juzgar → δικάζω, εκδικάζω, κρίνω, γνωματεύω

magenta

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6078
juzgar → γνωματεύω

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.
« Last Edit: 11 Apr, 2011, 18:27:33 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823248
    • Gender:Male
  • point d’amour

juzgar
    
tr. Deliberar, quien tiene autoridad para ello, acerca de la culpabilidad de alguno, o de la razón que le asiste en un asunto, y sentenciar lo procedente: lo juzgó el Tribunal Supremo.
 
Valorar, formar juicio u opinión sobre algo o alguien: te había juzgado mal.
 
a juzgar por algo loc. Según se deduce de ello, ateniéndose a lo que resulta: a juzgar por lo que ha dicho, creo que él no lo hizo. Se conj. como llegar.
http://diccionarios.elmundo.es/diccionarios/cgi/lee_diccionario.html?busca=juzgar



magenta

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6078
juzgar → δικάζω, εκδικάζω, κρίνω

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.


 

Search Tools