sale price → τιμή με την έκπτωση, τιμή μετά την έκπτωση, μειωμένη τιμή, λιανική τιμή

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833997
    • Gender:Male
  • point d’amour
sale price → τιμή με την έκπτωση, τιμή μετά την έκπτωση, μειωμένη τιμή, λιανική τιμή

sale price
the price at which something is offered for sale
the reduced price of something during a sale
sale price - Wiktionary


 

Search Tools