πλαφοναρισμένος → capped, which has reached a cap

spiros · 8 · 1002

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836610
    • Gender:Male
  • point d’amour
πλαφοναρισμένο, πλαφοναρισμένα

put a cap → ορίζω πλαφόν, επιβάλλω πλαφόν, θέτω πλαφόν, θέτω ανώτατο όριο, βάζω πλαφόν, βάζω ανώτατο όριο

Σε δεύτερη επικοινωνία που είχε εκπροσώπους της φαρμακαποθήκης και όταν τους ανέφερε ότι γνώριζε ότι είχαν παραλάβει ικανό αριθμό τεμαχίων του φαρμάκου, ισχυρίστηκαν ότι αρνούνται να πωλήσουν στο φαρμακείο του το ένα τεμάχιο που ζήτησε, διότι το φάρμακο αυτό είναι «πλαφοναρισμένο», δηλαδή το διαθέτουν σε ορισμένες μόνο ποσότητες ανά φαρμακείο (συνήθως ένα ή δύο τεμάχια ανά φαρμακείο) και σε συγκεκριμένα φαρμακεία της επιλογής τους.
Εξώδικο του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου για τις ελλείψεις φαρμάκων - Ειδήσεις - Ελλάδα - in.gr

Στην γενικότερη οικονομία, το πλαφονάρω μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί του επιβάλλω πλαφόν (σε τιμές, σε όριο ηλικίας κλπ), αν και στην πράξη προτιμάται ο περιφραστικός όρος.
πλαφονάρω - SLANG.gr

Επιπλέον, ρήματα που εμφανίζονται μόνο στην ειδική γλώσσα του χρηματιστηρίου είναι τα παραγόμενα από ξένες λέξεις που αποτελούν ορολογικές μονάδες, όπως το ρήμα πλαφονάρω (από το πλαφόν < γαλ. plafond = οροφή, με τη σημασία του πιστωτικού ορίου, έχω αντλήσει όλο το κεφάλαιο που έχω στη διάθεσή μου).
http://ikee.lib.auth.gr/record/130913/files/GRI-2012-9764.pdf
« Last Edit: 24 Sep, 2022, 09:00:56 by spiros »


Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4118
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Τι άλλο θα ακούσουμε, Θεέ μου;! Όταν είδα το λήμμα "πλαφοναρισμένος" πήγε ο νους μου σε καμιά ψευδοροφή, γυψοσανίδα, πλαφονιέρα και δεν ξέρω και 'γώ τι άλλο... Η εποχή τρέχει, στην ΕΛΕΤΟ θα έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε ;-)
In dubio pro reo



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 73197
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Παιδιά, είναι παλιά η λέξη αυτή. Στις εταιρείες που δούλεψα τη χρησιμοποιούσαμε από το 1990 και ήταν απολύτως ευκρινής η έννοιά της.

πλαφόν το [plafón] Ο (άκλ.) : το ανώτατο όριο, που τίθεται ως περιορισμός και που δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί· η οροφή. || (οικον.) το ανώτατο όριο, ο περιορισμός που τίθεται σε ένα οικονομικό μέγεθος: Οι τιμές / οι δαπάνες / οι μισθοί / οι αυξήσεις δεν πρέπει να ξεπερνούν το ~.
[λόγ. < γαλλ. plafond]

ΛΚΝ
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836610
    • Gender:Male
  • point d’amour
Κάτσε καλά Βίκυ μη σε πλαφονάρω γιατί μετά, ποιος θα σε ξεπλαφονάρει :Ρ



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 73197
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Δεν γίνεται, εκτός κι αν πας να δουλέψεις σε καμιά τράπεζα ή εφορία. :P
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836610
    • Gender:Male
  • point d’amour
Πλαφονιέρες Οροφής... ταυτολογία ή όχι;

Πλαφονιέρες Οροφής | Skroutz.gr


Στα γαλλικά υποθέτω plafonner. Τώρα στα αγγλικά να είναι άραγε capped;

capped - Greek translation – Linguee
« Last Edit: 16 Dec, 2016, 00:13:29 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 73197
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μπορεί και limited. Ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836610
    • Gender:Male
  • point d’amour

 

Search Tools