gewohnheitsmässig → εθιμικός, κατά συνήθεια, καθ' έξη, καθ' έξιν, κατ' έθιμο, συνήθης, συνηθισμένος, που συνηθίζεται

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 848645
    • Gender:Male
  • point d’amour
gewohnheitsmässig  → εθιμικός, κατά συνήθεια, καθ' έξη, καθ' έξιν, κατ' έθιμο, συνήθης, συνηθισμένος, που συνηθίζεται
gewohnheitsmäßig


 

Search Tools