abadengo → ηγουμενία, αξίωμα ηγουμένου, του ηγούμενου, ηγουμενικό

Princessa

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 580
    • Gender:Female
abadengo –ga → (eng) of an abbot / abbess, abbatial → του ηγούμενου/ηγουμένης, ηγουμενικό
« Last Edit: 02 Jul, 2010, 11:50:45 by spiros »


Princessa

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 580
    • Gender:Female
abadengo → (eng) abbacy → ηγουμενία, αξίωμα ηγουμένου
« Last Edit: 02 Jul, 2010, 11:51:50 by spiros »



 

Search Tools