις τις εξελίξεις. Σημαίνει ότι χάνω κάποιες εξελίξεις σε ένα θέμα και αδυνατώ να παρακολουθήσω και κατανοήσω τα τεκταινόμενα. Οπότε ψαρώνω σαν χάνος. Αντιμετωπίζεται με το να μου κάνει ένας φίλος μπρήφινγκ στα γρήγορα.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
(Σλανγκιστής κάνει υποτροπή στην αγωγή αποσλανγκοτοξίνωσης, την οποία του επέβαλε η Λυσισλάνγκη):
- Καλά ρε παιδιά, τι απέγινε ο Πανούλης; Κι αυτός ο Αυτοκτονημένος ποιος είναι; Ο δίδυμος αδερφός του;
- Α, εσύ έχεις χάσει επεισόδια! Χρειάζεσαι μπρήφινγκ!

- Δεν το πιστεύω! Γκέουλας ο Πέρι! Αυτός ο άντρακλας! Και τι γυρεύει στην μαρτυρική μεγαλόνησο;
- Α, έχεις χάσει ΠΟΛΛΑ επεισόδια! Χρειάζεσαι επειγόντως μπρήφινγκ!
χάνω επεισόδια - SLANG.gr

επεισόδιο, το, ουσ. [<αρχ. ἐπεισόδιον], το επεισόδιο. 1. απρόοπτο και βίαιο γεγονός, που διασαλεύει την κανονική διεξαγωγή μιας διαδικασίας: «κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα σημειώθηκαν διάφορα θλιβερά επεισόδια μεταξύ των φιλάθλων των δυο ομάδων, και ο διαιτητής, αναγκάστηκε να διακόψει για λίγο το παιχνίδι || στις πρόσφατες φοιτητικές εκλογές γίναμε μάρτυρες ακόμη και αιματηρών επεισοδίων, που προκάλεσαν οι θερμόαιμοι των διάφορων παρατάξεων με σκοπό να ματαιωθεί οι καταμέτρηση των ψήφων || η πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία τερματίστηκε χωρίς επεισόδια». 2. για άτομο που έχει αδικαιολόγητα υπεροπτική συμπεριφορά και επιδεικνύει προσποιητή ανδρεία, λέγεται και η παρακάτω φράση: μαγκιά, κλανιά, εξάτμιση και κώλος επεισόδιο·
έχασες επεισόδια, λέγεται συνήθως με κάποια ειρωνική διάθεση σε άτομο που για κάποιο λόγο δεν είναι γνώστης όλων των επίμαχων πτυχών κάποιας υπόθεσης ή διαμάχης: «εντέλει πότε παντρεύεται ο τάδε; -Έχασες επεισόδια, γιατί ο τάδε χώρισε». Συνήθως η φρ. κλείνει με το δικέ μου. Αναφορά στα επεισόδια τηλεοπτικού σίριαλ. Συνών. έχασες σελίδες / έχασες τεύχη·   
θερμό επεισόδιο, ξαφνική ένταση μεταξύ δυο χωρών, που οδηγεί σε πολεμική σύγκρουση περιορισμένης κλίμακας: «καθώς τα ελληνικά μαχητικά μπήκαν στη διαδικασία αναχαίτισης των τουρκικών μαχητικών αεροπλάνων στο Αιγαίο, παραλίγο να δημιουργηθεί θερμό επεισόδιο»·
κάνω επεισόδιο ή κάνω επεισόδια, δημιουργώ φασαρία, φασαρίες: «δεν τον παίρνουμε μαζί μας, γιατί συνέχεια κάνει επεισόδια και μας μπλέκει».
Γεώργιος Κάτος: Λεξικό της λαϊκής​ και της περιθωριακής γλώσσας 
« Last Edit: 10 Aug, 2021, 09:12:46 by spiros »


 

Search Tools