em poucas palavras → για να μην πολυλογούμε, δι' ολίγων, διά βραχέων, εν ενί λόγω, εν ολίγοις, εν περιλήψει, εν συνόψει, εν συντομία, με δυο λέξεις, με δυο λόγια, με έναν λόγο, με λίγα λόγια, με λίγες λέξεις, με μια κουβέντα, με μια λέξη, ου πολλώ λόγω, συνελόντι ειπείν, συλλήβδην ειπείν, χάριν συντομίας

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836584
    • Gender:Male
  • point d’amour
pour faire court → για να μην πολυλογούμε, δι' ολίγων, διά βραχέων, εν ενί λόγω, εν ολίγοις, εν περιλήψει, εν συνόψει, εν συντομία, με δυο λέξεις, με δυο λόγια, με έναν λόγο, με λίγα λόγια, με λίγες λέξεις, με μια κουβέντα, με μια λέξη, ου πολλώ λόγω, συνελόντι ειπείν, συλλήβδην ειπείν, χάριν συντομίας

Catalan: en resum; Chinese Mandarin: 總而言之, 总而言之, 概括地說, 概括地说; Danish: i en nøddeskal; Dutch: in een notendop; Esperanto: unuvorte; Finnish: pähkinänkuoressa, sanalla sanottuna, lyhyesti sanottuna; French: en un mot; Georgian: მოკლედ; German: kurzgesagt, mit einem Worte; Greek: εν συντομία, περιληπτικά, λακωνικά, με λίγα λόγια; Hungarian: dióhéjban; Icelandic: í hnotskurn; Indonesian: ringkasnya, singkatnya, singkat kata; Italian: in breve, in sostanza, in poche parole; Japanese: 要するに, つまりは; Latin: in nuce; Norwegian Bokmål: i et nøtteskall; Nynorsk: i eit nøtteskal; Polish: w pigułce; Portuguese: em poucas palavras; Russian: кратко, вкратце, в двух словах, одним словом, короче говоря́; Spanish: en resumen, en pocas palabras; Swedish: i ett nötskal, kort sagt; Thai: โดยย่อ; Vietnamese: tóm lại
in a nutshell - Wiktionary

Arabic: القصة بإختصار‎; Armenian: կարճ ասած; Chinese Cantonese: 長話短說, 长话短说; Mandarin: 長話短說, 长话短说; Dutch: lang verhaal kort; Finnish: lyhyesti sanottuna; French: pour faire court, en résumé; German: kurz gesagt, kurz und gut, lange Rede, kurzer Sinn; Hungarian: egy szó mint száz, elég az hozzá, hogy; Italian: in somma, per tagliare corto, per farla breve; Persian: خلاصه ، القصه ، آخر سر اینکه‎; Portuguese: trocando em miúdos; Russian: короче говоря́; Spanish: en resumen, resumiendo, para hacerla corta, para no hacerla larga, para no hacerte el cuento largo, para no estirarlo demasiado, para abreviar, abreviando, yendo al grano, al grano,; Swedish: kort och gott; Turkish: uzun lafın kısası; Ukrainian: коротше кажучи
long story short - Wiktionary


 

Search Tools