μιζοσκόταδο, μιζονέτα, μιζεκλίκι, μιζανπλί και άλλα μιζοπαράγωγα σχετικά με μίζες, Miesens και Siemens

wings · 13 · 1003

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζοσκόταδο (το): Προσπάθεια συσκότισης και συγκάλυψης της αλήθειας στην υπόθεση της Siemens.

(Η δικαιοσύνη ψάχνει τους ενόχους στο μιζοσκόταδο.)

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
« Last Edit: 30 Nov, 2011, 15:19:30 by spiros »
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζοκακόμοιρος (ο): πολιτικός για τον οποίο υπάρχουν ενδείξεις ότι εμπλέκεται στο σκάνδαλο με τις μίζες, αλλά παριστάνει τον κακόμοιρο προκειμένου να πείσει σχετικά με την αθωότητά του.

(Διάβασες τις δηλώσεις που έκανε ο Τσουκάτος βγαίνοντας από τον ανακριτή; Τον εγκατέλειψε το κόμμα του, λέει ο μιζοκακόμοιρος.)

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζεκλίκι (το): πρόγευση / μικρή προκαταβολή μίζας.

(Ο εξοπλισμός του πολιτικού γραφείου του με καινούργιο τηλεφωνικό κέντρο ήταν το μιζεκλίκι της υπόθεσης. Τα χοντρά λεφτά δόθηκαν αργότερα.

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζονέτα (η): πολυτελής κατοικία που αποκτήθηκε ως αντάλλαγμα πολιτικής εκδούλευσης.

(Είδες την μιζονέτα του Άκη στο Πανόραμα; Έχει ένα WC λιγότερο από τη βίλα του Μητσοτάκη.)  

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζανπλί (το): προϊόν συναλλαγής που αποδίδεται εις είδος, συνήθως με μορφή κοσμημάτων ή άλλων τιμαλφών, σε συζύγους,  ερωμένες ή κόρες πολιτικών.

(Βλέπεις την κοτρώνα που φοράει στο χέρι το τσουλί; Μιζανπλί του υπουργού από την υπόθεση του OTE είναι.)

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζολιθική εποχή: Χρονικά συμπίπτει με περιόδους όπου εξαγγέλλονται μεγάλα έργα, μεγάλες διοργανώσεις, μεγάλες αγορές του αιώνα κλπ. και πέφτουν οι μεγάλες μίζες.

(Γαμώ την ατυχία μου. Τώρα βρήκαμε να είμαστε έξω από τα πράγματα; Τώρα που είναι η μιζολιθική εποχή και τρώει η μίζα σίδερο;)

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζολαβητής (ο): παρένθετο πρόσωπο που μεσολαβεί στο δαιδαλώδες σύστημα διακίνησης της μίζας, μέσα από εμβάσματα, off-shore εταιρείες κλπ, προκειμένου να  χαθούν τα ίχνη του μαύρου πολιτικού χρήματος.

(Ισχυρίζεται ότι τον έμπλεξαν χωρίς να το θέλει. Θα τη γλυτώσει φτηνά όμως. Ένας απλός μιζολαβητής ήταν.

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Απομιζώ: σύγχρονη γραφή του ρήματος απομυζώ, που σημαίνει «αναρροφώ, βυζαίνω, αποσπώ συνεχώς χρήματα» και μετατρέπεται σε «απομιζώ» όταν ο ενεργών είναι πολιτικό πρόσωπο.

(Απομίζησε τους πάντες επί υπουργίας του. Να φανταστείς ότι τον αποκαλούσαν ο μίστερ 2%. Τόση ήταν η προμήθειά του.

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζάνοιχτος (o): πολιτικός που εντέχνως αφήνει να διαρρεύσει σε επιχειρηματικούς κύκλους ότι είναι ανοιχτός σε προτάσεις συναλλαγής.

(Εκλογές έρχονται. Τα έξοδα πολλά. Δηλώνω μιζάνοιχτος σε υποψήφιους. χορηγούς.)
 

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


mariapar

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1898
    • Gender:Female
Μιζονέτα (η): πολυτελής κατοικία που αποκτήθηκε ως αντάλλαγμα πολιτικής εκδούλευσης.

(Είδες την μιζονέτα του Άκη στο Πανόραμα; Έχει ένα WC λιγότερο από τη βίλα του Μητσοτάκη.)   

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)


Υπάρχει και η πρεζονέτα. Συνήθως είναι ιδιαίτερα μεγάλη και πολυτελής, και δεν ιδιοκατοικείται, αλλά ενοικιάζεται με παράλογα υψηλό ενοίκιο σε άτομα που την ημέρα είναι πολύ ήσυχα :-)
One finger cannot lift a pebble (Native American proverb)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μιζοτιμής (επίρρημα): ελάττωση της τιμής της μίζας κατά το ήμισυ, σε περιόδους όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός πολιτικών πρόθυμων να εμπλακούν.

(Εκεί που τα είχαμε βρει και ήμασταν έτοιμοι να συμφωνήσουμε, μπλέχτηκε και ο Κυριάκος και μας έκανε χαλάστρα. Η συμφωνία έκλεισε μιζοτιμής.)
 

Πηγή: Μίζων ελληνικό λεξικό (http://www.plakitsa.net/)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72543
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Και για όσους χρειάζονται το αρχείο Powerpoint για να εμπεδώσουν όσα μάθαμε σήμερα, υπάρχει αυτό.
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



 

Search Tools