μπαμπάτσικος → full-figured, burly, hearty, large and strong, heavily built

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824636
    • Gender:Male
  • point d’amour
μπαμπάτσικος → hearty
μπαμπάτσικη
μπαμπάτσικο

μπαμπάτσικος, ο = ο πολύ μεγάλος. (τουρκ. babaçko)
http://users.sch.gr/ampatzis/wp-content/base/glossa_bergis.pdf
Tureng - babaçko - Turkish English Dictionary

argoda anlamı: güçlü ve gösterişli,iri yarı kadın
https://eksisozluk.com/babacko--3702295?nr=true&rf=babacko

μπαμπάτσικος -η -ο: καλοθρεμμένος, μπόλικος, σωματώδης. μεγάλος σε όγκο. Λ.χ. Μπαμπάτσικο μωρό, καθώς και μπαμπάτσικη γυναίκα αλλά και μπαμπάτσικες μερίδες φαγητού. Τρελά μωρά! Μπαμπάτσικες αλλά… καυτές! Μπαμπάτσικη ομελέτα με λαχανικά. Μπαμπάτσικος Κωνσταντίνος | < τουρκ. λ. babas: ο πιο μεγαλόσωμος και ηλικιωμένος κόκορας του κορετσιού.
ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Μ - Ερανιστής

μπαμπάτσικο - SLANG.gr
« Last Edit: 25 Aug, 2021, 15:18:59 by spiros »


 

Search Tools