Translation | Μετάφραση

Favourite texts, movies, lyrics, quotations, recipes => Favourite Poetry => Favourite Music and Lyrics => Poetry of Thessaloniki => Topic started by: wings on 02 Aug, 2007, 19:11:18

Title: Σταύρος Ζαφειρίου
Post by: wings on 02 Aug, 2007, 19:11:18
Σταύρος Ζαφειρίου

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/03/zafeiriou-e1552237580465.jpg)

Γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο.

Ο ιστότοπος του ποιητή: http://www.stzafiriou.gr/

Ποιητικές συλλογές:
«Το ευλύγιστο πέλμα», εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1983
«... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο», εκδ. Μη άμεσης επανάστασης, Αθήνα, 1984
«Στη μουβιόλα», εκδ. Μη άμεσης επανάστασης, Αθήνα, 1986
«Ζεστή Πανσέληνος», εκδ. Ρόπτρον, Αθήνα, 1988
«Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1993
«Τα κατοικίδια», εκδ. Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997
«Η άτροπος των ημερών», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1998
«Σώματος Λόγος» (με δέκα ξυλογραφίες του Τάκη Τσεντεμαΐδη), εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2004
«Χωρικά», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2007
«Ενοχικόν | Ο μονόλογος ενός δράστη», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010
«Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία)», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2012
«Δύσκολο», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2014
«Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα)», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2017
«Τα φυσικά πράγματα», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2019

Πεζογραφία:
«Η κόρη του πλοίαρχου Νέμο», εκδ. Τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1990

Παραμύθια:
«Η μεγάλη πολιτεία και τα τέσσερα όμορφα όνειρα», εκδ. Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997
«Ο ξυλοκόπος που έγινε άγγελος», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2000
«Το καρναβάλι των ζώων», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2000
«Ο μικρός πιλότος», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2017 

Ανθολογημένα ποιήματα:


Έγραψαν για τον Σταύρο Ζαφειρίου:


[ Επιστροφή στο ευρετήριο της ανθολογίας «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα» (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9084.0) ]
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (στ')
Post by: wings on 03 Aug, 2007, 00:14:22
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (στ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

στ'

Φωτογραφία του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά.
Στολή του εθνικού στρατού.
Το πρόσωπο σκυμμένο μες στον χρόνο,
σαν σε γαβάθα με γάλα και ψωμί.
Μάλλον Παρασκευή, γιατί τα χέρια
στραγγίζουνε σε λόγια προσευχής.
Ένας λεκές απλώνει στη φανέλα
(αίμα; παραπανίσια νοσταλγία;).
Στην πλάτη τα σημάδια των καιρών.

Μπορεί και η χαμένη περηφάνια.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (στ')
Post by: wings on 03 Aug, 2007, 00:39:56
Πολύ μ' αρέσει αυτός ο ποιητής της γενιάς μου - και τον καμαρώνω ακριβώς γιατί ανήκει στη γενιά μου, όπως χαίρομαι και για τη Χλόη.:-)

Στα ποιήματά του διακρίνω σπουδαίες έννοιες διατυπωμένες με χαρακτηριστική λιτότητα κι ίσως αυτό είναι που μ' εντυπωσιάζει περισσότερο. Ξεχώρισα το δίστιχο:

Το πρόσωπο σκυμμένο μες στον χρόνο,
σαν σε γαβάθα με γάλα και ψωμί.

Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (στ')
Post by: banned on 03 Aug, 2007, 01:33:02
Χαίρομαι που σου αρέσει και ο Σταύρος Ζαφειρίου, ένας ασφαλώς αξιόλογος ποιητής. Ο Σταύρος παρουσιάστηκε σχετικά πρόσφατα στην Ποιητική Εστία του Τάκη Βαρβιτσιώτη με μια πολύ ενδιαφέρουσα εισήγηση από τη Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ. Οι παρατηρήσεις σου είναι εύστοχες και, με τέτοιους ποιητές, δικαιολογημένα καμαρώνεις για τη γενιά σου.

Μετά την κατάρρευση των ιδεολογιών, η γενιά του '80 ονομάστηκε και «γενιά του ιδιωτικού οράματος». Μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ποιητές της έχουν ήδη δώσει σημαντικό έργο. Ακολουθούν οι νεότατες γενιές του '90 (η «αόρατη γενιά») και του 2000 (ανά δεκαετία και γενιά, να μια ελληνική γραμματολογική πρωτοτυπία).
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (στ')
Post by: wings on 03 Aug, 2007, 02:15:41
Η αλήθεια είναι ότι δεν πιστεύω πως το ιδιωτικό όραμα είναι η ευτυχέστερη έκφανση του οράματος, αλλά, μπροστά στην πλήρη ανυπαρξία, δεν έχω παρά να το προτιμήσω. Ίσως είναι αυτό φταίει που δεν βρίσκω πολλά πράγματα ή πολλούς ανθρώπους να καμαρώνω στη γενιά μου - ούτε καν τον εαυτό μου (όμως αυτό είναι εντελώς άλλο θέμα).

Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνω τώρα με την ανθολογία ότι οι καλοί ποιητές δεν έχουν γενιά - αναγκαστικά τους κατατάσσουμε κάπου χρονολογικά, όμως η καλή ποίηση ακόμα κι αν προέρχεται από τις νεότατες γενιές μοιάζει με το παλιό καλό κρασί - κουβαλάει τις μυρωδιές και τις γεύσεις ζωής αιώνων - και όσοι την υπηρετούν ουσιαστικά δεν κάνουν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να μας κερνάνε ένα ποτήρι από τούτο το νέκταρ της ζωής και της γνώσης με κάθε τους ποίημα. Κι αν είναι πολύ σπουδαίοι ποιητές, μερικές φορές αρκεί και μια γουλιά, ένας στίχος ή έστω και μια λέξη, για να μας βγάλουν από την καθημερινή μας μιζέρια και να μας κάνουν να νιώσουμε λίγο καλύτεροι, λίγο πιο σπουδαίοι κι εμείς οι αναγνώστες.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (στ')
Post by: banned on 03 Aug, 2007, 11:00:37
Κι άλλες φορές έχω παρατηρήσει ότι αυτά που γράφεις έχουν μια ποιητική πνοή. Έχεις αγγίξει τη βαθύτερη ουσία της ποίησης και σίγουρα δεν είσαι η απλή αναγνώστρια.

Όλες οι τέχνες έχουν μια κοινή πηγή και μια μυστική κοινή πορεία μέσα στον χρόνο. Προς μια κορυφή που δεν υπάρχει. Αλλάζουν χίλιες δυο μορφές, χάνονται για να ανθίσουν απρόσμενα και πάλι, είναι ζωντανές ακόμη κι όταν χαθούν κάτω απ' το χώμα. Τα ονόματα και οι κατατάξεις δεν έχουν τελικά καμία σημασία. Η εσωτερική εντολή παραμένει η ίδια για όλους τους δημιουργούς, που δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να καταχωρούν όσα τους υπαγορεύει το μέγα δέος. Αυτή είναι η φύση των πραγμάτων και δεν αλλάζει. 

Υπάρχουν νέα παιδιά που είναι διαμάντια, αξιοθαύμαστα από κάθε άποψη. Μέσα από την τραγική ειρωνεία του «ιδιωτικού οράματος», οι δημιουργοί κάποτε θα ανακαλύψουν και πάλι και θα δικαιώσουν τον κοινωνικό προορισμό τους.
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: wings on 03 Aug, 2007, 18:19:33
Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν

[Ενότητα Το σώμα]

Κάθε φορά που κατεβάζει ο κυνηγός ένα πουλί
κάτι επαναλαμβάνεται στον χρόνο.
Δεν είναι μόνον η ηχώ της ντουφεκιάς,
(το αίμα ράβει σαν κλωστή την ενδυτή του αέρα)
μα και η πτώση της ζωής που κάνει κύκλους.
Που κάνει κύκλους, κύκλους, κύκλους,
κύκλους, κύκλους,
το άβατο ξετυλίγει τ’ ουρανού,
τυλίγοντας του εωθινού τα μετακόσμια ξόρκια.

Κάθε φορά που κατεβάζει ένα πουλί ο κυνηγός,
μες στον καθρέφτη του πρωϊνού
αποτραβιέται ο χρόνος.

Έξω αφήνει μόνο μια στιγμή
μετέωρη, σαν κόκκινο φτερό
πάνω απ’ το σώμα.

Μια ολομόναχη στιγμή,
ν’ αντανακλά τον θάνατο στο σώμα.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/01/Zafeiriou_SwmatosLogos_Ewthinon-e1546461690578.jpg)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: F_idάνι on 03 Aug, 2007, 19:11:49
Έχω την εντύπωση ότι κάθε φορά που διαβάζω αυτό το ποίημα αποτραβιέται ο χρόνος.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: wings on 04 Aug, 2007, 03:59:16
Έχω την εντύπωση ότι κάθε φορά που διαβάζω αυτό το ποίημα αποτραβιέται ο χρόνος.

Πολύ όμορφο αυτό που λες, Έφη.

Και όταν αποτραβιέται ο χρόνος, τι γίνεται, αλήθεια; Μήπως μπορείς να πάψεις να σκέφτεσαι; Γιατί τότε, έξω από όμορφο, ίσως είναι και σωτήριο.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: F_idάνι on 04 Aug, 2007, 12:49:37
Όταν αποτραβιέται ο χρόνος κάνει κύκλους, κύκλους, κύκλους, κύκλους, κύκλους...

(Είδες; Εγώ μιλάω με τα λόγια άλλων, το παραπάνω... δεν το 'χω :-)

Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: wings on 04 Aug, 2007, 12:58:21
Ναι, το βλέπω ότι μιλάς με λόγια άλλων... οι κύκλοι, κύκλοι, κύκλοι δεν μ' αρέσουν πολύ, γιατί κάτι από επανάληψη μού φέρνουν στο νου. Μια μικρούλα υπέρβαση δεν μπορείς να κάνεις για να το «αποκτήσεις», μπας και με φωτίσεις; Ψυχικό θα κάνεις. :-)))
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: F_idάνι on 04 Aug, 2007, 13:31:40
Ας εκτεθώ λοιπόν... [Αχ, βρε Βίκυ, τι με κάμνεις... :-)]

In my defense, να πω ότι όταν διαβάζω ποιήματα, δεν τα φιλτράρω μέσα από γνώσεις. (τις οποίες, έτσι κι αλλιώς δεν κατέχω :-})

Όταν διαβάζω ποιήματα περιμένω να νιώσω ένα κλικ (φοβερό λεξιλόγιο, ξέρω, ξέρω :-().

Στο ποίημα αυτό, το κλικ ήταν ο κρότος της τουφεκιάς. Εκκωφαντικό. Η επανάληψη δε με χάλασε καθόλου, γιατί πάγωσε ο χρόνος. Σε αργή κίνηση βλέπω στο μυαλό μου την εικόνα του πουλιού να κάνει κύκλους πέφτοντας, την ηχώ να κάνει κύκλους, την αντανάκλαση του θάνατου στο σώμα, να κάνει κι αυτή κύκλους.

Κάθε φορά που...
Στον παγωμένο χρόνο η επανάληψη δεν είναι επανάληψη. Είναι το ξετύλιγμα του ουρανού σαν τόπι από ύφασμα.

Είναι η αντανάκλαση στον καθρέφτη του πρωινού και η ηχώ που συγχρονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς. Του πουλιού και της δικής μου.

Είναι η επαναλαμβανόμενη κίνηση της βελόνας που ράβει την ενδυτή του αέρα με το αίμα αυτής της καρδιάς.

Η επανάληψη υφίσταται όταν υπάρχει ο χρόνος.
Όταν ο χρόνος αποτραβιέται... (αχ, βρε Βίκυ, τι με κάμνεις... :-))

Παρακαλώ, μη μου ζητήσετε να μιλήσω για τη στιγμή τη μετέωρη, σαν κόκκινο φτερό πάνω απ' το σώμα.

Νομίζω ό,τι και να πω θα είναι ιεροσυλία για το στίχο (ελπίζω τα υπόλοιπα να μην ήταν).

Το ποίημα, για μένα, είναι τόσο συγκλονιστικό που θα πρέπει να δημιουργηθεί καινούργια λέξη γι αυτό.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Εωθινόν
Post by: wings on 04 Aug, 2007, 13:39:52
Αχ, η παλιά δασκάλα έβαλε τη νεότερη (ήθελε δεν ήθελε) να κάνει ανάλυση του ποιήματος.

Και την έκανες υπέροχα, Έφη. Και κάτι ακόμα... τα λόγια μέσα απ' την ψυχή κάποιου ποτέ δεν είναι ιερόσυλα ή βέβηλα.

Και «δεν σε κάμνω κάνα κακό μεγάλο» - αντίθετα, ξεδιπλώνεις ένα κομματάκι από τις δικές σου σκέψεις και ανησυχίες έτσι. :-)

Καλά κάνεις και δεν φιλτράρεις τα ποιήματα που διαβάζεις μέσα από γνώσεις. Κάθε ποίημα έχει τον δικό του ρυθμό και τη δικιά του μουσική, το ρυθμό και τη μουσική της ψυχής του ποιητή (αν δεν τα 'χει, απλώς δεν είναι καλό ποίημα και δεν φταίει ο αναγνώστης), οπότε δεν προϋποθέτει γνώσεις η ανάγνωσή του... μονάχα τις αισθήσεις σου wide open απαιτεί, αν θες να λέγεσαι καλός αναγνώστης.
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: wings on 08 Sep, 2007, 23:53:22
Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί

Όμως αυτή η παρόμοια γυναίκα
που τώρα ετοιμάζεται αργά,
στοιχειώνοντας ιερογλυφικά καθώς διπλώνει
τη φούστα νέφος της δουλειάς στην αυριανή καρέκλα,
τούτη η γυναίκα σαν πέσει στο κρεβάτι
και σβήσει έξω της όλο το φως,
καλεί τις γύφτισσες να ’ρθούν στην κάμαρά της,
μάντισσες με τρελά χαρτιά που ξεγελούν το μέλλον.

(Σε ποιους πολύβοους τόπους να πατά,
σε ποιους βυθούς τη στέλνουνε οι δίνες,
με ποιους παράφορους ανέμους ερωτεύεται
καίγοντας όλα των σωμάτων της τα σχήματα.)

Μα να το ίδιο αυτό κατάπληκτο κορίτσι,
που μοιάζει τώρα τούτη η γυναίκα,
παίζει ματιές με τον χειμώνα απ’ το παράθυρο

(ένα φύλλο πέφτει στην πέτρα,
η πέτρα γυαλίζει στη βροχή),
γύρω στα πόδια της μαζεύει τον καιρό,
κομμάτια ενέχυρα πραγμάτων γερασμένων.

Αλλά ο καιρός είναι έξω∙
μέσα γυρίζει το ποτάμι χωρίς κύματα,
γάμους διασχίζοντας, τελετουργίες παιδιών,
ρούχα εκβάλλοντας που αστράφτουν
στης σιδερώστρας τον λαιμό.

Χύτρες αγρίμια ρουθουνίζουν στην κουζίνα.

Τούτη η γυναίκα, που απλά είναι μια γυναίκα,
κοιμάται τώρα. Στο τέλος της εικόνας της κοιμάται.
Ναυάγια ήσυχα οξειδώνουν την κοιλιά της,
γλυκό του ονείρου το κρασί στον ουρανίσκο της.
Καθώς ανοίγεται σε μέρες που ονομάζονταν
κι ο χρόνος μπαίνει αληθινός,
μονάχα στον πόθο του ύπνου της
θυμάται ποια είναι.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 57 (Απρίλιος-Ιούνιος 2002)

Από την ιστοσελίδα: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Enteykt/57/12.html
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: NadiaF on 09 Sep, 2007, 09:41:30
Ενώ κάτι μου λέει ότι μου αρέσει αυτό το ποίημα, δεν έχω τις κατάλληλες γνώσεις να το «αποκωδικοποιήσω». Άτιμη τεχνοκρατία...

Ας βοηθήσει κάποιος πιο poem-versed...

Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: wings on 09 Sep, 2007, 11:29:03
Για ρίξε τις απορίες επί τάπητος κι εδώ είμαστε εμείς. :-)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: NadiaF on 09 Sep, 2007, 13:31:28
Να, καταλαβαίνω ότι μιλάει για χαμένα -ενδεχομένως- όνειρα και ότι η κοπελιά είναι κάτι σε Μαίρη Παναγιωταρά και ότι γερνάει (παίζει ματιές με τον χειμώνα απ' το παράθυρο) ... αλλά, να πω ότι το καταλαβαίνω όλο, θα πω ψέμματα...

Κι όμως το νιώθω πως κάτι «χάνω».

Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: wings on 09 Sep, 2007, 14:06:53
Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί

Όμως αυτή η παρόμοια γυναίκα
που τώρα ετοιμάζεται αργά,
στοιχειώνοντας ιερογλυφικά καθώς διπλώνει
τη φούστα νέφος της δουλειάς στην αυριανή καρέκλα,
τούτη η γυναίκα σαν πέσει στο κρεβάτι
και σβήσει έξω της όλο το φως,
καλεί τις γύφτισσες να 'ρθούν στην κάμαρά της,
μάντισσες με τρελά χαρτιά που ξεγελούν το μέλλον.

(Σε ποιους πολύβοους τόπους να πατά,
σε ποιους βυθούς τη στέλνουνε οι δίνες,
με ποιους παράφορους ανέμους ερωτεύεται
καίγοντας όλα των σωμάτων της τα σχήματα.)

Η πραγματικότητα σπάνια φέρνει την εκπλήρωση των ονείρων μας. Για την εργαζόμενη γυναίκα η καθημερινή ρουτίνα στη δουλειά μοιάζει με νέφος που πλανιέται ολημερίς γύρω της και μόνο το βράδυ το απιθώνει στην καρέκλα, όπου κάθε πρωί που ξυπνάει θα το βρει μπροστά της μαζί με τα ρούχα που αύριο θα φορέσει ξεκινώντας για τη δουλειά.

Το φως διασπά και διαχέει τα όνειρα και σαν το σβήσει και το απομονώσει έξω απ' αυτά έχει το περιθώριο, ή έτσι πιστεύει, να δει στον ύπνο της όλα όσα λαχταρά. Λένε πως της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος, αλλά και το σώμα της το ίδιο - το σώμα της παίρνει σχήματα και γίνεται σώματα πολλά ανάλογα με τις δίνες και τους παράφορους ανέμους που ονειρεύεται.

Μα να το ίδιο αυτό κατάπληκτο κορίτσι,
που μοιάζει τώρα τούτη η γυναίκα,
παίζει ματιές με τον χειμώνα απ' το παράθυρο

(ένα φύλλο πέφτει στην πέτρα,
η πέτρα γυαλίζει στη βροχή),
γύρω στα πόδια της μαζεύει τον καιρό,
κομμάτια ενέχυρα πραγμάτων γερασμένων.

Από μικρό κορίτσι τα ίδια πράγματα ονειρευόταν, κάτι καλύτερο, μια πέτρα που γυαλίζει στη βροχή, αλλά έλα που τα όνειρα ξεφτίζουν και τα πράγματα που λαχτάρησε γερνάνε κι ας έβαλε κομμάτια του εαυτού της ενέχυρο για να τα αποκτήσει. Πίστεψε ότι τ' απόχτησε αλλά ο χειμώνας καιροφυλακτεί έξω απ' το παράθυρο και η ίδια, όσο μικρή κι αν είναι, νιώθει την ψυχή της να φλερτάρει επικίνδυνα με τα γηρατειά και ποτέ δεν παύουν οι εξελίξεις της ζωής της να την εκπλήσσουν αρνητικά γιατί είναι μακριά απ' όσα ονειρεύτηκε.

Αλλά ο καιρός είναι έξω∙
μέσα γυρίζει το ποτάμι χωρίς κύματα,
γάμους διασχίζοντας, τελετουργίες παιδιών,
ρούχα εκβάλλοντας που αστράφτουν
στης σιδερώστρας τον λαιμό.

Χύτρες αγρίμια ρουθουνίζουν στην κουζίνα.

Εδώ είναι το δείγμα της Μαίρης Παναγιωταρά που ανέφερες, Νάντια. Ο καιρός έξω μαίνεται - έξω, όμως, γιατί τελικά τα όνειρά της μείνανε έξω απ' το παράθυρο. Μέσα είναι όλα ήρεμα, με κείνη τη σατανική ηρεμία της ανίας, της ρουτίνας, της καθημερινότητας μέσα από μια ζωή που αλλιώς ξεκίνησε και αλλού την πάει, ίσως στην αποτελμάτωση. Τα μόνα αγρίμια και οι μόνοι χείμαρροι στο σπίτι της είναι πια οι χύτρες που ρουθουνίζουν και τ' αστραφτερά φρεσκοπλυμένα και φρεσκοσιδερωμένα ρούχα. Κοντολογίς, ζωή ακύμαντη σαν τα νερά μιας λίμνης ενώ η ίδια της η φύση ήθελε τη γυναίκα ποτάμι ορμητικό που ξεχύνεται σε μεγάλες θάλασσες αψηφώντας τον καιρό. Θα προτιμούσε τις θύελλες για να 'χει να παλεύει με κάτι ενδιαφέρον, αλλά ο καιρός είναι έξω απ' το παράθυρο της βολεμένης ζωής της και της θαλπωρής του ήσυχου σπιτιού της.

Τούτη η γυναίκα, που απλά είναι μια γυναίκα,
κοιμάται τώρα. Στο τέλος της εικόνας της κοιμάται.
Ναυάγια ήσυχα οξειδώνουν την κοιλιά της,
γλυκό του ονείρου το κρασί στον ουρανίσκο της.
Καθώς ανοίγεται σε μέρες που ονομάζονταν
κι ο χρόνος μπαίνει αληθινός,
μονάχα στον πόθο του ύπνου της
θυμάται ποια είναι.

Και μόνο στον ύπνο της αρμενίζει στα ανοιχτά πέλαγα, άλλοτε σε μπουνάτσες κι άλλοτε σε μποφόρια, γεύεται τους μεγάλους και παράφορους έρωτες και τα απομεινάρια τους (ναυάγια που οξειδώνουν την κοιλιά της), το γλυκό κρασί τους στον ουρανίσκο της και θυμάται τις μέρες που κάποτε είχαν η καθεμιά το δικό της όνομα και τη δικιά της σημασία. Τότε ο χρόνος μοιάζει αληθινός, τότε τα όνειρα της ζωής της που αλλού την πάει γίνονται πραγματικότητα και τότε θυμάται ποια πραγματικά είναι, ποια ήθελε να είναι, ποια πάλεψε να είναι, αλλά ίσως δεν τα κατάφερε (ακόμα; - δεν ξέρουμε τελικά πού θα φτάσει).

Καταλήγω: η γυναίκα ως πιο πολυσύνθετο συναισθηματικά άτομο ψάχνει απεγνωσμένα (γιατί έτσι της μάθανε, γιατί έτσι της τα 'φερε η ζωή, γιατί κάποια στιγμή την πήρε από κάτω η ζωή όπως όλους μας) ένα αραξοβόλι για να διαπιστώσει, άλλοτε νωρίς κι άλλοτε πολύ αργότερα, ότι τελικά η ατάραχη κι ακύμαντη ζωή δεν της λέει πολλά πράγματα (όπως δεν λέει σε κανένα μας, άντρα ή γυναίκα αδιακρίτως) και ότι ίσως ξεπούλησε κι έχασε την ψυχή της για τούτη τη διαβόητη ηρεμία που τελικά δεν ήταν αυτό που ήθελε.

Αυτά καταλαβαίνω εγώ κι ελπίζω να σε φώτισα λιγάκι παραπάνω. Εξάλλου εμένα δεν μου πάνε οι λογοτεχνικές αναλύσεις και μεγάλη η χάρη σου, ξαδελφούλα. :-)

Παραδίδω τη σκυτάλη στον Τόλη για να με διορθώσει στα σημεία που δεν κατάλαβα σωστά και να μας δώσει τα δικά του φώτα για όλα τα περαιτέρω.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: NadiaF on 09 Sep, 2007, 14:14:51
Μια χαρά που τα ανέλυσες και χίλια ευχαριστώ. Δεν το είχα φανταστεί ακριβώς έτσι...

Καταλάβαινα την ανία, την τελμάτωση, τα όνειρα που πήγαν χαμένα και τη ρουτίνα της ζωής όπου κάθε μέρα μοιάζει ίδια και απαράλλαχτη με την επόμενη ή/και την προηγούμενη... αλλά, σε αυτό το βάθος που μου έδωσες, όχι, δεν θα μπορούσα να φτάσω!!!

Χίλια ευχαριστώ... γιατί το ποίημα είναι όντως ΥΠΕΡΟΧΟ... τουλάχιστον για μένα... που μου "μιλάει" σε αρκετά σημεία!!
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: wings on 09 Sep, 2007, 14:24:12
Χαίρομαι που σου άρεσε. Κι εμένα μου άρεσε πολύ αυτό το ποίημα και χαίρομαι που είναι γραμμένο από άντρα.

Ο Σταύρος Ζαφειρίου είναι πολύ καλός ποιητής, έχει πολλά να δώσει ακόμα και θεώρησα αυτό το ποίημα ένα από τα ομορφότερά του.

Δεν φταις εσύ για κάποια σκοτεινά σημεία του ποιήματος. Θαρρώ πως κι ο ίδιος δεν τα είχε χωνέψει πολύ καλά μέσα του και είναι μερικές στιγμές που χάνει τη σαφήνεια που συνήθως έχει η ποιητική του γλώσσα. Βέβαια, το ποίημα γράφτηκε πριν από 5 χρόνια και πιστεύω ότι αν το ξανάγραφε σήμερα θα ήταν λίγο πιο ευκρινές σε κάποια σημεία.

Ωστόσο, είναι ένας νέος ποιητής (της γενιάς μου!!! - για να μη ξεχνιόμαστε) με χαρισματική γραφή και πολλή μουσικότητα στους στίχους του και δεν χρησιμοποιεί τις λέξεις πομπωδώς με μοναδικό στόχο να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη, αλλά δείχνει να έχει πάντα κάτι σοβαρό να μοιραστεί μαζί μας, κάτι που βγαίνει μέσα από το νου και την καρδιά του.

Θα σου πρότεινα να το ξαναδιαβάσεις και ν' αφήσεις τη μουσική και το ρυθμό του ποιήματος να κυλήσουν μέσα σου, χωρίς να προσπαθείς να αποκωδικοποιήσεις μία προς μία τις λέξεις, με τα μάτια κλειστά και τα αυτιά σου ανοιχτά στη μελωδία. Είμαι σίγουρη ότι τότε θα αγαπήσεις αυτό το ποίημα ακόμα περισσότερο - σαν ένα όμορφο τραγούδι. Καλή διασκέδαση (ή μάλλον ψυχαγωγία - γιατί η ποίηση πάντα απευθύνεται πρωτίστως στην ψυχή του αναγνώστη)!
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί
Post by: banned on 09 Sep, 2007, 14:57:46
Πω, πω, ανάλυση του ποιήματος!!! Με φιλολογική επάρκεια, με λογική και με ψυχή. Εύστοχη και η επισήμανση των αδύνατων σημείων. Όσο κι αν διαμαρτύρεσαι, η στήλη κριτικής της ανθολογίας σου ανήκει δικαιωματικά.

Ως προς το επίμαχο σημείο : «Τι εννοεί ο ποιητής;», το δίδυμο ποιητής-κριτικός λειτουργεί παραδοσιακά ως εξής.
O ποιητής γράφει και ο κριτικός (ή ο επαρκής αναγνώστης) του εξηγεί τι ήθελε να πει. Κατάπληκτος ο ποιητής, διαμαρτύρεται ευγενικά : «Μα, ούτε μου πέρασε αυτό απ' το μυαλό». Ακολουθούν περαιτέρω αναλύσεις και διευκρινίσεις από τον κριτικό και, τελικά, ο ποιητής πείθεται ότι ο κριτικός έχει πρόσβαση στα σώψυχά του. Αν δεν πεισθεί, κινδυνεύει να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του κριτικού, πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο.
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (γ')
Post by: wings on 16 Oct, 2007, 15:26:49
https://www.youtube.com/watch?v=EKMpbU108GM

Δημήτρης Μαραγκόπουλος & Χρήστος Βαλαβανίδης, Το γέλιο σου
(τραγούδι: Σαβίνα Γιαννάτου / δίσκος: Δημήτρης Μαραγκόπουλος: Μαρία Ντολόρες παρελθόν (1990))


Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (γ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

γ'

Μέσα απ’ το σπίτι μου περνάνε τα ποτάμια.
Όχι αυτά με τα νερά και το χρυσάφι,
ούτε τα άλλα που εξημερώνουν το θάνατο.

Από το σπίτι μου περνάνε τα ποτάμια
που μες στα λίγα μέτρα τους
χωρίζουνε το γέλιο σου
απ’ τα στεγνά του κόσμου.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (γ')
Post by: Anastasia on 16 Oct, 2007, 16:23:24
Τολμώ να πω ότι τα ποιήματα του Σταύρου Ζαφειρίου έχουν πολλά να πουν και να δώσουν. Σε κάποια διακρίνω μεταφορές με δύσκολα νοήματα, και κάποια άλλα μου δημιουργούν διάφορες πολύχρωμες εικόνες. Νομίζω ότι υπάρχει ένα περίεργο και ενδιαφέρον σύμπλεγμα νοημάτων, συναισθημάτων και ιδεών.

Άντε, κυρία μάγισσα, δώστε τα φώτα σας στην μικρή (λέμε τώρα) μαθήτρια! ;-))
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (γ')
Post by: wings on 16 Oct, 2007, 17:09:17
Το ποίημα που σήμερα δημοσιεύσαμε είναι ακριβώς οι πολύχρωμες εικόνες που είπες κι ίσως και ήχοι από γάργαρο νερό.

Άλλοι μιλάνε για περσινά ξινά σταφύλια, άλλοι για πικρίλα και στιφίλα των ανθρώπων γύρω μας, εγώ συχνά μιλάω για ανήλιαγους ανθρώπους κι ο Σταύρος Ζαφειρίου εδώ μιλάει για τα στεγνά του κόσμου. Ίσως τα στεγνά να συμβολίζουν την ασφάλεια της στεριάς, αλλά πηγή ζωής είναι το νερό και το γέλιο της κοπέλας είναι από τη μεριά του νερού, γιατί διαλύει την ξεραΐλα του κόσμου.

Κι εξάλλου τα ποτάμια είναι η διαρκής κίνηση της ζωής (δηλαδή του νερού) και λιγότερο αγριεμένα από την αχανή θάλασσα. Είναι όμορφη, οικεία, ασφαλής και μαγική η εικόνα ενός ποταμού με νερά κελαρυστά, όπως το γέλιο του κοριτσιού, όπως το γέλιο ενός παιδιού, όπως το γέλιο ενός ερωτευμένου κι ευτυχισμένου ανθρώπου.

Τόσο απλό... Σταματάω εδώ γιατί πάλι θα μου πει ο Νικηφόρου να αναλάβω τις λογοτεχνικές αναλύσεις και δεν την αντέχω για πολύ αυτή τη διαδικασία. Ίσαμε τώρα έκανα εξαίρεση μόνο για σένα και για τη Νάντια, κι αυτό γιατί σας αγαπώ πολύ και τις δυο, αλλά μη με ξαναζορίσετε στο εγγύς μέλλον. Τις απορίες σας στον καθ' ύλην αρμόδιο. :-)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (γ')
Post by: Anastasia on 17 Oct, 2007, 10:33:48
Μετά την ανάλυση σου κι εμένα απλά μου φαίνονται! Τα κελαρυστά νερά του ποταμού διαχωρίζουν το γέλιο της κοπέλας (πηγή ζωής, έρωτα και δύναμης, το χρώμα της νιότης) από τον υπόλοιπο κόσμο (καθημερινότητα, ρουτίνα, γκρίζες μέρες).

Ευχαριστούμε για την όμορφη ανάλυση! ;-))

Καλημέρες! ;-)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (γ')
Post by: wings on 17 Oct, 2007, 12:16:18
Καλημέρα σας. :-)

Και πάντα στη διάθεσή σας, αλλά με μέτρο, ε;
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιδ')
Post by: wings on 22 Oct, 2007, 00:57:19
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιδ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ιδ'

Θα σου τσακίσω τα φωνήεντα ένα-ένα.
Τότε να δω (ν’ ακούσω πες),
με σύμφωνα μονάχα μες στο στόμα
πώς θα ταΐζεις του έρωτά σου τις φωνές.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (ιδ')
Post by: Anastasia on 22 Oct, 2007, 09:03:03
Πολύ μου άρεσε αυτό το τελευταίο... πολύ πάθος και ένταση μέσα σε τέσσερις αράδες.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (ιδ')
Post by: wings on 22 Oct, 2007, 12:16:38
Μα, η ένταση στα νοήματα έτσι και αλλιώς κυριαρχεί στα ποιήματα του Σταύρου Ζαφειρίου. Εδώ, όντως, πέρασε μέσα σε τέσσερις μόνο αράδες. Ωστόσο, μην αδικείς τα μεγαλύτερα σε μέγεθος ποιήματα είτε του ίδιου (που συνήθως είναι πολύ καλά) είτε οποιουδήποτε άλλου ποιητή.
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Με τα μάτια (ιδ')
Post by: Anastasia on 22 Oct, 2007, 12:48:32
Με συγχωρείς αν έδωσα τέτοια εντύπωση... δεν θέλω να αδικήσω κανένα ποίημα (μικρό ή μεγάλο), απλώς, σχολιάζω το τελευταίο που διαβάζω κάθε φορά χωρίς να το συγκρίνω με κάποιο άλλο. Ίσως, θα έπρεπε να μιλήσω για το σύνολο των ποιημάτων ώστε να μην αδικηθεί κανένα διαμαντάκι. Ευχαριστώ για την επισήμανση, Βίκυ. ;-))
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (γ')
Post by: wings on 31 Oct, 2007, 16:11:07
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (γ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

γ'

Σφάζουν νταούλια στην αυλή,
σφάζουν τσαμπούνες.

Χορεύουν με τα πέλματα λερά
η Σύλβια Πλαθ, ο Αλέξης Τραϊανός,
η Κατερίνα Γώγου.
Χορεύουνε στα αίματα
γυμνά μακεδονικά τραγούδια.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Διήγηση χωρικού σε μικροαστό νέο
Post by: wings on 07 Nov, 2007, 20:05:22
(http://img12.imageshack.us/img12/5376/renoirgitane.jpg)

Pierre-Auguste Renoir, Gitane (http://www.the-athenaeum.org/art/detail.php?ID=4379), 1879, (73 x 54 cm) oil on canvas. Private collection.

Σταύρος Ζαφειρίου, Διήγηση χωρικού σε μικροαστό νέο

Τις νύχτες που ο άνεμος καθαρίζει τους ήχους
Ακούς ν’ αδειάζουν τα χωριά
Φεύγουνε οι ξωθιές κι οι αρκουδιάρηδες
Φεύγουν οι σαλεμένοι
Πίσω τους μαγεμένα ακολουθούν
Τα παιδιά μας με το φεγγάρι στα μάτια

Κι αφού διαβούν τα πέτρινα γεφύρια
Σταυρώνοντας ψηλά τα δάχτυλά τους
Στα μέρη εκείνα φτάνουν που τα λένε
Των άσαρκων η χώρα
Εκεί οι γύφτοι στήνουν τις φωτιές τους
Και με τα ντέφια τους κρατάνε τους ρυθμούς
Εκεί οι μάγισσες τ’ αγόρια ξελογιάζουν

Κι όταν του τράγου πέφτει το κεφάλι
Γυμνώνουν οι κοπέλες τα βυζιά τους
Και τα μαλλιά τους άσεμνα τα λύνουν
Τότε γεννιούνται τα παιδιά τους
Αλαφροΐσκιωτα με την τρίχα στην πλάτη
Αλαφροπάτητα μην τύχει και ταράξουν
Το δείπνο των δαιμόνων

Σαν επιστρέφουν πριν απ’ την αυγή
Έχοντας κόμπο στο μαντίλι τους δεμένο
Το μάτι του διαβόλου
Πια δε μιλούν
Κάθονται στο κατώφλι και κοιτούν
Τους τόπους που φουσκώνουν τα ποτάμια
Σ’ τα λέω αυτά κι ας μην καταλαβαίνεις
Γιατί εσύ ποτέ σου δεν ημέρεψες
Με το βλέμμα το βλέμμα του σκύλου
Όταν γυρίζει μέσα του το αγρίμι
Γιατί κι εσύ μες στις δικές σου νύχτες
Καθώς στερεύουν όλα τα κανάλια
Αυτά που δεν καταλαβαίνεις ονειρεύεσαι
 
Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)


Οι ξωθιές κι οι μάγισσες του Translatum (και όχι μόνο) πολύ σ’ ευχαριστούν γι’ αυτό το πανέμορφο ποίημα, Σταύρο Ζαφειρίου!

Και το αφιερώνουν σ’ εσένα, άγνωστε και γνωστέ αναγνώστη, που ποτέ σου δεν ημέρεψες... γιατί κι εσύ μες στις δικές σου νύχτες, καθώς στερεύουν όλα τα κανάλια, αυτά που δεν καταλαβαίνεις ονειρεύεσαι!
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Διήγηση χωρικού σε μικροαστό νέο
Post by: F_idάνι on 09 Nov, 2007, 23:36:14
Δεν υπάρχει ποίημα του Σταύρου Ζαφειρίου που να μην το έχω λατρέψει. Ομολογώ πως εδώ για πρώτη φορά διάβασα ποιήματά του, και ευχαριστώ τη Βίκυ και τον Τόλη που μας τον γνώρισαν.
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (α')
Post by: wings on 29 Nov, 2007, 21:50:15
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (α')

[Ενότητα Ηλικία στο φως]

α'

Τότε απλώθηκε ο Λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χρόνος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,
ξεκίνησε απ’ τον ίσκιο του Λόγου,
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια κι εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του κόσμου
κι ο κόσμος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς,
μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χρόνος
κι ο χρόνος εκκρίνει τον χρόνο χάρη σ’ εμάς.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (γ')
Post by: wings on 03 Dec, 2007, 22:27:45
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (γ')

[Ενότητα Ηλικία στο φως]

γ'

Υπήρχαν όμως τα νερά του ποταμού και οι τσιγγάνες
που ολημερίς φουμέρνανε τα άφιλτρα
και πίνανε γκαζόζες.

Το έσκαγα, να βλέπω τις φωτιές
στην άλλην όχθη,
τα ντέφια με τις παρδαλές κλωστές,
το άγριο ξεπέταγμα του αλόγου,
σαν οσμιζόταν της φοράδας τον ιδρώ.
Απαριθμώντας γύρω τους βήματα του χορού,
καθώς η φούστα σηκωνόταν στην ψυχή τους
κι έμενε ασάλευτη ώρα πολλή,
τόση που η κάψα της σάρκας
γινόταν κάψα της προσευχής κι η ανάσα
βαριά στης προσμονής ανάμεσα τις παύσεις.

Τόση που οι δυο ντουφεκιές στάθηκαν στον αέρα,
σαν δυο τελώνια στα μπράτσα αγκιστρωμένα.

Και χάθηκαν τα τσαντίρια μέχρι το άλλο πρωί,
που ακούστηκε εύθυμος ο θρήνος του γάμου.
Ένιωσα για πρώτη φορά σύνορο τα νερά,
αυτό που ήταν θάνατος να φαίνεται ζωή
και την οδό προς τη θάλασσα
επιστροφή στις πηγές.

Προχωρώντας παράλληλα στην πομπή,
στον χορό των γερόντων,
ενώ προσμέναν σε κάθε στροφή
των νεκρών το ζευγάρωμα,
τη ματωμένη, ανεμίζοντας, πουκαμίσα της νύφης,
εκεί όπου η σφαίρα εξαγόρασε
την αντοχή της αγάπης,
κρατώντας τους τα βλέφαρα ανοιχτά
και τα μάτια του ενός
στραμμένα στα μάτια του άλλου.
Τέλος τους φόρτωσαν στο κάρο για τα μνήματα.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Το παράδοξο του Ζήνωνα
Post by: wings on 12 Dec, 2007, 03:30:43
Η συλλογή λέγεται Χωρικά και είναι ολοκαίνουρια. Ο Σταύρος Ζαφειρίου μάς την παρουσίασε μόλις πριν 10 μέρες (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14229.0) μ' έναν τρόπο πραγματικά ξεχωριστό. Ας δούμε, λοιπόν, το πρώτο της ποίημα:

Σταύρος Ζαφειρίου, Το παράδοξο του Ζήνωνα

[Ενότητα Πρόλογος]

Εξετελέσθη στις 7.06' ακριβώς σήμερα το πρωί
πλησίον της Κοινότητος Εξοχής ο Δράκος του
Σέιχ Σου, δια τα εγκλήματα τα οποία διέπραξε.

Οι εφημερίδες

Από των τουφεκιών τις κάννες
για να φτάσουν μέχρι
το λίγο ακόμα της ζωής
έπρεπε να διανύσουνε
απόσταση έξι μέτρων
οι σφαίρες του αποσπάσματος.

Για να καλύψουν όμως τούτη
την απόσταση όφειλαν πρώτα
να διασχίσουν το μισό της∙
πιο πριν το ένα τέταρτο,
το ένα όγδοο και ούτω καθ’ εξής,
πίσω στο άπειρο και το πιο πριν
του απείρου.

Γι’ αυτό περιηγητή των υψιπέδων,
αν τύχει και κοιτάξεις
στη μεριά όπου φρουρεί
τα έρκη του ο χρόνος,
θα δεις τον Αριστείδη Παγκρατίδη
–δράκοντα που εξαγνίζει τους καιρούς–
στημένο ορθό και με δεμένα μάτια
να περιμένει ακόμα
να βρουν τον στόχο τους οι σφαίρες
του αποσπάσματος.
Από τον Φεβρουάριο του χίλια
εννιακόσια εξήντα οχτώ
–με αυτό το κρύο–
να περιμένει εκεί,
να περιμένει,
έχοντας μόλις βγάλει από το στόμα του
την τελευταία του κραυγή
μανούλα είμαι αθώος,
που όμως κι εκείνη,
μαζί με τις φωτιές απ’ τα ρουθούνια του,
τάχα ποια απόσταση θα πρέπει να διανύσει;

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)


Περισσότερες πληροφορίες για τα παράδοξα του Ζήνωνα θα βρείτε εδώ (http://www.ekivolos.gr/Ta%20paradoja%20tou%20Zenona.htm) και για τον Αριστείδη Παγκρατίδη εδώ (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=14.04.2006,id=977500).
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ια')
Post by: wings on 16 Dec, 2007, 02:41:42
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ια')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ια'

Επιμένω στα ηλεκτρόφωνα
και στα παλιά τραγούδια.
Ρίχνω το κέρμα στη φωτιά, ακούω.
Τρίζει η βελόνα —ο χρόνος—
σαν το ξερό κλαδί.

Αποκαΐδια λόγια στον αέρα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Παράκλησις
Post by: wings on 18 Dec, 2007, 23:58:54
Σταύρος Ζαφειρίου, Παράκλησις

[Ενότητα Ο λόγος]

Ποιο σώμα είναι αληθινό
έξω από τη σκιά του,
να ξεπερνά η φτέρνα του το γρήγορο σκοτάδι,
να φτάνει πρώτο στο σημάδι της ζωής,

ποιο σώμα έχει τη δύναμη
να γίνει νοσταλγία,
παράκληση επιστροφής από την ίδια οδό,
κρατώντας από κάθε του εποχή
όλα της τα φτιασίδια∙

τα ξύλινα αλογάκια, τα στρατεύματα,
τις τρίπλες τις περίτεχνες, τα χαμηλά
εκτελεσμένα κόρνερ,
κρυψώνες και φυλλώματα, να μη βρεθεί
η μέρα, εφόδους και κατάληψη
του κόκκινου οχυρού, τα ξέφτια
που απόμειναν οι αφισοκολλήσεις,
τον παφλασμό του έρωτα,
το άναφρο της αγάπης
και να θυμάται:
μια φορά κι έναν καιρό,
καθώς τρεχούμενα νερά τρώγανε τα λιθάρια...

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/01/Zafeiriou_SwmatosLogos_Paraklisis-e1546462000937.jpg)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (στ')
Post by: wings on 20 Dec, 2007, 23:26:16
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (στ')

[Ενότητα Ηλικία στο φως]

στ'

Δεν έχω τίποτα να επισκεφτώ στο παρελθόν,
γιατί όσα γνώριζα υπάρχουν και τώρα,
γιατί το νέο μαθαίνεται με τρόπους του παλιού
κι ο κόσμος που χτίζεται πάνω στον κόσμο
υπάρχει κι αυτός από τότε που χτίζεται ο χρόνος.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (β')
Post by: wings on 29 Dec, 2007, 17:06:26
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (β')

[Ενότητα Με τις σκιές]

β'

Τα βράδια βγαίνω με λαστιχένιες μπότες
και ρούχα της δουλειάς.
Σκαλίζω στον κήπο τους σβόλους της μνήμης,
τους φουφουλιάζω, να δεχτούν τη βροχή.

Βάρυνα εφέτος. Δε φύτεψα ούτε ένα θαύμα.
Κάτι ρίζες μονάχα,
η γλώσσα ίσα-ίσα μην ξεχαστεί.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (δ')
Post by: wings on 03 Jan, 2008, 16:19:14
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (δ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

δ'

Θα μείνουμε έτσι,
στη στάση αυτή,
ποζάροντας στις μηχανές των φωτογράφων,
λίγο ίσως γερμένοι μπροστά,
σαν να κρατάμε στους ώμους μας
αυτούς που επιστρέψαν,
αυτούς που ταξίδεψαν μόνοι ή παρέα με τα όνειρα
νύχτες και μέρες κάτω από γκρίζους καιρούς
– γιατί όλοι οι καιροί είναι γκρίζοι
και όλα τα οδόσημα
σε φέρνουν πάντοτε πίσω.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ζ')
Post by: wings on 06 Jan, 2008, 13:26:14
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ζ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ζ'

από μια φράση του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

«Η επανάσταση δεν είναι παίξε-γέλασε.
Δεν είναι τρύπα ο μαρξισμός να μπαινοβγαίνεις.
Τουλάχιστον εμείς αγωνιστήκαμε
κι αν αποτύχαμε, ας όψονται τα λάθη.
Να δούμε τι θα κάνουν κι οι νεότεροι»,
έλεγε ο μπάρμπας μου ο Θανάσης,
χρόνια και χρόνια μ’ εξορίες και υπέρταση.

Οι νεότεροι λοιπόν είμαστε εμείς.
Καλά διαχειριζόμαστε τα κληρονομημένα.
Γενιά-γενιά αυγαταίνει η αποτυχία.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιβ')
Post by: wings on 10 Jan, 2008, 22:00:55
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιβ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιβ'

Περίσσεψαν οι σκέψεις στο γραφείο.
Πρέπει να βάλω τάξη,
να μη σκοντάφτω απάνω τους.
Την κάθε μια στο φάκελό της,
άλλες στο αρχείο, άλλες για ενέργεια,
άλλες –πριν γίνουνε πληγές– στην ανακύκλωση.

Κι ας λεν∙ «πάει κι αυτός, καπνός του κόσμου»,
οι συνάδελφοι.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Αρτοκλασία
Post by: wings on 15 Jan, 2008, 22:10:40
Σταύρος Ζαφειρίου, Αρτοκλασία

[Ενότητα Ο λόγος]

Σώμα, προζύμι της στοργής,
ψωμί διακονεμένο,
κόρα και ψίχα, τρίμματα
σε ξέστρωτο τραπέζι,

να ’ρχονται νύχτα οι μάρτυρες
να σε μεταλαβαίνουν,
να ’ρχονται οι αφανέρωτοι
κι οι καιροφυλαγμένοι,

να λένε το απόδειπνο,
να λειτουργούν τον όρθρο,
να δένουν στο μαντίλι τους
το αντίδωρο του λόγου,

να ’ρχονται κι οι παράκλητοι∙
με τα στεγνά τους χέρια
να γράφουν τα ονόματα
των ανακαλεσμένων.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/01/Zafeiriou_SwmatosLogos_Artoklasia-e1546432652450.jpg)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;
Post by: wings on 17 Feb, 2008, 02:39:28
Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;

Το χέρι μου χάνεται σ’ ένα απέραντο πράσινο
Τα δάχτυλά μου τεντωμένα σκορπούν την κατεύθυνση
Τη θρυμματίζουν σ’ εκατομμύρια κόκκους
Αγωνιώδεις μικροί σπασμοί
Ακινητοποιούνται στην οθόνη
Μια παραλία
Το κόκκινο πρόσωπο της παράλογής μου αγάπης
χαρακώνεται από τις διάφανες τούφες των μαλλιών της
Το νευρικό μου όραμα μαυρίζει γυρισμένο μπρούμυτα στον ήλιο
Νεκροί χρόνοι
Καμπύλη πορεία του βλέμματος
Σταματά στον καθρέφτη
Παρακολουθώ την εσωτερική αιμορραγία της φλέβας μου
Προθάλαμος ιδιωτικής κλινικής
Οι αγκαλιές και τα φιλιά του αποχαιρετισμού
Σιωπή
Το στενό κατάλευκο δωμάτιο
Ένα μαντίλι χρωματιστό σφηνωμένο στο μέτωπο
Απροσδιόριστα σχήματα
Αριθμοί τηλεφωνικού καταλόγου
Πτώσεις
Πτήσεις ημιτελείς
Οι δολοφόνοι ταξιδεύουν στην κορυφή των μαλλιών μου
Σιωπή
Ο εφιαλτικός χορός της Σαλώμης στην παγωμένη πίστα των Άλπεων
Η κεφαλή του χιονάνθρωπου επί πίνακι
Η ορχήστρα ποζάρει στο κατώφλι πολυτελούς ξενοδοχείου
Αναμνηστική φωτογραφία ακατανόητα σκοτεινή
Διασχίζω την ακίνητη φύση
Οσμή ποθητών λιβαδιών
Ίχνη σφυρήλατου γέλιου
Διαδοχικές εναλλαγές φανταστικών μυστηρίων
Σιωπή
Βυθίζομαι στην πυρακτωμένη καρδιά μιας διογκούμενης καύτρας
Τώρα ένα ατέλειωτο τράβελινγκ
Το βάθος πεδίου προεκτείνεται αργά
Τα δάχτυλά μου επιμηκύνονται
Αγγίζουν απαλά τις γυμνές πλάτες των αγγέλων
Ακολουθούν ανεπαίσθητες εκρήξεις
Λεπτές ίνες ξεδιπλώνονται απελευθερώνοντας το πλάνο
Ο γαλάζιος παράδεισος των εραστών εμφανίζεται
σιγά-σιγά στους γυάλινους δρόμους της πόλης
Πάλι η παιδική χορωδία θρηνεί την αρμονία που μεταμορφώνεται σε στάχτη
Κάποτε
Όλα
Επιστρέφουν
Στις
Ήσυχες
Μέρες
Τους

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)


Σταύρο, δύσκολη ώρα αυτή για τη δαχτυλογράφηση ενός τόσο μεγάλου ποιήματος, αλλά απόλαυσα κάθε λέξη και κάθε αράδα του. Αλήθεια, τελικά πού πάει ο κόσμος τα Σαββατόβραδα και γιατί; Τι ψάχνει, πού και πώς; :-)

Αφήνω τους αναγνώστες της ανθολογίας να απολαύσουν τον Σταύρο Ζαφειρίου, αυτόν τον εξαιρετικό ποιητή της γενιάς μου, καθώς και τον τρόπο γραφής του σε μία από τις πρώιμες συλλογές του, τον ευχαριστώ θερμά που μου έστειλε τη συλλογή (είχε εξαντληθεί, όπως οι περισσότερες ποιητικές συλλογές, δυστυχώς, σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας) και εύχομαι σε όλους καλό ξημέρωμα!
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;
Post by: vmelas on 17 Feb, 2008, 11:13:35
Λένε συνήθως ότι μία εικόνα - χίλιες λέξεις... νομίζω ότι το ποίημα αυτό κατάφερε να δείξει ότι με λίγες λέξεις μπορείς να φτιάξεις τόσες εικόνες, τόσα στιγμιότυπα που έχεις (ίσως) ζήσει και ο ίδιος...

Ευχαριστούμε για την υπέροχη «ματιά» σε μία στιγμή του χρόνου...
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;
Post by: Anastasia on 18 Feb, 2008, 10:23:16
Δεν μπορούσες να το θέσεις καλύτερα, Βαλεντίνη μου. Καλημέρα και καλή εβδομάδα. ;-)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;
Post by: wings on 19 Feb, 2008, 00:01:15
Ε, ώρα είναι να μας πεις, Ανάστο, ότι η Βαλ. έθεσε το θέμα καλύτερα κι απ' τον Σταύρο. Σας έχω άξιες. :Ρ

Τελικά, πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα; Θα μου πει κανείς ή με την απορία θα μείνω;
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;
Post by: vmelas on 19 Feb, 2008, 00:10:37
Ε, ώρα είναι να μας πεις, Ανάστο, ότι η Βαλ. έθεσε το θέμα καλύτερα κι απ' τον Σταύρο. Σας έχω άξιες. :Ρ

Τελικά, πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα; Θα μου πει κανείς ή με την απορία θα μείνω;

Με παρέα σε καφετέριες, στο σπίτι μπροστά στο χαζοκούτι, με σβηστά φώτα, διαβάζοντας ένα βιβλίο ... εμένα πάντως μου αρέσει να είμαι ο "τουρίστας" και να τους βλέπω να περιφέρονται, σα καραβάκια :)

Β
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού πάει όλος ο κόσμος τα Σαββατόβραδα;
Post by: Anastasia on 19 Feb, 2008, 09:56:46
Είπα εγώ τίποτα για το Σταύρο; Τα είπε όλα μόνος του με πολύ όμορφα λόγια. Αλλά να μην πούμε κάτι και για τη Βαλ που σχολιάζει τόσο ωραία;;; Να μας πάρει από φόβο και μετά να την ψάχνουμε;;;;; ;-)))
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Οι άλλοι προχωρούν
Post by: wings on 26 Feb, 2008, 21:21:20
Σταύρος Ζαφειρίου, Οι άλλοι προχωρούν

Την άλλη μέρα επιστρέφεις
στον τόπο του εγκλήματος.
Μαζεύεις τις λέξεις μου
που σκορπίστηκαν στα τραπέζια,
τις συναρμολογείς
και φτιάχνεις το καινούργιο μου ποίημα.
Λέει για κλωστές, ραφές
και κάτι τέτοια,
δε βγάζω νόημα, άλλωστε τώρα
βρίσκομαι στη μνήμη ενός κομπιούτερ,
περιμένοντας να γίνω λογάριθμος.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Αδράνεια
Post by: wings on 06 Mar, 2008, 19:52:33
Σταύρος Ζαφειρίου, Αδράνεια

Βγαίνουν με τ’ ακατάστατα μαλλιά τους στον αέρα
Εραστές των τυχαίων σκιών
Έτσι καθώς μαλακώνει η πυκνότητα
Εικόνες γλιστρούν απ’ την ίριδα μέσα τους
Σώματα μνήμες συναντούνε τον πόθο

Τοίχο-τοίχο βουλιάζοντας
Αισθήσεις απρόοπτες αποτεφρώνουν το λόγο

Κι όταν η νύχτα αστράψει στην καύτρα
Χωρίς μάγια και θαύματα κι αυτή τη φορά
Είναι οι ίδιοι
Που ρίχνουν το βλέμμα τους σαν μαχαιριά
Χωρίζουν τα σκέλια των γυναικών
Κι ακουμπούν ελαφρά το μυαλό τους
Στη ζεστή υγρασία των εσωρούχων

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Πέρα από τα σώματα
Post by: wings on 16 Mar, 2008, 22:37:53
Σταύρος Ζαφειρίου, Πέρα από τα σώματα

Μες στο μυαλό μου σε γδύνω ξανά
Χωρίς χυδαίες κινήσεις
Χωρίς χαμηλούς φωτισμούς
Και πάνω απ’ όλα
Όχι εντελώς
Αφήνω απείραχτο στη θέση του το δέρμα σου
Να παίρνει χρώμα η φαντασίωση
Εκείνους τους ιριδισμούς εννοώ
Που ανατριχιάζει καθώς αγαπιέσαι

Είμαστε στην μπανιέρα σου
Όχι στην καθημερινή
Στην άλλη
Με τα χρυσά λιονταράκια στα ρουμπινέτα
Και τ’ αλαβάστρινα φεγγάρια
Του γέλιου σου
Γλιστρούν τα χείλη σου
Γλιστρούν τα μάτια σου στο νερό
Γλιστράς ολόκληρη
Μ’ αρέσει έτσι
Με τη σαμπάνια στον πάγο
Με τους αφρούς
Να σκεπάζουν τα πόδια σου
Με τα ξανθά σου μαλλιά να μυρίζουν
Μεσκαλίνη και έρωτα
Μ’ αρέσει εδώ
Με τους περίτεχνους καθρέφτες
Των φόβων σου
Με τις πετσέτες
Που στεγνώνουν τον πόθο

Με τα φτερά σου που ξεκουράζονται
Στην κρεμάστρα
Ζεστά είναι
Τρυφερά και διάχυτα
Εύπλαστα όλα για παιχνίδια
Των αισθήσεων

Πρέπει να φύγω όμως
Το τελευταίο λεωφορείο φτάνει
Κοντεύουν μεσάνυχτα
Την άλλη φορά
Θα φροντίσω να είμαι
Στη στάση νωρίς
Να προλάβουμε
Πέρα απ’ τα σώματα ν’ απολαύσουμε
Και κανένα τσιγάρο
Απ’ τα δικά σου
Τ’ αμερικάνικα
Γλυκιά μου Μέριλιν.

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ε')
Post by: wings on 14 May, 2008, 14:01:47
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ε')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ε'

Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι.
Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο
μπαινοβγαίνουν πουλιά,
οι παλιές σου αγάπες.
Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω,
αν μπορούσα θα τα ’πνιγα μ’ ένα μου ποίημα.
Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε
χώμα και άχυρα, να χτίζουν
στις μασχάλες σου τις φωλιές τους.

Το βράδυ δαγκώνεις πάλι τον ύπνο μου.
Δεν συμβαίνει τίποτα, μόνον
τα όνειρά μου κυκλοφορούν με σημάδια.
Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πώς και γιατί.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Διάλογος
Post by: wings on 19 May, 2008, 13:34:29
Σταύρος Ζαφειρίου, Διάλογος

«Θέλω να φύγω κάπου και να ξαναδιαβάσω Προυστ»
Είπε ένας εκδότης του Φόρτσιουν σ' έναν άνθρωπο του Τάιμ

Γουέλντον Κιζ

Του μίλησε για τον Ηράκλειτο
και για την Μπαγκαβάτ Γκιτά.
Του μίλησε για τον Οντίν και τον Μπαλντούρ
τους θεούς του βορρά.
Του μίλησε για το πνεύμα του δάσους
και τον χορό των Μαγισσών μες στη φωτιά.

Ο άλλος άκουγε κουνώντας το κεφάλι.
Απ’ όλα αυτά, στο τέλος είπε,
τίποτα δεν υπάρχει.
Ούτε θεοί ούτε δαίμονες
ούτε ο Αρζούνα ο Ινδός πολεμιστής.
Αν κάτι υπήρχε
θα μας το είχε δείξει η τηλεόραση.

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα, ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής
Post by: wings on 02 Jun, 2008, 09:50:05
Σταύρος Ζαφειρίου: Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα
ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής


Να ’μαι και πάλι τώρα εδώ
Πάνω απ’ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας
Μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα
Κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι
Μέσα απ’ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα
Και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά

Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός
Έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω
Ήσυχος του ύπνου το μανδύα τυλιγόμουν
Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά
Απ’ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας
Ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.

Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα
Κι όπως κουτσά-στραβά τις λέξεις σεργιανούσα
Της σκευωρίας βρήκα την κλωστή
Τα μυστικά τους πάρε-δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα
Πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας

Πολλοί εξ αρχής με είχαν συμβουλέψει
Μη βγεις στο δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες
Μ’ αρχοντοπούλες μου είχε τάξει και οφίτσια
Έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι
Μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή

Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε
Στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα
Έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων
Που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα
Ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς

Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι
Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς
Ειρηνικός ακόλουθος του Ιδάλγου
Ένας αγροίκος κουτοπόνηρος χωριάτης
Που σε όλα πίστεψε και αμφέβαλλε για όλα
Ο πάντα δεύτερος σ’ αυτήν την κωμωδία

Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου
Και δεν ελπίζω σε τίποτα πια
Διόλου δε θλίβομαι
Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς
Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω
Πέρα απ’ το χρόνο σμίγω με το χρόνο
Μένω της μάνας μου ο γιος
Μένω ο Σάντσο

Αυτός που είμαι εγώ

Σημείωση του ποιητή:
στ. 20. Βλ. Θωμά Κοροβίνη Τούρκικες παροιμίες, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1988.


Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Νέρων πυρόμενος
Post by: wings on 10 Jun, 2008, 00:43:37
Σταύρος Ζαφειρίου, Νέρων πυρόμενος

Έλα ηδύποτη φωτιά, γιόρτασε τώρα
Την πόλη τούτη την εφήμερη, θυσία σου προσφέρω
Στο διαρκές ελπίζοντας κι αιώνιο
Θρέψου και ψήλωσε και άφησέ με
Στης φλόγας σου το κέντρο να υπνωτιστώ

Την πένθιμη αποθέωση να νιώσω
Της λύρας της επτάχορδης
Και του αρχιλόχειου μέτρου

Να λάμψει ο στίχος ο καλός
Κι η βλασφημία μου ας υψωθεί στο χρόνο
Χρεία ποτέ δεν είχα των θεών
Και παρελθόν κακό με καταδιώκει
Μα είναι η τέχνη που
Τη μοναξιά μου σαν συνείδηση φωτίζει

Βλέπω τον κύκλο γύρω μου να κλείνει
Συγκλητικοί και ιππείς συνωμοτούν
Κόλακες κι ανόητοι με πνίγουν
Το πολλαπλό μου είδωλο
Στην προστασία των κατόπτρων περιφέρω

Ομολογώ το κύρος του Αυγούστου δε διαφύλαξα
Αλλιώς τι γύρευα πεζός στην αγορά
Με φορεσιά απελεύθερου εμπόρου

Στα ταβερνεία με γυναίκες αργυρώνητες τι γύρευα
Όμως βαραίνει επάνω μου η πορφύρα
Κι η αγωνία στου θεάτρου τη σκηνή
Τον Καίσαρα επευφημούν ή το τραγούδι του

Μ’ απόψε είναι η φωτιά που με παρηγορεί
Φτερά πυρόμενα θερμαίνουν την καρδιά μου
Στην όχθη τούτη έκθαμβος μετρώ το φως
Μέχρι το θάνατο ακινητώ το χρόνο

Κι αν μαύρη η τέφρα μείνει της σορού
Γλυκός θα ’ναι και άπειρος ο αέρας

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Περισσότεροι μύθοι
Post by: wings on 23 Sep, 2008, 01:18:43
Σταύρος Ζαφειρίου, Περισσότεροι μύθοι

[Ενότητα Στάσιμα]

Ποιος λόγος καθησύχασε τη βία τ’ ουρανού,
τη μονοπόδαρη αστραπή, την αστραπή
την πιο μικρή από τις άλλες
και την πανέμορφη, την πράσινη αστραπή;
Και ποιος το αιώνιο σύθαμπο
καθάρισε, για να φανεί η πατρίδα
της φωτιάς και πιο ψηλά το κράτος
της ομίχλης; Για να φυσήξει σαν πνοή
ο πρώτος άνεμος, να βγει στη θάλασσα
του φεγγαριού το πλοίο;

Ποια πόρνη εξημέρωσε τον γιο των κοπαδιών,
εκείνον που δεν μοιάζει με κανέναν,
μαθαίνοντάς του κάθε τέχνη της γυναίκας;
Χαρίζοντάς του απλόχερα επιθυμίες των θεών,
μα πιο απλόχερα τη μοίρα των ανθρώπων.
Φορέματα δεν πέφτουνε στους ώμους της
ούτε λινά εσώρουχα το στήθος της σκεπάζουν,
καμιά κορδέλα δεν της δένει τα μαλλιά∙
μόνο η ανάσα της σαν ράντισμα βροχής
τον κόσμο μαλακώνει.

Ποιος βασιλιάς άφοβα είδε την αυγή
ν’ ανασκιρτά σαν φως έξω απ’ τον ήλιο;
Απ’ τη στιγμή που του έδεσε γερά τον αφαλό
η ίδια μαμή που αφαλόκοψε την κτίση,
χτυπούσε, λένε τις καμπάνες για το κέφι του.
Κανείς δεν ήταν να του αντισταθεί,
και η περηφάνια του, ένα μπόι πιο ψηλή,
περνούσε πάνω από το γέλιο και τη λύπη.
Άγριος ταύρος δυνατός, λένε, ο πόθος του
νύφη παρθένα δεν παράδωσε σε γάμο.

Σφίγγα, λιοντάρι, χερουβείμ, γυπαετός,
(σκυφτό το πνεύμα πάνω απ’ το κεφάλι μου)
ένα κομμάτι γης που τους θεούς
τάχα με τους ανθρώπους αδερφώνει.
(Η μούρη του χωμένη στα χαρτιά μου.)

— Πάλι τα ίδια, φίλε μου; Πάλι στους μύθους
ψάχνετε να βρείτε πώς έγινε η κόμη αστερισμός;
Αφήστε πια τα εν αρχή και τις κοσμογονίες,
ανοίξτε και καμιά εφημερίδα να δείτε
Λόγος τι θα πει, ποια είναι η πόρνη,
ποιος ο βασιλιάς, ποια η κυρία των μαχών,
το άστρο των θρήνων∙
στα γεγονότα, αγαπητέ, στα γεγονότα.


Οι κάτοικοι του ορίζοντα θερίζουν βρώμη δίπλα απ’ τις ψυχές∙ μικροφγραφώντας τα βουνά φέρνουνε πιο κοντά τις κορυφές με την καρδιά τους. Όμως τον μήνατων σκιών, καθώς στομώνουν ένα ένα τα δρεπάνια, σκουπίζουν τον ιδρώτα απ’ τις παλάμες τους, ντύνονται ρούχα καθαρά κι εκεί, στον δρόμο του άρματος,προτού οι τροχοί τη σκόνη ξεσηκώσουν, χύνουν κρασί, κόβουν στη μέση το ψωμί και το αφήνουν. Μισό για πρωτοσέλιδο, μισό για επιφυλλίδα.

Τα γεγονότα, προπαντός. Τα γεγονότα.

Σημείωση του ποιητή:
Οι μύθοι, με τη σειρά που παρουσιάζονται, αποτελούν αναφορά στις κοσμογονίες των Μάγια (Popol Vuh) και των Βορείων, καθώς και στους ήρωες Ενκιντού και Γκιλγκαμές, από το Έπος του Γκιλγκαμές.


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ι')
Post by: wings on 04 Oct, 2008, 22:17:20
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ι')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ι'

Ανοίγω πάλι εκείνον το χάρτη
με τους θαμμένους θησαυρούς
Τον απλώνω στο σώμα σου και
προσπαθώ να ερμηνεύσω τα σύμβολα.
Το δέντρο, τη μάσκα, το κόκκινο Χ.
Μετρώ απ’ την κοιλιά σου βηματίζοντας
με τα δάχτυλα.
Μια πάνω, μια κάτω,
μια στις θερμές σου θάλασσες.

Όλη τη μέρα καρφώνω τα σημάδια.
Όλη τη νύχτα υποθέτω τα χώματα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ε=mc2
Post by: wings on 18 Oct, 2008, 04:01:32
Σταύρος Ζαφειρίου, E=mc2

[Ενότητα Πάροδος]

Ανέκαθεν υπήρξα χωρομέτρης.
Εντεταλμένος χωρομέτρης, αν θυμόσαστε.
Κι έμπειρος στην ομοίωση του λόγου
με ό,τι μοιάζει αδύνατον μα είναι
σαν λόγος δυνατόν.

Πιστεύοντας πως όλα είναι χώρος
που υπάρχει για να υπάρξουν τα ενυπάρχοντα,
στην αποτύπωση του άδειου επιδίδομαι∙
με σταθερές που αυθαιρετούν και σχετικότητες,
με γραφικά της αταξίας και της τάξης,
απ’ την αρχή του άναρχου τεντώνω τις γραμμές
να φτάσουν ως του άπειρου το τέλος.
Εύκολο και όχι τόσο ασαφές,
αν πριν απ’ το μηδέν μετρήσεις το ένα
ή ένα αν ονομάσεις το μηδέν.

Με πράξεις που ανήκουν στο παρόν∙
μα το παρόν δεν έχει νόημα κανένα,
όταν ο χρόνος μέσα από τον χρόνο
το τώρα διαιρεί
σε τώρα πριν, σε τώρα επερχόμενο,
σε τώρα διαρκές∙

όταν η ενέργεια, η ταχύτητα και η μάζα
υποταγμένες στο ίσον μιας εξίσωσης
καταπονούν του απόλυτου τη φύση∙

και όταν ακόμη αυτό που είναι περατό
μπορεί εξίσου να υπάρχει απεριόριστο
και την αιωνιότητα να βάζει σε μπελάδες.

Έτσι η αιτία, το σημείο και η σύμπτωση
και η έκρηξη που ξέσπασε σαν γέλιο
και η διαστολή του ελάχιστου και η ψύξη
και η περιπλάνηση της ύλης μες στο φως∙

έτσι η γένεση

και οι αστερισμοί και οι γαλαξίες και οι γίγαντες
και οι νάνοι κι οι υπερκαινοφανείς
και η σύντηξη και η αντιρροπία
και οι δυνάμεις του κοσμικού ιστού∙

έτσι ο ορίζοντας.

Και ο μύθος ο εικώς κατά τη μίμηση
του νοητού και αναγκαίου ομοίου.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 1: Πρόκειται ασφαλώς για ευθεία αναφορά στον χωρομέτρη Κ, ήρωα του Kafka στο ημιτελές μυθιστόρημά του Ο Πύργος. Θα τον συναντήσουμε και σε επόμενα ποιήματα.
Στ. 38: Ο ορισμός «εικώς μύθος» συναντάται στον Τίμαιο του Πλάτωνα. Σύμφωνα με την εισαγωγή του Βασίλη Κάλφα (Πλάτωνος Τίμαιος, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Βασίλης Κάλφας, Πόλις, Αθήνα, 1995): «Ο Τίμαιος δηλώνει ότι η έκθεση της δημιουργίας του κόσμου θα πάρει τη μορφή εικότος λόγους ή μύθου: η διήγηση δεν αποσκοπεί στην αντικειμενική αλήθεια αλλά στη μεγαλύτερη δυνατή αληθοφάνεια». Και ο Β. Κ. συνεχίζει: «Αποτελεί πλέον παράδοση να αρχίζει κανείς την ερμηνεία του Τίμαιου από την παρατήρηση του Γρ. Βλαστού ότι στην έκφραση εικώς μύθος το βάρος πέφτει στο εικώς και όχι στο μύθος. Κατά τον Βλαστό, η ορθή απόδοσή της είναι "εύλογη εξιστόρηση" και όχι "αληθοφανές παραμύθι", δεδομένου ότι στο κείμενον οι εκφράσεις εικώς λόγος και εικώς μύθος είναι απολύτως ισοδύναμες».


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ζ')
Post by: wings on 06 Nov, 2008, 01:43:24
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ζ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ζ'

Κάτω από γκρίζα ρούχα το κορμάκι σου∙
έτσι που ντύνεσαι, πώς να σ’ αποστηθίσω;
Κοιτάζω μόνον, τα μικρά σου στήθη∙
τα μάτια τρίβονται μες στις πανσέληνούς τους.
Παίζει μια μουσική πρωί-πρωί
σαν διψασμένο ζώο.

Γι’ αυτό δεν έχουν χέρια οι ποιητές.
Τα κόβουν σύρριζα των λέξεων οι λάμες.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ια')
Post by: wings on 03 Dec, 2008, 02:36:09
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ια')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ια'

Δουλεύεις το χερόμυλο και σε θαυμάζω.
Τώρα αλέθεις επιδέξια τα δόντια μου,
εκείνα που στρογγύλευαν το ταυ.
Προηγήθηκαν βέβαια τα κουμπιά
ενός λευκού μου πουκάμισου,
κάτι μεγάλες, αμήχανες σιωπές,
ο δείκτης και ο μικρός του αριστερού χεριού
και όλες φυσικά οι υποσχέσεις.

Κατά τα άλλα είμαι αρτιμελής
και δεν παραπονιέμαι.
Έχουν δει και χειρότερα τα μάτια μου
στα ποιήματα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Αναπαύσιμον
Post by: wings on 28 Dec, 2008, 17:54:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Αναπαύσιμον

Σπίτια τελειώνουν και σπίτια θεμελιώνονται,
σχήματα όσων βρέθηκαν στον κόσμο,
κάμαρες μοιρασμένες για τα σώματα,
αφήνοντας στο διάβα τους πόρτες
ξεκλειδωμένες, ραδιόφωνα όπου έμαθαν
τον θάνατο του βασιλέως Παύλου,
λογαριασμούς για τ’ άλευρα
και την ταγή των ζώων,
ρούχα φθαρμένα, φορεμένα στη δουλειά
και ρούχα κυριακάτικα, της βόλτας∙

σε τούτο το ανάκλιντρο έπλεκε η γιαγιά,
–πια δεν υπάρχει–
φτιαξιά λινή, κιμπάρικη που επίταξε
τα παιδικά μου χρόνια,
τερλίκια έπλεκε και με το τσιγκελάκι
μοτίφια ανατολίτικα, όλο περικοκλάδες,
με τα μισά ελληνικά, «πλάσε» και «μπέντο μέσα»,
πάει να πει «μπρος πλάγιασε,
μπες μέσα στο κρεβάτι»,
καθώς απόσβηνε το τελευταίο ξύλο
στη μασίνα και σκλήριζαν στη συστολή
του μαντεμιού τα τζάκια, σαν πανηγύρι
απόκοσμο παίρναν μορφές οι ήχοι,
ζάρωνα εκεί μαρμάρινος
μην και μ’ ανακαλύψουν∙

τίποτα δεν βοήθησε στο ήσυχό της τέλος,
«μη με αφήνεις μόνη μου πουλάκι μου,
μη φεύγεις»,
έφυγα όμως κι έμεινε μονάχη της στα μαύρα
με λυγισμένα γόνατα –αδύνατο να ισιώσουν–,
με το λευκό της σάβανο∙ το είχε
διαβασμένο στα Ιεροσόλυμα,
κάτω απ’ το φως της Παναγιάς,
κρατώντας ένα κόκκινο σκουπόξυλο,
μην πέσει.

Σ’ ένα σακούλι πλάι της ακούμπησαν
του γέρου της τα κόκαλα
–δεν τα είδα–.
Να βλέπονται άραγε οι νεκροί;
ξέρω μονάχα
πως τα μεγάλα νύχια τους
χτενίζουν τα μαλλιά τους.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ο πολίτης Κάιν
Post by: wings on 25 Jan, 2009, 01:24:10
Σταύρος Ζαφειρίου, Ο πολίτης Κάιν

[Ενότητα Στάσιμα]

Τροχιά της πέτρας, ξάφνιασμα φιδιού,
μελισσοφάγου ρίπισμα στην έξαψη της γλώσσας∙
ο τόπος γη
και ο ήλιος ωριμάζει τους καρπούς της∙
να σκάσει η φλούδα, να φανερωθεί
ό,τι μοιράζεται η ζωή στο ημέρωμά της,
αυτό που όλο αρχινά και όλο αρχίζει πάλι.

Τούτη η παλιά φωτογραφία εικονίζει
εμένα και τον αδερφό∙
με λίγα φύλλα γύρω μου εγώ,
μ’ ένα τομάρι γίδινο εκείνος.
Εγώ ήμουν θεριστής, εκείνος σφάχτης,
γι’ αυτό και αγαπημένος των θεών.
Δεν κοιταζόμαστε∙ κοιτάμε ευθεία στον φακό,
σαν μετανάστες.
Ανάμεσά μας χώρος αρκετός,
για να περνά το βλέμμα (το δικό σας,
αν τύχει και σκαλίσετε αρχεία),
να μας διακρίνει πίσω απ’ τους βωμούς
έτοιμους και τους δυο για τη θυσία∙
δεματιασμένο γέννημα από εμέ,
ένα πρωτότοκο τραγόπουλο από εκείνον.
Πάνω δεξιά υπάρχει μια θαμπάδα∙
έτσι δεν φαίνονται καλά οι άκρες των φτερών
κάποιου αγγέλου που απομακρύνεται,
ανοίγοντας στα δυο τον ουρανό,
αφού έχει παραδώσει κάτι μάταιο.
Φαίνεται όμως καθαρά η άκρη του κόσμου∙
αρχή ή τέλος –πάντα μπερδευόμουν με τα όρια–
αν κι ό,τι έχει σημασία μεταξύ τους
είναι ο άνεμος∙ να μην υπάρχει άνεμος,
για ν’ ανεβαίνει ίσια ο καπνός,
να φτάνει στα ρουθούνια του πατέρα.
Μπροστά στα πόδια μου ένα μικρό σημάδι
σαν τόξο κυρτωμένο από τη μοίρα∙
αυτό που ύστερα θα μπει στο μέτωπό μου
και θα με υψώσει πάνω απ’ τους καιρούς.

Τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα ξέρετε.
Απλές, συνοπτικές διαδικασίες
δίχως κανένας να ρωτήσει το γιατί∙
Κάιν, πού έστιν Άβελ ο αδελφός σου,
το αίμα του φωνάζει από τη γη,
ξανά κατάρα πάνω στην κατάρα,
κι έξελθε από προσώπου του θεού

στον τόπο αυτόν, απέναντι απ’ τον κήπο.
στα γεγονότα, αγαπητέ, στα γεγονότα.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 41-44: Βλ. Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Γένεσις, κεφ. Δ', εδ. 9-16.


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (στ')
Post by: wings on 18 Feb, 2009, 20:34:15
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (στ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

στ'

Α και να είχα μία Ντοτζ αμερικάνικη,
που παίζει στο ραδιόφωνο Πωλ Άνκα.
Θα ’τρεχα πάνω κάτω στη ζωούλα σου,
θα ’κανα θρύψαλα όλες σου τις βιτρίνες.

Α, με μια λιμουζίνα αμερικάνικη
θα σήκωνα τη σκόνη απ’ την αυλή σου.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιβ')
Post by: wings on 08 Mar, 2009, 02:10:37
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιβ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ιβ'

Τη νύχτα ανάβω το φιτίλι και περιμένω.
Ν’ ακούσω την έκρηξη, να δω
τα μάτια σου να καίγονται στην τρομερή φωτιά.
Θες η βροχή
(αυτή η βροχή των δυτικών συνοικιών),
θες της αδεξιότητας τα λάθη,
με ξημερώνουν μάταια στο παράθυρο.

Κάτω αρχίζει η κίνηση των δρόμων.
Βαλκανικές φωνές και αποτσίγαρα.
Εσύ ξυπνάς το άλλο σου κορμί,
αυτό που σκιάζεται με τις επιθυμίες.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)


Η πρόσοψη της Μονής Λαζαριστών στη Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης:

(http://www.monilazariston.gr/dat/9C375CA1/file.jpg?633293526002057500)

Πηγή: http://www.monilazariston.gr/B665874E.el.aspx
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Άλυτο μάτι
Post by: wings on 29 Mar, 2009, 01:07:55
Σταύρος Ζαφειρίου, Άλυτο μάτι

Τότε ήταν η εποχή των Ελλήνων
Που ταξίδευαν στη στεριά τα τοπία του πόντου
Ορειβατώντας κάτισχνοι σαν ένθεοι ερημίτες
Μνήμες φέροντες και φαντάσματα στις ποδιές τους

Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα
Έπλενε κάθε μέρα στην αυλή
Τα ρούχα της καταστροφής
Κι άδειαζε στις τσουκνίδες τ’ απονέρια
Όπου λίγο μετά ανάβλυζαν πομφόλυγες αίματος

Ώσπου ήρθε στον ύπνο της η πεθαμένη
Ντυμένη πορφύρα και στέμμα

Κυρία, είπε
Κόρη της Άννας της Ανατολής και του αρκουδιάρη
Εκεί όπου ρίχνεις της πλύσης τα νερά και τα σαπούνια
Βρίσκεται μαζεμένο το αίμα του πνιγμού
Και των δαχτύλων του φονιά η αίσθηση
Λίγη κανέλα με λεμόνι ή παγωμένο τσάι πότισέ με
Όπως τη μέρα εκείνη στην πατρίδα
Που τα μαλλιά μου έκοψες
Να ξεβασκάνεις το γιο σου
Πυρώνοντάς τα στο καρβουνάκι του θυμιατού
Και με χαμόμηλο δρόσισες το χώμα
Σπένδοντας στους νεκρούς
Τούτος ο τόπος της ταφής ήρθε μαζί σου
Ακολουθώντας το άνοιγμα της γης
Ρώμη, Ελλήσποντο και τώρα εδώ
Στις παρυφές των ηπείρων

Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα
Νύχτα με το φεγγάρι στο σημείο του φόβου
Στα δόντια σφίγγοντας μαύρου κόκκορα φτερό
Έμπηξε δεκατρείς φορές το φτυάρι
Τ’ όνομα ιχνηλατώντας και το στόμα
Αμαλασούνθης Βασιλίσσης θύματος φθόνου
Ξεθάβοντας το διάδημα πρώτα και μετά
Τον αρραβώνα του γιου της Δημητράκη
Που πήγε δεκαοχτώ χρονώ από
Άλυτο μάτι

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Όπως τα μάτια
Post by: wings on 20 May, 2009, 22:34:34
Σταύρος Ζαφειρίου, Όπως τα μάτια

Κάθομαι και κοιτάζω τα πουλιά μέσα στο σπίτι
Μίζερα πουλιά, κακοφτιαγμένα είναι
Απροσδιόριστα
Ούτε πετάνε, ούτε τραγουδάνε
Ούτε τσιμπολογάνε με τα ράμφη τους
Τις αισθήσεις
Στέκονται ασάλευτα πάνω στις ράγες του τρένου
Που περνά τακτικά από δω
Ασάλευτα και τα μάτια τους
Στυλωμένα στο ίδιο σημείο

Περιμένουν το τρένο, μου λέει ο σταθμάρχης
Θα κάνουν ένα ταξιδάκι αναψυχής στην ενδοχώρα

Το τρένο περιμένω κι εγώ
–Γι’ αυτό εξάλλου κι οι βαλίτσες πλάι στα πόδια μου–
Όχι εκείνο της ζωής
Με τα πολλά βαγόνια και τις ανέσεις
Μα αυτό της μία παρά τέταρτο
Που έχει καθυστέρηση στα σύνορα
Και θα ’ρθει χαράματα όπως συνήθως

Μέχρι να φτάσει
Καθόμαστε όλοι εδώ μέσα στο σπίτι
Χωρίς να μιλάμε
Χωρίς να καπνίζουμε
Χωρίς να λύνουμε σταυρόλεξα ή γόρδιους κόμπους

Στοιχειώνουμε μόνο

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (θ')
Post by: wings on 11 Jun, 2009, 21:10:53
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (θ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

θ'

Φαρμάκι γριάς μάγισσας το ποίημα.
Ανακατεύεις λέξεις και ελλέβορους
–σπόρους και ρίζες και φύλλα τρυφερά–
σκόνες από ερείπια εποχών.
Τρίβεις τα έντομα που αρπάζει η αράχνη
(το μάτι σου).

Σιγά-σιγά συνηθίζεις με δόσεις μικρές.
Σιγά-σιγά.
Μέχρι το χτύπημα στη φλέβα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Πάμε να φύγουμε από δω
Post by: wings on 06 Jul, 2009, 00:21:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Πάμε να φύγουμε από δω

Πάντα ξεφεύγουν.
Θυμάσαι.
Οι λέξεις. Πάντα ξεφεύγουν.
Γιατί η πράξη δεν υπήρξε ποτέ.
Γιατί η πράξη είναι η διαφορά.
Βροχή εσωτερική
που ξεθωριάζει τα χρώματα.
Αρρωστημένη ανάγκη.
Πιο βαθιά. Πιο βαθιά
οι λεπτές σου κλωστές.
Κανένα βλέμμα. Κανένας ήχος.
Με την αφαίρεση σε κάθε κίνηση.
Κυκεώνας συγκρουόμενων αντιθέσεων.
Έτσι. Βήμα με βήμα.
Διαιωνίζοντας το αλλοπρόσαλλο.
Ταξιδεύοντας στους μονόδρομους
μιας αμφίδρομης πόλης.
Έτσι. Απελπισία μ’ απελπισία.
Αστείες συνεπαγωγές
σφραγισμένες στις φλέβες.
Το ένα σου μάτι ίσια μπροστά.
Το άλλο τρομαγμένο
θωρώντας τα πτώματα.
Θεωρώντας τα χρόνια μικρές στιγμές
δίχως φως.
Να σε πηγαίνουν και να σε φέρνουν.
Πάντα μέσα στη νύχτα.
Να σου κλείνουν το πρόσωπο.
Να σου γδέρνουν τα όνειρα.
Ξέρω. Ποτέ δε θα σε δω.
Ποτέ δε θα ’σαι εδώ.
Θυμάσαι.
Δε σου μιλώ. Ουρλιάζω διαπεραστικά
μέσα στ’ αφτί σου.

Φράσεις ασύνταχτες. Μαζί με τον καπνό
του τσιγάρου. Τη μυρωδιά του αλκοόλ.
Μ’ ένα χαμόγελο ερειπωμένο. Μ’ ένα
παιχνίδισμα των βλεφάρων.
Ανεπανόρθωτοι θάνατοι περικυκλώνουν
τον ύπνο σου.
Με αργούς ρυθμούς, με σταθερές γωνίες
η επανάληψη.
Πάλι και πάλι.
Στα ίδια μονότονα ραντεβού με τον εαυτό σου.
Τίποτα έξω από σένα.
Ποτέ μέσα στους άλλους.
Πάλι και πάλι.
Αλαφιασμένη κάμερα με τη δική της γλώσσα.
Με τη δική της ερημιά.
Έτσι. Συλλαβή με συλλαβή. Μελάνι κόκκινο.
Που σε πνίγει.
Διάτρητα προσχήματα.
Που σε κουράζουν.
Πάντα από τη σιωπή ο ερχομός σου.
Καμιά φωνή μυστική.
Κανένα τραγούδι.
Πίσω απ’ την πλάτη σου παραμονεύουν
ανθοπωλεία με σαπισμένα φυτά.

Μια φορά μόνο να πεις.
Χώνω τα νύχια στη σάρκα,
κατεδαφίζω τον πόνο.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (β')
Post by: wings on 25 Sep, 2009, 16:24:07
"Η μοναξιά του σχοινοβάτη"Χαρης και Πανος Κατσιμιχας. - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=RjcRBhKgkWY)

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Η μοναξιά του σχοινοβάτη
(τραγούδι: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας / δίσκος: Η μοναξιά του σχοινοβάτη (1992))


Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (β')

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

β'

Τώρα που μίλησα τη γλώσσα της αρμύρας·
τώρα που βρήκα πως το άγνωστο μου είναι πια γνωστό
κι ότι περάσαν από τούτες τις ακτές πριν από μένα
οι δολοφόνοι, οι λειτουργοί και οι κήνσορες·
τώρα που έσβησα όλη τη μνήμη,
όλη τη λογική κι όλα τα πάθη,
ονομάζω μοναξιά τον πλησίον,
ονομάζω μοναξιά την αγάπη,
ονομάζω μοναξιά τον ήχο του νερού.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ζεστή πανσέληνος
Post by: wings on 13 Jan, 2010, 22:54:29
https://www.youtube.com/watch?v=MZQfbcWDP2g

Χάρις Αλεξίου, Πανσέληνος (δίσκος: Οδός Νεφέλης '88 (1995))

Σταύρος Ζαφειρίου, Ζεστή πανσέληνος

Στην Κατερίνα Γώγου

Να τη φοβάστε την πανσέληνο.
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα' ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.

Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Συλλείτουργο
Post by: wings on 10 Apr, 2010, 23:36:39
Σταύρος Ζαφειρίου, Συλλείτουργο

[Ενότητα Το σώμα]

Μα ούτε φαντάστηκε ποτέ
ότι μπορεί να λιώσει
η σάρκα της σε μια φωτογραφία.
Απόμειναν τα κόκαλα μονάχα
–τι καλοκαίρι αυτό γεμάτο ασέλγεια,
ζωσμένο από θρυλούμενα παλιών πολιτειών,
στενοί γοφοί ασμίλευτοι, σαν φως
που δεν διαθλάται,
στήθη μικρές υπεκφυγές,
ακάλυπτα στη μοίρα,
πεσμένη πίστομα, κραυγή
απ’ τη διακόρευσή της,
σπαθιές νυχιών στους ώμους της, επιδρομή
ενστίκτων, ταχύκαρδο φτερούγισμα
πουλιού, αδέξια στην ξόβεργα πιασμένου.
τι καλοκαίρι αυτό, συλλείτουργο σωμάτων,
κάτω από τόξα γοτθικών παραφορών–

τι καλοκαίρι, με τα κόκαλα στη στάση
όπου μοχθούν να κάψουν
τα προσχήματα.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/01/Zafeiriou_SwmatosLogos_Sylleitourgo-e1546461831512.jpg)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Λίλιθ
Post by: wings on 15 Aug, 2010, 16:48:21
https://www.youtube.com/watch?v=GQNcN8l78OI

Νένα Βενετσάνου, Λιλήθ (δίσκος: Το κουτί της Πανδώρας (1984))

Σταύρος Ζαφειρίου, Λίλιθ

Και η δωδεκάχρονη αμαζόνα
Με το βαθύχρωμο σαλβάρι
Και τα μικρά βυζιά κάτω απ’ το μαύρο μπολερό,
Έλα, μου είπε
Να κοιμηθείς μαζί μου
Βραδιά σού υπόσχομαι με χάρες νυφικές
Σώμα ζεστό, στα σχήματα της φλόγας

Τυφλός την ακολούθησα σε σκοτεινές στοές
Απ’ τη βουή ξεφεύγοντας της αγοράς

Κι είδα κιλίμια περσικά, χρυσές χοάνες
Σκηνές ερωτικές με παχουλά κορμιά
Και στο μιντέρι καθισμένη τη γριά
Μισόγδυτη, τρελή, με τα μαλλιά
Σαν ξέπλεκους ιστούς πάνω στους ώμους
Και το μαρκούτσι του αργιλέ στο στόμα.

Κι ύστερα είδα την ωραία αμαζόνα
Με τα μικρά βυζιά κάτω απ’ του τόξου τη χορδή
Και στον καθρέφτη είδα
Νύχτα που βάθαινε
Μαύρη τη σελήνη
Τους τέσσερις μοναχικούς προσκυνητές,
Γύφτους που χόρευαν έξω από τους ρυθμούς
Μες στους ρυθμούς των μαύρων τους σωμάτων.
Κι ένα κοπάδι πέτρινα άλογα,
Καλπάζοντας ορμητικά ν’ ανηφορίζουν
Στα γκρίζα πέτρινα λαγόνια τους
Τη λάμψη του ιδρώτα
Και στα ρουθούνια τους αφρούς, δρόμος μακρύς
Ως του γκρεμού το χείλος.
Ορθοποδίζοντας σαν γυμνασμένοι ακροβάτες
Μ’ ένα χλιμίντρισμα άγριο πήδηξαν στο κενό.

Τα μάτια ανοίγοντας βρέθηκα πίσω

Γυμνή, ανάσκελα πεσμένη στο μιντέρι
Με το βαθύχρωμο σαλβάρι, το μαύρο μπολερό
Πλάι στο μαξιλάρι διπλωμένα,
Μ’ ένα χαμόγελο στεγνό μέσα από άδειο στόμα
Είδα μονάχα τη γριά
Έλα, μου είπε
Να κοιμηθείς μαζί μου
Το μαύρο χάθηκε στο κόκκινο
Θα σβήσω τα κεριά

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Β' Υπάρχει, σου είπα, κάποιος άλλος δρόμος...
Post by: wings on 09 Dec, 2010, 21:52:16
https://www.youtube.com/watch?v=VFE3gaqn-ck

Βασίλης Παπακωνσταντίνου & Οδυσσέας Ιωάννου, Σαν ναυαγός
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος & Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Το παιχνίδι παίζεται (2010))


Σταύρος Ζαφειρίου: Β' Υπάρχει, σου είπα, κάποιος άλλος δρόμος...

Υπάρχει, σου είπα, κάποιος άλλος δρόμος
πέρα απ’ αυτόν που οι χάρτες σημαδεύουν,
μα να γυρίσεις πρέπει τα πανιά.

Κι ο γλάρος πέταξε με τα φτερά των γλάρων.
Και ο τρελός τραγούδησε
το αστόχαστο τραγούδι των τρελών.
Κι ο ναυαγός ξενύχτησε
ν’ αδειάζει με τις χούφτες του τη βάρκα.
Μόνο ο τυφλός,
που δεν μπορούσε αποστάσεις να μετρήσει
ούτε όρια,
έμεινε ν’ αφουγκράζεται τ’ ανήσυχα νερά.

Επάνδρωσα καράβια επιστροφής.
Στο μεσιανό κατάρτι ζήτησα να με δέσουν
κι άκουσα των σειρήνων την κραυγή.

«Τρία κορίτσια βγαίνουνε περίπατο στο Σόχο,
απ’ τ’ ανοιχτά πουκαμισάκια τους γυμνά
τα δεκαέξι χρόνια τους αφρίζουν.
Τρεις έφηβοι στου Τίβερη τις όχθες ψάχνουν στόχο,
παίζουν στα χέρια τους φαλτσέτες και φτερά.
Μοίρα καμιά σιμά τους δεν γνωρίζουν.

Τρία κορίτσια απόψε ζωγραφίζονται στη Βρέστη,
κρατούν ομπρέλες να ξορκίσουν τον καιρό.
Τρία αγόρια ξεμυαλίζονται στο Βουκουρέστι,
ούτε στιγμή δεν πάει ο νους τους στο κακό.
Ευχή καμιά να κάνουν δεν γνωρίζουν.

Τρία κορίτσια βάζουνε νωρίς τα νυχτικά τους,
άπλετος έρωτας τους πλέκει τα μαλλιά.
Τρεις έφηβοι μαζεύονται αργά στην κάμαρά τους,
παίζουν τα χείλη που στραγγίζουν τη φωτιά.

Σε ποιον παράλληλο είναι η Βιέννη τάχα,
ποια πυρκαγιά παράφορη στη Ρώμη εξαγνίζεται,
ποια σάρκα είναι η νύχτα που ερημώνει το πρωί».

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: III. guarda e passa
Post by: wings on 08 Apr, 2013, 01:01:26
https://www.youtube.com/watch?v=s0rlT-D9Joc

Σταύρος Ζαφειρίου: III. guarda e passa

Πώς εκπληρώνει κανείς το καθήκον του; Θέλω να πω: πώς κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’ αυτό ή όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.

Θέλω να πω: με ποιον ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος; Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο ελέγχου; Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;

Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη οβάλ σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.

Ένας άντρας διαβάζει την πύλη του Άουσβιτς.
Διαβάζει ψηλά, στην πύλη του Άουσβιτς,
το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.
Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη
πύλη του Άουσβιτς
και πιάνει αμέσως δουλειά.
Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει∙
αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.
Φωτογραφίζει:
τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,
τους χαλικόστρωτους δρόμους,
τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα
και το κόκκινο τούβλο,
τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,
το σιδερένιο Π του ικριώματος∙
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:
στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,
τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,
των παπουτσιών τις στοίβες,
τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,
τις θήκες των γυαλιών,
τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,
τις βούρτσες των μαλλιών,
τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,
τις ομπρέλες του ήλιου∙ φωτογραφίζει,
στις βιτρίνες φωτογραφίζει:
τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,
τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,
τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,
τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,
τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,
τις ριγωτές ασώματες στολές,
τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Häftlinge,
τον τρομερό στικτό τους αριθμό,
τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,
τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα
της τροφής στα τσίγκινα πιάτα∙
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:
τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,
τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,
τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,
τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο∙
φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί
φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει αντιληφθεί ή δίχως
να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει
πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,
τα υπερπλήρη δρομολόγια των τρένων
και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B
είναι γραμμένα σε στίχους∙
λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς
ανομοιοκατάληκτους στίχους.

Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,
αλλάζει μπαταρίες,
φωτογραφίζεται,
μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,
με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου,
ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη
από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου,
της συνθήκης του άπρεπου χτες
και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα,
ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,

όπου η καμένη σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,
μετά την εξαήμερη εκδρομή,
στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Η διαθήκη των μύθων (I)
Post by: wings on 16 Oct, 2014, 23:21:23
https://www.youtube.com/watch?v=JfLtFBtu0C4

Franz Liszt, Faust Symphony (1857) (http://en.wikipedia.org/wiki/Faust_Symphony)
(Boston Symphony Orchestra conducted by Leonard Bernstein)


Σταύρος Ζαφειρίου, Η διαθήκη των μύθων

I.


Κι όμως ο άνθρωπος είναι γεννημένος
Για να ρέπει ψηλά και προς τα μπρος

Γκαίτε, Φάουστ
1

Σπουδάσατε φιλοσοφία, ιατρική και νομική,
την κάθε μία χωριστά, και ασφαλώς θεολογία,
διανύσματα, επιχειρηματική στατιστική
και, μ’ επιμέλεια μοναδική, οικονομία.

Βαδίζοντας κατά μήκος μιας πίστης που δεν αγαπήσατε,
κατά μήκος μιας διαδρομής που παγιδεύσατε με την απώλεια,
ταιριάξατε το πνεύμα του φωτός στους γοτθικούς σας θόλους.

Μεθοδικά στοιβάξατε βιβλία και χαρτιά,
όργανα και σταθμά για ν’ αποστάξετε τον πόθο τ’ ουρανού
στ’ αλχημικά σας φίλτρα.

Τεχνίτες των μητροπόλεων και των οξυκόρυφων πύργων,
πλάνητες της ασέληνης νύχτας και των δρυμών της οξιάς∙
πιο κοντά, πιο μακριά,
πνεύμα και πόθος εξίσου παρόντα στη θέαση,
εδραιωμένα μεταξύ της λαχτάρας [Sehnsucht] και του αγέννητου φόβου,
μεταξύ μιας αιτίας που είναι η αιτία του επίγνωστου
και μιας πλάνης2 που βιώνεται σαν φορά της ζωής.

Τόσο κοντά, τόσο μακριά,
ανταμώνοντας τα χνάρια των λύκων στις ιερές βοσκές των ζαρκαδιών,
ξαγρυπνήσατε μελετώντας όσα η φύση θέλει να σας δείξει:
τη μορφή ενός κόσμου που υπάρχει
κι ενός κόσμου που ζει τη μυστική ύπαρξή του∙

του κόσμου διά μέσου των ονομάτων που συναρμόζονται
προορισμένα να παρανοηθούν.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Γκαίτε, Φάουστ, μια τραγωδία, εκδ. Γαβριηλίδης, μτφ. Πέτρος Μάρκαρης
2. [Η πλάνη δεν ήταν για σας
     παρά η ύφεση των παρορμήσεών σας,
     το πιο ακραίο σημείο του νου,
     όπου θεσπίζονται οι εκλογικεύσεις∙

     αγνοείτε ωστόσο πως αυτό που γνωρίζετε
     είναι η ακίνητη παράσταση της γνώσης,
     και πως η ίδια η γνώση είναι η απόσταση
     ανάμεσα στις αισθητές σας πράξεις.]


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Historia
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 03:21:06
Σταύρος Ζαφειρίου, Historia

Θα μπορούσε να είναι τυχαίο. Χωρίς αναφορές σε ονόματα. Μαι πτώση σε εύθραυστο πάγο. Όμως όλα κυλούν τόσο ήρεμα, μεταλλάσσοντας τις αποστάσεις σε κατακόμβες ή αίφνης σε κήπους, τόσο ήρεμα πάλι.
Μικρές ερωτικές ιστορίες που κατακλύζουν την ποίηση. Μικρά τραγούδια που διηγούνται την τρέλα. Φωταψίες καθημερινών αποφάσεων.
Οι φαντάροι αυτοχτονούν ακόμα. Ε και λοιπόν;
Οι φράσεις στη σταθερή τους συνέχεια. Μπαρ, αλκοόλ, ροκ εν ρολ. Το βλέμμα που επανέρχεται, το τσιγάρο σφηνωμένο στα χείλη. Θεματοφύλακες του σύγχρονου λόγου. Το περιθώριο πλειοψηφία με το άλλοθι της οργής. Η φθορά κυρίαρχη λέξη. Κανένας δεν είναι καλά. Τα υποκατάστατα τσακίζονται σιγά – σιγά. Σιγά – σιγά. Ο θάνατος ξεκινάει απ’ το χαμόγελο. Σιγά – σιγά. Μένουμε πίσω. Κανένας δεν είναι μπροστά. Κι η τελευταία γενιά ισορροπίστρια, ανάμεσα στη δόξα του παρελθόντος και την αμηχανία του μέλλοντος. Κι η τελευταία γενιά πουτάνα κι ομοφυλόφιλη χωρίς προσωπείο. Συντηρώντας ωστόσο τους μύθους. Αντιστρέφοντας μόνον τους ρόλους.
Το χέρι περνά και ξαναπερνά, ψηλαφίζοντας την υγρασία των τοίχων. Φαίνεται να μετρώ τους σφυγμούς μου. Στην ουσία προσπαθώ ν’ αποκόψω τον καρπό απ’ τον υπόλοιπο βραχίονα. Υπερρεαλιστικές παρεμβάσεις το κουδούνι για το σχόλασμα, το στεφάνι στη μέση του δρόμου, όλ’ αυτά που δεν κολλάνε στη ροή της ιστορία. Βρίσκομαι ξαφνικά ν’ ακούω τη φωνή μου απ’ τον καθρέφτη να μου εκμυστηρεύεται γεγονότα, σπάνιους θρύλους, με λέξεις πικρές.
Τέσσερις το πρωί. Πατσατζίδικο παρανόμως διανυκτερεύον. Ο Γιώργος στο πιο άγριο μεθύσι της χρονιάς, εκλιπαρεί την αγάπη των ανθρώπων. -Το περιστατικό ξεκομμένο από την υπόλοιπη δράση, συνέβη απλά.-

Αφιερωμένο στους φλώρους του Μανδραγόρα, του Μικρού Καφέ, της TEQUILA, του DE FACTO, των ντισκοτέκ…
Αφιερωμένο στις παρτούζες της αστικής τάξης και στον ηλίθιο μικροαστικό συναισθηματισμό.
Αφιερωμένο στην Ελένη, στην Ξηροκρήνη, στον Ηλία, στις παρελάσεις, στη ρουτινιέρικη συγκίνηση της 17 Νοέμβρη…
Αφιερωμένο στο Πάνθεον, στο Λαϊκόν, στα πατσατζίδικα στο Βαρδάρι, στα παράνομα πλέον ξενυχτάδικα, στο Γ’ Γυμνάσιο αρρένων μιας άλλης εποχής…
Αφιερωμένο στους πειρατές των μεσαίων, στα κορίτσια της οδού Πτολεμαίων, στους παλιούς της γαλαρίας του φεστιβάλ κινηματογράφου, στους εναπομείναντες μοναχικούς εκδρομείς…
Αφιερωμένο στην ομορφιά που εξακολουθεί να παραμένει πουτάνα.
Αφιερωμένο στ’ αλαφιασμένα βλέμματα των μπαρ, στους μπάρμεν που δεν είναι καλλιτέχνες, στους νεολαίους που επιμένουν στα πηγαδάκια…
Αφιερωμένο στην Άντα, αν συνεχίζει ακόμα ν’ αντιστέκεται και να μισεί.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Στο φως της Πέμπτης Λεωφόρου
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 03:27:49
Σταύρος Ζαφειρίου, Στο φως της Πέμπτης Λεωφόρου

Εδώ που είμαι θα μείνω/
Να ζωγραφίσω την ευτυχία/
Ένα ζευγάρι κάλτσες/
Την άγια οικογένεια/
Ανάμεσα στην κλείδωση και τον καρπό/
Μισός πλαστικός μισός βαμβάκι/
Διαρκώς εδώ/
Στα κατάλοιπα των ονείρων/
Με τέσσερις εποχές βουτηγμένες στη λάσπη/
Ανάμεσα στο τρία και το επτά/
Να θυμάμαι τα παραγγέλματα των βολών/
Ανάμεσα στην κάννη και το στόχο/
Να κρατώ με ασφάλεια/
Τα στολίδια της τέχνης/
Το γλυκό φτάρνισμα/
Της συναχωμένης γενιάς μου/
Διαρκώς διαρκώς/
Μισός δέντρο μισός αναψυκτικό/
Με την ωραία κοιμωμένη στο πλάι μου/
Στη σύντομη λάμψη του οργασμού της/
Ανάμεσα στον ενεστώτα και τον αόριστο/
Ν’ απορρίπτω την αθανασία της αλήθειας/
Να θλίβομαι/
Με την ειρήνη του κόσμου/
Ανάμεσα στο γιατί και το διότι/
Ν’ απλώνω το χέρι ζητιανεύοντας/
Τα ιερά μυστικά σας/
Μισός λεπτοδείκτης μισός καλώδιο/
Μισός/
Εν τέλει θα μείνω εδώ ευλογώντας/
Έτσι κι αλλιώς άλλοι πληρώνουν/

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Μια μικρή παράσταση
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 03:34:41
Margarita Zorbala ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=nw0o_9UnjQQ)

Oscar Strok & Λίνα Νικολακοπούλου, Η πεταλούδα της φωτιάς
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Στην άκρη ενός φιλιού (2000))


Σταύρος Ζαφειρίου, Μια μικρή παράσταση

Να είμαι ήρεμος τώρα.
Να προσφέρω το αίμα μου στο φως.
Να επιστρέψω στην έκσταση της παραίσθησης.
Να στρέψω μέσα μου τον καθρέφτη.

Να θυμάμαι την πολύχρωμη σκιά της πεταλούδας.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, J’ai osé
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 03:40:28
Τολμώ _ Μαρινέλλα - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=iol0sePQITw)

Αλέξης Παπαδημητρίου & Εύη Δρούτσα, Τολμώ
(τραγούδι: Μαρινέλλα / δίσκος: Τολμώ (1988))


Σταύρος Ζαφειρίου, J’ai osé

Σκαρφαλώνοντας τις τεράστιες σκάλες
Φοβάμαι το μονότονο ήχο
Στο κέντρο του μυαλού
Ονόματα δεκάδες ονόματα
Δεκάδες στατιστικές
Τίποτε άλλο
Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
Τσαλακωμένο
Μες στην παλάμη μου
Μια χούφτα σκόνη
Τι να σου κρύψω γαμώτο μου
Τι να σου κρύψω
Ανάμεσα στην πτώση και τη φυγή
Δεν υπάρχει καιρός
Για ανατομία της μνήμης

Τόσο ήσυχα οι λέξεις απλώνουν
Πάνω στα χείλη σου
Κι εκτοξεύονται απρόσμενα
Διαλύοντας ό,τι απόμεινε

Τόσο ήσυχα γυρνώ και κοιτάζω
Αυτό που βυθίζεται στη μέση του δρόμου
Αυτό που γεννιέται και θηλάζει
Τις ενοχές της φαντασίας.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Το γρανιτένιο χέρι είναι μέσα μου
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 03:52:02
Τραγούδια στο ηλεκτρόφωνο - Στέλιος Μαρκετάκης - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=dx12zyX4m9I)

Μάνος Χατζιδάκις & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Τραγούδια στο ηλεκτρόφωνο
(τραγούδι: Στέλιος Μαρκετάκης / δίσκος: Για την Ελένη (1978))


Σταύρος Ζαφειρίου, Το γρανιτένιο χέρι είναι μέσα μου

Μέσα στο στόμα της πληγωμένης μέδουσας
Η ροή του θανάτου
Η στάχτη των θριάμβων
Η υποψία της παρακμής

Η γαλήνη των κίτρινων φύλλων
Θρυμματισμένη στο πεζοδρόμιο

Κι εσύ που δε θα καταλάβεις ποτέ
Γιατί επιμένω να ρίχνω κέρματα
Στο ηλεκτρόφωνο

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ένα μονάχα κόκκινο φως
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 03:59:19
Φίλα Με,Φίλα Με - Χάρις Αλεξίου - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=pYwLnZsowQw)

Loreena McKennitt & Χάρις Αλεξίου: Φίλα με, φίλα με
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Παράξενο φως (2000))


Σταύρος Ζαφειρίου, Ένα μονάχα κόκκινο φως

Υπογράφω τα τελευταία μου λόγια
και κατηφορίζω στη ρίζα σου.
Ο ήχος της πέτρας που σέρνω μαζί μου
αναστατώνει το κέντρο της πόλης.
Μάταια προσπαθώ να σε πείσω
ν’ αλλάξεις τα φύλλα σου.
Προς το παρόν αναρριχάσαι
στις γυαλισμένες υδρορροές,
συνήθως μετά τα μεσάνυχτα.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Υπάρχει καιρός για λευκές νύχτες
Post by: wings on 02 Dec, 2015, 04:07:13
White Nights - Mikhail Baryshnikov - Le Jeune Homme et la Mort - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=F9vttbubuHM)

Mikhail Nikolaevich Baryshnikov dances Le Jeune Homme et La Mort by Roland Petit (White Nights, 1985)

Σταύρος Ζαφειρίου, Υπάρχει καιρός για λευκές νύχτες

Φορώ μαύρα ρούχα και πλησιάζω
το τραπέζι με τα ποτά.
Δε θέλω να μπλέξω
με τους θορύβους του χορού.
Δεν θέλω να παίξω
με οξειδωμένους ανθρώπους.
Προ πάντων δε θέλω να λες
πως είμαι ένα μουντό
και μίζερο απόγευμα.
Θέλω απλά ν’ ακουμπήσω στα χέρια σου,
να ξεκουράσω τα τσακισμένα μου μάτια.

Πρέπει κάποτε να σου πω την αλήθεια.
Το τοπίο που υπάρχει
κάτω απ’ τη γλώσσα μου
σιγά-σιγά ισοπεδώνεται,
γίνεται ευθεία γραμμή,
σε λίγο καιρό θάχει περάσει
στην ιστορία.

Σιγά-σιγά χάνω τον έλεγχο των χρωμάτων.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Re: Σταύρος Ζαφειρίου
Post by: wings on 19 Mar, 2016, 16:05:20
ΕΞΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΟ «UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ».m4v - YouTube (https://www.youtube.com/watch?v=xLv9xbMZfQU)

Ο Σταύρος Ζαφειρίου, η Μαρία Καραγιάννη, ο Δημήτρης Λεοντζάκος, ο Βασίλης Αμανατίδης, ο Σάκης Σερέφας και η Δήμητρα Κατιώνη διαβάζουν ποιήματά τους στο «Underground Εντευκτήριο» (2009)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Κι έτσι αποκοιμήθηκε
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:11:04
Σταύρος Ζαφειρίου, Κι έτσι αποκοιμήθηκε

Στα τσογλάνια

Σε βρήκα πάλι να κωπηλατείς σε γυάλινες λίμνες. Κύκλος στον κύκλο και η ζωή που επανέρχεται πάντα μόνη.
Οι δολοφόνοι σκύβουν πάνω από τη σιωπή της ομορφιάς.
Ο νεαρός σκηνοθέτης, με την κάμερα στοχεύει τους δολοφόνους. Το τελευταίο σούπερ οχτώ ασπρόμαυρο πλάνο. Ο Ντένις Χόπερ ξαπλωμένος με τα ρούχα στο κρεβάτι –σεντόνι λαμέ κατακόκκινο– ηχογραφεί την αγωνία του. Λάθος. Ο νεαρός σκηνοθέτης πέφτει νεκρός στην άσφαλτο του πάρκινγκ πυροβολημένος στο στήθος. Ο Ντένις Χόπερ ήδη νεκρός απ’ το προηγούμενο έργο. Το τελευταίο νοσηρό πλάνο. Ένα ξύλινο αλογάκι λικνίζεται στο παράθυρο. Η ομίχλη πνίγει το λιμάνι. Εσύ βέβαια το βιολί σου. Ξεκούρδιστη εδώ και χρόνια να στραπατσάρεις συνέχεια τις ίδιες κλίμακες, κρύβοντας τη μιζέρια σου από τα πλήθη, καρφώνοντας το μυαλό σου στις τρισδιάστατες οθόνες των κεντρικών κινηματογράφων. Κι ούτε μια καλησπέρα.
Τίποτε. Τσιμουδιά.
Γλυκιά πόρνη μιας ακόμη χαμένης γενιάς. Ενωμοτίες εκφυλισμένων προσκόπων λεηλατούν το κορμί σου μέσα στην κάπνα και την όξινη γεύση των μπαρ.
Η ανάγκη καλπάζει πότε-πότε πανέμορφη πάνω απ’ τα θραύσματα διανέμοντας τις ειδήσεις της παρακμής.
Τα υπόλοιπα βλέμματα χάσκουν γαλάζια και ήρεμα.
Ποιος ευθύνεται για την πορνεία της δεκαεξάχρονης Εύας; «Η κοινωνία». Όλοι μαζί εν χορώ, μαθητές γυμνασίου, αποχή και η γροθιά ψηλά στις διαδηλώσεις, ειρήνη καθάρματα, ειρήνη, ψωμί – παιδεία – ελευθερία και θάνατος στους προβοκάτορες, έξω οι φασίστες καθηγητές απ’ το γυμνάσιο, τζάκετ στρατιωτικό και το κασκόλ τρεις φορές γυρισμένο στο λαιμό, συνελεύσεις της ΜΟΔΝΕ στο αμφιθέατρο της φιλοσοφικής, μαύρο περιβραχιόνιο στην επέτειο του πολυτεχνείου, αποβολή κι ο Ριζοσπάστης κάτω απ’ το θρανίο.
Λίγο μετά αταξική κοινωνία, νο μπορντερλάιν, ροκ εν ρολ, νέγρικο μπλουζ. «Με σφιγμένα τα δόντια», ον δε ρόουντ, μπίρα σε κονσέρβα, κρεμμυδόσουπα, πού και πού μια νυχιά μαύρη, σε σκοτεινούς ντουμανιασμένους διαδρόμους, σε σκοτεινά αδιέξοδα, Σάρκα, Κάψα, Σκουπίδια, το σύστημα που βρίσκεται μες στο μυαλό μας, από κει να ξεκινήσουμε, ρομαντισμός, αγάπη, επικοινωνία, οράματα, η Λούσι στον ουρανό με τα διαμάντια, ανεπάρκεια, καταλήψεις, κοινοβιακή ευαισθησία, ο Τζον Λένον παντρεύτηκε, ο Τζον Λένον χώρισε, ο Τζον Λένον έβγαλε καινούριο δίσκο, ο Τζον Λένον κατούρησε, επαφή, άνοιξε την τρυφερή αγκαλιά σου στη γαλήνη, άνοιξε επιτέλους τα τρυφερά πόδια σου, μέικ λαβ νοτ γουόρ μωρό μου. Σκατά. Ανάπηρες λέξεις. Ανάπηρες σχέσεις. Χρηματιστήριο. Τα πάντα. Χρηματιστήριο. Συνθήματα με μαρκαδόρο στους τοίχους. «Ακόμη δε βαρέθηκες ρε αστέ;» Όχι. Γιατί να βαρεθεί; Κορόιδο είναι;
Μια ζωή τα ροκανίζουμε τα όνειρα. Τι; Δεν ακούγομαι καλά; Έλα αγόρι μου πάρε το μηδέν. Σκατά. Μια ζωή νούμερα ε; Μια ζωή να καταπίνουμε το σάλιο μας και να υπογράφουμε συναλλαγματικές. Μια ζωή στριμωχτά στο πεζοδρόμιο και να περνάμε απ’ τις διαβάσεις. Μια ζωή με την ταυτότητα στην τσέπη και καλημέρα με χαμόγελο στους μπάτσους. Σοβαρότης, σεμνότης, αξιοπρέπεια…
Ο Βέντερς κάνει σινεμά νεκρών χρόνων. Λάθος. Ο Βέντερς κάνει δοκιμιακό σινεμά. Λάθος. Υποθέτω ότι ο Βέντερς συνομιλεί με τον θάνατο. Εντάξει, εντάξει, έλεος. Σηκώνω τα χέρια.
Από τότε βέβαια αλλάξαμε λιγάκι. Προχωρήσαμε. Εξέλιξη φυσικά. Τώρα ακούμε Μπαουχάουζ και Έκοου εντ δε Μπάνιμεν, ο Μπάουι αστήρ του σινεμά και της ντίσκο, άρχισε να τη βρίσκει και με γυναίκες –το ασπρουλιάρικο κωλαράκι του ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά ανάμεσα στα σκέλια του Τσάινα γκερλ.–
Ο Μόρισσον ακόμη νεκρός.
Τώρα τα βράδια τζιν με τόνικ, παρέα με πούστηδες και λεσβίες, απομεινάρια αγγέλων, ξεφάντωμα μέχρι πρωίας σε άγνωστα δωμάτια, δυόμιση πακέτα τσιγάρα, γαμήσι στο άρπα κόλλα, σχιζοφρένεια, μοναξιά, απωθημένα, φεμινισμός και φαλλοκρατία, όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, όλοι οι άντρες είναι μαλάκες, μπακάρντι με κόλα, η οικογένεια λευκός φασισμός, όμορφες λέξεις, παιχνιδιάρικες, ταλέντο φυσικής παρουσίας, ρόλοι, ρόλοι, ρόλοι, θέατρο τρόμου, θέατρο λόγου, θέατρο δράσης, θέατρο καταστάσεων, θέατρο παραλόγου, γκροτέσκ, ο Τζαρά χοροπηδά στη σκηνή βροντώντας τις κατσαρόλες, βγάζοντας την πράσινη γλώσσα του στην τέχνη, όχι στην Τέχνη, ο τύπος και η τύπισσα όρθιοι στον πάγκο του μπαρ την «ψιλοβρίσκουν», ένα ακόμη μοντέρνο ζευγάρι, συνουσία, ντισκοτέκ και αποχαύνωση, η λογική κι η φαντασία μπλέκουν τα μπούτια τους μέσα στις στάχτες και στο ηλίθιο χαμόγελο ενός πανέξυπνου μπάρμαν, κουτσομπολιό, η τεχνική της πίπας από τις αμερικάνες αδερφές, τραυματισμένοι καλλιτέχνες περιφέρονται από τραπέζι σε τραπέζι ανανεώνοντας τον κύκλο τους, εσύ όπως πάντα στημένη στην τηλεόραση, Τζιν Κέλι, τραγουδώντας στη βροχή, η κοιλιά σου σφίγγεται, η κοιλιά σου πονάει, κάτι σου λείπει, όχι αυτό που νομίζεις, τραυματισμένα νιου γουέιβ τεκνά, εξηνταεννιά συμβουλές για την επιτυχία μιας παρτούζας, πενηνταεννιά μαχαιριές, ούτε μία λιγότερη, η τελευταία στο μέτωπο, αναφορά σε δεκαπέντε στίχους του Μπάιρον, η λειτουργία της μουσικής στο έργο του Μπρεχτ, ξεβίδωμα και ανάλυση του Μπορίς Βιαν, η νεοορθόδοξη διανόηση μεθυσμένη σνομπάρει την αμηχανία των περαστικών νεομαρξιστών, κάπου στο βάθος ο τελευταίος κλόουν αυτοχτονεί με κραυγαλέες χειρονομίες, οι προβολείς τον φωτίζουν, τον βιάζουν σχεδόν, το κραγιόν του λιωμένο στάζει στο πάτωμα, το ραδιόφωνο μεταδίδει στατιστικές, η κυβέρνηση πατάει γερά, το κεφάλι του γερμένο στο πλάι, ο παγωμένος ιδρώτας του στάζει στο πάτωμα, ο τελευταίος γνήσιος κλόουν, στα μάτια του καθρεφτίζουν βιτρίνες με δώρα, στα τεράστια πράσινα μάτια του καθρεφτίζει η ιστορία ενός παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ, η ιστορία ενός ποιητή που ακροβατεί στον υμένα μιας δωδεκάχρονης, η ιστορία ενός νταβατζή, η ιστορία της Χριστίνας που το βαφτιστικό της ήτανε Γιάννης, τώρα καμπαρετζού στο Βαρδάρι, εκδίδεται εκεί, επί τόπου, στο τραπέζι, ουρλιάζοντας «ξυπνήστε ρε Έλληνες, όλα εδώ πληρώνονται».
Η φωνή της Κάλας ραγίζει τα πάντα, Τζόνι Γκιτάρ κι εσύ κάπου αλλού κομματιάζεις το κρανίο σου, το εκτοξεύεις σ’ απελπισμένα ταξίδια, πάλι εδώ θα γυρίσεις, πάλι εδώ.
Τα ξυράφια σκουριάσανε και ξανάφτασε η εποχή των ισχνών αγελάδων.
Παύση.
Ω! γλυκιά μου Μέριλιν –μη με κοιτάς μ’ αυτό το βλέμμα– κάποτε πρέπει να μιλήσουμε οι δυο μας και τότε θα δούμε τι θα μου πεις.
Παύση.
Τώρα τα μαγαζιά κλείνουν νωρίς. Παύση.
Τώρα κάποιος μας ξυπνά κάθε πρωί, μας προστατεύει σε κάθε μας βήμα, τις νύχτες μας νανουρίζει γλυκά. Παύση.
Διαλυμένο μου κοριτσάκι, η ιστορία σταματάει εδώ και μην νευριάζεις για το χάπι έντ.
Τα ντεκόρ της φθοράς στήνονται για το επόμενο υπερθέαμα.
Πλέι ιτ αγκέν, Σαμ.
Ξαναπαίξ’ το λοιπόν.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Το ρυθμικό πάρτι
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:15:20
Σταύρος Ζαφειρίου, Το ρυθμικό πάρτι

Τα προκάτ όνειρα
Με τη μονοχρωμία των επιτάφιων αισθημάτων.
Τα ξεχασμένα κελιά του Στανχάιμ
με την αιωρούμενη καρδιά της αντίστασης.
Η μυστική ιστορία που γράφεται
στη δυσοσμία των επιτηρούμενων δρόμων.
Ελευθερία, Ελευθερία
απέραντο χάσμα ανάμεσά μας.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Εγώ αυτός και τα ίχνη του άλλου
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:19:42
Σταύρος Ζαφειρίου, Εγώ αυτός και τα ίχνη του άλλου

(Ηλεχτρισμός και μέταλλο – Κίτρινα υποβρύχια εποχής)

Δεκάδες ομοιόμορφες μύγες
πάνω στα πτώματα.
Αφαιρούν διακριτικά τις ανυπόστατες φήμες.

Είμαι γεμάτος από αντίο υποτονικά.
Τρομοκρατώ και τρομοκρατούμαι με θαύματα.
Συναντώ και διαβάζω τον τοίχο.

EVERY GOOD BOY DESERVES FAVOUR.

Έξοχα. Βρίσκομαι εκεί
όπου κανένας δε φαντάζεται.
Ξυπνώ και νιώθω
τον εφιάλτη του στήθους σου,
τη στοργική μυρωδιά του καλτσόν σου.

Ο θάνατος στα μπατζάκια σου
μωρό μου.

Αύριο θα σου στείλω
το λουλούδι που σου ’ταξα.
Τη δαγκωμένη καρδιά
της Σύλβια Πλαθ.
Τη λευκή αυτοχτονία
της Ούλρικε Μάινχοφ.

Πυροτεχνήματα από πηλίκια
νομίζω πως περιμένουν
παραληρώντας.
Καλημέρα σας.
Να σας συστήσω την τρέλα μου.
Κοινός τόπος το μπράτσο μου.
Τα άγρια μαλλιά της μορφίνης
σκουπίζουν τα πόδια μου.

Κάπου ισορροπώ και ονειρεύομαι,
κλωτσώντας ίσως
βήμα-βήμα την έκρηξη.
Αυτό που καταφέρνω είναι
να ψελλίσω το ρόλο μου.

Σπαραχτικά χειροκροτήματα στη μέση του δρόμου.

Καλημέρα σας.
Να σας ενημερώσω
για τις τελευταίες εξελίξεις.
Λοιπόν το τηλέφωνο χτύπησε τέσσερις φορές
πριν το σηκώσω.
Ήταν ο γιατρός.
Η εγκυμοσύνη της είναι προχωρημένη.
Της επανάστασης εννοώ.
Να το θυμάστε. Σε λίγο
θα γεμίσουμε μπάσταρδα.

Το κάθε τι πίσω απ’ την ένταση της σκιάς.
Πίσω απ’ την τραγωδία της προσωπικής έκστασης.
Η κάθε λέξη βουτηγμένη στο αμαρτωλό παρελθόν της.
Α! η αμφιβολία για την πηγή των πληγών.
Αναρωτιέμαι ποιος θα ξεσκονίσει τη δόξα μας.

Αύριο θα σου στείλω ό,τι σου έταξα.
Θα διπλώσεις προσεχτικά το φουστάνι σου στην καρέκλα.
Να ξέρεις. Φοβάμαι όταν απλώνεις τα χέρια σου.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ημιτελής συνουσία
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:21:46
Σταύρος Ζαφειρίου, Ημιτελής συνουσία

Απόψε δε θα κυνηγήσω τους ανθρώπους.
Ούτε θα σημαδέψω με το δάχτυλο τα πουλιά.
Απόψε θα μπω στο ασημένιο δωμάτιο.

Μπαίνω και σκοντάφτω στο φως. Ευαγγελίζομαι
τους κρεμαστούς κήπους του Ιουλίου.

Γλείφοντας πού και πού σε ξεραμένα φύλλα
το μυαλό μου.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Και οι ημικρανίες συνεχίζονται
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:25:15
https://www.youtube.com/watch?v=1p1avCu-UyY

Στάμος Σέμσης & Μιχάλης Γκανάς: Αχ! Να περάσει ο πυρετός
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Γενναίοι έρωτες (1997))


Σταύρος Ζαφειρίου, Και οι ημικρανίες συνεχίζονται

Παραγγέλνει καφέ κι ανάβει τσιγάρο.
Φυσά τον καπνό χαμηλά.
Μεθοδικά ξεπαστρεύει το λυρισμό της
και στη θέση του φυτρώνουν
μικρά τρωκτικά που ροκανίζουν
τις φυγές της. Ξετυλίγει τα σύρματα
που συγκρατούν το μυαλό της.

Προσπαθεί να μου πει
ότι όλα μεγαλώνουν γύρω της,
όλα ανεβαίνουν, σχηματίζουν
αλαφιασμένα τοπία, καταστρέφονται.

Ξαναφορά τα μάτια της –ανάποδα μάλλον–
χάνεται στριφογυρίζοντας,
αγκαλιάζοντας αποφασιστικά
τους μύθους των νευρικών εραστών.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Μ’ ένα καινούριο αρμόνιο
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:31:53
https://www.youtube.com/watch?v=yJg1NNyke2E

Simon Jeffes, Music for a found harmonium (Penguin Cafe Orchestra, 1982)

Σταύρος Ζαφειρίου, Μ’ ένα καινούριο αρμόνιο

Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι.
Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο
μπαινοβγαίνουν πουλιά,
οι παλιές σου αγάπες.
Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω,
αν μπορούσα θα τα έπνιγα μ’ ένα ποίημα.
Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε
χώμα και άχυρα, να χτίζουν στις μασχάλες σου
τις φωλιές τους.

Το βράδυ δαγκώνεις πάλι στον ύπνο μου.
Δε συμβαίνει τίποτε, μόνο που τα όνειρά μου
κυκλοφορούν με σημάδια.
Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πώς και γιατί.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Όλα είναι εξουθενωτικά
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:35:08
https://www.youtube.com/watch?v=iBSvpC3K3hc

Σοφία Γεωργαντζή, Μια αγωνία
(ερμηνεία: Δημήτρης Ζερβουδάκης / δίσκος: Πώς να αναπνεύσω (2009))


Σταύρος Ζαφειρίου, Όλα είναι εξουθενωτικά

Και κάποια στιγμή, όταν τελειώνουν τα μάτια
και δεν έχεις πια πού να χτυπήσεις,
κοιτάς στον καθρέφτη.
Ανακαλύπτεις τότε για πρώτη φορά
την κόκκινη τρύπα στο μέτωπό σου,
το υγρό που ρέει και σου λούζει το πρόσωπο.
Πετάς το μαχαίρι απ’ το παράθυρο
κι αποφασίζεις να μη μιλήσεις ξανά
με τετράγωνες λέξεις.
Αγκαλιάζεις τρυφερά την αγωνία σου.
Κοιμάσαι μαζί της.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτός που περπατάει στον πάτο της θάλασσας
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:38:35
https://www.youtube.com/watch?v=84-9nJOwgTI

Λένα Παππά & αδελφοί Κατσιμίχα, Παλιά καλοκαίρια
(ερμηνεία: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας / δίσκος: Της αγάπης μαχαιριά (1994))


Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτός που περπατάει στον πάτο της θάλασσας

Είναι ένας τρελός που
ώρες-ώρες σ’ ονειρεύεται
πεσμένη ανάσκελα
με λίγο αίμα πάνω απ’ το φρύδι…
……………………………………………………….

Με προοπτικές μνήμης
και βλέμματος,
με ρωγμές ικεσίας
παγιδευμένες
σε μαλακά πήλινα σκεύη.

Με προοπτικές βλέμματος
μέσα στη μνήμη.

Όπου η λέξη αγάπη,
όπου η λέξη καταγραφή,
όπου η λέξη ύφος,
όπου η κάμερα διδάσκει
τι είναι Ελπίδα,
όπου το μάτι
ανακαλύπτει ξαφνικά
πως ποτέ του δεν πέρασε
μέσα απ’ το δάσος με τις όρθιες τρίχες
και τα κόκκινα στόματα των αλόγων,
όπου το βίωμα γίνεται ήθος
και κίνηση
αισθητηρίων οργάνων,
όπου οι δείκτες κατευθύνουν σιωπηλά
το πτυσσόμενο βάθος πεδίου,
όπου η γλώσσα γεννά
την καινούργια σχέση.
Εικόνα και πραγματικότητα.
Εικόνα και ήχος.
Εικόνα και εικόνα.

Όπου το μικρό κορίτσι
με τις ολόξανθες μπούκλες
καλωσορίζει τα σημεία και τα τέρατα
σ’ ένα αχρωμάτιστο πλάνο,
εκθέτοντας το τέλειο δάκρυ του
στη γενικότερη θέα.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Το πρόσωπό σου μια σκιά
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:41:16
https://www.youtube.com/watch?v=7_uWc9uG3xM

Άκης Πάνου, Ήπια τα χείλη σου και χάνομαι
(τραγούδι: Λεωνίδας Βελής / δίσκος: Άκη Πάνου: πρώτη γνωριμία με τον Λεωνίδα Βελή (1984))


Σταύρος Ζαφειρίου, Το πρόσωπό σου μια σκιά

Να ξεπεράσουμε το χώρο
Και το χρόνο της δράσης μας
Να ξεπεράσουμε τη φαντασία της ζωής
Να προσανατολίσουμε την ευτυχία μας
Στην ουσιαστική αντίληψη της φύσης
Το λουλούδι κομμένο στα τέσσερα
Αιμορραγεί
Κι ενσωματώνει τον έρωτα
Γονιμοποιώντας την απόλυτη γυναίκα

Κάθε βράδυ
Η μυστική οσμή του αφαλού σου
Μ’ εκσφενδονίζει σε ασπρόμαυρα πλάνα
Σε μπαράκια φανταστικά
Αναπλάθω το σχήμα του κόσμου
Όπως τ’ αντιλαμβάνεται ο αισθησιασμός μου
Αντικρούω το κάθε τι που συλλαμβάνει
Η δυαδική κεραία των προσώπων και των πραγμάτων
Είμαι μετέωρος πάνω απ’ τα πρόσωπα και τα πράγματα
Και αρνούμαι ό,τι δεν είναι παραίσθηση

Όλο το αίμα μου συσσωρεύεται έκπληκτο
Στην καινούρια αφετηρία του
Χαμηλά χαμηλότερα στην άκρη του πούτσου μου
Παράφορα αφήνομαι στην υγρή σύσπασή σου
Παράφορη
Καθολική μητέρα
Φυτρώνω λεπτό τριαντάφυλλο ανάμεσα στους μηρούς σου

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Η προσευχή των νευρικών αρουραίων
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:45:04
https://www.youtube.com/watch?v=S-rB0pHI9fU

Paul McCartney & John Lennon, Penny Lane (The Beatles (1967))

Σταύρος Ζαφειρίου, Η προσευχή των νευρικών αρουραίων

Αργά πολύ αργά
Σαλεύουν τ’ ακρωτηριασμένα λοφία
Πλησιάζουν το μάτι της κάμερας
Καταγράφουν το αρχαίο φιλί
Τ’ ανερμήνευτα σύμβολα
Πού κατέληξαν όλα τα λουλούδια;
Οι στρατιές των μουσικών
Κατεβαίνουν τα μονοπάτια
Ελευθερώνοντας τους κρατούμενους
Των τελευταίων συλλογισμών
Ω! μαγεία της φωτιάς
Ω! επικίνδυνη αίσθηση
Πάνω στον ώμο του δολοφόνου
Μέσα στο στόμα του θύματος
Συμμετοχή στη δημιουργία
Μακρινοί προβολείς
Ανακαλύπτουν τους αγγέλους
Να ταξιδεύουν στη σπηλιά του κακού
Το σφύριγμα
Και το τίναγμα του φιδιού
Τη νεκρική μάσκα στο Penny Lane
Μες στην παλάμη του αόρατου μάρτυρα
Το αυγό σπάζει
Βάφοντας τα φτερά των κορακιών

Το μέλλον καθορίζεται
Από τις πράξεις του σήμερα

Η αρμονία των φαντασμάτων
Καθαγιάζει τη συνουσία
Τα πλαστικά μωρά
Θα κοινωνήσουν τη σοφία των μύθων.

Εγώ θα στέκομαι εδώ και θα σε βλέπω
να προσπαθείς να ισορροπήσεις στην πίστα
με τα ξύλινα πόδια σου.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Κάθε τοίχος καθρέφτης τώρα πια με λίγα λουλούδια στην άκρη του
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:52:25
https://www.youtube.com/watch?v=3IPHgUUh-mk

Γιάννης Μαρκόπουλος & Γιώργος Χρονάς, Όχι δεν πρέπει
(τραγούδι: Θέμης Ανδρεάδης & Λιλή Χριστοδούλου / δίσκος: Διάλειμμα (1972))


Σταύρος Ζαφειρίου, Κάθε τοίχος καθρέφτης τώρα πια με λίγα λουλούδια στην άκρη του

Εκδρομή στα παγκάκια της πόλης
Παγωτό ΔΕΛΤΑ/Καφές σε αεροστεγή συσκευασία
Ο περιπτεράς πρώην κομματάρχης της δεξιάς στην επαρχία Παιονίας
Πρώην πλανόδιος μικροπωλητής
Πρώην κομπάρσος καριέρας με τρία gros-plan στο ενεργητικό του
Ξέρω ξέρω
Δεύτερο στενό δεξιά κάτω από τις ακακίες.
Ένα παιδί κουνά ρυθμικά στο γρανιτένιο του χέρι
Τις διαστάσεις μιας πυραμίδας
Τουταγχαμών σ’ αγαπώ
Να λοιπόν που μπορούμε και βγάζουμε άναρθρους ήχους ενώ υπάρχει τόση ομορφιά
Μάλλον θα πρέπει να συγκεντρωθώ στο πρόσωπό σου και στη διαφάνεια των κροτάφων σου.

Ναι! πρέπει πρέπει να συναντηθούμε
«Τι εννοείς; Τι εννοείς;»
Η νευρική κραυγή της Νίνα Χάγκεν
Ενώ τα λεπτά κυλούν και οι καθρέφτες
Πόντο-πόντο παραμορφώνουν τα είδωλα

Δεν
Εννοώ
Τίποτα
Απλώς βαδίζω πάνω στο τέμπο που βουλιάζει βαραίνοντας την επιθυμία
Απλώς είμαι σκυμμένος πάνω στις στροφές των ποιητών
Που απαραίτητα πέθαναν νέοι κι ανακαλύπτω την οντότητα των λαβυρίνθων
Απλώς μιλάω
Μιλάω συνέχεια, πριν και μετά τον καφέ
Κάποια στιγμή σταματώ να ξεκουράσω
τη γλώσσα μου
Εκμεταλλεύεσαι το κενό
Βγάζεις
Το χρυσό σου πιστόλι
Πυροβολείς
Αυτόματα σβήνουν τα φώτα
Το κεφάλι μου τινάζεται
Και ισορροπεί
Στο σκαρπίνι του διπλανού μου

Κάποιος μιλά για μιαν άχρηστη μέρα

Ο άλλος ουρλιάζει έξαλλος / Αντιγραφή κασετών σε τρία λεπτά / Η αγορά πλημμυρισμένη από το κλάμα του Καζαντζίδη / «Εγώ με την αξία μου…» / Η αξία μου κυλά στο κοντέρ ενός Revox / Η μουσική και τα τσιγάρα απανωτά /
Φυσικά η μπίρα κατοστάρικο και τα τραπέζια πολυτελείας /
Κι ο Μπάρμαν νεκρός / Τριγυρισμένος από γυναίκες βουβές με κλαρωτές μαντίλες με πλαστικές ποδιές με λεπίδες κάτω απ’ τα μανίκια
Κι όμως
Κάποτε σε λέγαν Αντιγόνη

Πιθανά να κυκλοφορώ μουδιασμένος
Περιγράφω την τελευταία απαγωγή
Την τελευταία πορεία μία μετά
τα μεσάνυχτα με βροχή
Γράφω τη φωνή μου και την αποθέτω
στα χέρια σου

Κι όμως
Κάποτε κάπως σε λέγαν
Τώρα έχεις γίνει καρτ-ποστάλ και σε ταχυδρομώ με κάθε ευκαιρία
Υπάρχει ακόμα και ο ψίθυρος στα FM / Κλείνω το τηλέφωνο και ένα τάνκερ γεμάτο καρδούλες εμβολίζει το στήθος σου.

Χωρίς καμιά προοπτική
ο καιρός των ονείρων περνά
μαζί με τις ρομαντικές διαδικασίες


Στο θάλαμο εντατικής παρακολούθησης ο πιανίστας κι ο αναβάτης της Cross
Νάμαστε πάλι καθισμένοι στο διάδρομο να κοιτάμε τη νοσοκόμα με το δάχτυλο στα χείλη

Ησυχία! Γυρίζουμε

Φωτογραφία με τη Monroe / Στο πικάπ η μαντάμ Μπατερφλάι κι ο Πουτσίνι που καθαρίζει τα δόντια του με τη βελόνα / Έρχεσαι τότε με κορδέλα στα μαλλιά και μου μιλάς Γαλλικά /
Παρ’ όλα αυτά σε καταλαβαίνω
Σε πιέζω για να δεις ότι δεν είμαι τρένο / Εμφανίζομαι στην επιφάνεια των πραγμάτων / Εμφανίζομαι στο μάτι της κάμερας / Σφίγγω και συνθλίβω τον αέρα μεταβάλλοντας το τοπίο σε θάλασσα / Εμφανίζομαι μόνος μ’ έναν κατάλογο στη μασχάλη / Πυορροώ / Εγκλωβίζομαι στην υγρή οδύνη των ματιών σου
Παρ’ όλα αυτά με φοβάσαι

Παύση

Συγκεντρώνομαι στον απόηχο μια φράσης τυχαίας
λεπτός χαρακτηρισμός της ναρκοθετημένης περιοχής
Που παγιδεύτηκε η ευαισθησία μας
Ενός λεπτού σιγή για τα θύματα
Που ανατινάζονται μαζί της

Όου yes Τέλος
Τέλος καλό όλα καλά

Τ’ αμάξι στρίγγλισε περνώντας μ’ εκατονπενήντα
Ίσως και μ’ εκατονογδόντα
Και δεν προφτάσαμε να δούμε
Αν αυτό που κουβαλούσε ήταν κάσα
Ή θαλασσαετός

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Κάποιο άνοιγμα
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:56:12
https://www.youtube.com/watch?v=3MS1G2-YYag

Διονύσης Σαββόπουλος, Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο δυο (δίσκος: Φορτηγό (1966))

Σταύρος Ζαφειρίου, Κάποιο άνοιγμα

Τα χείλη ανοίγουν διάπλατα. Παγανιστική λατρεία των κάτασπρων δοντιών, βουρτσισμένων επιμελώς με οδοντόκρεμα, εμπεριέχουσα MFP φλουοράιντ.
Η αίσθηση του ιδρώτα ανάμεσα στις δυο ενωμένες παλάμες. Η αίσθηση των χρωμάτων πίσω απ’ το κρύσταλλο του ποτηριού. Διατεταγμένα σώματα. Η σιωπή των διάφανων βολβών. Η λάμψη. Βίωσε την ηδονή της μυστικής συνουσίας. Το ρόπτρο κινείται μηχανικά. Κανένας ήχος. Η αντίφαση. Το ποδήλατο. Η καθαρίστρια στις σκάλες. Η μοναξιά σαν ηθικός προσανατολισμός μέσα στο χώρο. Ο φόβος την ώρα που σβήνει το τελευταίο κίτρινο φως και οι μάσκες πέφτουν για ύπνο. Το αλκοόλ. Η αποκάλυψη. Η ηδυπάθεια. Παροξυσμοί εξομολόγησης. Οργισμένες μαθήτριες προσπερνούν σφυρίζοντας απουσίες. Υγρές πεταλούδες ξεφεύγουν μέσα απ’ τα σκέλια τους κι αυτοχτονούν, αγγίζοντας τα καλώδια του ηλεχτρικού. Ο έρωτας συνωστίζεται στο σεντόνι. Ούτε μια φράση χωρίς περιστροφές. Το κορμί της ελευθερίας αιωρείται ρυθμικά στο τσιγκέλι της αυταπάτης. Κατέβασε τους νεκρούς απ’ τις κρεμάστρες. Το απρόοπτο γέλιο. Η μαγεία του ανέλπιδου κλάματος. Το τασάκι με το σβησμένο τσιγάρο. Το κραγιόν πάνω στο φίλτρο. Εξορυγμένα τα μάτια των θαμώνων τσακίζονται στο τραπέζι. Ξεχειλίζει ο τρόμος των καθημερινών αντικατοπτρισμών. Περίμενε πίσω από την πόρτα. Την έξοδο. Τη λαχτάρα. Το πάθος στο τρίξιμο του μεντεσέ. Τα περασμένα μεγαλεία θα ξανάρθρουν εποχούμενα, κορνάροντας την αγάπη και την άρνηση. Προσεχτικά τ’ ανάγλυφα αγγελάκια των τοίχων ξεφλουδίζονται. Πέφτουν. Τα ζεστά τους μάγουλα συντρίβονται στο ξύλινο πάτωμα. Ερωτισμός στα γυμνά τοπία της πόλης. Μαγνητοταινίες σιδηροχρωμίου αναπαράγουν χωρίς παραμόρφωση τις καραμπόλες του μπιλιάρδου στα σφαιριστήρια της ασφάλειας. Οι φύλακες περιφέρονται ανάμεσα στ’ αγάλματα. Ρευστότητα ακίνδυνων και διαρκών οργασμών. Δολοφόνησε το φως από νέον. Τα ακόρντα του κοριτσιού διαπερνούν το παράθυρο. Καρφωμένα φιλιά στα μαλλιά της Μονρόε το βλέμμα του Τσάπλιν, το χαμόγελο του Ντην, τα άλματα του Λένον στον ουρανό του ροκ εν ρολ. Οι μονόλογοι του κοριτσιού διαπερνούν το παράθυρο. Η ζωή αρχίζει τα μεσάνυχτα με ψευδώνυμα και μεταμφιέσεις. Στο εισιτήριο της επιστροφής καρφιτσωμένο το τραπουλόχαρτο που θα εξιλεώσει την πασιέντζα. Μια φράση. Τρυφερότητα χωρίς συμβολισμούς. Αγωνία χωρίς δραπετεύσεις. Η σκιά απομακρύνεται ακροπατώντας. Στα δάχτυλά της η λάσπη της θάλασσας. Στο πουκάμισό της το αίμα των γκαρσονιών. Μοναχικά ταξίδια με αστραφτερά αυτοκίνητα. Με τον Ρεμπώ να παλινδρομεί και ν’ απαγγέλλει το τέλος του ορίου ταχύτητας. Ο τρελός του χωριού ψιθυρίζει την ομορφιά. Χτύπησέ τον πριν τη φωνάξει. Υποταγή στην ανάγκη. Κουρασμένα παιδιά περιπλανιούνται με νυχτερίδες κρεμασμένες στις μασχάλες. Σκιαγραφούν ευχαριστίες και χειραψίες. Βαρυσήμαντες λέξεις θρησκευόμενων επισήμων. Τα μπράβο των θεατών και τις ολόσωμες υποκλίσεις των θεατρίνων στις παραστάσεις τις φορτισμένες με γαρίφαλα. Κυοφόρησε τα καινούρια ποιήματα. Οι άπραγοι ήρωες αγναντεύουν γύρω-γύρω τους επιβήτορες των καλλιτεχνών, τους ξυπόλητους νέγρους που μιλούν κι αγκαλιάζουν τη γη. Μικρές αράχνες κεντούν λεπτούς, ακίνδυνους τίτλους. Ο χρόνος μιλάει αργά και καθαρά. Τα χοντρά χείλη της φαλακρής τραγουδίστριας τυπωμένα στα χαρτομάντιλα, σήμα κατατεθέν της αγάπης της.

Λίγο αργότερα… πολύ αργότερα, δεκάδες μισόγυμνα κορίτσια θα καπνίζουν αμέριμνα, καθισμένα στα παγκάκια του πάρκου, τις τρυφερές γαλάζιες ανεμώνες που θα φυτρώνουν στα στήθη τους, με όλους τους προβολείς στραμμένους στα ελαφρά, μεταξωτά τους εσώρουχα.
Λίγο αργότερα… πολύ αργότερα, χιλιόμετρα ασπρόμαυρου φιλμ θα προβάλλονται, κομματιασμένες εικόνες, στα ερείπια των ντισκοτέκ και των σούπερ μάρκετ.

Αύριο, θα λεν οι παλιοί, θα φορέσει την καινούρια του πανοπλία.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Να περιγράψω κι αυτήν την πορεία
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 00:59:10
Σταύρος Ζαφειρίου, Να περιγράψω κι αυτήν την πορεία

Ο μυστικός δείπνος.
Ο μυστικός ήχος του σαξόφωνου
αργό σκαμπανέβασμα της φλέβας.
Η σταθερή πορεία των πραγμάτων
μέσα σ’ αφόρητες νύχτες ερημιάς.
Ο κρότος,
καθώς η φωνή μου σκορπίζεται στις σκάλες,
καθώς το πρόσωπό μου στρέφεται στο παράθυρο.
Ο μυστικός ύπνος.
Και τα χείλη μου που ακουμπούν νευρικά
στην παγωμένη κοιλιά σου.
Το σημαίνον και το σημαινόμενο
εξαφανίζονται.
Βιώνω την αίσθηση της απουσίας.
Όχι. Δεν περιμένω κανέναν.
Περπατάω μονάχος και σιωπηλός
πλάι στο ξάφνιασμα των ανισόπεδων κήπων.
Και προπαντός δεν ξεχνώ το καδράρισμα.
Τα σχήματα του καπνού.
Το θρήνο της αποκαθήλωσης.
Τα τραύματα της μνήμης
στην υπέρτατή τους προσπάθεια.
Τις στιγμές που χάνονται.
Τις λέξεις που χάνονται.
Όλα υπάρχουν μες στις εκρήξεις.
Όλα υπάρχουν μες στη σκουριά των θαυμάτων.
Να τώρα αυτή η βροχή που ξαναγυρνάει,
μεταφέροντας τα παραμορφωμένα στολίδια
της θάλασσας.
Αυτοί οι καθρέφτες που κατοπτρίζουν
το έλκος της ημιτελούς μέρας.
Αυτά τα επίπεδα που προεκτείνονται
μέχρι την άκρη του βιαστικού μας παράπονου.
Αυτές οι φιγούρες που περιφέρονται,
βυθομετρώντας το παρελθόν,
ανασαίνοντας το γέλιο και τον ήρεμο φόβο
ενός ρημαγμένου ποιήματος.
Να. Τώρα στάζω τις πράξεις μου στο λαιμό σου
μα αυτές επιστρέφουν και με πνίγουν
ήσυχα ήσυχα.

Τα εμβόλιμα πλάνα δημιουργούν την ψευδαίσθηση
ότι ο ήλιος υπάρχει.

Υπάρχει μόνον ο θόρυβος του μετώπου σου
καθώς προσκρούει στο γυάλινο θόλο της πόλης.

Διαδικασία αποσύνθεσης.
Μεταμόρφωση.
Ο κόσμος φτύνει τον κόσμο ίσια στα μάτια.
Ο κόσμος είναι ο στόχος του κόσμου.
Κλείνομαι στη βουή του μυαλού μου
κι ανακαλύπτω τη μεμβράνη που σκεπάζει
τα δευτερόλεπτα της ζωής.
Πιο πέρα αρχίζει η επαρχία
και η ταχύτητα των υπεραστικών λεωφορείων
με τους κίτρινους προβολείς της ομίχλης.
Πιο πέρα αρχίζει η ταραχή, το αλκοόλ
κι η ομορφιά που αθωώνεται στο ρίξιμο μιας ζαριάς.

Οι στεναγμοί του Garbarek
αργά και θλιμμένα σχηματίζουν το κορμί σου.
Η κλεψύδρα αδειάζει και αναστρέφεται.
Το τέλος.
Η καινούργια αρχή.

Οι θεατές βυθίζονται στο αφάνταστο φως. Τρε-γκρο-πλαν.
Το μάγουλό σου με τα σημάδια της αφής. Ο ιδρώτας που παγώνει και σκεπάζει τα μάτια σου. Παράλληλο τράβελινγκ. Η ροή του ποταμού. Η ξύλινη γέφυρα και η γαλάζια ομπρέλα των ποιητών. Το απόμακρο βλέμμα του κλόουν. Η σιωπή του ηλεκτρισμένου του στήθους. Οι ποιητές αναδύονται κι εκτινάσσονται, απαγγέλοντας τις συσπάσεις της ικεσίας.

Το παραλήρημα της τζαζ
μεταφέρεται στην αγωνία της γέννας…

Οι κινητήρες σε λειτουργία.
Αποχαιρετισμός στις σκάλες του σκάφους.
Ο κύριος
με το ξυράφι χαρακώνει το μάγουλό του.
Το αίμα
λερώνει με νόημα το γιακά του λευκού του πουκάμισου.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Μ’ ανοιχτά χέρια
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 01:01:16
Σταύρος Ζαφειρίου, Μ’ ανοιχτά χέρια

Πλησιάζω.
Με όμοιες λέξεις
Με όμοιες φράσεις
Πλησιάζω
Ανακαλώ τον εφιάλτη
Τον πυρετό
Την αλήθεια
Ισχυρή δροσιά
Παραμορφώνεις αυτό που υπάρχει
Σαν όγκος
Κάπου στο βάθος της θυρίδας
Που ξεκλειδώνουμε
Το μετατρέπεις
Σ’ εξάνθημα
Σε ομόλογο απεγνωσμένης γραφής
Το ξεπουλάς
Με αντάλλαγμα ένα τοπίο
Τεμαχισμένο
Σε δεκάδες παράθυρα
Μοναχικό
Κατακόκκινο
Μ’ ένα όραμα
Που σφαδάζει ανάμεσα στα δάχτυλα
Ένας κλοιός είναι
Που χαλαρώνει σιγά-σιγά
Κι αφήνει τη μουσική
Να ηχεί
Σαν παράξενος τρόμος
Στ’ αφτιά
Πλησιάζω
Σ’ ανακαλώ
Τ’ όνομά σου
Βουτηγμένο στο οινόπνευμα
Καρφιτσωμένο στον τοίχο
Μια χορδή είσαι
Ακίνητη
Και είμαι αιχμή
Η σταθερή συχνότητα
Των αναφιλητών
Πυροδοτώ το μυαλό μου
Ανατινάζομαι
Πέφτω σε φύλλα
Απροσδιόριστου χρώματος
Απροσδιόριστης εποχής
Αναζητώ
Ένα τέχνασμα
Ένα μηχανισμό για να συλλέγω
Κάθε φορά τις παρενθέσεις σου
Χωρίς να φωνάζω
Βοήθεια
Χωρίς να πληρώνω
Η αισθητική του κενού
Ξαναγεννιέται
Με εικόνες λευκές
Και γυάλινες φούγκες
Το χάσμα
Ανοίγει τρυφερά
Ένας καινούργιος θάνατος
Ήρεμο κλάμα
Είναι οι μέρες
Οι μήνες
Τόσες ταχύτητες που αλλάζουν
Ενώ κυλάω
Σ’ αφύλακτους δρόμους
Παρασέρνοντας
Προφητείες και ωροσκόπια
Αβεβαιότητα είσαι
Και είμαι η αμηχανία
Μιας ξαφνικής φωτογραφίας
Σε ικετεύω
Γίνε βροχή
Γίνε ο απρόσμενος ξένος
Που μπαίνει
Χωρίς να χτυπήσει
Γίνε ο ρυθμός
Ενός ακόμη χαμένου ποιήματος
Γίνε η πράξη της λέξης
Δραπετεύω

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Υστερόγραφο Α'
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 01:04:22
https://www.youtube.com/watch?v=RY4vlyYzQXs

Παύλος Σιδηρόπουλος, Οι σοβαροί κλόουν (δίσκος: Φλου (1978))

Σταύρος Ζαφειρίου, Υστερόγραφο Α'

Κατευθύνεσαι στην απέναντι νύχτα.
Είμαι ήδη εκεί.
Όταν φτάσεις θα ’χω θάψει
τις φλογισμένες μου λέξεις.
Θα βρεις μονάχα τα καμμένα μου δάχτυλα
τυλιγμένα σε κίτρινα χόρτα.

Κυρίες και κύριοι
οι κλόουν βγάζουν τα καπέλα που δε φορούν,
υποκλίνονται
και σας χαιρετούν.
Τώρα που βλέπουν το χαμόγελο στα χείλη σας
μπορούν πάλι να φορέσουν τη ματωμένη καρδιά τους, ν’ αποσυρθούν στα παρασκήνια και να χαθούν.

Κυρίες και κύριοι, οι κλόουν σας αγαπούν.
Τα τελευταία τρικ ξεπηδούν
απ’ τα τεράστια μαύρα παπούτσια τους.
Χειροκροτήστε! Χειροκροτήστε!

Το δάκρυ κύλησε στην άμμο της πίστας
ο κόσμος όμως ήδη στριμώχνονταν στην έξοδο.

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Υστερόγραφο Β'
Post by: wings on 11 Feb, 2018, 01:07:10
Σταύρος Ζαφειρίου, Υστερόγραφο Β'

Κι ούτε καν σήμερα
Που αγγίξατε τις ανοιχτές πληγές του
Ούτε καν σήμερα
Δεν καταλάβατε
Πόση βροχή και πόση δίψα κρύβει ένα ποίημα

Από τη συλλογή ... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Press conference
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:30:19
Σταύρος Ζαφειρίου, Press conference

Και τα γραφτά της επανάστασης κιτρίνισαν
πλάι σε φράσεις μουσικές, ψηφιδωτές,
γεμάτες έρωτα και αίμα.
Μέσα στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής
νεολαίοι με κονκάρδες και κασκέτα
αναλύουν το προτσές των γεγονότων
και κάνουν αυτοκριτική.
Σκυφτοί πάνω σε τόμους πολιτικής οικονομίας
και στατιστικής
αναρωτιούνται τι δεν λειτουργεί καλά
και απελευθερώνονται τα ένστιχτα.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=334)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Αρίθμηση διμοιρίας
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:33:55
Σταύρος Ζαφειρίου, Αρίθμηση διμοιρίας

Χαμογελάμε προς τα έξω
γιατί τα πράγματα είναι απλά.
Η ζωή μας μπαίνει στα καλούπια τους
χωρίς πολλές διαδικασίες
κι αναγκασμένοι να κρατάμε τα προσχήματα
αποχρωματιζόμαστε στερεοφωνικά.
Η ανάγκη είναι κομμάτι μας απτό
–χωρίς παρομοιώσεις–
μόνο κατάφατσα μπορούμε να τη δούμε.
Ό,τι πούμε περνά στα πρακτικά
της υποκρισίας μας,
απαθανατίζοντας μια εποχή
που σβήνεται μέρα μέρα
στα ημερολόγια της κωλοτσέπης.

Έτσι ο κόσμος βαδίζει αντίστροφα
όχι σαν μέρα ανάποδη ή στραβοξύπνημα,
αλλά σαν φύση νεκρή που αποσυντίθεται.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=336)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Άρχισε να βρέχει
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:36:08
Σταύρος Ζαφειρίου, Άρχισε να βρέχει

Ακούω τον ρόγχο σου καθώς ξημερώνει.
Σ’ ακούω πλάι μου, γύρω μου σε ακούω·
διαστέλλεσαι.

Ζωγραφίζεις στο δωμάτιο τη σκιά σου
με φτερά και μάτια στραμμένα σε σωρούς τρωκτικών.

Αγγίζω, τί άλλο, τον αφαλό σου,
τα μισάνοιχτα σκέλη σου,
τα χίλια κενά στο κορμί σου.
Γλείφω στις άκρες των δαχτύλων σου
όσα πράγματα συνέλαβες χθες.

Σε αγγίζω καθώς ξημερώνει.

Προσπαθώ να σ’ ακούσω.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=332)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Άτοπο στιχούργημα περί νεανικού θανάτου
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:40:06
Σταύρος Ζαφειρίου, Άτοπο στιχούργημα περί νεανικού θανάτου

Η άλλη άποψη είναι πως ξεπήδησες
σαν αλεξίπτωτο και σαν αστερισμός
μέσα από τους νόμους και τα δρώμενα.
Γυμνή η τρέλα σου κι η φαντασία μου
ανακύκλωση.
Πολύμορφη η κάθοδος στις πτυχές
του κορμιού σου
κι η ελευθερία μου αντίστροφη μέτρηση
για την έκρηξη.
Η πρώτη παρουσία σκουλαρίκι
στ’ αυτάκι σου
και η δικιά μου
μια στάλα αίμα να υγραίνει το σύνολο.
Τα κατά συνθήκη ψεύδη είναι πουλιά
που ανοίγουν και κλείνουν
τις κουρτίνες
και μεταφέρουν το βλέμμα μου
σουγιαδιασμένο
στους τοίχους και στα νούμερα.

Ο δολοφόνος της πεταλούδας
εξαλείφει τα ίχνη.
Ο εραστής των συνθημάτων
της τουαλέτας
αναλύει τα όπλα του Πρίαπου.
Ο νεκροθάφτης
περνά τη μαργαρίτα του Σαρλό
στην μπουτονιέρα του.

Τα κατά συνθήκη ψεύδη είναι καθρέφτης·
κομμάτια από χαμόγελο
στο μισό πρόσωπο,
σπασμένα πλήκτρα, διέσεις
στο άλλο μισό,
μήλα διογκωμένα
με λεπτό διάφανο δέρμα.
Ένα ξέφρενο ροκ εντ ρολ
–δύο μετά τα μεσάνυχτα–
το φάσμα της παρακμής διακοσμεί
τα χωρικά μου ύδατα.
Προχωρώ σαν ανάβει το πράσινο.
Ό,τι κι αν σώσω θα ξαναχαθεί.
Η νύχτα είναι συνεισφορά
και αντικείμενο καταμέτρησης
της μοναξιάς και της
μοναχικότητας.
Μαύρη κόρα ψωμιού κομμένη
στα τέσσερα,
μαύρες κόρες ματιών κομμένες
στα τέσσερα,
πίσω από χοντρούς φακούς,
σκελετούς,
και το γέλιο της υστερίας,
και το ποδαράκι του πιθήκου
κρεμασμένο στον λαιμό
με γαλάζια μεταξωτή κορδέλα.
Το θέαμα και η άσκηση και η ανάσα
της άσκησης
και όσα τέλος πάντων συνθέτουν
το σημαινόμενο των συναγερμών
και όλα τ’ άλλα που προσδιορίζουν
την άγνοια της λέξης
«εξομολόγηση».
Η νύχτα είναι πυροδότηση
του ερωτισμού της Patti Smith
και κάτι ακόμα:
είναι η λειτουργία
της αυτόματης κούκλας:
«μα-μά», «μα-μά», «μα-μά»
–δύο μετά τα μεσάνυχτα–
οι γλουτοί της Monroe,
η ζέστη της γραφομηχανής,
η μεμβράνη των νυχιών μου,
η εκπομπή της αγωνίας σου,
η λεηλασία της αντίστασής μου:
«μα-μά», «μα-μά», «μα-μά».

Η μία άποψη είναι πως ξεκίνησες
την τελετή της αποκαθήλωσης
με χαμηλό φωτισμό,
μπαίνοντας στο πλάνο από αριστερά
ντυμένη άσπρο φανελάκι κοντομάνικο,
παντελόνι μπλουτζίν και νούμερο 36
αθλητικά παπούτσια.
Κοντρ-πλονζέ και υποχωρώντας
ανακαλύπτω πλέον τη διαλεκτική
της ευθραυστότητάς σου.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=330)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Βίοι Αγίων
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:43:25
Σταύρος Ζαφειρίου, Βίοι Αγίων

Τα σεμνά οδοφράγματα υποχωρούν
παρασέρνοντας
το θέαμα
και την άποψη
των τραγικά ερωτευμένων ποιητών.

Τα μαύρα γυαλιά των τεχνικών της αναμόρφωσης
κατοπτρίζουν
το καθημερινό κακοφόρμισμα
των ήδη πυόδικων πληγών
που ανοίχτηκαν στα ξενύχτια
και στα βλέμματα
των ρομαντικών αφισοκολλήσεων.

Σκονισμένα αντίγραφα πινάκων
το κεφάλι,
το στήθος,
η μέση,
τα μπούτια,
η σκέψη του Κόμματος.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=324)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Μιράντα
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:46:00
Σταύρος Ζαφειρίου, Μιράντα

Τα απογεύματα
της Τετάρτης και του Σαββάτου
τα όμορφα κορίτσια
παίρνουν το χρώμα της ικεσίας,
χαμηλώνουν το βλέμμα
και επαναλαμβάνονται.
Κάτω απ’ την μπλούζα τους
η αληθινή μουσική
υφαίνεται στερεοφωνικά
κι ανεβοκατεβαίνει καρφώνοντας
την πλήρη και συμπαγή ηρεμία.
Τα απογεύματα
της Τετάρτης και του Σαββάτου
τα όμορφα κορίτσια
περνούν διαδήματα στα μαλλιά τους
τα είδωλα των σκέψεων
και του ακαριαίου θανάτου,
τη λαχτάρα τους για μωσαϊκά
και παραστάσεις
και τις συμβολικές όψεις
μιας τρυφερής πρωτοτυπίας.
Μετά τινάζουν
τα τελευταία φύλλα
απ’ τους ώμους τους
κι ολοκληρώνονται
τα ωραιότερα πορτρέτα
μέσα στην πόλη.
Κι όταν η μπάντα ασελγεί
υστερικά
και ιστορικά
δαγκώνοντας την κοιλιά
και τα στήθη
της Λιλή Μαρλέν
αναπολούν
τις μελλοθάνατες φράσεις
των εκατό χιλιάδων εραστών
στα πεζοδρόμια
και στα υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.
Τα απογεύματα
της Τετάρτης και του Σαββάτου
τα όμορφα κορίτσια
ονειρεύονται τρέμοντας
τον ανοιχτό πόνο της ενδοχώρας·

λιγοθυμούν στη θέα
των στιγμιαίων πουλιών
που φτερουγίζουν
μπρος στα παράθυρά τους.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=326)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Σχέδιο για ένα ευχαριστώ
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:47:46
Σταύρος Ζαφειρίου, Σχέδιο για ένα ευχαριστώ

Αργά το απόγευμα
τα μαλλιά μου θ’ ανθίσουν
γραφίτη κι ακουαρέλες
και οι σφαίρες
λαμπρά ονόματα
Κυριακάτικα.
Τα παιδιά
θ’ ακουμπήσουν την πλάτη τους στον τοίχο
και θα στρίψουν τσιγάρο
και ο άγιος τρελός
θα σκύψει ευλαβικά το κεφάλι
μπρος στην ελευθερία.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=328)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Χώρος μόνον για όρθιους
Post by: wings on 01 Sep, 2018, 23:49:53
Σταύρος Ζαφειρίου, Χώρος μόνον για όρθιους

Έτσι απλά να κουμπώνεις τα μάτια σου
στα θεάματα που στήνονται στους ανισόπεδους δρόμους.
Μια πιρουέτα, κάτι ανάμεσα σε Νουρέγιεφ και σε Μπαρίσνικοφ·
μα ναι, είχε επιτυχία ο χτεσινός χορός
με τα χαμόγελα των παλιών συμπολεμιστών
καλοβαλμένα γύρω απ’ την ορχήστρα.

Τα τελευταία δακρυγόνα έσκασαν
στις έντεκα και εικοσιτρία βράδυ.
Την ίδια στιγμή η Deborah Harry πετούσε
το σατέν κιλοτάκι της στο καυλωμένο κοινό της,
ενώ η φωνή της διαπερνούσε το πεδίο της μάχης.

Μα ναι, είχε επιτυχία ο χτεσινός χορός,
στη μνήμη των χαμένων συντρόφων
της χαμένης επανάστασης,
της χαμένης πατρίδας, της χαμένης γενιάς,
της χαμένης παρτίδας, της χαμένης εν γένει τιμής
της Katharina Blum.

Μα ναι, τα οδοφράγματα άντεξαν
και οι σημαίες κρατήθηκαν,
όμως οι λέξεις έκαναν κάπου κοιλιά και υποχώρησαν.
Ας πιούμε στο μέλλον αδέρφια.
Ο τρίτος γύρος είναι κοντά.

Έλα αγάπη μου να πούμε την καλημέρα μας στα πεζοδρόμια.
Σήμερα νιώθω κάμποση σκόνη μέσα μου
κι η υδροφόρα του Δήμου ακόμη δεν φαίνεται.

Από τη συλλογή Το ευλύγιστο πέλμα (1983)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=338)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Στη μουβιόλα (XII)
Post by: wings on 02 Sep, 2018, 01:36:38
Σταύρος Ζαφειρίου: Στη μουβιόλα (XII)

Το βέλο σκέπαζε το πρόσωπό της.
Τα μαύρα της γάντια
κεντημένα με στρας
έφταναν ως τους αγκώνες.
Οι μαύρες της κάλτσες
δίπλωναν ψηλά στους μηρούς.
Το υπόλοιπο σώμα
φωτιζόταν γυμνό
από τους προβολείς των περιπόλων.

Ήταν η γυναίκα νεκρολούλουδο
που άνθιζε στο κέντρο της πόλης
τις νύχτες που οι μόνοι
μεθυσμένοι τη γύρευαν.

Από τη συλλογή Στη μουβιόλα (1986)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=358)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Στη μουβιόλα (XVIII)
Post by: wings on 02 Sep, 2018, 01:41:17
Σταύρος Ζαφειρίου: Στη μουβιόλα (XVIII)

Ήταν ένα τραγούδι χωρίς ρεφρέν μμμ! μπορεί και χωρίς λόγια ο δίσκος γύριζε στο πικάπ ώρες ολόκληρες ο σαλτιμπάγκος χοροπηδούσε από τραπέζι σε τραπέζι ήταν γιορτή ναι δεν θυμόταν καλά πάει καιρός ένα τραγούδι παράξενο με φωτιές ο λόφος με τ’ ακατάστατα δέντρα με τους ανέμους πνιγμένο σε ιδιοφυείς συζητήσεις και ακριβά αυτοκίνητα ασθενοφόρα σε σταθερές διαδρομές μια πιστολιά μετά τίποτε ο δίσκος γύριζε στο πικάπ δεν θυμόταν καλά ένας Ασιάτης στις ράγες του τρένου αποκεφαλισμένος από τα φτυάρια των εργατών είχε πανιάσει προσπαθούσε αγωνιζόταν ν’ αγγίξει την ατμόσφαιρα δεν τα κατάφερνε οι νεκροί βγάζαν τη γλώσσα τους σίγουρα ήταν γιορτή έτρεχε να προλάβει με τη γαλάζια έξωμη τουαλέτα γύριζαν όλα κάποιος τη φίλησε εκεί λίγο κάτω απ’ τ’ αυτί καιγόταν ο καβαλάρης των άστρων με τ’ ασημένια σιρίτια μετά οι φωνές απ’ τους δρόμους και οι κρότοι τα παιδιά στους δρόμους τα παιδιά με συνθήματα δίχως τίποτε άλλο με τις μαύρες σημαίες ο δίσκος γύριζε στο πικάπ έφιπποι χωροφύλακες στους δρόμους κάτι που πήγαινε ν’ αλλάξει τα όνειρα τους ήξερε αυτούς που δεν έκαναν όνειρα τους φοβόταν ένα τραγούδι που έφτανε τώρα κομματιασμένο ο χορός το κονιάκ όλα γύριζαν ο σαλτιμπάγκος κρεμασμένος στον πολυέλαιο δείχνοντας την πληγιασμένη του γλώσσα οι άδειες του κόγχες έχασκαν φωλιές μοναξιάς τα παιδιά πεσμένα στην άσφαλτο ματωμένα υφάσματα κάτι που δεν άλλαξε δεν θυμόταν καλά αλαφιασμένη έτρεχε με τις γόβες στο χέρι να προλάβει κάποιοι την άρπαξαν την έσυραν στους διαδρόμους σε ασφυκτικούς ατέλειωτους διαδρόμους οι άλλοι διασκέδαζαν ανύποπτοι ήταν γιορτή πάει καιρός και ήταν νύχτα οι άλλοι γελούσαν ανύποπτοι τους φοβόταν τους άλλους τους ήξερε μετά η ένεση η αηδία και ο τρόμος του κόσμου μετά τίποτε ένας ακόμη χορός το τραγούδι που δεν τελείωνε είχε ιδρώσει δεν θυμόταν καλά ο θόρυβος του απόλυτου η παρουσία της ζωής πίσω από τις κουρτίνες η αγωνία του επερχόμενου η αγωνία της ζωής το τραγούδι που τα ήθελε όλα η αγωνία προσπαθούσε αγωνιζόταν να θυμηθεί οι φωτιές στις πλατείες κάποιος τη φίλησε εκεί στο λακκάκι του λαιμού κάποιος τον ήξερε τότε πεσμένος μπρούμυτα στη σάλα του χορού πεσμένος μπρούμυτα στο λιθόστρωτο με τη σημαία πάνω του να τον σκεπάζει αυτοί οι άλλοι τους ήξερε με τα πηλήκια της εξουσίας να τον πατάνε τους ήξερε τους φοβόταν η νοσοκόμα που αποστείρωνε τη σύριγγα το τραγούδι που δυνάμωνε σπάζοντας τα ποτήρια της σαμπάνιας σπάζοντας τις δικλείδες ασφαλείας που δυνάμωνε που δυνάμωνε τον καυτό αέρα της παράκρουσης κυριαρχούσε στον θάνατο κυριαρχούσε σπάζοντας τον θάνατο κυριαρχούσε ναι δεν θυμόταν καλά το τραγούδι η κραυγή της στις τσίγκινες πλάκες των θερμοκρασιών σείοντας τα θεμέλια των ψυχιατρείων

Από τη συλλογή Στη μουβιόλα (1986)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=360)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Στη μουβιόλα (XX)
Post by: wings on 02 Sep, 2018, 01:44:23
Σταύρος Ζαφειρίου: Στη μουβιόλα (XX)

Η εικόνα αντήχησε στα μάτια της
καθώς η αρτηρία ξεσπούσε ανοιγμένη.
Ξημέρωνε.
Ο πρωινός αέρας αναπτέρωνε
το ματωμένο γέλιο της ήβης της.

Από τη συλλογή Στη μουβιόλα (1986)

Πηγή: ο ιστότοπος του ποιητή (http://www.stzafiriou.gr/?p=362)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Σχεδόν πρόλογος
Post by: wings on 17 Dec, 2018, 22:39:15
Σταύρος Ζαφειρίου, Σχεδόν πρόλογος

Πίνω το κρασί, σχεδόν κόκκινο, σχεδόν μαύρο, στυφό, σε ακριβό ποτήρι. Το πίνω αργά, γουλιά-γουλιά, γιατί τα λεφτά λίγα στην τσέπη μου και είναι ακόμα νωρίς.

Με κοιτάζει ο μπάρμαν από κουβέντες στερεμένος. Τον κοιτάζω κι εγώ. Καλός είναι. Πότης γερός, νευρικός, βαρεμένος. Αν ποτέ ιεραρχήσω τους ανθρώπους, θα τον βάλω σε θέση περίοπτη.

Από κουβέντες στερεμένος είμαι κι εγώ. Γι’ αυτό μόνος μου κάθομαι και δεν πλευρίζω σε κανένα. Κουλουριάζομαι εδώ, στη γωνιά μου, ελέγχω την πόρτα και κάνω νοήματα απεγνωσμένα. Στον εαυτό μου. Κλείνω τα μάτια μου, πάλι τ’ ανοίγω, χαμογελάω, ανάβω τσιγάρο, τα δάχτυλά μου κροταλίζω, ανατριχιάζω.

Χίλιες γκριμάτσες των χειλιών μου στον καθρέφτη. Μαύρα κρέπια πλαισιώνουν τη φάτσα μου. Γιορτή είναι; Κηδεία είναι; Θα σας γελάσω. Σίγουρα πάντως καίνε κεριά και μυρίζει λιβάνι.

Όμως και στις κηδείες δεν είναι άσχημα. Του παππού μου παράδειγμα. Σμίξαμε πάλι όλοι οι συγγενείς μετά από χρόνια. Μπόλικα φάγαμε. Μπόλικα ήπιαμε. Είπαμε και για τον παππού. Τότε στη Μικρασία, την πατρίδα. Ήτανε πλούσιος ο παππούς. Και λίρες έφερε. Τώρα η γιαγιά τις έχει ραμμένες στο στρώμα. Όλοι αυτήν αγαπάμε.

Φαντάσματα σκέφτομαι. Άτονα σέρνουν αλυσίδες ξοπίσω τους. Βαριεστημένα είναι. Άκεφα. Θλιβερά. Με λερωμένα σεντόνια. Τόσοι αιώνες πέρασαν. Ποιος να τα πλύνει;

Ο μπάρμαν κουνά το κεφάλι του. Ξέρει αυτός. Κι από φαντάσματα κι από κρέπια. Αδειάζει μονορούφι το ποτήρι του. Παραπατάει. Ονειρεύεται. Την επανάσταση, τις μαθήτριες, τα ροζ σεντόνια. Ξέρει αυτός.

Τα ροζ σεντόνια τη φέρνουν στο μυαλό μου. Πετούσε όταν τη γνώρισα. Πτήση νυχτερινή, χαμηλή ήταν. Πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Γελούσε κιόλας και χτυπούσε παλαμάκια ξέφρενα. Μόλις που πρόλαβα και άρπαξα την ουρά του σεντονιού. Πλάι της βρέθηκα. Της έδειξα διαβατήριο, βίζα, συνάλλαγμα, όλα τα σχετικά. Με δέχτηκε. Πετάξαμε μαζί ώσπου ξημέρωσε. Έβαλε τότε τον αυτόματο πιλότο. Το σώμα της μου ’δωσε. Αγαπηθήκαμε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Όπως στο σινεμά. Στ’ αμερικάνικα έργα.

Βράδυ πάλι, Ιούλιο μήνα, βγήκαμε βόλτα στη θάλασσα. Άπνοια είχε. Να κολυμπήσουμε, φώναξε χαρούμενη. Να παίξουμε στον βούρκο με τα βουρκόψαρα. Γδυθήκαμε και πατήσαμε στο νερό. Παίξαμε με τα πτώματα των ψαριών, τουμπανιασμένα ήταν, με προφυλακτικά ξεχειλωμένα. Ξανανιώσαμε.

Κάποια άλλη φορά στριμωχτήκαμε σ’ ένα ερείπιο. Ξαστεριά είχε. Της έλυσα το φερμουάρ και έχω στο σλιπάκι της το χέρι μου. Τον πόθο της ένιωσα. Βαριά και ζεστή την ανάσα της μέσα στο αφτί μου. Μια μεθυσμένη παρέα μπροστά μας ξεφύτρωσε. Μας είδαν. Σταμάτησα. Γαμώ τ’ αστέρια, βλαστήμησα. Γαμώ το φως.

Μετράω τα λεφτά μου, βγαίνουν για δεύτερο κρασί. Νύχτα είναι έξω, ψύχρα έχει, πού να γυρνάω; Ευτυχώς που υπάρχει το μπαρ. Κι η μουσική. Ακούω την μπαγκέτα να χτυπάει νευρικά στη μεμβράνη του στομαχιού μου. Μάλλον καλό μου κάνει, γιατί ξαλαφρώνω.

Το τύμπανο σπουδαία δουλειά. Κρατάει τον ρυθμό, γεμίζει τον ήχο, δίνει ευκαιρίες για φιγούρες στον ντράμερ. Βοηθάει κι εμένα να βολέψω τα χέρια μου. Στο σκαμπό τα βαράω, στα μπατζάκια μου. Συμμετέχω. Γίνομαι μέλος του γκρουπ, δεύτερος ντράμερ να πούμε, κάνω κι εγώ το κομμάτι μου. Κερδίζω του κόσμου το ανέκφραστο βλέμμα.

Γιατί υπάρχει γύρω μου και κόσμος. Άντρες, γυναίκες, άλλοι διάφοροι. Αξιολύπητοι είναι. Κάθονται σε παρέες και πίνουν κοκτέιλ. Οι γυναίκες έχουν όρθια στήθια. Στρογγυλούς πισινούς. Όμορφα πρόσωπα. Στενά παντελόνια φοράνε, μισάνοιχτα πουκάμισα, σκουλαρίκια μεγάλα. Πού και πού ρίχνω ματιές φανερές μέσα στη γύμνια τους, μα ούτε τις νοιάζει.

Όλοι μιλάνε σιγά και σκυφτοί. Μπορεί για κυνήγια να λένε, μπορεί για ψαρέματα, μπορεί για αποστειρωμένες συνουσίες. Ξέρω γω, πολλά γίνονται. Μόνο γι’ αυτά που πονάνε δε λένε κουβέντα.

Όσο για μένα, πιο πολύ λυπάμαι τους άλλους. Το τρίτο φύλο ντε, τις αδερφές. Τις προάλλες ο Χρήστος, στην πιάτσα γνωστή για τις τρέλες της, καθόταν στο βάθος του μπαρ μοναχός. Τα χείλη του βαμμένα με κραγιόν κόκκινο ήταν. Είχε στα μάγουλα ρουζ. Στα χέρια κρατούσε πλεχτό και πάλευε τις βελονιές. Πουλόβερ ήθελε να φτιάξει για τον χειμώνα μα δεν τα κατάφερνε. Είναι λεπτή η βελόνα, παραπονιόταν. Συνήθισα τόσον καιρό να κρατάω χοντρότερα πράγματα.

Ο κόσμος είναι κακός, μου ’λεγε η μάνα μου. Το λέει ακόμα. Άγια γυναίκα. Δουλευταρού. Πολλά πέρασε. Γι’ αυτό είναι έτσι καχύποπτη. Εγώ τη δικαιολογώ. Είναι και σε δύσκολη ηλικία. Τα όνειρα των νέων δε βλέπει. Έμεινε στα παλιά. Ούτε και τις επιθυμίες τους φαντάζεται.

Τώρα βέβαια, πού να της εξηγώ. Για εξουσία, για καταπίεση, για ευνουχισμούς. Αγράμματη είναι. Πού να της εξηγώ για αδιέξοδα, για μοναξιά, για νεκρωμένες αισθήσεις. Καμιά φορά της φωνάζω, μάνα, το σύστημα φταίει για όλα. Με κοιτάζει παράξενα, σταυροκοπιέται. Ποιο σύστημα αγόρι μου; Σύστημα το ’χεις κάνει εσύ να με πεθάνεις.

Μια και μιλάω για ηλικίες δύσκολες: στο γραφείο μια μέρα η κυρα-Κούλα η καθαρίστρια ήρθε νωρίς. Στα πράσα μ’ έπιασε. Έκλεβα το χαρτί υγείας απ’ το ντουλάπι. Ούτε με μάλωσε, ούτε με πρόδωσε. Έκλεβε φαίνεται κι αυτή. Στο σκαλοπάτι κάθισε και συνωμοτικά σήκωσε το φουστάνι της ψηλά. Φορούσε ένα άσπρο βρακί, σκέτη δαντέλα. Πολίτισσα μερακλού ήταν. Τα μπούτια της έσμιγαν απ’ το πάχος. Δεν ξέρω πώς, ξετρελάθηκα. Ερεθίστηκα σαν να είχα μπροστά μου κοπέλα με δέρμα ανάγγιχτο. Κοντά της γονάτισα. Με άφησε και της χάιδεψα τα πόδια. Είχε κιρσούς. Το χάδι γιαβρούμ καλό κάνει, μου είπε. Γιατρεύει. Ο μακαρίτης εμένα κάθε μέρα με γιάτρευε.

Με μανία δαγκώνω τον δεξή μου καρπό. Θέλω να φτιάξω ρολογάκι, να δω την ώρα του αίματος. Το κόκκινο πάντα μου άρεσε. Αρχικά στους βαθμούς της δασκάλας μου, στις σημαίες μετά, βαθιά στα σκέλια των κοριτσιών, στη φωτιά, στο κρασί. Τελευταία στο αίμα. Φοβάμαι να χαράξω το σώμα μου, όμως συχνά αιμοδότης γίνομαι, για να βλέπω το αίμα να πέφτει από το σωληνάκι στη σακούλα. Καμιά φορά και σφαγές ονειρεύομαι.

Η μουσική δυναμώνει, έφτασε η ώρα του ροκ εν ρολ. Έντεκα, έντεκα και τέταρτο, εκεί. Άντε, να πάει δωδεκάμισι, ίσα-ίσα τα έξι τσιγάρα που απόμειναν και μετά δρόμο, για ύπνο.

Όσο αντέχει κανείς.

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Στη λεωφόρο με τους αγγέλους
Post by: wings on 18 Dec, 2018, 23:58:58
Σταύρος Ζαφειρίου, Στη λεωφόρο με τους αγγέλους

Μην τους αγγίζετε αυτούς τους αγγέλους
Είναι δικοί μου
Κι αντί για άσπρα φτερά
Φοράνε μαύρες σημαίες
Μεθυσμένοι ερωτεύονται
Και μες στο μυαλό τους
Έχουν χιλιάδες αποσυνδεμένα καλώδια
Από χιλιάδες λοβοτομές
Παίζουν τα δικά τους παιχνίδια
Με γυάλινες χάντρες
Ξεκούρδιστες χορδές
Βγάζουν τη γλώσσα τους σαν τα παιδιά
Κουνάνε πάνω-κάτω τα χέρια τους
Ενθουσιάζονται
Και κάνουν «τζα»
Πίσω απ’ τους στύλους του ηλεκτρικού
Μέσα σε λάμψεις θανάτου
Αγαπιούνται τις νύχτες
Στα κοιμητήρια της θαμπής τους ζωής

Μην τους αγγίζετε τους δικούς μου αγγέλους
Πονάνε

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ήμερο δέρμα
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 00:04:13
Σταύρος Ζαφειρίου, Ήμερο δέρμα

Πόρνη μικρή με κρατάει στο στήθος της
Τα δεκατέσσερά της μόλις έκλεισε
Ήμερο δέρμα κάτω απ’ τα σκεπάσματα
Ξεχνιέται στο απέναντι τζάμι κοιτάζοντας
Μια τίγρη που ετοιμάζει το άλμα της
Όταν τρομάζει είναι αργά
Το ζώο έχει φτάσει στο κρεβάτι

Μυρίζει τα σκέλια της
Κάτω απ’ το βάρος του την καθηλώνει

Μετά στον τοίχο κορνίζα γίνεται

Σπάζει η κάμαρα στην έξω νύχτα
Ο ποταμός σκεπάζει τον δρόμο
Σκεπάζει την πόλη
Γυμνούς μας παίρνει στο ρεύμα του
Πριν χαθούμε στρέφει τα μάτια της
Μου αρέσουν, λέει, τα στυμμένα πορτοκάλια
Το παγωτό βανίλια, τα γαλάζια φορέματα
Όταν κατέβεις πες στην κυρα-Σόνια
Πως αγαπηθήκαμε ζεστά
Καλά περάσαμε πες της

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Φλίπερ
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 00:11:27
Σταύρος Ζαφειρίου, Φλίπερ

Μ’ ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλα
Γδύνεται η Ελένη
Προσεχτικά τις κάλτσες της μαζεύει
Τα μαλλιά της διπλώνει στο πάτωμα
Το άσπρο της δέρμα γυμνό στον καθρέφτη γλιστράει

Συνένοχα φίδια θηλάζουν στα στήθη της

Στο άλλο δωμάτιο ένα σκυλί κουτσό
Ήσυχα γλείφοντας το σάπιο του ποδάρι

Μέσα από τ’ αραιά της δόντια περνάει το φως
Το κορμί της διασχίζοντας περίστροφα μάτια
Πράσινα νεαρά κλαδιά στον λαιμό της φυτρώνουν
Αναρριχώνται στους δείκτες του εκκρεμούς
Καθώς οι ώρες μετράνε το σχήμα της
Το μεγεθύνουν
Άγρια αγόρια σφίγγουν στα σκέλια τους
Τα ξαναμμένα σώματα των φλίπερ
Νευρικά ταλαντεύουν τις μπίλιες στα έμβολα
Τον αφαλό της στοχεύοντας, τα μισάνοιχτα χείλη

Στο άλλο δωμάτιο συνεπαρμένη η Ελένη
Δίνεται στο κουτσό σκυλί
Βίαια γλείφοντας το σάπιο του ποδάρι
Δαιμονισμένες οι μπίλιες χτυπάνε στα σπλάχνα της

Τ’ αγόρια κερδίζουν μια καινούρια παρτίδα

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Μπλουζ
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 00:42:18
https://www.youtube.com/watch?v=IJlBo5KJ3b4

Big Mama Thornton (Willie Mae Thornton): Ball and chain (1968)

Σταύρος Ζαφειρίου, Μπλουζ

Είναι η θλίψη της νύχτας
Η ερημιά
Των κατάφωτων δρόμων
Καθώς βαδίζεις ανώδυνος
Με το τσιγάρο στα χείλη
Με τις γροθιές
Σφιγμένες στις τσέπες
Μια και δεν έχεις
Πού να τις τινάξεις
Ή μάλλον έχεις
Μα δεν τολμάς

Σχισμένα βλέμματα
Έρπουν στο σώμα σου
Κουρελιασμένες αισθήσεις
Σε ανιχνεύουν
Αγωνιάς να ξεφύγεις
Ακίνητος
Φυλλομετρώντας ξανά
Και ξανά
Τα γερασμένα σου παραμύθια

Γίνεσαι ο λύκος
Στο κρεβάτι της γιαγιάς
Ο δράκος
Που καταβροχθίζει τα κορίτσια του
Αγκάθι γίνεσαι
Στην καρδιά της πεντάμορφης
Ο κακομούτσουνος παλιάτσος
Στην αυλή του βασιλιά

Είναι εκείνο το τραγούδι
Απέραντη περιπλάνηση
Μπλουζ μοναξιάς
Με την πνιγμένη φωνή
Της μεγάλης Μάμα
Με τη γλώσσα
Ξασπρισμένη στα δόντια
Νυν και αεί προσευχή
Των ανώνυμων
Οι βελονιές του σαξοφώνου
Στις χαλαρές ραφές
Του εγκεφάλου
Τα καράβια
Που σε ταξίδεψαν σε τοπία
Δυσοίωνα
Που θα σε ταξιδέψουν
Ακόμα

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Η νύχτα της Φορβάλης
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 00:55:26
Σταύρος Ζαφειρίου, Η νύχτα της Φορβάλης

Τη γυναίκα την έλεγαν Φορβάλη
Και ήταν όντως περίτεχνη

Αγαπούσε παράφορα
Την αμφισήμανση των λέξεων
Και τα μικρά εκείνα χωνάκια
Που επιμένουν ακόμα να πάλλονται
Στις παρυφές των αμμολόφων
Η διαρκής υγρασία της θάλασσας
Κάτω απ’ τα πέλματά της
Καθώς και η διαφάνεια
Των μύθων της
Της επέτρεπαν να κινείται νοσταλγικά
Στα θεωρεία και τους διαδρόμους
Των πάλαι ποτέ
Ενδόξων θεάτρων

Κανένα παρόν δεν έκαιγε στα στήθη της
Κανένας θερμός δε διαπερνούσε
Το φάσμα των δακρυγόνων

Ταξίδευε ανελλιπώς κάθε πρωί
Στις γειτονιές των φτωχών
Και θαύμαζε τα ασπρόρουχα
Που στέγνωναν στους εξώστες

Το μεσημέρι
Επέστρεφε για να λουστεί
Στο αίμα
Των υπερχιλίων εραστών
Που σφάζονταν μπρος στην εξώπορτά της

Και το βραδάκι
Ακολουθώντας τους χάρτες της
Έφτανε στις σκηνές των στρατηγών
Παίρνοντας πάλι τη θέση της
Στη σκακιέρα

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Όχι εντελώς
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 01:06:07
Σταύρος Ζαφειρίου, Όχι εντελώς

Ένα μάτι ανίδεο ήταν
Βαρύ το όραμα
Βαριά και η βροχή πάνω στο δέρμα
Απρόσμενη και νευρική βροχή ανεβαίνοντας
Βήματα γυμνά στις σάπιες σκάλες
Μεταλλική αναλαμπή καθώς λυγίζει
Η εσοχή της πυρωμένης κλείδωσης

Μια ταρταρούγα σφίγγει στον λαιμό
Τ’ άσπρο μαντίλι
Μικρά εσώρουχα της άνοιξης
Κομμάτια σκισμένα δαντέλας κόκκινης
Τσαλακωμένα κι άδεια στην κόκκινη χούφτα

Παράταιρη εκδοχή της αγάπης

Το απρόοπτο σώμα ήταν
Γερμένο μπρούμυτα στην αυλή
Αδημονώντας την κατοχή και τον πόνο
Γλώσσα αχόρταγη γλείφοντας το νερό
Άγρια ξύνοντας την ηδονή και την πέτρα

Πλησίασε
Πάνω σε τούτους τους γλουτούς
Θα διδαχτείς τη νύχτα
Τη νύχτα που καρπίζει απ’ έξω
Επιθυμία και προσμονή
Την πενιχρή τοπογραφία σου του έρωτα
Θα μελετήσεις σ’ όλο το σκοτάδι
Τόσα χρόνια μέσα στα χρόνια σου

Θανατηφόρο κορμί
Τ’ όνειρο
Η παραζάλη
Και το ένστιχτο
Γεύση πικρή του αλκοόλ και της ανάγκης

Φαντάσου τούτη τη σάρκα προδομένη στο φως
Τότε που αδύνατο πια να την αγγίξεις
Το παλλόμενο λείο απ’ την αφή σου ξεφεύγοντας
Να γλιστρά θλιβερή κραυγή στ’ όνομά σου

Τώρα το πόδι σου τρίβεται στο χαλίκι
Βουτηγμένο στην υγρασία
Στη ρίζα των ποδιών της τρίβεται
Καθώς στην πιο γλυκιά απελπισία βυθισμένος
Στάχτη, αρώματα στάχτης χτενίζεις στα μαλλιά

Έτσι θα φαίνεσαι από μακριά κοιτώντας
Έτσι εραστής σ’ αυτό το άψογο παράθυρο
Κάσα από νίκελ
Άθραυστα τζάμια
Τρομαγμένο ερπετό που δαγκώνει τα χείλη σου
Γερασμένος ξαφνικά
Ξαφνικά πεθαίνοντας στο λίγο σου γκρίζο
Τόσο λίγο που απόμεινε

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Άψογη κατάδυση
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 21:33:15
https://www.youtube.com/watch?v=1Bvq9ytExHY

Bo Carter (Armenter Chatmon), Cigarette Blues (1936)

Σταύρος Ζαφειρίου, Άψογη κατάδυση

Τσιγάρο Πρώτο

Τώρα θα ζήσεις μονάχος
Σ’ αυτό το χέρσο δωμάτιο
Χωρίς κουρτίνες
Χωρίς μπαλόνια φουσκωμένα με ανάσα ή με ήλιο
Χωρίς ινδάλματα κρεμασμένα απ’ την οροφή
Σ’ αυτό το δωμάτιο

Με φτερουγίσματα απολιθωμένων πουλιών
Κι ερωτικές περιπτύξεις-φαντάσματα
Με την τεράστια σκιά του καρφιού
Που θα παλινδρομεί σπασμωδικά στο μέτωπό σου
Στάζοντας άχρωμο αίμα
Σε κάθε του έξοδο

Κερνώντας στον εαυτό σου παγωμένη αδράνεια
Κατεψυγμένα χρώματα κομμάτια
Σκόνης που χούφτα-χούφτα συσσώρευες
Πλάι στο παράθυρο η διάτρητη νύχτα
Το τρίξιμο του ξεραμένου φεγγαριού
Στη συστολή του
Το μολυσμένο δέντρο της αυλής
Με τα σφαγμένα δάχτυλα στα κλαδιά του

Απόκοσμος τρόμος θα συγκλονίζει τα μάτια σου


Τσιγάρο Δεύτερο

Τώρα θα ζήσεις εδώ
Κοιτάζοντας γύρω-γύρω τη λάμπα
Τα περιττώματα των εντόμων στο γυαλί
Πάνω στο σώμα σου
Τα περιττώματα της νοσταλγίας
Στον καθρέφτη κοιτάζοντας
Τη σφιγμένη σου μάσκα να χάσκει
Στο γεμάτο μαύρο κενό

Αναπαράσταση απέραντου κόσμου
Που με ρυθμούς αλυσίδες σε καταδίωκε

Θ’ ακούς την καρδιά σου να πάλλεται
Στις τεντωμένες σου φλέβες
Καθώς κουβέντες εκρήξεις
Θα σπρώχνονται μέσα σου
Θα πιέζουν ν’ ανοίξουν το στήθος σου
Να ξεχυθούν στα κρανία να τελειώσουν
Των πεθαμένων

Όχι! κανείς δε θα ’ναι απέναντί σου
Μονάχα το σάβανο φως
Θα λύνει το βλέμμα σου
Ή θα τυλίγει προσεχτικά το μυαλό σου
Στο καλό του κοστούμι


Τσιγάρο Τρίτο

Τώρα εδώ θα περιμένεις τους διώκτες σου
Παραδομένος
Άφωνος, στον λαιμό θα καρφώνεις τα νύχια σου
Άφωνος όπως πάντα

Θυμάσαι εκείνα τα είδωλα βράδια
Που τσάκιζες τη γλώσσα σου στα δόντια
Μη σου ξεφύγει ο μεθυσμένος άγγελος
Που παραμόνευε στο στόμα σου γυμνός

Ομίχλη μες στην ομίχλη, κενό μες στο κενό
Χωρίς οινόπνευμα
Χωρίς τσιγάρο
Χωρίς τα νέγρικα μπλουζ που σε φαρμάκωναν
Με τον βολβό να φωσφορίζει
Πλάι στην πόρτα
με την αλλόκοτη κραυγή του φεγγαριού
Στο καινούριο του γέμισμα


Τσιγάρο Τέταρτο

Τώρα εδώ θα ηλεκτρίζεις τα νεύρα σου
Ρημαγμένες εικόνες τρελών
Σκαμμένα μάγουλα θα διώχνουν τον νου σου

Θα εγκαταλείπεσαι σε σταθμούς χωρίς σήμερα
Αραχνιασμένα βαγόνια
Κλειδούχους αγάλματα
Μαζεύοντας κάθε τόσο στα δίχτυα σου
Τα συντρίμμια των γιορτών
Λάσπη μέσα στη λάσπη τη μνήμη σου

Θα κλαις το γέλιο
Που ποτέ σου δε γέλασες
Στο κροτάλισμα των χτικιασμένων χεριών σου
Θ’ αγγίζεις το αίμα
Μαζεύοντας γύρω σου σημαδεμένους τοίχους
Σκίζοντας με τα χείλη σου
Την ίδια πάντοτε φράση

Μόνο η νύχτα ξέρει γιατί δεν αντέξαμε

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ο χορός της αράχνης
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 21:43:45
Σταύρος Ζαφειρίου, Ο χορός της αράχνης

Γυρεύοντας τα είδωλα
Αυτά που δραπέτευσαν
Μέσα απ’ τα μάτια μου
Αναπάντεχα
Γυρεύοντάς σε
Στα είδωλα
Στις παλιωμένες οθόνες
Φονικών σινεμά
Στην αδιέξοδη επανάληψη
Του καθρέφτη

Έτσι βδομάδες συλλέγοντας τον καπνό
Γυρεύοντάς σε
Στα διαλυμένα απογεύματα

Λίγη η άνοιξη φέτος
Χωρίς εκδρομές
Χωρίς φωτογραφίες με κρεμασμένους
Μόνο το σώμα σου βουλιάζοντας στο νερό
Τελευταία ανάσα

Πίσω από τα στημένα σκηνικά κρυφοκοιτώ
Οσφραίνομαι
Τον ιδρώτα
Τα υγρά λουλούδια του επιτάφιου
Πίσω από τις κλωστές και τα κεντήματα
Από το σκήνωμά σου

Με τα ψαλίδια σου
Της παιδικής χειροτεχνίας
Κομμάτιασε τώρα
Τις δαντελένιες φιγούρες
Στον χορό της αράχνης
Την έναστρη φρίκη της νύχτας
Ρίξε στο πρόσωπό σου
Μεταμφιέσου

Τούτη η Αποκριά θα σε βρει
Να παίζεις πάλι ξέφρενες φούγκες
Στο ψεύτικο πιάνο
Σε άσπρο φόντο θα σκαλίζεις τους κύκλους
Που θα λιμνάσει το αίμα σου
Νεκρή θα σε βρει
Όπως σ’ εκείνες τις ταινίες
Που αγαπούσες

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ούτε και ξαναχόρεψες πια
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 22:09:36
https://www.youtube.com/watch?v=3fGRv-okD7U

Milton Ager & Jack Yellen, Happy days are here again (by Jack Hylton & his Orchestra, 1930)

Σταύρος Ζαφειρίου, Ούτε και ξαναχόρεψες πια

Ένα φοξ τροτ
Μεταμορφώνει το δωμάτιο σε πίστα
Φορώ κοστούμι εποχής
Απολαμβάνω
Απαγορευμένο αλκοόλ
Στροβιλίζονται στα μαλλιά μου
Τα φώτα
Χαρούμενος είμαι
Ελαφρά μεθυσμένος
Φλερτάρω
Αγγίζω τα χείλη μου
Στις πολύχρωμες σταγόνες δροσιάς
Που λάμπουν
Στο στήθος της ντάμας μου

Όλα θυμίζουν σινεμά και μεσοπόλεμο
Ύστερα θα ’ναι ο περίπατος στον κήπο
Εκείνη θα βαδίζει στο χορτάρι
Με τα σανδάλια
Κρεμασμένα στ’ ακροδάχτυλα

Ο ένας της ώμος ξεφεύγει γυμνός
Γλιστρά η γλώσσα της υγρή στο μυαλό μου

Απότομα οι μουσικοί
Ανεβάζουν την ένταση
Οι νότες στριγγλίζουν
Σε αναπάντεχα φάλτσα
Στο στόμα μου νιώθω
Τη γεύση του αίματος

Εκείνη γέρνει προς τα πίσω το κεφάλι
Μια βαθιά μαχαιριά στον λαιμό της
Κοκκινίζει τα μάτια μου

Ξανακλείνω στη θέση του
Το παλιό γραμμόφωνο
Δεν είναι αυτός καιρός
Για αίματα και τέτοια

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ύστερα θα μου πεις καληνύχτα
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 22:18:35
Σταύρος Ζαφειρίου, Ύστερα θα μου πεις καληνύχτα

Γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε
Τα τακούνια της ρυθμοί λαμπεροί
Ανάλαφρα χόρευαν στο λιθόστρωτο
Τη σιωπή του
Πιο ψηλά οι γοφοί της
Μαλακά θροΐζοντας το μετάξι
Αδειάζοντας πίσω της παρενθέσεις
Το βλέμμα του
Απόμεινε εκεί φιγούρα μοναχική

Λεπτομέρεια αυτός
Κάτω απ’ την πινακίδα
Του ορίου ταχύτητας

Φορτηγό θιάσου
Μπροστά του σταμάτησε
Οι θεατρίνοι
Στην επαρχία
Οθέλλο θα έπαιζαν
Πήγε μαζί τους
Μεταμφιέστηκε

Τα χέρια του τέντωσε στο κενό
Και τα έσφιξε
Ο λαιμός της
Τσακίστηκε στα μπράτσα του
Σωριάστηκε νεκρή στη σκηνή

Η λάμψη των τακουνιών μαζί της χανόταν
Τόπους λευκούς ορίζοντας στο κορμί του

Αυτός εκεί διπλωμένη σκιά

Μάτι υπόλειμμα μηρυκάζοντας
Το ελάχιστο φως

Κάτω απ’ την πινακίδα του τέλους
Ορίου ταχύτητας

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Πάλι γυρίζει
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 22:23:14
Σταύρος Ζαφειρίου, Πάλι γυρίζει

Πήρε την παρτιτούρα
Και ψαλίδισε τις νότες μία-μία
Στον αέρα τις φύσηξε
Μάζεψε όσες πρόφτασε αιωρούμενες
Και τις ξανακόλλησε στην τύχη
Ύστερα κάθισε στο πιάνο
Τα δάχτυλά του ξεβίδωσε
Στη θέση τους προσάρμοσε
Αρνητικών ρολά

Ξανθές φωτογραφίες, μνήμες ξανθές
Τη ματιά του βαθαίνοντας στον καθρέφτη
Ξανθιά την εικόνα της σε φόρεμα αίμα

Τη χτύπησε με δύναμη στα πλήχτρα

Τον ήχο της άκουσε
Το σελιλόιντ
Να τσαλακώνεται
Στις διέσεις

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Από το μάτι της φλέβας
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 23:15:11
Σταύρος Ζαφειρίου, Από το μάτι της φλέβας

Καμία φορά
Κοντά στα μεσάνυχτα
Πιάνω τα μάτια μου να μη λειτουργούν
Αναρωτιέμαι τότε
Αν υπάρχουν στιγμές που δεν τα χρειάζομαι
Ή αν το κάνουν επίτηδες
Για να με δοκιμάσουν
Να δουν πόσην ώρα αντέχω δίχως εικόνες

Με τη σειρά μου
Σκαρφίζομαι κι εγώ διάφορα κόλπα
Αραιά και πού
Σκηνοθετώ οράματα τρίτων
Ριψοκίνδυνη μέθοδος
Αν σκεφτείς ηθοποιούς
Γωνίες λήψης
Φωτισμούς
Κάθε τεχνική του σινεμά

Άλλοτε πάλι
Τραβάω από μέσα μου παλιές φωτογραφίες
Να, σαν εκείνες της εγκαρτέρησης
Διαβάζω
Σκόρπια πράγματα
Τα πιο χτυπητά
Όσα μπορεί να συγκρατήσει μια μνήμη
Που συμβουλεύει την αγωνία

Άλλωστε οι φωτογραφίες είναι ασπρόμαυρες
Με τον καιρό έχουν χαθεί οι λεπτομέρειες των σκιών
Όλα τα σημεία εκείνα
Που ο καλλιτέχνης φωτογράφος
Πετυχαίνει με τα τερτίπια του να προβάλλει

Την τελευταία φορά να καταλάβεις
Είχαν σβηστεί οι πτυχές του κορμιού σου εντελώς
Σαν πρόπλασμα αγάλματος ήσουν
Να σε φαντάζομαι άρχισα
Στις στάσεις όλες που σε χάρηκα γυμνή
Μέχρι που σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω
Να έρθεις ξανά
Μετά από τόσες ρυτίδες και ποιήματα
Για ένα ολιγόλεπτο στριπτίζ
Κι όχι πως έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά
Αλλά να
Πάει πολύ να υποτάσσομαι
Στα κέφια των ματιών μου

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Και όμως υπάρχει
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 23:29:31
Σταύρος Ζαφειρίου, Και όμως υπάρχει

Το πρωθύστερο σχήμα της νύχτας
Μεθοδική ανάλυση του βήματος
Το κέλυφος σπάζει
Αποκαλύπτοντας φανταχτερές αυταπάτες
Την τεχνική της προσποίησης
Στις συσπάσεις της τρέλας
Ο έξω χώρος
Διαμορφώνει το βλέμμα
Το τρέφει με τη σκόνη των ερειπίων
Σε απέραντα τοπία στάχτινων λόφων
Σκιές κινούνται στον ρυθμό των κρουστών
Εικόνες αδέσποτες περιφέρονται

Αφήνοντας πίσω τους τη φθορά
Της μετάληψης
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΡΟΥΣ ΤΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ
ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ
ΧΤΥΠΑ ΔΩΔΕΚΑ
Τα σκοτεινά φαντάσματα του μέλλοντος
Τρίζουν τα χείλη τους στα αδιέξοδα
Αποκλεισμένα απ’ τις ομάδες των κρανοφόρων

Προβολείς ανιχνεύουν τους ήχους
Οι θρύλοι ασφυκτιούν στους υπονόμους
Στους τοίχους ψηλαφίζουν
Τις υγρές διαφάνειες των ονείρων
Για μία ακόμα φορά
Ο κολλώδης άνεμος παγιδεύει τη μνήμη
Αναίτια η αίσθηση
Αγγίζει την αιχμή της βελόνας

Η οδύνη του ρέοντος χρόνου
Τραγικά μακιγιάρεται γύρω απ’ τα μάτια
Για μία ακόμα φορά
Ο εφιάλτης του προσωπείου
Στο άσπρο-μαύρο ποντάρει
Μιας παγερής εποχής

Ταύτιση κι απομάκρυνση
Σέρνεται στον καθρέφτη
Τον σχίζει στα δύο
Ξεπηδά το άρωμα του ροζ

Παρθένος κόσμος της άλλης μεριάς
Είμαι ψηλά
Στους εύθραυστους υμένες των θαυμάτων
Τα αθώα παιδιά γέρνουν τους ώμους τους
Στα παιχνίδια της άμμου
Να παίξω κι εγώ;

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Γενέθλια πόλη
Post by: wings on 19 Dec, 2018, 23:38:35
Σταύρος Ζαφειρίου, Γενέθλια πόλη

Να τη λοιπόν η γενέθλια πόλη μου
Αναδύεται πολύκλαδο μάτι
Απ’ την υγρή πορσελάνη της νύχτας
Οι πύλες της
Ορθώνονται στο άπειρο
Ανεξερεύνητα σχήματα
Στη συμμετρία του χώρου
Να τη λοιπόν
Εικόνα διάφανη και μετέωρη
Τρυφερό ρωγοβύζι, τροφός
Του μετέωρου βρέφους
Οι νύφες της
Ματώνουν τα φυλλώματα
Τολμηρά οδηγούν τη βροχή
Στα πυρωμένα τους σκέλη

ΟΜ!
Άνοιξε τις παλάμες σου
Να φωλιάσει ο αετός
Οι θυρεοί πέτρωσαν στις αψίδες
Πριν τους αγγίξεις

ΟΜ!
Σε καμιά φυλακή δεν μπορείς
Να εξοντώσεις τον λόγο
Που αναβλύζει απ’ τις αρχαίες πηγές
Δέξου στα χείλη σου τα χείλη
Τον ρυθμό του φιλιού της παρθένας
Στο μυστικό τραγούδι του κόλπου της

Καθώς κοιτάζω το πρόσωπο
Το καθαρό δέρμα
Της γυναίκας που λάτρεψαν ο επίγονοι
Νιώθω στο στήθος μου να φυλλορροεί
Το τέλειο άνθος
Απογυμνώνομαι
Η ουρά του κομήτη φλογίζει τη μνήμη μου
Παρένθεση ερωτική
Στην τροχιά που διαγράφει ο χρόνος
Υπέρτατο πλάσμα
Στον αφαλό σου συγκλίνουν οι μύθοι
Που αναζητούσαν αιώνες τη λάμψη σου
Για να λάμψουν
Η καυτή ανάσα σου
Πληγιάζει τον ώμο μου
Ιδού η ένωση
Κι ο οργασμός του κενού
Οι νέοι κόκκοι γεννιούνται
Πριν τραβηχτώ
Και η απόσταση μένει ασάλευτη
Βρίσκονται όλα τόσο κοντά
Μ’ αγκαλιάζουν
Βγαίνω έξω απ’ το σώμα μου
Ρίχνοντας βλέμματα κλεφτά
Στις παραδόσεις σου

Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ο χορός της Σαλώμης
Post by: wings on 21 Dec, 2018, 23:46:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Ο χορός της Σαλώμης

Εγώ ήμουν ζωσμένος το ποτάμι μου
Πιστός στων προφητών τις οπτασίες
Ο προπομπός, ο βαπτιστής του καθαρού νερού
Ο μυημένος στης ερήμου τους ανέμους
Εκεί ερχόταν ο χρόνος να με βρει
Εκεί η ακρίδα τρόχιζε τον ήλιο
Κι η άγρια μέλισσα θήλαζε τη φωτιά

Ήμουν φωνή
Πριν τη σιωπή της μετανοίας
Το τόξο σου ήμουν Κύριε το αλύγιστο
Από άλλα χέρια πάρεξ τα δικά σου

Μ’ απόψε η αγρύπνια μου τη νύχτα μεγαλώνει
Κι ούτε τολμώ τα μάτια μου να υψώσω
Μη με σαρώσει ο ουρανός
Το γύρισμα της ρόδας με οδηγεί
Στων τόπων τ’ απροστάτευτα θεμέλια

Βλέπω τη σαύρα να ξεραίνεται στον βράχο
Βλέπω του ταύρου το αίμα στον βωμό
Βλέπω τη λέαινα να πνίγει τα μικρά της
Κι εκείνη από την άμμο λειασμένη
Να διασχίζει τα κενά του κυανού
Γύρω της πλήθος αυλητές
Ορθούς στις προσταγές της

Όμορφα που έσμιγαν τα φρύδια της
Σαν κάτω από την τέντα με κοιτούσε
Αναπαμένη σε μαλακές προβιές
Πιο σιταρένια απ’ τον καρπό του σιταριού
Πιο φωτεινή απ’ την καρδιά της πέτρας
Όμορφη ήσουν αδερφή μου και ζεστή
Σαν γυρισμός ξενιτεμένου στην αυλή του
Πάνω στους ώμους σου έτρεχε
Ατέλειωτος του σούρουπου ο αέρας

Κι έτσι ως ο τόπος άδειαζε, περίσσευε η σιωπή
Κι άνοιξε η νύχτα τα σκοτάδια να γεμίσει
Του στόματός της τότε εσάλεψε η φωνή

Μέρες και μέρες σαν το αγρίμι
Οσμίζομαι τη θέρμη
Που το αγρίμι το κορμί σου αναδίνει
Στων περβολιών μου τις φωτιές
Ο νους μου σε πλανεύει
Και το άμαθο άγγιγμά σου κατευθύνει
Έλα μες στα δικά μου τα ποτάμια
Να βαφτιστείς. Να βυθιστείς. Ως την κραυγή
Που αποζητάς με προσευχές ν’ ακούσεις
Έλα, σαν το άφιλτρο κρασί
Τον πόθο μου να πιεις
Τη στάμνα μου άδειασε
Μέχρι να γίνει χώμα
Να, της ερήμου λύνω το κορδόνι
Κι όλες τις εποχές μου σου χαρίζω
Στην άμμο στρώνω τ’ ακριβά μου ρούχα
Στην άμμο απλώνω ξέμπλεκα μαλλιά

Ω! πυρωμένο κάρβουνο πάνω στα βλέφαρά μου
Ύπαρξη ενδόμυχα που ζεις στην ύπαρξή μου
Προτού χαθώ μες στου τυφλού το θάμπος
Προτού της σάρκας μου νιώσω τη συμφορά
Δαίμονα, φώναξα, τα νύχια μην μπήγεις
Στις κόχες που τα τείχη μου αφήνουν
Καλά τα είχα ως τώρα ταιριασμένα
Ήσυχο ζώο ολημερίς σκυμμένο
Δεμένο στο παχνί και στο αλέτρι

Μα εκείνη στράφηκε μονάχα προς τα πίσω
Και μ’ ένα νεύμα της ήχησαν οι αυλοί
Χτύπος βαθύς, της φλέβας, ο ρυθμός τους
Σαν που ανασαίνει το πλωτό νερό

Άνθος φωτιάς λικνίστηκε μπροστά μου
Δοξολογώντας μέσα μου το αίμα
Κύκλωσε αργά του κόρφου της τα ράμφη
Κύκλωσε αργά του φεγγαριού το σχήμα
Όπως το θύμα της κυκλώνει η γερακίνα
Πιο γρήγορα έπειτα, πιο γρήγορα ακόμα
Ξεφεύγοντας απ’ τους αρμούς του χρόνου
Θαρρείς συνεπαρμένη από το σώμα
Που με γύμνια του έσπαζε τη νύχτα
Πάνω από τα σημεία συστρεφόταν
Ξάφνου διπλώθηκε σαν πληγωμένο φίδι
Μάταια προσπαθώντας να δαγκώσει
Το πόδι που του τσάκισε τη ράχη
Ώσπου απόμεινε πάνω στα γόνατά της
Και σ’ ένα ξέφρενο αφέθηκε μαρτύριο
Που μέσα της σαν λάμψη ξεχυνόταν

Γερμένο πλάι της με βρήκαν οι στρατιώτες
Ευλογημένο απ’ της πνοής της τη ζωή
Και να ’μαι τώρα Κύριε σε τούτο
Το υπόγειο κελί να ονομάζω
Της μοίρας, που αξιώθηκα, τον Λόγο
Να ’μαι εγώ που ολονυχτίς αγκάλιαζα την πέτρα
Και που την πίκρα του αγριόχορτου γευόμουν
Ν’ ακούω απ’ έξω την κίνηση της ρόδας
Καθώς του πέλεκυ την κόψη ακονίζει

Γυρνά, γυρνά, στον στρόβιλό της βλέπω
Να ’χουν μεστώσει της όχθης μου τ’ αμπέλια
Βλέπω το μέλι καθαρό
Απ’ της μασχάλης της την κρύπτη να κυλάει

Κύριε, βλέπω μες στο φως
Τη μέρα των ανθρώπων

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Απέσβετο...
Post by: wings on 22 Dec, 2018, 18:53:53
Σταύρος Ζαφειρίου: Απέσβετο...

Τα πάντα εν σοφίᾳ λοιπόν
Και η ευθεία και η τεθλασμένη
Οδοί παρούσες στον καταχθόνιο χρόνο
Και οι μυστικοί της Τετρακτύος αριθμοί
Ως και το ψάρι εκείνο του βορρά
Που αντιπαλεύει του ποταμού το ρεύμα

Εν σοφίᾳ η ζωή μες στη ζωή
Έτσι καθώς τ’ ορίζουν οι θεοί
Μα να που οφείλω
–Μόνος ελεύθερος εγώ ανάμεσα σε δούλους–
Ό,τι αρνούμαι να αποδεχτώ

Τάχα ποιος δαίμονας μικρός θα μ’ εξαγνίσει
Σε μαγικές χορεύοντας φωτιές
Ώρα που η σάρκα χάνει τον καρπό της
Ώρα που το άνθος σκύβει προς τη γη

Τις λυπημένες ρίζες
Του Κυπάρισσου ακούω
Στο κέρας να τυλίγονται του ιερού ελαφιού
Τον κορυφαίο βλέπω του χορού
Σε πολυδαίδαλες αυλές να περιφέρει
Τιθασευμένη τη δάφνη του χρησμού

Θα μείνω εδώ
Οδυνηρά αθροίζοντας το Γαλιλαίο σκότος
Ούτε σε σωτηρία να ελπίζω
Ούτε σε λάμψη νέα
Ν’ αναρωτιέμαι ωστόσο
Μέλλον αν σημαίνει
Ό,τι επιστρέφει στην ακίνητη αρχή

Όλα πρέπει να γίνουν στην εντέλεια
Κανείς μην υποψιαστεί τα προκαθορισμένα
Παράλληλα ή και υπόγεια να κινηθώ
Συμφιλιωμένος με τα βήματά του
Τον ρόλο του τον τραγικό να υποδυθώ
Αμνός κι εγώ
Με της θυσίας το σκοτάδι
Χάρη στην πτώση των θνητών
Δοξάζονται οι θεοί

Μόνο πίσω απ’ την πλάτη μου σαν δω
Το συνωμότη τον βραχίονα υψωμένο
Να μη δειλιάσω, να μην αμυνθώ
Έτοιμος όντας κι αποφασισμένος
Στου δόρατος τον συριγμό να υποταχτώ

Κι έπειτα ας σκύψουν τα νερά
Κι όπου με πάνε οι βαρκάρηδες
Ας πάω

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ήλθον Αμαζόνες αντιάνειραι
Post by: wings on 22 Dec, 2018, 19:28:44
Σταύρος Ζαφειρίου, Ήλθον Αμαζόνες αντιάνειραι

Κοντεύει η ώρα
Κι ούτε στιγμή δε σφάλισα τα μάτια
Κοιτώντας πέρα απ’ τα νερά την τέντα του Ακρίτη
Στον ύπνο του ακούγοντας τον οίκτο
Έχω το ρίγος της αυγής
Και του αίματος των σπλάχνων μου τον φόβο

Μα τι μπορώ στον χρόνο να χωρίσω
Σταθερά αντικρίζοντας τον κάμπο
Να εκλιπαρήσω μόνο στο παρόν τη σωτηρία
Της παρθενίας μου και του μαστού μου το ανέγγιχτο
Παρούσα εδώ σε κίνηση αιώνων
Αναζητώντας στο ρευστό του ουρανού
Το αγκάλιασμα και τον χορό των Άρκτων

Πέτρωσες Άρτεμη
Η θεϊκή σαΐτα δεν ηχεί
Και τους μηρούς σου τύλιξε ανθεκτικό χορτάρι
Μόνη απόμεινα αιχμή
Των μύθων στην καρδιά της αυτοκρατορίας
Τούτο το σύνορο με θλίβει
Η θάλασσα κι ο ποταμός είναι το φως
Κι η άλλη όχθη πένθιμη ακινησία

Με τους απόβλητους συμμάχησα εν τέλει
Για μια αναμέτρηση που ήδη έχει κριθεί
Ωστόσο μόνη πάω στη ζωή μου
Τους οιωνούς και τα σημεία αγνοώντας
Στα χέρια μου λατρεύοντας τη μαλακή βροχή
Και το αραβίτικο γαλάζιο μου κοντάρι
Ας πλέξω τώρα τα μαλλιά μου
Γυναίκα πρώτα
Κόρη θηλύτεκνης φυλής
Που των αντρών το στέρνο δεν εγνώρισα
Παρά μονάχα ως σκεύος του πολέμου

Κι η κούπα με τον κρόκο να ’ναι έτοιμη
Τα νύχια του αλόγου μου να βάψω

Σημείωση του ποιητή:
στ. 27. Πρβλ. Α Μηλιαράκη «Βασίλειος Διγενής Ακρίτας» από το χειρόγραφο της Άνδρου:
εν τη χειρί εβάσταζε πολλά λαμπρόν κοντάρι
κοντάριν αραβίτικον, βένετον, χρυσωμένον

στ. 33. Πρβλ. όπως παραπάνω:
Τα τέσσερα ονύχια του δηλωθέντος ίππου
βαμμένα όλα ήσασιν κίτρινα με τον κρόκον


Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Νικολάου Γύζη σημείωσις
Post by: wings on 22 Dec, 2018, 20:50:15
Σταύρος Ζαφειρίου, Νικολάου Γύζη σημείωσις

Ήταν πλήθος πολύ της αγοράς
Έμποροι, φουστανελοφόροι χωρικοί
Φραγκοντυμένοι νέοι
Μέρα καλοκαιριού όπου βροντούσαν
Τα τύμπανα των προπομπών
Τοπία διασχίζοντας πέρα από τη φωτιά
Αναβαθμούς που οδηγούσαν στους ανέμους
Και του ηγεμόνα οι στρατιώτες με λαμπρές στολές
Μεσούρανα κραδαίνοντας αιματωμένα ξίφη

Και ενέπαιζον αυτόν

(Πώς της ματιάς τους τον χυδαίο φόβο ν’ αποδώσω;)

Και στα μαλλιά του υγρό θρηνούσε το αίμα
Ρόδο που στράγγιζε στα γένια του το σκότος
Τέλος ασάλευτο εκεί που σμίγει ο ήχος
Της πέτρας, των οστών και του μετάλλου
Κάποιος (ο πλέον του όχλου τολμηρός)
Στεφάνι έπλεξε με φύλλα κρεμμυδιού
Καί ἐπέθηκεν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ
Ἱμάτιον δέ πορφυροῦν περιέβαλε τό ξύλο

Και εχλεύαζον αυτόν


(Τα βλέφαρά του να ’ναι ανοιχτά
Τα μάτια θαμπωμένα από το φως
Ελληνικού μηνός Ιουλίου
Ή μάλλον να ’ναι μέσα του το φως)

Μια Βερονίκη μόνον κράτησε σαν μνήμη
Στην ταπεινή ποδιά της τη μορφή του
Το έσχατο φιλί προσφέροντάς του
Και του κορμιού της τα καμπύλα μέλη

Έμενα ασάλευτος στου θαύματος τη θέα
Καθώς διαρκώς περίσσευε ο χρόνος
Ανάμεσα στον ήλιο και στο φως
καθώς αυτός μες στη βοή καιγόταν
Όπως η πεταλούδα που αγκαλιάζει
Με τα φτερά τη φλόγα του κεριού
Ο Κύριος, ψιθύρισα
Ιδού το πρόσωπό Του στο μαντίλι
Ιδού της μοναξιάς Του το φορτίο
Κι η στάχτη της σαρκός

Εκείνος είναι, ούρλιαζεν ο όχλος
Να το κεφάλι του καβάλα στο παλούκι
Να το κορμί του πεταμένο στα σκυλιά
Χαίρε συ των ορέων βασιλεύ
Χαίρε συ Λήσταρχε Νταβέλη

(Όψη γαλήνια να σου δώσω και γλυκιά
Όπως ξεπλήρωσε της μοίρας του το χρέος)

Σημείωση του ποιητή:
«Κατά την παράδοση, το κεφάλι του Νταβέλη καρφώθηκε σε ένα κοντάρι και διαπομπεύθηκε στους δρόμους της Αθήνας από τους χωροφύλακες. Τότε το είδε και ο έφηβος Νικόλαος Γύζης κι έκατσε και το σχεδίασε. Του είχε κάνει εντύπωση η ομορφιά και η έκφρασή του. Κράτησε το σχέδιο στο ντοσιέ του. Κι όταν την ίδια χρονιά πήγε στο Μόναχο να σπουδάσει ζωγραφική, ο δάσκαλός του ζωγράφος Καρλ Φον Πιλότυ που είδε το σχέδιο, τόσο εντυπωσιάστηκε από τον ρεαλισμό του που το ξεσήκωσε και το ’βαλε σαν πρόσωπο του Χριστού στον πίνακά του "Το Άγιον Μανδήλιον".» (Αιμιλίου Αθηναίου Ο λήσταρχος Νταβέλης, εκδόσεις Διόνυσος, Αθήνα, 1982).


Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Η σπορά
Post by: wings on 22 Dec, 2018, 22:13:53
Σταύρος Ζαφειρίου, Η σπορά

Τότε πάλι, χρόνους μετά τον ξεριζωμό
Έσβηνε κι άναβε απ’ τη θράκα το τσιγάρο
Κι ανεμοκύκλωνε τους χάρτες και τα ονόματα
Ο θειος Παναγιωτάκης

Κι όλο αναστέναζε κι όλο αναθυμιόταν
Την ακριβή τη μάνα την πατρίδα του
Την εκκλησιά της Παναγιάς της Χογουσιώτισσας
Με τις κολόνες από χυτό μολύβι
Και τις μουριές που ’καμνε σαρμανίτσα
Θυμόταν και την Αρετή, του μυλωνά την κόρη
Που ήταν δεκαεφτά χρονώ σαν έμεινε στο ρέμα

Κι έκανε όνειρα ν’ αφουγκραστεί τον ποταμό
Σβόλους υγρούς στα δάχτυλα να νιώσει
Το χώμα του και τον παλιό μπαχτσέ του

Κι ύστερα χάθηκε ο θειος Παναγιωτάκης
Κι άλλοι έλεγαν στο αντάρτικο πως βγήκε
Κι άλλοι πως είδε στα όνειρά του φως
Και βρήκε τον θεό

Μα εκείνος όλο και πλησίαζε
Πότε με τρένα εμπορικά και πότε με ζαρκάδια

Ξένος πλανιέται στο χωριό και βρίσκει ξένους μέσα
Αποζητά το σπίτι του, το βρίσκει ρημαγμένο
Ψάχνει και για την εκκλησιά, βρίσκει μονάχα πέτρες
Ροβόλησε στον ποταμό κι ακούει μοιρολόι
Τα ψάρια του καλόγερου που ’φυγαν απ’ τη στέρνα

Κι ύστερα κύκλον έφερε στ’ αμπελοχώραφά των
Γυρεύει τον παλιό μπαχτσέ, βρίσκει παλιά χορτάρια

Μωρέ Μουχτάρ, γερο-Μουχτάρ, εδώ ήταν το χωριό μας
Εδώ ήταν η μάνα μου η κυρα-Ευταλίτσα
Που κίναε με την αυγή κι επέστρεφε το δείλι
Κορμί σπαθάτο την αυγή, κορμί γερτό το δείλι

Φέρε μου ρούχα της δουλειάς στον κάμπο να κατέβω
Φέρε μου και μικρό τσαπί να τον ξεβοτανίσω

Τρεις μέρες τον καθάριζε, τέσσερις του μιλούσε
Την πέμπτη το ξημέρωμα μύρισε φρέσκο χώμα
Πιάνει γυνί και ζεύει το σε ρούσα φοραδίτσα
Οργώνει μια προς τον βοριά, ξεθάφτει τον Ακρίτη
Οργώνει προς τον ποταμό, τη Μαξιμώ απαντάει

Ανάθεμα γεράματα, ανάθεμά σε σώμα
Που ’μεινες έρμο και ξερό, χωρίς σπορά στα σκέλια
Και το παλιό χωράφι μου με τι να το φυτέψω
Το μπράτσο του φλεβοτομεί, με το αίμα του το σπέρνει

Ύστερα πέρασε καιρός κι ο θειος Παναγιωτάκης
Δε φαινόταν
Κι άλλοι έλεγαν πως βγήκε στους ανέμους
Να σβήνουν πίσω του οι πατημασιές
Κι άλλοι πως ντύθηκε το ράσο σε μακρινό νησί
Και κάθε βράδυ που ανάβει το καντήλι
Αφήνει μπρος στην Παναγιά
Τρία σπυριά σιτάρι

Σημείωση του ποιητή:
στ. 42. Πρβλ. με το δημοτικό τραγούδι «Φυλακισμένος και πουλί»:
Τον Κωνσταντή έχουν φυλακή, πουλάκι κανακίζει
δεν είχεν ο βαριόμοιρος φαΐ ναν το ταΐζει.
Το μπράτσο του φλεβοτομά και το αίμα του του δίνει

(Γιώργου Ιωάννου Τα δημοτικά μας τραγούδια, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 1987)


Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών
Post by: wings on 22 Dec, 2018, 23:52:24
Σταύρος Ζαφειρίου, Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών

Τέλος, εγώ εδώ
Θρύλους εξιστορώντας και μυθεύματα
Με ονόματα πεθαμένων μιλώντας τις νύχτες
Τόπους που απόμειναν κίτρινοι σε λαδωμένες σελίδες
Μπάλτζα, Χαρμάνκιοϊ και Αραπλί
Αμάσεια και γη ξερή της Αρμενίας

Απ’ όπου έφτασε τότε μ’ ένα χρυσό
Φλουρί στο μαντίλι δεμένο
Κι ένα εικόνισμα τυλιγμένο στον σάκο
Ζητώντας μέρος να πλάσει το χώμα
Και να λατρέψει τον άγιο
Για την έσχατη ώρα


Γυρεύοντας στων αγρών τα στερεμένα πηγάδια
Φωνές ερωτευμένων κοριτσιών
Με τα μεγάλα μάτια των Μακεδόνων
Κυνηγώντας σε κάποιο χαράκι να τύχω
Τον δράκο που λένε οι παλιοί
Πως κρατάει τις πηγές

Κείνο το βράδυ φάνηκαν οι νεράιδες
Κι έγειραν πάνω του με τα στήθη γυμνά
Παίζοντας και φιλώντας του τα ευαίσθητα
Κι αυτός νέος ως ήταν και σεβνταλής
Δάγκωνε μέχρι αίματος τη γλώσσα
Μην του ξεφύγει το αχ και χάσει τη μιλιά


Να ελευθερώσω τα νερά και τα όνειρα
Τα σημεία της λέξης Πατρίδα
Να σκάσει η μέρα σαν κεφάλι ανθού
Κι ύστερα πάλι το πρόσωπο να στρέψω
Στα υψωμένα κοντάρια όπου κρέμονται
Τα μέλη των σκύλων

Κι έπεσε εμπύρετος από τότε καιρό
Τυραννώντας τη μάνα του που ξημέρωνε
Να του αλλάζει κομπρέσες
Κι όταν συνέφερε ήταν το στόμα του πληγή
Μονάχος γύριζε, ο σαλός του χωριού
Κι ούτε η βαλεριάνα ούτε τ’ άλλα βοτάνια του ’καμναν κάτι


Γιατί φαίνεται πως τ’ ανερμήνευτα υπάρχουν
Κι όχι πως θέλει προσευχές ή ξόρκια
Ή, τρισχειρότερα, να νηστεύεις το λάδι
Αρκεί καθαρός ν’ αντικρίζεις τα θαύματα
Και τότε μονάχη η γλώσσα σου
Θ’ αξιωθεί τα πάθη

Ώσπου ήρθε ο καιρός και είδε τον άγγελο
Να του κρούει το στήθος
Κρεβάτι γύρεψε προς την Ανατολή
Όπου μερόνυχτα παιδευόταν να παραδώσει
Το σεντόνι μουσκεύοντας στον ιδρώτα
Και στο μύρο της βάφτισης


Όμως τώρα που ξετυλίγω το ειλητάρι
Ανακαλύπτω μοίρες κοινές των ανθρώπων
Που έσμιξαν ήσυχα κάτω από δέντρα
Λίγο αίμα αφήνοντας ο ένας στον άλλον
Την ίδια άνοιξη αλλάζοντας
Στόμα με στόμα

Τέλος οι πιο γριές, γονατίστε, τους είπαν
Κι αφήστε τα παράθυρα ανοιχτά
Έτσι έγινε κι ελευθερώθηκε ο χώρος
Και μπήκε ο άνεμος καθαρός
Τότε, πού είναι, ψιθύρισε
Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών; και ησύχασε


Κι έμεινε στην αυλή το πετεινάρι
Με το μεγάλο νύχι να σκαλίζει
Το χώμα για να ’ρθει το φως
Από τους άλλους τόπους

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Νεκρικό I
Post by: wings on 22 Dec, 2018, 23:58:39
Σταύρος Ζαφειρίου: Νεκρικό I

Να κάψεις πρώτα τη βελόνα στη φωτιά
Ώσπου το ατσάλι, της φωτιάς
Το πύρινο δαιμόνιο ν’ ανταμώσει
Στ’ ακρόνυχα μετά να τη σταυρώσεις
Και στου νεκρού τον αφαλό
Μέχρι το μάτι της κλωστής να τη σταυρώσεις

Λόγια αρχαία που δε βρίσκονται
Γραμμένα σε χαρτί να ψιθυρίσεις
Έτσι θα λάβει σχήμα εντός του η σιωπή
Και θά ’ρθει ο θάνατος πολύς
Να λύσει το κορμί του

Έτσι δε θα γυρνά γυμνός τις πόρτες να χτυπά
Λερός από τα χώματα τυφλός από τα φίδια
Ούτε καβάλα σ’ άλογο μαύρο θ’ αναζητά
Τα δάση που ποτίζονται απ’ του αίματος τις στέρνες

Μόνον τ’ αχνάρια του σκυφτού νερού θ’ ακολουθά
Στην όχθη σημαδεύοντας της νύχτας τα λιθάρια

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Νεκρικό II
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 00:13:18
Σταύρος Ζαφειρίου: Νεκρικό II

Και βρέθηκε γυμνός στην ποταμιά
Κει που παραμονεύει η Μονοβύζα
Ξεδοντιασμένη και άχολη γριά

Ε! ασυλλόγιστε, του φώναξε, πού πας;
Στον κάτω κόσμο πού τραβάς με άδεια χέρια
Εκεί δεν έχει σύνορα το φως
Εκεί δεν έχει ο χρόνος εξουσία
Τη μαύρη πέτρα σαν διαβείς
Της νοσταλγίας μοναχά το γάλα θα βυζαίνεις
Πάρε μαζί του σπόρο και νερό
Πάρε τη μυρουδιά αγαπημένου
Τον δρόμο σου να βρεις στον γυρισμό
Πάρε κι απ’ το γλυκό κρασί να πιουν οι πεθαμένοι
Που θέλουνε καλόπιασμα για να σου δώσουν θώρι

Κι αν τύχεις σαραντάπηχους απ’ το παλιό το γένος
Πες τους θ’ ανάψω τις φωτιές νύχτα Μεγάλη Πέμπτη
Ν’ ανέβουνε να ζεσταθούν όπως τ’ αρχαία χρόνια
Ν’ ανέβει και τ’ αγόρι μου που το ’χουν σκοτωμένο
Ανήμερα που μου ’φευγε να βάλει το στεφάνι
Κι η δόλια αντάμα ετοίμαζα πικρό πιοτό και ρύζι
Αντάμα το ’ντυνα γαμπρό και το νεκροφιλούσα
Μ’ αν τύχεις μοναχά Ρωμιούς διπλοπροσκυνημένους
Στείλε θλιφτή παραγγελιά να κλάψω η ρημαγμένη
Ν’ απελπιστώ τα μαύρα μου ποτέ πως θα τα βγάλω
Και πως στα μάτια μου θα δω της χελιδόνας τ’ άσπρο
Ν’ ανέβω κει στ’ απάτητα που ο αμάραντος φυτρώνει
Να μαζευτώ στον ίσκιο μου σαν φίδι μες στην πέτρα

Σημείωση του ποιητή:
στ. 2. Μονοβύζα: «Η Μονοβύζα είναι μια μυθική μορφή του ηπειρωτικού λαού. Έξω από το ότι ήταν Ελλήνισα, πίστευαν γι’ αυτήν πως ήταν άλλης χώρας βασίλισσα, που ρήμαξε ολόκληρη την Ήπειρο, επειδή οι Ηπειρώτες τής σκότωσαν τον γιο ή επειδή ο βασιλιάς τους, μαθαίνοντας πως είχε ένα μόνο μαστό, της χάλασε τον αρραβώνα. Δοκίμασαν να τη συνδέσουν με τις μονόστηθες Λάμιες και να την παρουσιάσουν ως πανάρχαιη χθόνια θεότητα.» (Ι. Θ. Κακριδή Οι Αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, Έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1989)


Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (α')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:00:36
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (α')

[Ενότητα Με τις σκιές]

α'

Βγάζεις, βγάζεις τις λέξεις, αφαιρείς,
πολύς φλοιός γύρω στο ποίημα.
Στο τέλος μένουν φράσεις σαν κι αυτήν:

Είμαι καλά.
Τη μέρα φροντίζω τα κατοικίδια,
προσμένοντας το πλιάτσικο της νύχτας.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ε')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:05:42
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ε')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ε'

Όλη τη νύχτα ακούγονταν οι γδούποι
στο διπλανό δωμάτιο.
Όλη τη νύχτα σκόνταφταν στη μνήμη
ο Γιώργης Καραΐσκος, ο Πιέρ Πάολο,
ο κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Όπως σκοντάφτει η ελευθερία στον παράδεισο.
Όπως σκοντάφτει το μολύβι μες στις λέξεις.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (η')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:21:07
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (η')

[Ενότητα Με τις σκιές]

η'

Κάθε πρωί ξυπνώ στο ίδιο υπόγειο.
Αφού μαζέψω τα σύνεργα του ύπνου
(σκόνες, πλοκάμια, φολίδες ερπετών).
πιάνω τη μάχη με τις σκιές.
Αυτές που όλο το βράδυ κρέμονται στο ταβάνι,
παρασταίνοντας βαρύ ουρανό.
Μια-μια τις κυνηγώ, τις στριμώχνω,
παλεύω να τις κρατήσω στο έρεβος.

Κάθε πρωί σηκώνω το φιτίλι.
Κόσμος πηγαίνει, έρχεται με χαρτιά
και χτυπά διαρκώς το τηλέφωνο.
Λάμπες θυέλλης φωτίζουν τα σύδεντρα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ι')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:26:36
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ι')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ι'

Έρχονται σκύλοι και άλογα στην αυλή σου,
έρχονται πετεινά.
Τους βγάζεις πράγματα απλά και τους φιλεύεις∙
φράουλες, μαρμελάδα σπιτικιά,
ένα ποτήρι γάλα.
Και φυσικά το σώμα σου
μ’ όλες του τις συνήθεις.
Πριν φύγουν σου τελειώνουν τις δουλειές.
Κόβουν τα ξύλα, τρίβουν τη σκουριά,
τραβούν φρέσκο νερό απ’ το πηγάδι.

Είναι Ιούλιος του εικοστού πρώτου αιώνα.
Εσύ διαβάζεις τις αρχαίες τούτες λέξεις
—αρχαίο μελάνι, αρχαίο χαρτί—
Αρχαία θαύματα που δεν καταλαβαίνεις.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιγ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:30:10
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιγ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιγ'

Να το πάλι των ματιών το ανάκρουσμα
πίσω απ’ τα βλέφαρα, μην κρυώνουν στο φως.

Εκεί που κουρνιάζει φοβισμένο το ποίημα,
ένα παλιό, ακίνδυνο πιστόλι.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιδ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:33:05
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιδ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιδ'

Σκέφτομαι τα νερά του κάτω κόσμου.
Πόσο πιο κάτω ακόμα
μπορούν να παρασύρουν
εσπερινούς, παπούτσια κυριακάτικα,
τις αμοιβές των επικηρυγμένων.

Πόσο πιο κάτω ακόμα είναι η θάλασσα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιε')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:44:28
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιε')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιε'

Προσπάθησα. Σας λέω ότι προσπάθησα
να διασχίσω το δάσος.
Δε σκιάχτηκα τα ουρλιαχτά των λύκων
ούτε τη χτένα της μοναξιάς στα μαλλιά μου.
Εκείνη η λάμψη με σταμάτησε,
το φλας της μηχανής
που φωτογράφιζε το ταβάνι.

Και γύρισα πίσω.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιστ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 15:52:41
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τις σκιές (ιστ')

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιστ'

Τώρα ας σωπάσουμε λίγο
τη λέξη ν’ ακούσουμε θάλασσα,
τις λέξεις των θεών αιγιαλός,
Αιγές, Αιγέας, Αίγισθος,
αιγίθαλος, αιγίοχος, αιγίλωψ,
Αιγαίον, αίγλη, αίγιλος,
αιγίς και αιξ.

Τώρα ας στραφούμε λίγο
να δούμε τούτη την εικόνα∙
του ποιητή το γέλιο
μπρος στην αιωνιότητα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (α')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:08:01
https://www.youtube.com/watch?v=a4l2o1MEUyY

Charles Vidor, Gilda (1946)

Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (α')

[Ενότητα Με τα μάτια]

α'

Αυτή η κοπέλα που ξυπνά κάθε πρωί
με μια λαίμαργη φλόγα στον λαιμό της,
αυτή η κοπέλα αν είχε ένα ζευγάρι
παπούτσια του χορού,
θα γύριζε όλους τους καιρούς,
χτυπώντας τα κρουστά των ποιητών.
Παίζοντας με τα λόγια τους.

Έτσι όπως παίζει η Ρίτα Χέιγουορθ την Τζίλντα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (β')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:11:33
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (β')

[Ενότητα Με τα μάτια]

β'

Τα βράδια στο καφενείο
σκαλώνεις κάπου τα χαμάλικα μάτια σου
κι αρχίζεις να λες:
Ένα κορίτσι που παίζει φλάουτο,
ένα κορίτσι που παίζει κουτσό,
ένα κορίτσι που κεντάει την προίκα του,
ένα κορίτσι που κρύβεται
είναι η αγάπη μου.

Σήμερα όμως, βράδυ Τετάρτης, δε φάνηκες.
Ίσως γιατί έχει μπάλα η τηλεόραση.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (δ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:15:30
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (δ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

δ'

Ευφραίνεται ο κόσμος απ’ τα ρόδα σου
και του ύπερού σου τους βουβούς χυμούς.
Κι όλοι θαρρούν πως είμαι ο κηπουρός
αυτός που σε μπολιάζει στον καιρό σου.

Μα εγώ είμαι μόνο ο αχθοφόρος των ονείρων.
Όταν κουράζομαι ανοίγω το τρανζίστορ∙
αηδόνια τραγουδούν μέσα στα φύλλα σου.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (η')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:19:03
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (η')

[Ενότητα Με τα μάτια]

η'

Έρχεται η νύχτα και μεταμορφώνεσαι.
Όχι αφύσικα κι εξωπραγματικά,
σε δέντρο ας πούμε ή σκληρό
σαξόφωνο.
Ένα σκυλί του δρόμου γίνεσαι
με μαδημένο τρίχωμα και τσακισμένη ουρά∙
ενώνεσαι με τ’ άλλα αδέσποτα
να ζήσεις λίγες ώρες σκυλοσύνης.

Σαν ξημερώνει κι όλα επανέρχονται,
καθένας στη δικιά του τέχνη δηλαδή,
παίρνεις ξανά τη θέση σου στο οινόπνευμα.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (θ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:22:36
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (θ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

θ'

Όταν συστέλλεσαι κατεβάζεις τα μάτια.
Αρχίζει τότε ένα χιόνι ψιλό
και σκληραίνει το φως.
Αυτό το φως το γνωστό, των ποιημάτων,
που διαθλάται στο κρύσταλλο του αυχένα σου,
κατοπτρίζοντας στους ώμους σου φτερά.

Βέβαια όλα αυτά συμβαίνουν έξω.
Και το χιόνι και το ποτάμι που δεν ανέφερα
και τ’ αδέσποτα που εκλιπαρούν υποσχέσεις.

Μέσα τα πράγματα έχουν τη σωστή τους σειρά.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιγ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:26:49
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιγ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ιγ'

Εδώ και μέρες χτυπά το τηλέφωνο.
Αν το σηκώσω, λέω, θα ’σαι εσύ.
Πάλι μ’ αυτήν την τρελή ιστορία
για τα σημεία των καιρών
και για τα τέρατα.
Πάλι μ’ αυτό το ανυπόφορο τέλος,
πως πέθαναν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν την αντέχω πια τη φαντασία σου.
Γι’ αυτό κάθομαι ασάλευτος στην καρέκλα
και κάνω πως κοιτάζω τη θάλασσα.
Γι’ αυτό αφήνω να μακραίνουν τα μαλλιά μου.

Σαν τα φτερά του πετεινού μες στα θεμέλια.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιε')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:33:28
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιε')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ιε'

Ένας βαρύς χορός, αντρίκειος ήταν,
ένας ζεϊμπέκικος.
Κι εσύ με χέρια διάπλατα ανοιχτά,
σταυρός και θηλυκός εσταυρωμένος.

Τρεις μέρες κατόπιν δεν αναστήθηκες.
Δεν αναλήφθηκες πάνω σε φύλλα φωτιάς.

Ούτε και ξαναχόρεψες πια.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιστ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 16:36:19
Σταύρος Ζαφειρίου: Με τα μάτια (ιστ')

[Ενότητα Με τα μάτια]

ιστ'

Πριν συμβούν όλα αυτά
το τοπίο ντυνόταν στο δέρμα σου.
Μπαίναν τα μάτια μου από παντού,
σαν σαρκοβόρα των θερμοκηπίων.
Με τον καιρό με θέλησες τυφλό.

Τώρα σκάβω με νύχια στα βαθιά,
σαν τυμβωρύχος έρπω μες στις λέξεις.

Θάφτηκαν τα κτερίσματα στις επιχωματώσεις.

Από τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Α' Υπάρχει, μου είπαν, κάποιος άλλος δρόμος...
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 18:17:07
Σταύρος Ζαφειρίου: Α' Υπάρχει, μου είπαν, κάποιος άλλος δρόμος...

Υπάρχει, μου είπαν, κάποιος άλλος δρόμος
πέρα απ’ αυτόν που οι χάρτες σημαδεύουν.

Παρέκαμψα το κέρας του Κριού
κι έχοντας μάγους κι οδηγούς στ’ αστέρια μυημένους
έπλευσα σε αβαθή νερά.
Είδα το ζύγιασμα του γλάρου στα ρηχά
και του χελωνοκαύκαλου τη λάμψη.
Κι αναρωτιόμουν
τι να προσμένω τάχα από τη θάλασσα;
Μήτε ιστορίες πια μήτε καλέσματα
κι η αναδυομένη
τεμαχισμένη φάλαινα σε ξέρα.

Έπλεα σε αβαθή νερά.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (β')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 18:45:00
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (β')

[Ενότητα Ηλικία στο φως]

β'

Δεν είχα τίποτα να επισκεφτώ στο παρελθόν,
γιατί όσα γνώριζα γίνανε πόλη
και το καινούριο έχει τη θέση του κι αυτό
πλάι σε ό,τι αποσυντίθεται και φτιάχνεται πάλι.

«Μα έλα, επίστρεψε», μίλησε ο γέρικος γάτος.
«Έχεις τον φόβο από δυο κάθετα μάτια
που άστραφταν στη στέγη του αχερώνα,
καίγοντας μέσα στη λάμψη τους το απατηλό της σιωπής,
την ψάθα που απλωνόταν στην αυλή με τις μολόχες
το καλοκαίρι,
έχεις αυτό το ποδήλατο με τις τέσσερις ρόδες,
τους τοίχους του ορνιθώνα
κοκκινισμένους στην ψείρα.»
Πώς έσκαζαν όταν τις δώσαμε φωτιά μαζί με τον θείο,
τσπατ! τσπατ! μικρές εκρήξεις, επιτόπιες
κι η φλούδα ζάρωνε σ’ ένα μαύρο, ξερό κεφάλι καρφίτσας.

Όμως εκεί, στο τέρμα της οδού Μοναστηρίου
δεν είχε τίποτα από φως.
Μόνο αμαξάδες που φόρτωναν βράδυ το γάλα,
ταξιδεμένους σιδηροδρομικούς
και τα μικρά αγόρια που ζυγώνανε
στην ταπεινή τους πατριδογνωσία.

Και η ζωή δενόταν στην απόσταση ενός σπάγκου
ανάμεσα στον κόμπο του αφαλού
και στον κόμπο του μαντιλιού στο σαγόνι.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (δ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 18:56:13
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (δ')

[Ενότητα Ηλικία στο φως]

δ'

Σαν ανακάλυψα τα τέσσερά μου μάτια,
τα τέσσερά μου χέρια, τις τέσσερις θηλές,
τις δυο καρδιές στη θέση της καρδιάς μου,
όταν κατάλαβα πως πια δεν είμαι εγώ,
το φώναξα και οι φωνές μου ήταν δύο.

Σαν ανακάλυψα πως δεν είμαστε εμείς,
μα εσύ κι εγώ, ένα υπαρκτό, δίσωμο ζώο,
μ’ ένα κεφάλι μπρος και μ’ ένα πίσω,
με δύο βήματα που πήγαιναν αλλού,
σου μίλησα και οι φωνές μου ήταν δύο.

Όταν συλλάβισα τις δύο μου φωνές,
τις δύο γλώσσες που ξεθάρρευαν στον νου μου,
όταν μπροστά μου ανοίχτηκε η αυλαία
και θέλησα ως ηθοποιός τα λόγια τους να πω,
καμιά φωνή δεν βγήκε απ’ τη φωνή μου.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (ε')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 19:20:00
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο φως (ε')

[Ενότητα Ηλικία στο φως]

ε'

Μία μεγάλη λίμνη
όπου βυθίζονταν και χώνευαν τα πλάσματα εντός της.
Από τις λόχμες κίτρινες
ανέμιζαν οι χαίτες λιονταριών,
σαν πνεύμα που περνά και δεν υπάρχει.
Τότε μ’ ακούμπησε ο ηγούμενος στο μπράτσο:
«Χρόνια και χρόνια στην ταπείνωση και στην υποταγή
αιώνιο μισθό δεν αξιώθηκες.
Πάμε μαζί στην κορυφή του όρους,
να δεις πώς είναι ο ουρανό κι η θάλασσα όλη.
Στα υψηλά να προσκυνάς.»
Ούτε τη λέξη μπόρεσα σε τόσην ομορφιά,
ενώ σαν ανεμόσκαλα μάζευε ο χρόνος κάτω.
Μετέωρος στης γέννησης ετούτη τη στιγμή
γαλήνια λήθη, γαλήνια ενθύμηση,
του Γέροντά μου τα οστά εξαίσια χώρα
και η κεφαλή του λάμψη και σιωπή.
Και καθώς έτσι πορευόμουν,
απ’ τις φωλιές των πετεινών θωρώντας τις γενιές,
σε φωτισμένα βήματα πατώντας,
διόλου σαν άγιος και διόλου σαν θνητός,
ιδού του δαίμονα η σκιά και η ζεστή του ανάσα.
Κι εξασθενούσα όπως το άνθος στο σκοτάδι.
Και γέμιζα πληγές.

Ευλογημένο το μάτι που χωράει στην κόγχη του.
Ευλογημένη η γλώσσα που δεν βαφτίζει πια.
Ευλογημένο το πνεύμα που ελεεί τα φαινόμενα.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (α')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 19:29:52
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (α')

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

α'

Ζώντας ανάμεσα στο αριστερό και στο δεξί μου χέρι,
ένοχος και αθώος, ελεήμων
κόσμων που τήκονται μέσα στο ήρεμο βλέμμα των ζώων,
κρατώντας απ’ το παρελθόν την κνίσα των σφαγίων,
αναγνωρίζω στο στήθος μου τις ιαχές των βαρβάρων
και των σοφών το απόλυτο μηδέν.

Ούτε οραματιστής ούτε ενήλικας,
με τις αισθήσεις διαρκώς σηκωμένες μαρτυρικά,
κάτι από την ψυχή, κάτι απ’ το σώμα,
αυτήν την άγνωστη, αρμονική συνύπαρξη,
κάτι από τη φωτιά κι από τη στάχτη,
κάτι απ’ τη βάτο που καίγεται
στα πρανή της καρδιάς.

Άφησα μακριά μου τα μυστικά της ζωής,
το σύμπαν τούτο που ονομάζουν πραγματικότητα,
διασκέδασα με όσα θαύματα ετοιμάζαν για μένα∙

κόκκινο των χειλιών και ξανθό των αγγέλων,
γαλάζιο της στέρφας ματιάς,
πράσινο της αγάπης που απλόχερα δίνεται,
σαν άλλη όψη της σκοτεινής θωριάς της.

Ταχυδακτυλουργοί, κουρήτες, ακροβάτες,
κριτές και γελωτοποιοί,
αυτός ο κύκλος που απομένει γονιμικός,
διαιωνίζοντας τις τερατογενέσεις,
με μουσικές από κρουστά και από χάλκινα
σε μέρες που γιορτάζει ο λαός.
(Πτώματα δούλων σπαρμένα στην αρένα,
αφανισμένα απ’ του Αυγούστου τον αντίχειρα.)

Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.
Μάγος και ήρωας και απαγορευμένος,
ανέγγιχτος απ’ των σκιών τους στοχασμούς,
πρόθυμος να εξαπατήσω στους καθρέφτες
τα προσωπεία που έκλεβα απ’ τους κατακτητές.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (β')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 19:49:19
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (β')

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

β'

Έστειλα τις περγαμηνές μου στη μητρόπολη.
Ταξίδεψα στη μητρόπολη να προσπέσω
στην αυλή του βασιλιά.
Άνοιξα χάρτες, έδειξα δρόμους μυστικούς,
έταξα Ινδίες,
ώσπου μου επάνδρωσαν καράβια για το άγνωστο.
Εκεί όπου η θάλασσα το άλφα συλλαβίζει,
σε τόπους που πέρα απ’ τους τόπους διαβάζονται,
εκεί όπου η σάρκα τρέφει τους θεούς
και των θνητών η γλώσσα αντικρίζει τους μύθους τους.

Κόμισα σμύρνα, χρυσό και λιβάνι,
ακολουθώντας το άστρο της νέας μου γέννησης∙
βρέφος που ζέσταινε η ανάσα του θηρίου
και βλαστήμια των ευχών του σπαργάνωνε.
Κι είχα στ’ αυτιά μου τη φωνή που με ορμήνευε:
«μή φοβοῦ, μή φοβοῦ ἅ μέλλεις πάσχειν».

Και το θηρίο μ’ έντυσε στα λέπια του,
αίμα κι αργύρια και γνώσιν πονηρού,
μου φόρεσε τα βάρβαρα μάτια του,
δυο βάλτους που σάλευαν οδύνη και θρίαμβο.
Κάρφωσε το στέμμα της δόξας του στα μαλλιά μου.

Και το θηρίο έδειξε τα πάθη μου
στις γραφές των ανθρώπων
και ήταν τα πάθη που ονομάζουν τον άνθρωπο.

Σημείωση του ποιητή:
Στίχ. 17: Ιωάννου «Αποκάλυψις»


Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (γ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 20:12:15
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (γ')

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

γ'

Τώρα ιδού ο υιός του ανθρώπου
οδηγημένος απ’ το πνεύμα του κακού.

Έζησα με τα τέσσερα μες σε κοπάδια τσακαλιών,
πείνασα κι έφαγα τα πτώματα των νικημένων ζώων.
Κούρνιασα στις φωλιές των ερπετών,
συνομιλώντας με το γέλιο των δαιμόνων.
Δέχτηκα ανήμπορος όλους τους πειρασμούς,
υπέκυψα σε οράματα ηδονής,
λυτρώνοντας τον πόθο.
Κι εξαγνισμένος απ’ το θεατό
βάδισα προς τις πύλες.

Και είδα
το κορμί της γυναίκας γυμνό μες στον Ναό
και θαύμασα
την ομορφιά να ιερουργεί κάτω απ’ τους λύχνους.
Και πρόφερα τον λόγο κι ελευθερώθηκα.
Εσύ είσαι η δρόσος που αλαφρώνει την έρημο.
Εσύ είσαι ο ατελεύτητος ρυθμός.
Εσύ είσαι ο ύπνος που τελειώνει την εικόνα σου.
Εσύ είσαι η ένωση του κυρτού με το κοίλο.

Και συλλειτούργησα σε λίκνους μυστικούς,
κοινωνώντας τον οίνο και τον άζυμο άρτο.
Κι ευαγγελίστηκα τον έρωτα σαν δρόμο μαρτυρίου,
πορευόμενος κατά τό ὡρισμένον.

Και προδομένος κι απαρνημένος τρις
παραδόθηκα στο πραιτόριο
με το φιλί ακάνθινο στεφάνι.
Και ραπίστηκα από τους γραμματείς
και στάθηκα αδύναμος στον χλευασμό του όχλου.
Ότι θριάμβευσαν ξανά οι ισχυροί
και επικράτησαν οι νόμοι κι οι κανόνες.
Και σύρθηκα σε τόπον οδύνης καλούμενον Γολγοθά.
Και δέχτηκα το ατσάλι των καρφιών,
εκεί όπου το μέλλον θα ψαύσει τον τύπον.
Και υψώθηκα εν μέσω των ληστών,
καλώντας και πάλι τον ήλιο.

Πατέρα, Πατέρα μη μ’ εξομοιώνεις.

Σημείωση του ποιητή:
Στίχ. 24: Κατά Λουκάν (Κεφ. ΚΒ' 22)


Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (δ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 20:34:33
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (δ')

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

δ'

Σύζυγος της Αυγούστας μια εποχή
πήρα στα χέρια μου την αυτοκρατορία.
Στην αίθουσα του θρόνου και στις κλίμακες
με χαλασμένα αυτιά συνομιλούσα.
Πόση υποταγή, πόση ευλάβεια στο ρούχο του δεσπότη
και πόση άτακτη φυγή πριν απ’ την πτώση.

Χόρτασα το καλό κρασί και την πορφύρα,
κοιμήθηκα με δούλες απ’ την Ανατολή,
πλήρωσα στρατηγούς και δολοφόνους.
Τύφλωσα συνωμότες και τους έντυσα
ράσα μοναστικά.

Και σαν ο αέρας σάρωσε τις πόρτες των ταμείων
και λιποτάχτησε ο στρατός
και δέσανε οι δρόμωνες στους μόλους,
και σαν η πόλη άδειασε απ’ το ιερατείο
και μείναν μόνοι οι ξεχασμένοι κι οι απόβλητοι,
άρχισαν να πληθαίνουν οι εχθροί.

«Τι θ' απογίνει τώρα; Τι συλλογίζεσαι;
Η βασιλεύουσα είναι κυκλωμένη.
Συρρέουν όλες οι φυλές.
Κοίτα τους βάρβαρους χορούς. Άκου τους ήχους.
Τα τείχη δεν θ’ αντέξουνε. Μας κόψαν τις πηγές
και οι τροφές στερεύουν.»

Σκέφτομαι τ’ άστρα πολεμόχαρες στρατιές
κι ανήλεο το μάτι των αγγέλων.
Βλέπω τον τρόμο, στήθος μελαψό,
να λύνει τα σκυλιά του στο κυνήγι.
Νιώθω της νύχτας το σιωπηλό φτερό
και της αυγής βαραίνω τον παγωμένο θρήνο.

Κι η Δέσποινα πήρε μακριά το άσπρο της χέρι,
κατέβασε τους θυρεούς και τα εικονίσματα,
βάδισε μόνη μέσα στην πυρά.

Δώσε ειρήνη Κύριε της φωτιάς.
Δώσε ειρήνη στο κερί που τελειώνεται.
Δώσε ειρήνη στην πλεξούδα που καίγεται.
Την πυρκαγιά της Σίβυλλας ειρήνευσε.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (ε')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 22:56:17
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (ε')

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

ε'

Σαν απ’ τους δυνατούς προστατευόμενος
έφυγα πάλι.
Οπλισμένος με σίδερο και χρησμούς,
λεηλατώντας τις ακτές, μεθώντας τους θανάτους,
ξορκίζοντας στις χούφτες το χώμα,
το σώμα μου.
Άγριος πια, με όλες τις πλάνες ανοιχτές
και με τον οίκτο να ξεπλένει τα σωθικά μου,
γερασμένος σαν τον σπόρο της ελιάς,
μάταιος και ανιαρός σαν τον παράδεισο
έφτασα κάτω.
Έμαθα τότε για τις εποχές.

Χειμώνας, των νεκρών ο άνοστος δείπνος
κι οι μέρες οι κενές της ιστορίας.
Άνοιξη, των θεών η μετάσταση
και της αγάπης η αήθης προσήνεια.
Θέρος, η ερημοσύνη των νερών
και των μυγών ο βόμβος στα κρανία.
Φθινόπωρο του δέσμιου φωτός
κι η κίνηση η αργή των ιοβόλων.

Λοιμοκρουσμένες οι πόλεις
στολίζουν τους άγιους.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ηλικία στο σώμα (στ')
Post by: wings on 23 Dec, 2018, 23:00:10
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (στ')

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

στ'

Ω, να υψώσω τη σημαία της όρασης στα ξύλινα τείχη
και να λατρέψω την αφή πάνω στα τραύματα.
Φόβο με φόβο να οσφρανθώ τον ιδρώτα του φόβου
και να γευτώ το σάλιο του εμπύρετου.
Τον ρόγχο ν’ ακούσω της σκύλας
στην ώρα του υπέρτατου οίστρου της.

Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.
Το αίμα του δέλφακος αγνίζει το πνεύμα μου
και με μια κούπα φάρμακο πιοτό
γυρνώ και αφιονίζω τον λαό μου.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (α')
Post by: wings on 24 Dec, 2018, 23:16:26
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (α')

[Ενότητα Ηλικία στη νύχτα]

α'

Τότε σηκώθη μέγας θόρυβος κι εστάθη
επάνω από τα δρώμενα ο άνεμος.
Σαρώθηκαν οι χάρτες και σκορπίστηκαν
οι ίλες του ιππικού,
οι πελταστές και οι τοξότες.
Βγήκε από τη σκόνη η τροφός
πετρωμένο στο βυζί το γάλα.

Και ήρθε ο φόβος μέσα από τις λέξεις.

Τόσες χιλιάδες οι νεκροί.
Τόσοι οι που αφήσανε
τα χέρια και τα πόδια στα πεδία.
Τόσοι οι τόποι που δεν υπάρχουν πια∙
οι ιεροί Δελφοί, η Καρχηδόνα,
η Σαμαρκάνδη της Ανατολής.

Και κόπηκε στα δύο η ορχήστρα,
εκεί όπου θρηνούσε ο χορός∙
ἔμολες, ἔμολες, ὤ χρόνιος ἁμέρα,
έφτασες όπως το προείπαν οι τυφλοί,
τώρα ποιοι είναι οι χρησμοί που θα σας σώσουν,
στόμα της μάγισσας χωρίς φωνή,
ποιοι οι βωμοί και ποια τα σφάγια,
ποιες οι σπηλιές της Άρτεμης
που μόνιαζαν οι άρκτοι.

Τη νύχτα ακούστηκε το έντρομο
μουκανητό των ζώων,
το σύρσιμο των άχρηστων ποδιών
στο ανασκαμμένο χώμα.
Τη νύχτα που ήρθε, το παιδί ονειρεύτηκε,
έξω απ’ την πόρτα, έξω απ’ το σπίτι, πέρα από την αυλή,
ένα ποδήλατο με τέσσερις ρόδες,
ένα ποδήλατο μ’ αστραφτερά, νικέλινα φτερά.

Σημείωση του ποιητή:
Στίχ. 17: Ευριπίδη «Ηλέκτρα»


Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (β')
Post by: wings on 24 Dec, 2018, 23:23:25
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (β')

[Ενότητα Ηλικία στη νύχτα]

β'

Σαν καταλάγιασε η καπνιά ένα κοτσύφι
χοροπήδησε ανάμεσα στις λόγχες
και ο λαγός έβγαλε το μουσούδι του απ’ το χώμα.
Τσριπ! τσριπ! γιατί τόση σιωπή,
σαν να το πάει για βροχή, μου φαίνεται, ο καιρός.
Χρουτς! χρουτς! βλέπω ξανά της πέτρας τη σκιά,
τη σάρκα και τα οστά του αρχαίου μου φόβου.

Στα μακρινά βουνά τραβήχτηκε η φωτιά
μ’ αυτά τα γέρικα φτερά των σαρκοβόρων,
μ’ αυτό το γέλιο που αφήνει σκιαγμένο το στήθος,
μ’ αυτή τη μυρουδιά της σάπιας χλόης.

Τσριπ! τσριπ! ένα κοτσύφι χόρεψε με κόκκινα πόδια.
Χρουτς! χρουτς! ένας λαγός ρουθούνισε με κόκκινο μουσούδι.

Ας ξεχαστεί το σώμα μες στη γη
και τούτη η στάχτη της ψυχής
ας παραστήσει τη ζωή που προφήτεψε.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (γ')
Post by: wings on 24 Dec, 2018, 23:27:53
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (γ')

[Ενότητα Ηλικία στη νύχτα]

γ'

Τώρα που η κρίση έχει λάβει τέλος
θα έρθουν πίσω οι νεκροί.
Δεν θ’ αρκεστούν σε αρτοδοσίες και μνημόσυνα,
θέλουν τις μέρες πιο χειροπιαστές.
Πρέπει ν’ ανοίξουν πάλι τα σαλόνια,
να ξαναρχίσουν οι γιορτές, όλοι οι χοροί
πρέπει να θυμηθούν τα βήματά τους.

Το τύμπανο δεν παίζει μουσική.
Το τύμπανο κρατά ρυθμό στο βήμα.
Άντρες σπαργανωμένοι σ’ επιδέσμους
ακολουθούν το καθαρτήριο τούτο ξόδι.
Τεντώνει ο κόσμος ως το σπάσιμό του.
(Κάθε βράδυ κατεβαίνω στην πόλη
και βλέπω λαϊκό κινηματογράφο.)

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (δ')
Post by: wings on 27 Dec, 2018, 22:49:17
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (δ')

[Ενότητα Ηλικία στη νύχτα]

δ'

Βρήκα μετά από χρόνια παλιούς συντρόφους
να μαζεύουνε τον ήλιο και τη θάλασσα.
Με ρημαγμένα σωθικά από τους βάλτους
και κουσούρι του χειμώνα τον βήχα τους.
Ο καιρός είναι παράξενος αυτήν την εποχή
και πρέπει διαρκώς να ’χεις τον νου σου.

«Μας έπιανε το αίμα. Μια παραφροσύνη σού λέω, καταλαβαίνεις; Κάθε χωριό ήταν για μας ένα ξαλάφρωμα. Κάποια φορά, ούτε θυμάμαι πού, μέσα σε μια αυλή που μπήκα μ’ έναν άλλο, βλέπουμε εφτά γυναίκες σφαγμένες και με σχισμένη την κοιλιά και τα σωθικά έξω!... Μπαίνουμε μέσα στο σπίτι. Ήτανε λίγο σκοτεινά μέσα εκεί και είχα χτυπήσει κάτι με το πόδι μου. Ήτανε ένα κεφαλάκι παιδιού, ξανθό και κομμένο σαν τόπι!... Από εκεί ανεβήκαμε πάνω στο ανώγι. Εκεί βρήκαμε, μαζί μ’ ένα άλλο παιδί, πιο μεγάλο, σφαγμένο, το κορμί του μικρού με το ξανθό κεφάλι. Ήτανε πεσμένο κοντά στα κάγκελα. Καθώς φαίνεται, του είχανε βάλει το λαιμουδάκι του πάνω στο κάγκελο, ένας θα το κρατούσε και ο άλλος θα του έδωσε μια με το μαχαίρι! Και έτσι έπεσε το κεφαλάκι του κάτω και το κορμί του έμεινε πάνω!... Καταλαβαίνεις; Όπως τ’ αγρίμια που τρελαίνονται σαν μυριστούν το αίμα. Λες και δεν είχαμε μέσα μας θεό, λες και δεν είχαμε τον φόβο για τη θεία δίκη. Και πόλεις μεγάλες σου λέω. Στη χώρα των Βεβρύκων, Τροία, Ιερουσαλήμ, Κωνσταντινούπολη, κάτω στο Μεξικό, Πολτάβα, Ισπανία, πού να θυμάμαι. Γεμίσαμε χρυσό και δουλικά και σκήπτρα και σημαίες. Αν μετανιώνω; Ξέρω γω. Και να μετανιώνω τι έγινε; Έτσι δεν είναι ο κόσμος; Σάματι υπάρχει κανείς που περιμένει ν’ αλλάξει τίποτα; Μωρέ δεν τα κανονίζουμε εμείς αυτά. Ούτε που ξέρουμε και ποιος τα κανονίζει. Καταλαβαίνεις; Άνθρωπος, σου λέει. Σκατά, σου λέω κι εγώ. Έτσι είναι ο άνθρωπος;»

Σκάβεται χρόνο με χρόνο ο χρόνος
κι ό,τι υπάρχει παρμένο από τούτη τη σκόνη
είναι της γης η παύση και η εκκίνηση.
(Τις νύχτες κρατώ το παιδί
και τον βαρδάρη που τραντάζει τις πόρτες.)

Σημείωση του ποιητή:
Με πλάγια γραφή: Δημοσθένη Βουτυρά «Η βουλγάρικη ψυχή»


Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (ε')
Post by: wings on 27 Dec, 2018, 22:56:34
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (ε')

[Ενότητα Ηλικία στη νύχτα]

ε'

Η κυρά που επισκεφτήκαμε μας είπε «περιμέντε
και ρίχνετε απάνω σας πότε-πότε λίγο νερό.
Δεν είν’ μπορντέλο λιμανιού εδώ.
Από δω μέσα έχει περάσει η ιστορία.
Εμένα που με βλέπετε κανάκεψα
τι στρατηγούς και τι πολιτικούς και τι ωνάσηδες.
Δεν θα ’τανε τα μούτρα σας για δω
πριν λίγα χρόνια».

Καθίσαμε στο σαλόνι με τη θερμάστρα.
Υπήρχε μια πολυτέλεια εποχής,
παλιά δαμασκηνά και ξύλο κέδρου,
μα η σάρκα ήταν γεμάτη ρυτίδες
και τα μυρωδικά φτηνά κάτω απ’ τα στήθη.
Φεγγίζοντας στη φλόγα των καυσόξυλων
(να ορθωμένη της λύκαινας η σκιά,
να των δασών η τάξη και των άστρων)
θυμηθήκαμε το πρώτο μας τραγούδι:

Σαν επιστρέψω κάποτε πατρίδα
θα ’χω σακιά χρυσάφι φορτωμένα,
θα ’χω και μια γυναίκα απ’ την Κολχίδα
κι ένα παιδί φτιαγμένο από μένα.

Σαν επιστρέψω πάλι στο χωριό μου
ένα κομμάτι γης θε ν’ αγοράσω,
θα στήσω ένα σπιτικό δικό μου
κι ήσυχα θα καθίσω να γεράσω.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (στ')
Post by: wings on 27 Dec, 2018, 23:01:10
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη νύχτα (στ')

[Ενότητα Ηλικία στη νύχτα]

στ'

Πέρασαν τόσες συλλαβές και τόσες λέξεις,
πέρασαν τόσα αλφάβητα νεκρά,
όσο μετρώ λειψές μου βγαίνουνε οι ρίζες,
λειψοί οι τόποι κι οι σκηνές παραδομού.

Δεν έχει χώρο εδώ για να σταθείς∙
ανάμεσα στους πέτρινους διαδρόμους
των ονομάτων οι χρονιές και οι φωτογραφίες.
Ανάμεσα σε κέρινες σφραγίδες
των προφητών οι κουρασμένες σάλπιγγες.

Δεν έχει θρόνο εδώ για να καθίσεις.
Ανάμεσα στους δύο μας θανάτους
υπάρχει ένας θάνατος παρών.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (α')
Post by: wings on 28 Dec, 2018, 00:07:21
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (α')

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

α'

Βαθύς εσπερινός, οίστρος του ήλιου∙
αθροίζεται στα είδωλα ο καιρός.
Ποιαν ενδοχώρα τώρα ταξιδεύω,
τρώγοντας μήλα πράσινα πλάι στους οδηγούς,
πίνοντας μέλι από άγριες κερήθρες,
χαρίζοντας καθρέφτες στις φυλές.

Κρατά θαρρείς τους χάρτες μου ο καιρός.
Κι όσο κοντεύω μόνος στη σιωπή
κι όσο βαθαίνω στα μαλλιά των αρχαγγέλων
βλέπω τη γύμνια των θεών και τα σκυλιά τους
έτοιμα στο κορμί μου να ριχτούν.

Ποια χώρα τώρα ταξιδεύω,
πεινώντας και μην τρώγοντας ψωμί,
διψώντας και μην πίνοντας νερό,
μαζί με γυρολόγους που εμπορεύονται
χάντρες, γυαλιά χρωματιστά και το τομάρι
του αρχαίου ζώου που φυλούσε τους νεκρούς.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (γ')
Post by: wings on 28 Dec, 2018, 00:11:05
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (γ')

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

γ'

Τώρα που γνώρισα τη γλώσσα των ανθρώπων
και είδα κάθε άνθρωπο να ’χει μια γλώσσα χωριστή·
τώρα που ακούω τη φωνή του ποιητή
και είναι φωνή ανάμεσα στις άλλες
και όχι όλες οι άλλες μαζί·
τώρα που νιώθω την κτίση σαν ερειπίων σιωπή,
ονομάζω πλάνη τον κόσμο,
ονομάζω πλάνη τις αισθήσεις,
ονομάζω πλάνη τη θεϊκή χαρά.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (δ')
Post by: wings on 28 Dec, 2018, 00:16:00
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (δ')

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

δ'

Τώρα που άνοιξα τις πληγές των αγίων
και είδα πως είναι σώματα φθαρτά·
τώρα που έσπασα τις σημαντρίδες
και διάβασα μηνύματα ερέβους και φωτός·
τώρα που έπαιξα όλα τα παιχνίδια
του φθόνου, της ντροπής, του Ενδυμίωνα,
ονομάζω ενοχή την αθωότητα,
ονομάζω ενοχή την ενοχή,
ονομάζω ενοχή τις τύψεις των ορίων.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (ε')
Post by: wings on 28 Dec, 2018, 00:26:14
https://www.youtube.com/watch?v=vr9xhAtq9UA

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / έργο: Ο Σταυρός του Νότου (1979))


Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (ε')

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

ε'

Τώρα κοιτάζω τον ύπνο της γης και τα όνειρα.
Έι, Μόμπι Ντικ, αδιάκοπο άσπρο φάντασμα!
μες στα σαγόνια σου στραγγίζουν τα κρανία των ναυτών.

Στ’ απάνεμα σαπίζουν τα κατάρτια
και το κοράκι διακορεύει τις σκιές.
Έι, Γουίλι, μαύρε Τρίτωνα από το Τζιμπουτί!
ποιες ιστορίες να σου πω και ποια ναυάγια·
κι η αναδυομένη
μωρά γεροντοκόρη δίχως φύση.

Ω καπετάνιε, καπετάνιε μου,
το ξύλινο ποδάρι σου κουτσαίνει στον βυθό.

Σημείωση του ποιητή:
Στίχ. 10: Walt Whitman «Leaves of grass»


Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (στ')
Post by: wings on 28 Dec, 2018, 00:36:51
Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στη γλώσσα (στ')

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

στ'

Τώρα κοιτάζω στον ύπνο του ανθρώπου και στα όνειρα.
Εξεγερμένα τα μάτια που γεμίζουν την άβυσσο.
Εξεγερμένοι οι κήποι που κρεμιούνται στην άβυσσο.
Εξεγερμένη η Ευρώπη.
Εξεγερμένη η Ασία.
Εξεγερμένη η Αμερική.

Εξεγερμένες οι τύψεις των θεών.
Εξεγερμένη η επιφάνεια των χρησμών.

Εξεγερμένοι οι σαλπιγκτές των στρατώνων.
Εξεγερμένα τα οστά των λειμώνων.

Εξεγερμένο το σκοτάδι το ανέστιο.
Εξεγερμένο των οραμάτων το ηφαίστειο.

Εξεγερμένοι οι εκτελεστές της παρακμής.
Εξεγερμένοι οι τυχοδιώκτες της λογικής.

Εξεγερμένα τα φτερά της ερημίας.
Εξεγερμένοι οι αναβαθμοί της εξουσίας.

Εξεγερμένη η προσδοκία της ποίησης.
Εξεγερμένη η μεταμέλεια της οίησης.

Εξεγερμένες οι σκιές των μηχανών.
Εξεγερμένες οι Ερινύες των λουλουδιών.

Εξεγερμένη η λατρεία των προγόνων.
Εξεγερμένο το εγερτήριο των αγώνων.

Εξεγερμένο των ερώτων το ανείπωτο.
Εξεγερμένο των πρωτοπλάστων το ηδύποτο.

Εξεγερμένη η προσευχής της φυλακής.
Εξεγερμένη η αγωνία της ηδονής.

Εξεγερμένοι οι χυμοί της παρθενίας.
Εξεγερμένα τα Ιερά της εφηβείας.

Εξεγερμένο το τραγούδι το χθόνιο.
Εξεγερμένο το τότε, το τώρα και το αιώνιο.

Κλείνω τη συμφωνία με τα ένστιχτα.
Βάζω υπογραφή κάτω απ’ την πράξη.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Γ' Υπάρχει, λέω, κάποιος άλλος δρόμος...
Post by: wings on 28 Dec, 2018, 00:44:40
Σταύρος Ζαφειρίου: Γ' Υπάρχει, λέω, κάποιος άλλος δρόμος...

Υπάρχει, λέω, κάποιος άλλος δρόμος
πέρα απ’ αυτόν, που οι χάρτες σημαδεύουν,
μα να προφέρεις πρέπει την αρχή.

Κι ο ποιητής χτυπά στις λέξεις του τη γλώσσα.
Και ο τρελός κρούει τις παλάμες του στη γη.
Κι ο ναυαγός ορέγεται τη σάρκα των συντρόφων.
Μόνο ο τυφλός που δεν μπορούσε
θριάμβους να χαρεί ούτε και λάφυρα,
έμεινε να οσμίζεται του νόστου τον καπνό.

Ας κινηθεί η πέτρα της σπηλιάς
κι αυτό το σκήνος του νεκρού
ας φωτιστεί για πάντα στο σεντόνι.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ευχετικόν
Post by: wings on 30 Dec, 2018, 23:16:39
Σταύρος Ζαφειρίου, Ευχετικόν

[Ενότητα Ο λόγος]

Όπως δυο σώματα πέρα
απ’ τη φύση σου Κύριε,
όπως δυο σώματα
απ’ τον Αλντεμπαράν ως το Άλφα
του Κενταύρου,
μέχρι τη γλώσσα που ονομάζεται
ευχή πριν απ’ τη σκόνη,
το έσχατο όριο της ανάγκης
που ονομάζεται άλωση∙

όπως δυο σώματα
μες στην υπερβολή της κάθε
μέρας, ότι το φως
είναι φως κι ο αέρας αέρας
κι ότι όλα διαχέονται μέχρι
την τελική σύλληψή τους,
τότε που γίνεται σώμα ο αέρας,
σώμα αφής και ταράζεται
μες στις αισθήσεις, στο ρίπισμα
μιας χοϊκής δημιουργίας∙

έτσι δυο σώματα ενσαρκώνουν
τον Λόγο σου Κύριε,
στη γύμνια τους του εύλογου τη γύμνια
ευλογώντας, σε μια τροχιά, βάζοντας
σύνορο τον πόθο, τη γνώση οδηγώντας
απ’ τη διάδρομη ομορφιά.

Κόκκινη οπλή του φεγγαριού
στου αγοριού το μέτωπο,
στα ευφρόσυνά σου χείλη.
Της θεουργίας πέτρα δροσερή
μες στην ιλύ του ποταμού,
όπου ανταμώνει ο κήπος με το φίδι.
Ύπνος θνητών του έρωτα ο ύπνος,
του κοριτσιού που αποκοιμιέται
αγκαλιασμένο πλάι στου ρούχου του
την ήμερη σκιά.


Μακάρι να ερχότανε τώρα
η μικρή ακροβάτις
με το λεπτό σώμα της πάχνης στις παλάμες,
την άσεμνη περόνη στα μαλλιά,
πασχίζοντας να ενώσει την άκρη
στην άκρη του σύμπαντος,
πατώντας το δεξί της πέλμα στο παρόν,
ζυγιάζοντας το αριστερό πάνω απ’ το μέλλον,
πάνω απ’ το δέντρο της Εδέμ που τα μαγέματα
βαφτίζονται με τον άπρεπο τρόπο των όντων∙
κορμί να προστίθεται σε άλλο κορμί,
ύλη να τελειώνει με ύλη,
τις λέξεις γεννώντας που ορίζουν το άυλο.

Ιδού, λοιπόν, στις κερκίδες
του λαού της το αίσθημα,
ιδού, η αμμώδης αρένα και το κενό,
ιδού, αυτή θεατή, ως θραυστή επιφάνεια
μπροστά από το ελάχιστο, πριν απ’ το περιττό,
ως αρμονία κίνησης, χάρη του κέντρου βάρους,
ως μόρια ύλης που ενώνουν
τις άκρες του σύμπαντος.

Μακάρι να ερχότανε τώρα ο νεκρός σαλπιστής,
με την ωραία γαλάζια στολή του,
τα κόκκινα σιρίτια, το απαστράπτον
μαύρο γείσο των ονείρων του,
ελεύθερος απ’ τον βηματισμό της μπάντας,
λυτρωμένος απ’ το μαρς των ουρανών,

μακάρι να ερχότανε τώρα ο έφηβος νους,
με τους ιωνικούς κρατήρες των θαυμάτων,
τις γυμνασμένες φλέβες του λαιμού,
του στήθους του την άδυτη ανάσα,
γιατί στις ώρες ο ήλιος έχει κιόλας πληθύνει
και κανένας ακόμα δεν σάλπισε
τον κατάσαρκο ύμνο της άνοιξης,

γιατί τα χρώματα γεμίζουν με το χρώμα τους,
το κίτρινο με το κίτρινο και το καφέ με καφέ,
–είναι αυτή η εποχή∙ το λευκό δεν υπάρχει
και τα χέρια ανεβαίνουν στον φόβο–
γιατί τα νερά σπάζουν με πάταγο τη θλίψη,
τη μέλαινα χολή των ζωντανών.

Έλα καλέ μου, ο ύπνος μου είναι ίαμα
και νάμα∙ να με γευτείς, να με λουστείς
και να με ονειρέψεις,
να πλέξεις όχθες μέσα μου,
λόγια να με ταιριάσουν,
ξυπόλητος να με διαβείς,
σαν με διαβείς να στάζεις.


Αχ, ας ερχότανε τώρα αυτό
που ποτέ δεν γνωρίσαμε∙
οι όψεις του αλλάζουν στους αιώνες
κι ωστόσο παραμένει αναλλοίωτο,
που σιωπηλές αναδύονται απ’ το χώμα,
έχοντας γύρω απ’ το στόμα τους
το αυστηρό των θεών
ή των ανθρώπων οργισμένων με θεούς,
έχοντας δεξιά τους τους ανέμους
κι αριστερά τους τους ίδιους ανέμους
καθώς επιστρέφουν,
σαν αυτές τις αρχαίες μορφές
που προσεύχονται, ατενίζοντας
την ποίηση των έργων,
ασάλευτες μες στων δυνάμεων τον σάλο,
μοναχικές στα ιερά της μοναξιάς.

Αχ, ας ερχότανε τώρα
αυτό που θελήσαμε,
το μακρινό μυστικό μακρινών αστεριών,
ανοίγοντας όλον τον χρόνο σε μία στιγμή,
αυτήν ακριβώς τη στιγμή
που δυο σώματα ματαιώνουν το έλεος,
δένοντας με τις ρίζες τους
το βαρύ της ζωής,
τρέφοντας με τα φύλλα τους
το ελαφρύ του θανάτου,
έτσι καθώς υπάρχουν οι άγγελοι,
σαν λάμψη πριν απ’ την πνοή
και σαν πνοή ασχημάτιστη ακόμα,

έτσι καθώς ζωγραφίζονται οι άγγελοι,
ανάσκελα στις οροφές των κοσμογονιών,
σαν σώματα που τα χαρίζει ως πρότυπα η γη
και σαν αμφίφυλα φτερά,
δώρο των ουρανών.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ενσάρκωσις
Post by: wings on 02 Jan, 2019, 23:25:36
Σταύρος Ζαφειρίου, Ενσάρκωσις

[Ενότητα Ο λόγος]

Το σώμα είναι το πνεύμα μου Κύριε.
Το σώμα μου είναι η πνοή που υπάρχει,
του Λόγου σου η ανάγκη και η κατάπληξη.

Σ’ ερήμους σιωπηλές και θεοφώτιστες,
ομόδουλος αγίων,
του χρόνου συνομιλητής, με την ακμή
της πέτρας
τη σάρκα μου κομμάτιασα,
να τη γευθεί ο δαίμονας,
να ευλογήσει νέα κατοικία

με κίονες ελληνικούς, κήπους από την Κίνα,
νερά που δένουν εύξεινους καρπούς,
με Πέρσες θαυματοποιούς
και διαβαστές των άστρων,
ήχους από αυλούς φοινικικούς,
χορεύτριες υπάκουες
να λάμπουν στον ιδρώτα.

Με ίασπη και αμέθυστους και λάδια αρωματικά
και κόκκινο γλυκό κρασί από την Ασσυρία,
τρυγόνες τυλιγμένες σε αμπελόφυλλα,
καλοψημένο κρέας ζαρκαδιού
σε σάλτσα δεντρολίβανου.
Και λάβδανο απ’ της Ίδης τις πλαγιές
και βααρά από ζεστές κοιλάδες.

Και τη γυναίκα.
Εκείνη που εξαγγέλλουν οι γραφές,
εκείνη που το στρώμα της
κοιμίζει ξένους ύπνους.

Στα δεκαπέντε μάτια της γυρίζουν
ξένοι τόποι, στα δεκαπέντε χέρια της
λαξεύεται η λήθη, στη γλώσσα της
κουράζεται η ανάσα των φιδιών.


Και τη γυναίκα.
Με τον παλμό του πόθου στα ρουθούνια,
με τους μαστούς της τεφροδόχους θυσιών,
με τον βαθύ της αφαλό στόμιο ηφαιστείου.

Στα μαύρα χείλη της υγραίνεται το αλάτι,
στα δάχτυλά της γίνονται
οι φλέβες μου χορδές,
φωτιά στο αυλάκι όπου κυλά
το ξαφνιασμένο μου αίμα.


Το μέσα της αγάπης της όλος ο έξω κόσμος.

Το σώμα βαφτίζει το πνεύμα μου Κύριε.
Το παθητό του υπαρκτού ονομάζει τη φθορά μου.
Το όμοιο λυτρώνεται από τ’ όμοιο.
Το σώμα μου είναι ο Γολγοθάς, ερμηνεύοντας
το άχθος μιας ασώματης μορφής.

Ν’ ακολουθήσω τα πουλιά
εκεί που αλλάζουνε φτερά
με τους αγγέλους,
εκεί που γίνεται το φως
βασιλικός κελαηδισμός,
σταυρός του τέλους.

Ραφαήλ, Ουριήλ,
σαλαγητές του σύμπαντος,
Αζραέλ, Αζραφαέλ,
βοσκοί των πλανητών,


αυτό το πλήθος φορτωμένο με χαλκό,
αυτοί οι πολεμιστές, αυτά τα τύμπανα,
αυτός ο όχλος με τους σταχτιούς λαιμούς,
τι κυνηγούνε μες στο μεσημέρι;
Γιατί ξάφνου παράτησαν τα σπίτια τους,
τα ιερά και τη συναλλαγή της αγοράς;
Γιατί βαδίζουν πλάι μου με τ’ αναιδή τους νύχια;
Πού βρήκαν τόσο θάνατο
και τον επευφημούν;

Η θυμωμένη λόγχη
γέμισε τα σπλάχνα μου.
Απ’ τον σταυρό μου χόρτασε
το δόντι του καρφιού.
Το αίμα μου μετρήθηκε
σ’ όλες μου τις αισθήσεις.
Ασκείται εντός μου η ζωή
στην πράξη του ανθρώπου.

Νυχτώνει η ώρα
και μαζεύονται οι φωνές,
άτακτα λόγια∙
αρνήσεις, παρακλήσεις, χλευασμοί,
ληστές και διοικητές
και Φαρισαίοι,
το λάλημα του πετεινού,
τα ρούχα μου
στων κυβιστών τα χέρια,
το έσχατο και εύθραυστο φορτίο
της εποχής του Προ και του Μετά.
Και ο σπαραγμός της μάνας μου
και η ντροπή του Πέτρου
και τόσα ονόματα απλά
που τα έμαθα αργά
και τόσα θαύματα
στη μέση αφημένα∙

η πυρωμένη κόμη της
στεγνώνοντας τα πόδια μου,
το λυπημένο έαρ
του Ιωάννη,
ένα τραπέζι μυστικό
που έμεινε ασυμμάζευτο,
μια προσευχή,
να ξεπεράσω το απαραίτητο.

Λίγος καιρός ο χρόνος
που εμπιστεύθηκα τη γη,
πολύς καιρός το αιώνιο
και η αθανασία.

Νερό κρασί,
νερό χολή,
νερό
μικρός συλλαβισμός,
να ξεδιψάσει η λέξη
σώμα μέσα στο στόμα μου,
σώμα πάνω στη γλώσσα,
να ξεδιψάσει η εκπνοή,
λυγμός του μνήσθητί μου.


Πόσο μακριά ο ουρανός,
πόσο μακριά ο παράδεισος
που τάζω
και τρομάζω
και το λιμά σαβαχθανί
δεν θέλω να το πω.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Κεκραγάριον
Post by: wings on 04 Jan, 2019, 23:00:12
Σταύρος Ζαφειρίου, Κεκραγάριον

[Ενότητα Ο λόγος]

Α Κύριέ μου, Κύριέ μου πώς μπορώ
το σώμα να νικήσω με το σώμα,
τη φλούδα τούτη της ψυχής∙ με τ’ όνομά της
στον Λόγο σου αντιστέκεται και υπάρχει ανάμεσά μας.
Πού σταματά η ανθρώπινή μου φύση,
αυτή που τόσο μοιάζει με θεό
κι ωστόσο τόσο αδυνατεί
την όψη του θεού ν’ αναγνωρίσει.
Πώς το μαρτύριο μπορεί
τη θεϊκή σου αλήθεια ν’ αποδείξει,
όταν το ίδιο μαρτύριο μες στη δική του αλήθεια
κυκλώνεται και κλείνεται
σημαίνοντας την πλάνη.

Περνά η σαΐτα σου το σύννεφο του νου,
σπαράζει η τύψη, νύχτα καμωμένη
με αβάσταχτα, συναλλαγμένα πάθη
κι ό,τι γυρνά, ασάλευτο στέκει στην κίνησή του,
σαν αρμονία της ατέρμονης ηχούς,
σαν μουσική των άτονων και τονισμένων άστρων,
παροξυσμός του αστείρευτού σου οίστρου,
όταν απ’ το σκοτάδι εμπνεύστηκες το φως
και στου φωτός το ξέσπασμα
μέτρησες το σκοτάδι.

Ζεστός αέρας μου μηνά μυρωδικά μαλλιών,
βάλσαμο της Γεννησαρέτ και δυνατή κανέλα.
Κάτω απ’ τον ήλιο αστράφτουνε κρύσταλλοι πασχαλιάς,
χρυσόσκονη της Βαασά και φίλντισι του Γάγγη
και μου θαμπώνουν το μυαλό κρυπτόβουλες εικόνες,
σαν αίσθηση, σαν άγγιγμα, σαν λύτρωση της μέθης∙
μια βάρκα να τανύζεται σε ποθητά νερά,
μια ακτή, για να φωλιάζουνε στρουθιά το μεσημέρι,
μια ελαφριά πατημασιά με γυμνωμένο πέλμα.


Α Κύριέ μου, Κύριέ μου,
όταν τους κύκλους χώριζες της γης
σε νοητό ουράνιο, σε νοητό θνητό
και μ’ άφηνες αφύλακτο, σαν δόλωμα του χρόνου,
στο παρελθόν και στο παρόν που είναι κιόλας
το εκφρασμένο μέτρο του αιώνιου,
ν’ αναζητώ την προβολή της νοητής μου εικόνας,
να δέχομαι στο σχήμα μου το κάθε τέχνασμά σου,
με ποιο όνομα με φώναξες και ποιαν αθανασία
με κάλεσες να ετοιμαστώ να μοιραστώ μαζί σου.

Πόσο ανυπόμονο άκορος
ικέτεψα τ’ αταίριαστα μεγάλα,
πόσο θεό λαχτάρησα στο δίστρατό μου σώμα,
να είμαι εκεί που είσαι κι εσύ,
σε όλες τις διαστάσεις
της ορατής και της αόρατης σκηνής,
ν’ αλλάξω τούτο το μηδέν με το δικό σου ένα,
να ευωχώ παράδεισους κι έφηβους ουρανούς.

Πόση ακατάληπτη άφεση και πόση καταδίκη
μπορούν ν’ αντέξουν, σώζοντας εκείνο που αγνοούν,
το δέντρο και η μέλισσα κι ο μεστωμένος κάμπος,
τα δάχτυλα του γητευτή στις τρύπες του αυλού,
η έπαρση του αετού πάνω απ’ το θήραμά του,
οι ανοιχτές αυλόπορτες στ’ άχραντα των παιδιών,
παροδικά όλα σε μια
παρούσα διαρκώς δημιουργία,
σαν το πυκνόστροφο σχοινί που δεν του λείπει κόμπος,
πλεγμένο με το χέρι σου σε ανύποπτη στιγμή,
για να δεθεί το πάντοτε στο διάδοχό του τώρα.

Τραγουδιστές με φορεσιές και κρόσσια απ’ την Παλμύρα
λικνίζουν τόπους θαλερούς, πέρα απ’ το λογισμένο
κι απάνω στο φορείο της, κόρφος μικρός του πόθου,
με βλασταράκια νιόκοπα στα παιδικά της χέρια,
μια νύφη που τα χείλη της κολλούν γλειμμένο μέλι.
Και γιορταστές με κιχλισμούς και χορευτές με σείστρα
δίνουν ρυθμό, κρατούν ρυθμό, τραβούν απ’ άκρη σε άκρη,
μες σε θροΐσματα πνοών, τους πέπλους των θαυμάτων.


Σιωπά το παν,
κι ό,τι ζητά και η σάρκα να σωπάσει
είναι της ευσπλαχνίας σου η σπορά,
είναι η γη, καρπίζοντας τον νόμο σου
στην ίδια μήτρα που αναπνέει η επιθυμία.
Είναι το βλέμμα του ήσυχου βοδιού
που οργώνει, πριν απ’ το άροτρο, το αναπαυμένο χώμα,
είναι του τζίτζικα τα διάφανα φτερά,
σαν ψαλμωδούν μονότονα τη μαζεμένη μνήμη.

Ναέ της άμμου, πύλη σκοτεινή,
κλείνοντας το απροσδόκητο
μες στο ατελείωτό μου,
της Θηβαΐδας έρημος και καλαμοκαλύβα,
παλιό ψωμί, τεφρό νερό σε πήλινο λαγήνι,
ψάθα πλεγμένη άτεχνα με νήματα από σπάρτο,
ρούχο από γιδοτόμαρο, τραχύ σαν ώρα μάχης,
όπου στον ίδιο θόρυβο χτυπιούνται τυφλωμένες
η αγωνία που έρχεται απ’ τον ένοικο καιρό
και η προσευχή μου η έκπληκτη για πράγματα
που υπάρχουν, συντρίβοντας στην πτώση τους
τις τέσσερις πανάρχαιες γωνίες της ανάγκης.

Νύχια με σκίζουν, με δαγκώνουνε πουλιά,
σκορπιών ευκίνητα κεντριά
στριφώνουν το κορμί μου,
στα σωθικά μου οι οχιές
καρφώνουν μαύρα δόντια.
Φυσά τη στάχτη ο δαίμονας
και στην καινούρια φλόγα
ορθώνεται ο ίσκιος του
σαν χώρα επαγγελίας.
Χτύπα λοιπόν, μπρος, δυνατά,
λουριά σφυρίζουν στα μπράτσα
και στη ράχη μου αναλυτό μολύβι,
να κροταλίσουν τα οστά,
να γυμνωθούν τα νεύρα,
ν’ αγκαλιαστούν στα χέρσα μου
το αίμα με το αίμα.


Α Κύριέ μου, Κύριέ μου
πόσο ακόμα θα γεμίζει τη σιωπή
η ταραχή της ψεύτικής μου πάλης,
το έξω τούτο πόσο θ’ αρνηθώ∙
όπου αν στραφώ είναι παντού
χωρίς να λιγοστεύει.

Από τους φθόγγους ξεκινώ και ξεπερνώ
τους φθόγγους, μ’ ένα κοπάδι πίσω μου
ζητιάνων και ληστών, να σέρνουν,
σαν πολεμιστές, ποτάμια ματωμένα,
βουλιάζοντας στο αμάρευμα
μιας ηττημένης πίστης.

Δεν μου απαντάς,
αν ό,τι ονόμασες τ’ ονόμασες για πάντα
κι αν ό,τι έχει ομοιωθεί
είναι κι αυτό για πάντα ομοιωμένο.

Δεν μου απαντάς. Αν σου χρωστώ
το σώμα μου και τη συνενοχή του,
άραγε εσύ ποιο εγένετο του Λόγου σου χρωστάς;
Δεν μου απαντάς.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ιερώνυμον
Post by: wings on 04 Jan, 2019, 23:17:57
(https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/7/77/Jeroen_Bosch_%28ca._1450-1516%29_-_De_verzoeking_van_de_heilige_Antonius_%28ca.1500%29_-_Lissabon_Museu_Nacional_de_Arte_Antiga_19-10-2010_16-21-31.jpg/450px-Jeroen_Bosch_%28ca._1450-1516%29_-_De_verzoeking_van_de_heilige_Antonius_%28ca.1500%29_-_Lissabon_Museu_Nacional_de_Arte_Antiga_19-10-2010_16-21-31.jpg)

Hieronymus Bosch, Triptych of the Temptation of St. Anthony (oil on panel, ~ 1501)
Πηγή: wikipedia (https://en.wikipedia.org/wiki/Triptych_of_the_Temptation_of_St._Anthony)


Σταύρος Ζαφειρίου, Ιερώνυμον

[Ενότητα Ο λόγος]

Ο στοχασμός μακριά, μακριά η γνώση,
αυγό και σπάζει, απ’ το τσόφλι του ανεβαίνει
η καμινάδα ερειπίου σπιτιού,
σώματα υβριδικά, καθώς αλλάζουν
από την ενατένιση σε λάγνο υπαινιγμό.
Πόθοι κρουστοί στα διάσελα,
ενσάρκωση και θέαμα ατελών αμαρτιών
και μανιασμένες αγκαλιές που καταπίνουν
τεράστιες σαυροουρές ψυχές
–ποιος θα χορτάσει τις γενιές τόσων αβύσσων;–
Κι επίβλημα που απλώνεται σε κερασφόρο δέντρο,
για να λουστεί στο κούφιο του η βασίλισσα γυμνή.
Κι έντομα επιθετικά και θυμωμένα ψάρια
και μάγοι, αντιγράφοντας τα θαύματα θεών.

Κι ενώ του αγριόχοιρου η κεφαλή διαβάζει
μεγαλογράμματες γραφές, κι ενώ οι απολαύσεις
κερνούν σε κύπελλα χρυσά εκκρίσεις τρωκτικών,
και μένουν οι αλχημικές μορφές προσηλωμένες
η μια στης άλλης την εικονική αιωνιότητα,
γονατιστός ο άγιος στου άβατου το στηθαίο,
με τον δεξί βραχίονα ψηλά,
τα δάχτυλα να ευλογούν μιας σταύρωσης το αίμα,
να ευλογούν το επιτάφιο φως∙
η όψη του στραμμένη αλλού, να δει φοβάται
πόσο μακριά του είναι ο σταυρός,
πόσο ιδρωμένα τα μαλλιά του εσταυρωμένου,
πόσο βαθιά μπηγμένα τα καρφιά.

Σημείωση του ποιητή:
Το Ιερώνυμον οφείλεται στον πίνακα «Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου» του Φλαμανδού ζωγράφου Ιερώνυμου Μπος (1450-1516).


Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Βαλπούργειον
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 17:05:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Βαλπούργειον

[Ενότητα Το σώμα]

Το ικρίωμα είναι η θυσία μου Κύριε,
το ικρίωμα είναι η τροφός∙ το θηλάζεις,
σαν στήθος και σ’ ευφραίνει
με των σπλάχνων μου την κνίσα.

Βρίσκομαι εδώ,
πάνω απ’ τα χέρια του χορού που τα υψώνει
στο πιο πυκνό σημείο του καπνού
ξετρελαμένος,
μες στην αιχμαλωσία μου
δεμένη απ’ άκρη σ’ άκρη.

Να ομολογώ
πως χόρευα στα νυχτωμένα δάση
παραμονή πρωτομαγιάς, γύρω απ’ τον όρθιο
τράγο, με γυμνωμένο το κορμί, με τα μαλλιά
λυμένα, μαλλιά μακριά και κόκκινα
σαν χορτασμένες βδέλλες.
Πως προσκυνούσα ανίερα του δαίμονα το κέρας,
πατώντας κάτω το σκουφί του θηλυκού μου γένους,
κλείδωνα και ξεκλείδωνα τα στόματα
των λύκων κι έφευγα με το πέταγμα
το αργό της άσπρης χήνας.

Να ομολογώ
μαύρο ψωμί, στεφάνι από τσουκνίδες,
ευφόρβιο κι ελλέβορο, στρύχνο
και μανδραγόρα, λιωμένη φεγγαροσκιά,
ηλιοτρόπιο κι αιθάλη, θηρανθεμίδα, ζαφορά,
κώνειο, τορμεντίλια, πεντάφυλλο, αγριοσέλινο
κι υδρόβια παστινάκη.


Βρίσκομαι εδώ,
κόρη κι εγώ μιας μακρινής γυναίκας,
γυναίκας πίσω απ’ όλες τις γυναίκες,
γυναίκα που γεννήθηκα στο κάτω των θαυμάτων.

Εδώ που ο ζέφυρος θερίζει τη σοδειά μου
και δεματιάζει ο φύλακας τα διπλωμένα στάχυα.
Μάνα γριά βασίλισσα της άστοχής μου τέχνης,
δέντρο μικρό ανθρώπινο με τυλιγμένα μάτια,
με ξέσκεπους αστράγαλους ν’ αγκομαχούν τον πόθο,
χώμα μαζί και φως του φεγγαριού.

Γυναίκα, παραδίνοντας τον φόβο
στην έκλαμψη της σάρκας μου,
καίγοντας την ψυχή μου.

Να ομολογώ
πως Σάββατο έγραψα τ’ όνομά μου
στο σκοτεινό βιβλίο του
με άπρεπη γραφίδα, βουτώντας την
στου αίματος την παλαιά υδρία.
Και άλλο από τότε δεν κατοίκησα στη γη∙
στους δύο θόλους έσμιξα το τέλος με το τέλος,
ξοδεύοντας το έλεος ανάμεσα σ’ αιθέρες.
κλώνος οξιάς σαλεύοντας στις μουσικές
των φύλλων, στην ασελγή αποκάλυψη
του μαθημένου χρόνου.

Να ομολογώ
νύχτες κακές και μέρες σαλεμένες,
γουρούνα μαύρη, κολοβή, σε χαλασμένη στάνη,
ιεροβοτάνη, όπιο, φτέρη ημισελήνου,
πράσο και λυκοβότανο
και σκόνη μπελαντόνας
και άγρια ζιγγίβερη κι ακόνιτο κι αλεύρι.


Είμαι εδώ
και είναι εδώ το σώμα μου που του ανήκω
όλη, στον κοντινό του θάνατο,
στο απόλυτο όριό του.
Μέσα απ’ τον θάνατό του να μοιράσω τη ζωή
κάτω απ’ τη γη, πάνω στη γη και στ’ ουρανού
το αλλότριο, στην επικράτειά σου.

Και είναι εδώ το σώμα μου,
το αστόχαστό του πείσμα
να έχουν θέση μέσα του μονάχα τα ορατά
και να μετρά το άπειρο στα μέτρα των ανθρώπων.
Να είναι ολόκληρο παντού
και τίποτε να μη χωρά όλη του τη λαχτάρα.

Να είμαι ολόκληρη παντού,
σ’ όλες τις υποσχέσεις∙
στην κούρνια του μικρού πουλιού
και στη μονιά του κάπρου,
στον βράχο που η άρμη του κλωσά την αλκυόνα,
στην αδειανή πλατεία του καλοκαιριού,
στο έρημο σπίτι όπου αντηχεί το χτεσινό φεγγάρι,
στο στρώμα μου, σταλάζοντας
τους τρόπους της αγάπης.
Να ζώνει ο ήλιος ξέφρενος το τρίχινό μου ρούχο.

Είμαι εδώ, στο σώμα μου,
στην υπαρκτή του όψη,
με τον τροχό, το βούνευρο και το καμένο λάδι,
τ’ αγκάθια που καρφώθηκαν σε τρομαγμένα νύχια,
υποταγμένη στην κουρά,
στην κορυφή του εξαγνισμού οδηγημένη.

Να ομολογώ
λίπος παιδιών που τα ’χουνε ξεθάψει,
χολή πουλιών κι αυγά φιδιών μέσα σε φύλλα λεύκας.


Έκαψε η καθαρή φωτιά και η τέφρα ακόμα καίει.
Σκάει άνθος παράφορο
κι ο στήμονας βαθιά με συνεπαίρνει.
Του κόκορα η βραχνή φωνή μιλά καθάρια λόγια.

«Στα σκέλη της σαρώθηκαν τα πνεύματα της λόχμης
κι εντός της χώνεψε ο καιρός τα νεκρωμένα φύλλα.
Κύλησε πίσω ο ουρανός, λιχνίζοντας τη μέρα
και μάνιασαν στις φλέβες της οι στρόβιλοι του σκότους.»

Πέρα απ’ τους φράχτες ξεδιαλέγεται η λιγνύς
και ημερεύουνε ξανά οι ανάσες των αγγέλων.
Μένουν των αγροτόσπιτων οι πόρτες ανοιχτές,
γεμίζουν τσακμακίσματα των κοπαδιών οι στράτες.

Αρχαία νύχτα και στροφές των ποταμών
κι αέρα φορτωμένε τον στεριωμένο κόσμο
και πολιτείες κινητές από την ιστορία
κι αχειροποίητοι βωμοί στην πλήρωση της χάρης,

ποιος είναι ο τόπος που σκορπίζεται η ψυχή
και βγαίνει από το δέρμα του ο λαμπερός αστρίτης;
Πού κατακάθεται η σποδός σαν σπόδιο του νου;
Που μάχεται η παλιά αρχή με το καινούριο τέλος;

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Succubus
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 17:20:04
Σταύρος Ζαφειρίου, Succubus

[Ενότητα Το σώμα]

Μαστάρι μαύρου φεγγαριού που το αρμέγει
η Σίβυλλα, να θρέψει μαύρη κόρη,
κορμί ολάκερο γυμνό
στο κέντρο του ιερού, ένυλη μνήμη
ο ξεδιάντροπος χορός, το φλογισμένο
φούσκωμα του στέρνου,
ριγώντας μες στο παρελθόν∙
απ’ το σκοτάδι του είχε προφητέψει
το πρόσταγμα του σώματος να γίνει αθανασία,
να σβήσει η ύβρις του άμετρου
και να γυρίσει ο κύκλος.

Δεμένος πάνω στον τροχό ο θηλυκός της
οίστρος, να διατρυπά την ύπαρξη
και να ξαναφωτίζει
οράματα ανυπόταχτα σε μια καινούρια τάξη,
σκύλα, γυναίκα αδέσποτη, που ξεψυχά
σαν θύελλα, καθώς γλείφει το αίμα
από την άλω του στερνού της εραστή∙

να ο κόσμος, νέος, άχρονος, χωρίς μπροστά και πίσω,
αληθινός σαν δωρητής, να ο αναγκαίος κόσμος,
φτιαγμένος απ’ το τίμημα, όχι από τη συγγνώμη.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/01/Zafeiriou_SwmatosLogos_Succubus-e1546701224690.jpg)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Θεοφαγία
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 18:41:15
Σταύρος Ζαφειρίου, Θεοφαγία

[Ενότητα Το σώμα]

Οι αισθήσεις λυτρώνουν το σώμα μου Κύριε,
μονάχα οι αισθήσεις μου του ανήκουν∙

μπροστά στην τάξη ενός επίμονου ορίζοντα,
όπου οι αρχάγγελοι διασχίζουν τον αέρα
με την αλαζονεία των θριάμβων τ’ ουρανού
κι ανεμοδείχτες πετεινοί
κορδώνονται στις στέγες,
δονώντας στο λαρύγγι τους
την απειλή του νόστου,
άλλο από τούτες δεν έχω να καλώ,
άλλο δεν έχω να τολμώ το δόσιμό του.

Όταν οι αισθήσεις έρχονται κοντά
και βουερά τ’ αυλάκια τους κυλούν
το ένα στο άλλο, στριφογυρνώντας διαρκώς
σε κύκλους και στενεύουν, μέχρι που
συσπειρώνονται σ’ ένα αφρισμένο κέντρο,
το σώμα κουλουριάζεται ξανά
στη γέννησή του, σαν ν’ αφουγκράζεται
την πρώτη του ωρυγή.

Όταν η σάρκα αισθάνεται,
είναι σαν ν’ απαιτεί το μερτικό της
ολόκληρο απ’ το ίδιο της μισό,
γεφύρι είναι μονότοξο που δένει τις δυο όχθες
πατρίδας ίδιας κι επιστρέφει την ηχώ.

Όταν το σώμα γίνεται κορμί
και με τα νύχια του αρπάζεται απ’ τον χρόνο
κι αποτραβιούνται τα νερά και φαίνονται
τ’ αχνάρια της γύμνιας που αντιγράφεται
στο φως και παραστέκει το άφραστό της,
αυτός είναι ο αρχαίος του χορός,
το τελευταίο στάσιμο πριν απ’ την έξοδό του.

—Το σώμα μου δεν σε χωρά. Μεγάλωσέ το.
Μεγάλωσέ με. Φτάσε με στο μηδέν.
Όπου αν μ’ αγγίξει η θέρμη σου θα γεννηθώ σαν άστρο,
θα ωριμάσει η γεύση μου, θα χορτασθεί ο κόσμος.

—Το σώμα σου ζυγιάζεται σαν θάμπωμα του λίβα
κι ο κόσμος μένει αθέατος στην περιδίνησή του.
Σταφύλι φρεσκοτρύγητο στα δόντια των εφήβων
τα δίδυμά σου ιερά χρησμοδοτούν τον πόθο.


Οι αισθήσεις πληρώνουν το σώμα μου Κύριε,
τα κλάσματα της άγονής σου ύλης.
Μέσα στις φλέβες μου ζητώ το προσιτό
των ρόδων, το στήθος μου ανεμόμυλος
σε άτακτη τροχιά, πόρτα στενή, για να διαβώ
απ’ τη σιωπή στους ήχους, αλφάβητο, να διδαχτώ
το πίσω μου κενό.

Όταν οι αισθήσεις σπάνουν τα δεσμά
κι ανασκιρτούν, τραυλίζοντας σαν ταραγμένη ανάσα,
σαν δίψα που βυζαίνει των βράχων τις ρωγμές,
όταν οι μέρες καίγονται σε ό,τι έχουν ζήσει
και μένει μόνο η στάχτη μιας αξόδευτης σορού,

είναι σαν ν’ αποδίδονται στην άφεση
όλα τα ερωτήματα και οι φόβοι,
να γίνεται η στέρηση ρευστή σαν τη γιατρειά της,
είναι σαν να φιλιώνεται της φλόγας ο σφυγμός
με τη γιορτή που πάλλεται στη ζωντανή της όψη.

Την ώρα που το σώμα ζει δεν θέλει
να επιστρέφει στους δίσεκτούς του
ορισμούς, στο ξόδεμα της μνήμης.
Την ώρα πριν απ’ το πολύ, όταν ακόμη
η απαντοχή είναι τριγμός
και ο τριγμός ανοίγει αποστάσεις
και δεν υπάρχουν παρά τα
βαθιά σημάδια της λαχτάρας,
το αδιάκοπο αντιγύρισμα
του ασφυκτικού μου νου∙
την ώρα αυτή, μόλις ξεριζωμένος
απ’ τα μάτια, στο χείλος μιας αστόχαστης
και άπληστης στιγμής, καθώς τρελός
που αφήνεται στον λείψανο εαυτό του,
στο τέχνασμα ενός έρωτα που τον αιφνιδιάζει,
απλώνομαι στο σώμα μου, γυρεύοντας το σώμα
στη λύσσα του κοβάλτιου, στην έκρηξη της ώχρας,
στο κιαροσκούρο του άνθρακα, στο αμύητο λευκό.

—Τι σου είμαι; πες μου, και προστάζεις την αγάπη μου.
Με κέρδισες χωρίς ποτέ να μ’ έχεις χάσει.
Τι σου είμαι; πες μου, και ζητάς τα αινίγματά μου.
Θέλεις να σου υποταχτώ σαν θλιβερή πουτάνα,
να υψωθώ σε τελετή, ν’ ανοίξω σαν θυσία.
Έλα λοιπόν, πιες τις γωνιές
όλου του σώματός μου,
δώσ’ με ξανά στο σχήμα μου κι επίστρεψε
το σχήμα μου ξανά στο πρόπλασμά του.

—Ξέφρενου ζώου σκοτεινό λαχάνιασμα, μουσούδι
φλογισμένο, μια μαχαιριά απ’ την κοιλιά
ως την επιθυμία∙ μυρίζω το αίμα μέσα σου,
ψάχνω το πρόσωπό σου, να το μυρώσω
στους δικούς σου τους χυμούς.
Είσαι θνητή, μας σαν αθάνατη τη σάρκα σου σπαράζω,
τρώγοντας ό,τι απόμεινε απ’ τη βεβήλωσή σου∙
τα έμπυρά σου στον βωμό χρησμοδοτούν τα πάθη.


Το σώμα αφανίζει το σώμα μου Κύριε,
τον ξακουστό μου δαίμονα στον ξακουστό του τρόπο,
κομμάτια της αρματωσιάς απάνω στην αρμύρα,
ένα δεμάτι πάλιουρα, σαν γερασμένο τέλος,
εκεί όπου μένουν άσπονδοι οι αρχαίοι ναυαγοί,
εκεί, στο άγρυπνο κενό, ανάμεσα στις ξέρες,
διαθήκη της παλίρροιας, γραφή τυφλού
ανορθόγραφου στο φως.

Κόκκινος ήλιος δυνατός, λεπίδι τροχισμένο,
σχίζοντας τα ονόματα, χωρίζοντας
πλευρό από πλευρό,
κι είναι ο αέρας μοναχά που ήσυχα φιμώνει
με το στεγνό του πέρασμα ανάμεσα στα ρείκια,
χαρίζοντας το ένδοξο του ενός
στην άδοξη συνήθεια του άλλου.

Αυτό είναι το σώμα που διαίρεσες,
προικίζοντας με άγνοια τη γνώση,
μήτε αδειανό μήτε γεμάτο από πνοή,
να ισορροπεί την ακριβή μορφή του
σ’ ένα διαρκές κι επίορκο παρόν,
μετρώντας και προσθέτοντας ό,τι το κατευνάζει.

Αυτό είναι το σώμα που φωνάζει τη ζωή,
κοιτάζοντας ολόισια στους ανοιγμένους τάφους
τη στοίχιση των ταπεινών κι αμοίραστων οστών,
ενώνοντας περίπαθα την άσυλή του γύμνια
με το απτό παρόμοιο του άλλου του μισού,
μέχρι να φτάσει η φωνή του στην αρχή,
στο γεννημένο αδύνατο, στο άγνωστό του ένα.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Μεταστάσιμον
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 19:33:42
Σταύρος Ζαφειρίου, Μεταστάσιμον

[Ενότητα Το σώμα]

Το τέλος μου ανήκει στο τέλος σου Κύριε.
Στο άδυτο του σώματος καλείται τ’ όνομά σου,
μια πράξη πριν απ’ τη σιωπή, όπου η σκιά μου
θα πλάσει, με την άλλη της σκιά,
την πιο παλιά απεικόνιση του ομοιώματός σου.

Αυτός είναι ο δρόμος∙ τον ανίχνευσα,
σαν θηρευτής που αναζητά
των αγριμιών περάσματα, θαρρώντας
ότι ο θάνατος είναι η συνέχειά μου,
η αναγκαία πύλη που συνδέει τη ζωή
με την ανεξερεύνητη ουσία.
Για θαύματα ερμηνεύοντας τ’ απαρνημένα
πάθη, ποθώντας όσα μέλλονται,
συλλέγοντας τα πριν.

Αυτός είναι ο τόπος, πιο μικρός
απ’ την περιγραφή του,
ο αφημένος τόπος που εξαγόρασα
στ’ ανεστραμμένα σχήματα του ανθρώπου,
από τη μια του άκρη ως την άλλη μετρημένος,
από τη μια του εποχή στον μαρασμό της άλλης.

Αφύλαχτη ώρα κι άπραγη μες στην ηχώ
της μνήμης, σπίτια παλιά που απόμειναν
χαλάσματα, με τις μικρές τους κάμαρες,
με τ’ ανοιχτά παντζούρια
ασάλευτων αγρυπνιών, όπου το βλέμμα
ως το πρωί παγίδευε το γνώριμο όραμά του
–τα μάτια μου ήταν μάτια μοναχά–
και η παλάμη σκούπιζε στο παγωμένο τζάμι
το χνωτισμένο ρίγος τ’ ουρανού.


Αυτός είναι ο τόπος,
πιο ελαφρύς απ’ το κακό φτερούγισμα του αέρα
ανάμεσα στις σύντομες γραμμές, όπου για πάντα
όποιος απογυμνώνεται διαβαίνει
από το ένα σώμα του στο άλλο,
ανυπεράσπιστος και εκμηδενισμένος,
με την αστεία μάσκα των νεκρών,
με τα βουβά σβησίματα στην ενεστώσα σάρκα,
πιο ελαφρύς από το θάμβος των τυφλών.

Και ό,τι εκπληρώνεται θα μένει
στον αιώνα εκπληρωμένο,
κι ό,τι δεν ανασταίνεται στο φως,
απ’ του φωτός θα εξοντώνεται τη μήνι,
μέχρι που η εξέγερση της γελασμένης πίστης
να ταπεινώσει σε στάχτη τη φωτιά,
τη συντελή υποταγή σε τάξιμο
μιας άλλης ατελούς δημιουργίας.

Μέχρι που η συνείδηση του τελειωμένου χρόνου
δώσει όνομα στην πιο μικρή σταγόνα της βροχής,
στο πιο μικρό, απροσδόκητο τερέτισμα της κίχλης
κι η διφορούμενη φωνή των επιθυμιών σου
γίνει εντολή για μία θλιβερή συναλλαγή.

Ποιος θα φυλάξει τον απόμακρό μου ύπνο,
τον κάθιδρό μου πυρετό στο ανάλωτο σκοτάδι,
ξορκίζοντας την εμμονή του άνηβου παιχνιδιού.
Ένα κουβάρι η μάνα μου στην άκρη
του μαξιλαριού απολησμονημένη,
ένα κουβάρι σύμπαντος, άπιαστο σαν το σύμπαν,
«καλέ μου, πού ανεμίστηκες και σ’ άκουσε η αρρώστια
και λιώνει το κορμάκι σου σαν το λυγρό φεγγάρι».


Αυτό είναι το σώμα που διδάχτηκα,
τόσο εύκολα πληρώνοντας την κάθε ’ του,
πάτημα κούφιο σε άδεια γη, λίγο πριν κλείσουν
πάνω απ’ το πέρασμά του τα νερά,
τ’ όμοιο σώμα στο παρόν της συμφιλίωσή του
με την ενδιάμεση εμπειρία του υπαρκτού,
το τακτικό συμμάζεμα όλων του των τροπαίων∙
το ίδιο σώμα που ποτέ δεν θα επιστρέψει
απ’ το ασεβές της άλλης του μορφής
στην αγγιγμένη υπόσταση των πιο κοινών
πραγμάτων, στην άρρητη κληρονομιά
του ποθητού παντός.

Αυτό είναι το σώμα∙ το δοκίμασα
σαν ένα σώμα δεύτερο, για να σ’ αναγνωρίσω,
καρπός δυο κόσμων άσμιχτων στη διαστολή
του κόσμου, εκεί όπου όλα κρίνονται
στη στάθμη της διπλής δικαιοσύνης,
εκεί όπου χτίζεται ο ναός της αποθέωσής μου
και εισβάλλει το δεντρόφιδο στου μυωξού
την τρύπα, εκεί όπου μένει απείραχτο
το πρώτο ιχνογράφημα της κοσμικής μου πτώσης.

Μια νύχτα ακόμη που η ανάσα
αγκιστρωμένη στην κάπνα της ξυλόσομπας
πάσχιζε το πολύτιμο, εφήμερο άπειρό της,
και οι καθρέφτες να σκεπάζονται
ένας ένας, να μου ξεφεύγουν
τα πουλιά, η άκρη των φτερών τους
ντυμένη πάχνη λιβαδιών,
το ασφαλές λημέρι μου
ανάμεσα στα χαλαρά πυρότουβλα
του τοίχου, με τους κρυμμένους θησαυρούς
όλων μου των φυγών,
τη σβούρα με τον τυλιγμένο σπάγκο,
ένα χελωνοκαύκαλο ζωγραφισμένο μπλε,
χαρτάκια ποδοσφαιριστών, πολυανταλλαγμένα,
κώδικές και συνθήματα κατασκοπευτικά,
πάροδος πένθιμου χορού, σχηματισμός
του ελέους, πέτρα στην πέτρα κυκλικός
βωμός του αγνισμού μου,
αδιάκοπη επανάληψη αρχαίων κοπετών,
«πού πας αγόρι μου άφεγγο, ποιο μάτι σ’ έχει πιάσει,
ποια πούλια, ποιος αυγερινός φθόνησε τ’ άνθισμά σου».

Καθώς ταιριάζω του χεριού μου τις γραμμές
στην πιο έντιμη αποτύπωση της χωροθέτησής τους
κι απαριθμώ τη διάρκεια της άλλης διάστασής μου
ανάμεσα στον τροπικό και τον ορίζοντά της,
ανάμεσα στην εκλογή και το επιβεβλημένο,

κεριά βλασταίνουνε φωτιές σε σιταρένιες ρίζες,
γυναίκες επιδέξιες κομίζονται την έγνοια
ν’ αλλάζουν θέση διαρκώς ο κτίστης με το κτίσμα.

Καθώς τα κύματα σαρώνουν τις ακτές
κι αλάνθαστα φαντάσματα διασχίζουν
τοπία μιας γεμάτης λάθη μεταφυσικής,
στέκουν στα βράχια γελαστοί, με τα καλά τους ρούχα,
–κοστούμι σκούρο και πουκάμισο λευκό, γραβάτα μαύρη–
στη μια μεριά ο φόβος μου, στην άλλη ο σαρκασμός μου,
λέξεις αράγιστες κι οι δυο μέσα στην ίδια αράδα.

Στο τέλος μου είναι το τέλος σου Κύριε.
Στο τέλος μου τελειώνεται το τέλος των καιρών.
Κι αν κάτι από μένα είναι δικό σου
είναι αυτό που η γλώσσα μου καλεί
αιτιατό μαζί και αίτιό σου:
η εικόνα του ανθρώπου μου
η ανθρώπινη.

Από τη συλλογή Σώματος Λόγος (2004)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Η Άτροπος των Ημερών
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 20:29:05
Σταύρος Ζαφειρίου, Η Άτροπος των Ημερών

Τότε απλώθηκε ο λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χώρος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,
ξεκίνησε από τον ίσκιο του λόγου,
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια και εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου
και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς,
μια και εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος
και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κήπος
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 20:48:47
Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κήπος

[Ενότητα Στάσιμα]

Για να χωρέσω φτιάχτηκε ο κόσμος,
ο μέγας κόσμος και ο κόσμος ο μικρός
και οι αναβαθμοί που τους ενώνουν∙
η κεφαλή του Ωρίωνα και τα φτερά του Βέγα
και ο σαλιωμένος σβώλος στην πληγή.
Και η χώρα Χους και η χώρα Ευειλά,
όπου ο άνθρακας και το ακριβό πετράδι∙
και αυτά που είναι φανερά μα δεν τα βλέπω
και τα ονομάζω για να ονομαστώ.

Παντού το κέντρο του, όπου κι αν σταθώ∙
κι αν κινηθώ πηγαίνω προς το κέντρο.
Βρίσκομαι εδώ, και το εδώ
είναι η στιγμή που βρίσκομαι παντού
σαν διαδοχή και σαν αναγκαιότητα,
σαν κλάσμα που διασχίζει τις διαστάσεις
ή σαν γραφή καρκινική που αντιστρέφει
το ασυμπλήρωτο ευρετήριο της ύπαρξης.

Σαν τον καθένα μες στον κόσμο τον δικό του∙
με το ατελές του άρτιου,
το όλον του περιττού,
το κάτω, το επάνω και το ανάμεσα
και το επικατάρατον της γης.

Βέβαια προηγήθηκε η φωνή∙
χωρίς συναίσθημα, σαν λόγος τεχνοκράτη.

Μέχρι τη μέρα που μετρήθηκε σαν έκτη
όλα τα πρόφτασε:
το εγγύς, το μακρινό και το αόρατο,
το σπείρον σπέρμα και τον σπόριμο καρπό,
πάντα τα γένη (όλα κατά ζεύγη),
τις δοκιμές της ν’ απεικονιστεί,
τις εντολές, τις τόσες υποσχέσεις,
τη γνώση σαν αβάσταχτη ενοχή.
Κι έπειτα αγίασε τη μέρα την εβδόμη∙
κι έπειτα σώπασε για να ξεκουραστεί.

Κι έπειτα;
Έπειτα ας σώπαινε τουλάχιστον για πάντα.
Μα αυτή εκεί.
Να εποπτεύει δειλινά και περιπάτους,
να κρίνει, ν’ ανακρίνει, ν’ απειλεί∙
ως και δερμάτινους χιτώνες ονομάτισε,
να ντύσει άρον άρον τους γυμνούς.

Εκεί.
Να τρώγεται για ένα κοτσάνι μήλου
που βρήκε πεταμένο μες στον κήπο της.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 6: Η «χώρα Χους» και η «χώρα Ευειλά», (Γένεσις, κεφ. Β', εδ. 10 & 13), όπως τις συναντούμε στη μετάφραση από το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης (Η Παλαιά Διαθήκη, Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα, 1997). Οι αντίστοιχες χώρες μεταφράζονται από τους Εβδομήκοντα ως «Αιθιοπία» και «Ευιλάτ» (Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, 1986).
Στ. 10-11: Είχα την εντύπωση ότι ο ορισμός: «Η φύση είναι μια σφαίρα χωρίς τέλος, που το κέντρο της βρίσκεται παντού και η περιφέρειά της πουθενά» ανήκει στον Πασκάλ. Καθώς διαβάζω όμως στις σημειώσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη (Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα πεζά, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2005): «είναι μια παραλλαγή του "Το κέντρο του σύμπαντος είναι παντού κι η περιφέρειά του πουθενά" του Τζορντάνο Μπρούνο, που είναι πια παραλλαγή του "Ο Θεός είναι μια νοητή σφαίρα που το κέντρο της είναι παντού και η περιφέρεια πουθενά" του Αλανού της Λίλλης, που την είχε ανακαλύψει στο Corpus Hermeticum και που, φυσικά, αποδίδεται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, που έτσι ερμήνευσε τον άπειρο Σφαίρο του Εμπεδοκλή, που είναι μία εικόνα του Παρμενίδη ("το Ον είναι όμοιο με τη μάζα μιας ολοστρόγγυλης σφαίρας, που η δύναμή της είναι σταθερή από το κέντρο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση"), που ανέπτυξε τον Θεό ως αιώνια σφαίρα του Ξενοφάνη».


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Επιτέλους τα σύνορα
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 21:28:40
Σταύρος Ζαφειρίου, Επιτέλους τα σύνορα

[Ενότητα Στάσιμα]

Και οι φυλές σκορπίστηκαν κατά την τάξη
των άστρων και τη φιλάνθρωπη ροή
των ποταμών∙ του Φισών που η λάσπη του
γεννά το χρυσάφι και του Ευφράτη
και του Τίγρη και του Αιθίοπα∙
κάθε μια εκπληρώνοντας τη δικιά της ευθεία,
τα δικά της σημεία που ερμηνεύουν τ’ αγγέλματα∙

τους καιρούς του ενιαυτού με το αλεύρι
το άζυμο, το αίμα το ακοίμητο
μετά τη λατρεία, το μύρο του χρίσματος,
το μαλλί, το ασήμι,
τον θερισμό και τη συγκομιδή.

Μέρες παλιές, σπίτια παλιά όπου γεννήθηκα,
ταβάνια χαμηλά όλες τις ώρες,
αφή του άχυρου, οσμή του χορταριού,
ανάμεσα σε αθήλαστους μαστούς
γεύση του ιδρώτα.

Νύχτες που η πάχνη ξάφνιαζε τα γερασμένα
μέλη, τα μάτια όμως γύρευαν
λίγο ακόμη φως, να μη λαθεύει πια
η ευλογία και βιαστικά χαρίζει
τη δροσιά των ουρανών
–ή το πλήθος της γης σε κρασί και σε λάδι–
στο λείον του δόλου αντί στο δασύ.

Με τις σκιές αθόρυβα να λύνουν τα μαλλιά τους,
αθόρυβα να ξεγλιστρούν απ’ το ασελγές της μνήμης∙
πάντα μια πράξη πέρα απ’ την αυλαία,
πάντα ένα βήμα έξω απ’ τη σκηνή,
χωρίς ποτέ να γίνουν παρουσία,
δίχως τη δύναμη ν’ αντέξουν τη μορφή.

Παίζοντας με την πλάτη στο κοινό,
ώστε να μένει χώρος μεταξύ τους
για ν’ αποφεύγουν τη συνενοχή,
την αγωνία εκείνης της στιγμής
που ο ρόλος γίνεται υπόσταση κι αιτία∙

που ακούγονται οι σάλπιγγες και οι αλαλαγμοί
και η βία των γλωσσών και οι διαθήκες.
Που φανερώνονται, ως από μηχανής,
του ήλιου το άδυτο,
οι παρελάσεις των στρατιών γύρω απ’ την πόλη,
οι ανηλεείς χειρονομίες των θεών.
Η τόση έπαρση, η τόση υποταγή,
τα τόσα σύνορα.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 3-5: Βλ. Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Γένεσις, κεφ. Β', εδ. 10-14.


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Συναιρέσεις
Post by: wings on 05 Jan, 2019, 21:47:04
Σταύρος Ζαφειρίου, Συναιρέσεις

[Ενότητα Στάσιμα]

Αλλά η φωνή ταλαντεύτηκε
ανάμεσα γλώσσα και χείλη,
ανάμεσα στους καιρούς που αφαιρούν
και στους καιρούς που προσθέτουν,
δοξάζοντας τη νέα της δύναμη και το νέο της πνεύμα,
το κέρας και την πέτρα και το σίδερο,
τα φύλλα του χαλκού,
τα μελανόμορφα, βαθύκοιλα καράβια
με το βάσκανο μάτι στην πλώρη τους∙
και τους χρησμούς και τα εξιλαστήρια,
το άσπλαχνο του φάσγανου
και τη λιστή πνοή των ετησίων.

Ραψωδώντας, στα χρόνια που πέρασαν,
με τον μνησίκακο ρυθμό του εξαμέτρου,
με την πλάτη στη θάλασσα και το στέρνο στον φόβο,
τους θριάμβους, τη νομή των αρμάτων και τον πυρρίχιο,
τα έργα του θυμού∙

και των αλόγων τους ορθούς λαιμούς
και των βοδιών το αλειμμένο λίπος
και τα μαλλιά που κόπηκαν
στο πένθος των συντρόφων∙

και όσα οι πολύτροποι εξύλευσαν,
για να μηχανευτούν την ιστορία,
με τη δική του νέκυια ο καθείς,
καθείς με τη δική του Ωγυγία,
με τον δικό του Φόρκυνα
στην εμμονή του νόστου.

Και ποιο το όφελος λοιπόν
απ’ του ιερού πτολίεθρου την πτώση;
Όλα διαπράχθηκαν στη χάρη των θεών∙

κι αν φανερώθηκαν στα λόγια των ανθρώπων
σαν ειμαρμένη, σαν πουκάμισα αδειανά
ή σαν παράπονο των άταφων νεκρών,
που θέλουν, έστω, για μνημείο το κουπί τους∙

και ακόμη, αν πειθάρχησαν οι λέξεις
σε τεχνικές ιδιότροπες του στίχου,
μ’ εκθλίψεις και βραχύνσεις φωνηέντων,
ώστε ν’ απαλειφθούν οι χασμωδίες,
ποιο το όφελος;

Εκείνοι απλώς συναίρεσαν τον κόσμο∙
και δεν φαντάστηκαν ποτέ τα νέα τείχη,
τα νέα θέσφατα, τις κόχες
των καινούριων εφεστίων∙
ούτε ποτέ τους πέρασε απ’ τον νου
καμιά άλλη Ρώμη πέρα από τη Ρώμη.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Όνειρο
Post by: wings on 20 Feb, 2019, 22:15:18
Σταύρος Ζαφειρίου, Όνειρο

[Ενότητα Στάσιμα]

Ήμερο φως, φωτιά αδελφική,
είδωλο οικείο στον καθρέφτη φυλαγμένο
σαν καμωμένο έργο των ματιών
παιδιού∙

όνειρο ήταν. Ο πατέρας
με κρατούσε από το χέρι∙ με το άλλο χέρι
μου έδειχνε τη γη∙
λιόδεντρα και αρμυρίκια και αγριοσφένταμο
και θορυβώδες ρεύμα του νερού,
όπου το γέλιο της η τσίχλα δοκιμάζει
και χάνεται η οπλή του ελαφιού.

— Να ο κόσμος σου.
Και ο κόσμος είναι η χώρα
που τη ζωή σου έχει υποδεχτεί,
δίνοντας όψη σε ό,τι κιόλας είσαι,
σε αυτό που αλλάζει διαρκώς για να υπάρχει
σκιά του και πηλίκον του αμετάβλητου.

Να ο τόπος σου∙
συγγενικός με τ’ άστρα
και την αρμονική των αριθμών∙
εννέα τόνοι τ’ ουρανού
στη μουσική τροχιά του
και το φεγγάρι ρούχο κρεμασμένο
στο καρφί, καθώς γυρίζει
η θάλασσα κι αφήνει
στην άμμο επάνω όσα νοσταλγείς
ή όσα η ανάγκη έχει ποθήσει
πριν από την ανάγκη νικηθεί.

Ανάμεσα σε χώμα και καρπό μόλις ο αέρας∙
και ο σύνοικός σου δαίμονας γυμνός,
στραμμένος στη στιγμή που τον ορίζει,
τυλίγοντας σαν νήμα το παρόν,
κύκλο σε κύκλο μέσα γεννημένο,
στον χρόνο του αιώνιου εύθραυστη ανακωχή,
αφού και το αιώνιο διαρκεί όσο και ο χρόνος.
Να η γνώση σου∙

αφίλιωτη παρασημαντική
των ειμαρμένων νόμων της απώλειας
πως τίποτε το πιο πολύ απ’ ό,τι βλέπεις∙
τους τεντωτές σχοινιών που τεμαχίζουν
ευθείες και πλευρές,
να δώσουν μέτρο στο άμετρο
κι εύρος ποδός στον ήλιο∙
πως τίποτε το πιο πολύ απ’ ό,τι
μπορεί να λογισθεί και να είναι κάπου

σαν όνειρο∙
σώμα κλεμμένο απ’ την εικόνα του εαυτού του,
κάνοντας την ανάσα του πνοή.
Πλάνη που μόνο αν μιμηθεί
θα γίνει αλήθεια.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 40: «Τεντωτές σχοινιών» ονομάζονταν στην αρχαία Αίγυπτο οι τοπογράφοι που μετρούσαν τους αγρούς και τα κτήματα, τεντώνοντας σχοινιά στις πλευρές τους.
Στ. 43: Κατά τον Ηράκλειτο (απόσπασμα 3) ο ήλιος έχει το πλάτος ανθρώπινου ποδιού (Ηλίου εύρος ποδός ανθρωπείου).


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Φτου ξελεφτερία
Post by: wings on 20 Feb, 2019, 22:47:32
Σταύρος Ζαφειρίου, Φτου ξελεφτερία

[Ενότητα Στάσιμα]

Ό,τι κοιτώ μπροστά μου είναι πίσω μου∙

ένα παιχνίδι αντίστροφων βημάτων
όπου τα πάντα ήδη έχουν συμβεί
στο πριν και το μετά της διαδοχής τους.
Σαν πράξη απατηλή χωρίς κανόνες
σε δήθεν σκηνικό ενδεχομένων

ή σαν καθρέφτης που έχει σκεπαστεί
και κρύβει απ’ το παρόν τις αποστάσεις,
τον χρόνο αντιγράφοντας πιστά,
μεταβλητή θαρρείς γεωμετρία
που αποκαλύπτει και παραπλανά.

Έσχατο τέχνασμα ανάμεσα στα ερείπια,
στην αίθουσα του θρόνου, στα περάσματα
μιας ασκεπούς αρχιτεκτονικής
περίπλοκης, κόμπος που όλο κυκλώνει
στο κέντρο του τα ξεχασμένα ιστία
και δένει το κομμένο του κενού.

Πού είναι το τέλος της κλωστής;
Δέμας του απόβλητου και φτου ξελεφτερία,
σαν άσκηση του αφάνταστου στο απόλυτο
του νου, καθώς αλλάζουν νόημα
στη γλώσσα οι διαστάσεις,
αίμα και σάρκα σμίγοντας σε μοίρα
θλιβερή, ορθώνοντας, σκιά κακή,
την τριχωτή του ράχη∙
καθώς παράφορη αντηχεί
του κτήνους η βοή.

Σύνοικοι αιώνων, άχαρος χορός
στου ήρωα τα όπλα εικονισμένος
με ανταλλαγμένες όψεις και μορφές,
δεσμώτες και οι δύο των διαδρόμων,
τούτης της κρύπτης από δουλεμένη πέτρα,
που μας ξεστράτιζαν ολοένα από το φως.

Τι συναντά κανείς έξω απ’ το δράμα;
Οι ναύτες τρίβουν την αρμύρα απ’ τους
σκαρμούς και ο πρώτος σέρνει
τη βελόνα στα βραχέα.
Ράθυμος πια και καταχρεωμένος
απ’ την κερδοσκοπία των θεών.

Πάει καιρός που έπλεκε την κόμη
των δαιδάλων συνεπαρμένος κι επικός
μες στη νεότητά του∙
καιρός που έστεργε να φωτογραφηθεί
με το σφαγμένο τρόπαιο στα χέρια,
με το κουβάρι μουσκεμένο στην πληγή.

Πάει πολύς πολύς καιρός
που επέστρεψε μες στον λαβύρινθό του.

Σημείωση του ποιητή:
Ιδιαίτερα χρήσιμο για τούτο το ποίημα μου φάνηκε το βιβλίο του Patrick Conty Λαβύρινθος – Το μεγάλο αίνιγμα (μτφ. Στέλιος Μεταξάς, Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη, 2004).


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Madonna Ognissanti
Post by: wings on 21 Feb, 2019, 00:29:01
(https://images.uffizi.it/production/attachments/1506000354064450-giotto-maest-PRINCIPALE.png?ixlib=rails-2.1.3&w=1200&h=800&fit=clip&crop=center&fm=pjpg&auto=compress)

Giotto di Bondone, Ognissanti Maestà
Μουσείο: The Uffizi (https://www.uffizi.it/en/artworks/virgin-and-child-enthroned-surrounded-by-angels-and-saints-ognissanti-maesta)


Σταύρος Ζαφειρίου, Madonna Ognissanti

[Ενότητα Στάσιμα]

Υπάρχει μόνον ένας δρόμος για το άρρητο,
όμοιος δρόμος∙

μακρύς σαν θραύσμα συνεχές,
μακρύς, μακρύς και πιο μακρύς ακόμα∙
και όπου σταθείς για να ξεκουραστείς,
στη μέση ή στη μέση της ή στα μισά της μέσης,
πάντα σου μένει άλλη τόση διαδρομή.

Κι ένα σημείο, το ελάχιστο
σημείο της σκιάς και του φωτός,
αυτό που ξετυλίγει τις διαστάσεις,
ιεραρχώντας την προοπτική

του κόκκου και του κρύσταλλου
και του αργαλειού που υφαίνει το ύφασμα
του ορίζοντα και του ψευδούς κενού.

Όπως η σπείρα ξετυλίγει τον εαυτό της,
τροχιά θαρρείς περιδινούμενων σχημάτων,
μοιράζοντας το λίγο στο πού
και το πολύ μοιράζοντάς το στ’ όλο,
σαν αλληγορική δημιουργία
ή θαύμα δουλεμένο από τον νου,
που βάζει τάξη στο πλήθος των αγίων
και στων αγγέλων τα κλειστά φτερά.

Αυτά σκεφτόταν εφτακόσια χρόνια πριν
ο Ιταλός ζωγράφος Τζότο ντι Μποντόνε
ενώ μετρούσε κάτω απ’ τις γραμμές
σε ορθές γωνίες
–σαράντα πέντε μοίρες τ’ ουρανού,
σαράντα πέντε μοίρες του ανθρώπου–
τους τόνους αντιθέτοντας της τέλειας ομορφιάς
στην Ένδοξη Μαντόνα του
που κάνει πως χαμογελά, το γόνατο
χαϊδεύοντας του Βρέφους.

Αδυνατώντας όμως να εξηγήσει
πώς κάτι που αλλάζει διαρκώς
μπορεί και παραμένει πάντα το ίδιο
σε μιαν ιδεατή αναλογία,
όπου ό,τι μοιάζει αληθινό δεν είναι βέβαιο,
ενώ το βέβαιο δεν μοιάζει αληθινό.

Αυτά σκεφτόταν ταξιδεύοντας
στο τρένο των οχτώ,
δεύτερη θέση Σιένα-Φλωρεντία,
εξήντα εφτά χιλιόμετρα σε σταθερή τροχιά
με ώρα άφιξης εννέα παρά πέντε.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Η Παναγία των Αγίων Πάντων, γνωστή και ως Παναγία εν δόξῃ (Maestà). Έργο του Ιταλού ζωγράφου Τζότο (1267-1337), που φιλοτεχνήθηκε το 1310-11. Ο Mario Livio στο βιβλίο του Ο Χρυσός Λόγος (μτφ. Μαριάννα Σταυροπούλου, Ενάλιος, Αθήνα, 2005) αναφέρεται στους, αναπόδεικτους μάλλον, ισχυρισμούς ότι στον συγκεκριμένο πίνακα ο Τζότο έκανε χρήση του Χρυσού Λόγου (ο οποίος επίσης είναι γνωστός και ως «Χρυσός Αριθμός» ή «Χρυσή Τομή» ή «Θεία Αναλογία», του άρρητου δηλαδή αριθμού φ, ο οποίος προκύπτει από την αναλογία π.χ.: το εννέα είναι για το τρία ό,τι το έξι για το δύο, δίνοντάς μας τη συνεχή τιμή 1,61080339887... Ας προστεθεί ότι η αναλογία αυτή προσδιορίστηκε κατ’ αρχήν, αποκαλούμενη «άκρος και μέσος λόγος», από τον Ευκλείδη γύρω στο 300 π.Χ.


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, De nova insula Utopia
Post by: wings on 24 Feb, 2019, 21:56:50
Σταύρος Ζαφειρίου, De nova insula Utopia

[Ενότητα Στάσιμα]

Όμως και ο Τόμας Μορ ταξίδευε με τρένο.
Χιμαιρικά ταξίδια αναψυχής
απ’ τα παράλια μέχρι την ενδοχώρα.
Μες στη δερμάτινη βαλίτσα του με τάξη
όλες του οι αυταπάτες διπλωμένες∙
πιο κάτω τα κοστούμια του
κι ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια περιπάτου.

Σκύβοντας στο παράθυρο μπορούσε
να δει όλα τα θαύματα
του τόπου που δεν ήταν,
του τόπου που σε σχήμα φεγγαριού
μισού μόνο από το παράθυρο
του τρένου σου τον βλέπεις.

Έφτανε στον σταθμό πριν σκοτεινιάσει
–κανείς δεν ήτανε να τον υποδεχτεί–
με πάντα κάτι ξεχασμένο στο κουπέ του:
γάντια, καρφίτσες, ώρα επιστροφής,
καμιά φορά τη μαύρη του κλωστή
που είχε για να ράβει τον λαιμό του.

Ώσπου μια μέρα ο συρμός
ξέφυγε από τις ράγες.
Κύλησαν οι τροχοί του στα χωράφια,
κύλησαν και συνέχισαν σαν μακριά σκιά
μια διαδρομή πλάι στη διαδρομή τους,
απ’ τα παράλια μέχρι την ενδοχώρα,
χωρίς να σταματάνε πουθενά.

Σκύβοντας στο παράθυρο ο λόρδος
Τόμας Μορ (Πρόεδρος της Βουλής,
Σφραγιδοφύλακας και Υπουργός
των Θησαυρών του Βασιλείου)
με το κομμένο του κεφάλι στον αέρα,
με βλέμμα σαν οθόνη από γυαλί,
κοίταζε όλα τα θαύματα του νέου ταξιδιού,
όλα τα πλάσματα της χώρας που δεν ήταν
ούτε αντανάκλαση ούτε μάταιη δωρεά.
Στους παραλλήλους του καινούριου κόσμου.
(Μπορεί και λίγα μίλια πιο κοντά.)

Δεν τον συνάντησα ποτέ
αν και ήμουν ελεγκτής στο ίδιο τρένο.
Ο χρόνος βλέπετε. Με μπέρδευε ο χρόνος
που ολοένα ξέφευγε απ’ τις ράγες,
ακολουθώντας τη φορά της αμαξοστοιχίας,
τρέχοντας πίσω απ’ της φενάκης του τη σκιά.
Και πώς να φτάσεις μια σκιά
για ν’ ακυρώσεις το εισιτήριό της;

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Πρόκειται για το γνωστότατο βιβλίο του Άγγλου Sir Thomas Mor (1478-1535), του οποίου ο πλήρης τίτλος είναι: De optimo statu reipublicae deque nova insula Utopia (Περί της αρίστης καταστάσεως της πολιτείας και περί της νέας νήσου Ουτοπίας).
Στ. 19: Ο Τόμας Μορ διετέλεσε χρονολογικά: Μέλος του Κοινοβουλίου, αντεισαγγελέας του Λονδίνου, μέλος του Βασιλικού Συμβουλίου, υπουργός του Θησαυροφυλακίου, Πρόεδρος της Βουλής και Λόρδος Σφραγιδοφύλακας. Επειδή αποδοκίμασε τον γάμο του Ερρίκου Η' με την Άννα Μπολέιν και αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη διαδοχή του θρόνου από τα παιδιά αυτού του γάμου, ο Ερρίκος διέταξε τη θανατική του καταδίκη και όρισε τον αποκεφαλισμό του για τις 6 Ιουλίου 1535. (Thomas More, Η Ουτοπία, μτφ. Γιώργος Καραγιάννης, Κάλβος, Αθήνα, 1984).


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Lebensraum
Post by: wings on 24 Feb, 2019, 23:54:04
Σταύρος Ζαφειρίου, Lebensraum

[Ενότητα Στάσιμα]

— Περνάει ο στρατός, ο στρατός, ο στρατός.

— Περνάει ο στρατός και πού πηγαίνει;
— Στον πόλεμο πηγαίνει ο στρατός. Ο στρατός
στον πόλεμο πηγαίνει να νικήσει.
— Ποιους πρέπει να νικήσει ο στρατός; — Ο στρατός
τους άλλους όλους πρέπει να νικήσει.

— Κι αν τους νικήσει τι θα κάνει ο στρατός; — Ο στρατός
καινούρια σύνορα θα δώσει στη φυλή του.
Άνθρακες, θησαυρούς και ανοχύρωτες
πόλεις που ούτε γνωρίζει τ’ όνομά τους.

— Και τους μεγαλοστεϊκούς και όσους νικήθηκαν
κι αυτούς που δεν αξίζουν να υπάρχουν
πού θα τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός
σε άλλα τοπία θα τους οδηγήσει∙
στο Μπίρκεναου, στην Τρεμπλίνκα
και στο Χέουμνο και στο Γκουντανάμο
και στο Μπέλσεν.

— Και όταν τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός
σε νέο πόλεμο θα πάει να νικήσει.
Γιατί είναι ο πόλεμος πατρίδα
του στρατού. Κι ο στρατός
δεν έχει άλλη πατρίδα να γυρίσει.

Αράδα αράδα κόβουν το χορτάρι
για να πλαγιάσουν κάτω από τη γη,
χιλιάδες λεύγες μακριά για να πλαγιάσουν
κάτω απ’ τις φτέρες και τα σταχτοβότανα.

— Μάταιο, μάταιο, είπε η φωνή.
Όπως τόσες φορές που έχει γίνει,
τόσες φορές που έχει ξεχαστεί.

Μάταιο, όπως το κορίτσι που ονειρεύεται∙
όπως ένα κορίτσι που ονειρεύεται
πως βάζει απ’ τις πληγές τους κοκκινάδι.

Νέοι κι εγκόσμιοι όσο κρατούσε η νύχτα,
γράφοντας λέξεις βιαστικές,
κρύβοντας μες στη χούφτα τους την καύτρα,
μες στο σκοτάδι αυτό τα πρόσωπά τους,
κοιτώντας τη μεριά που θα φανούν.

— Θα έρθουν. Θά ’ρθουν τώρα οι νεκροί. Οι νεκροί
σε φάλαγγα κατ’ άνδρα στοιχημένοι.

— Ποιους πρέπει να νικήσουν οι νεκροί; — Οι νεκροί
τους πεθαμένους πρέπει να νικήσουν.
— Κι αν τους νικήσουν τι θα κάνουν οι νεκροί; — Οι νεκροί
καινούρια μνήματα θα δώσουν στη φυλή τους.
Καινούριο τόπο στους νεκρούς∙ στους νεκρούς
μια νέα χώρα, να χωρέσουν όλοι.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Η λέξη φετίχ του Αδόλφου Χίτλερ στο πόνημά του Mein Kampf (Ο Αγών μου). Σημαίνει «ζωτικός χώρος».
Στ. 26: Ο Paul Celan γράφει σε μια επιστολή του: «Το σταχτοβότανο δεν είναι μεταφορά, είναι το όνομα cineraria, επομένως κάτι εντελώς συγκεκριμένο» (Σημείωση του Γιώργου Σαγκριώτη στο αφιέρωμα στον Celan του περιοδικού Πλανόδιον, τεύχος 40, Αθήνα, Ιούλιος 2006).
Στ. 32: Στις μεταφράσεις του Κλείτου Κύρου με τον τίτλο Ξένες φωνές (Κέδρος, Αθήνα, 1979), έπεσα πάνω στον τοίχο του Henry Treece: «Το βούκινο, το βούκινο, που ’χει αίμα κοκκινάδι». Δεν έχω στα χέρια μου το πρωτότυπο για να το αντιπαραβάλω με τη μετάφραση, η απόδοση όμως «αίμα κοκκινάδι» μου άρεσε τόσο πολύ που δεν δίστασα να τη χρησιμοποιήσω.


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Φως
Post by: wings on 25 Feb, 2019, 00:17:37
Σταύρος Ζαφειρίου, Φως

[Ενότητα Στάσιμα]

Αλλά η φωνή αντήχησε στο ξεραμένο πηγάδι,
στα ξεχασμένα πατήματα της φαγωμένης πέτρας,
εκεί όπου τσάκισε στα δυο η περόνη
κι έμεινε η σάρκα να κρατάει τη σάρκα
κάτω από το μπατζάκι του παντελονιού,
μαρτυρώντας τη μόνη αλήθεια
για τις ζημιές και τα κέρδη,
για ό,τι μπορεί ν’ αβγατίσει, για ό,τι
μπορεί να χαθεί,
ινδάλματα τόσων ματιών, σοφίσματα
τόσων κανόνων,
συνήθειες και προφάσεις και ανομήματα
και κόπους μάταιους στην τάξη
των θαυμάτων.

Τότε μετρήθηκε η γη βήμα το βήμα
και μπήκανε οι φράχτες με τα σύρματα
και τ’ αγκωνάρια στις γωνιές να δέσει
ο πηλός ο ζυμωμένος με άχυρο
και στάχτη∙ σ’ αυτή τη γη, σ’ αυτά
τ’ αβλάστητα δωμάτια,
όπου μοιράζεται σαν το ψωμί ο αέρας.
— Θα βγεις λοιπόν;

Και η φωνή κυκλώθηκε και ξέφυγε,
μα παγιδεύτηκε πάλι στον κύκλο της,
σε πράξεις και ικεσίες και υπάρχοντα,
στην εξαπάτηση και στην προσδοκία,
σε ό,τι ξεχάστηκε και σε ό,τι
του μέλλεται να ξεχαστεί,
σε ό,τι υπήρξε και πια δεν υπάρχει,
μα θα υπάρξει εκ νέου στην ώρα του.

Την άνοιξη ταΐζουμε τα φύλλα της μουριάς
στον αδηφάγο σκώληκα
και περιμένουμε ν’ ανθίσει το κουκούλι.

— Μείνε μαζί μου∙
μαγκώνει ο χρόνος όταν είμαι μόνη.
Τα βράδυ πέφτει ακόμη παγωνιά
κι έχουμε να στεγνώσουμε τον σπόρο
για τα πρώιμα.
Μέχρι τον κλήδονα το κόκαλο θα θρέψει,
οι νύφες θα ’χουν ροδανίσει το μετάξι∙
θα δεις, όλα θα γίνουνε καλά,
μετά τ’ αλώνια θα κοιτάξουμε για μπάνια,
γιατρεύει, λένε, η άμμος και η θάλασσα.
Θα βγεις λοιπόν;

— Κάποιοι γυρεύουν ν’ αγοράσουν το χωράφι.
Όλα θα γίνουνε καλά, θα δεις,
στην πόλη δεν υπάρχουν δρόμοι δίχως φως.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Landvermesser
Post by: wings on 13 Mar, 2019, 16:35:14
Σταύρος Ζαφειρίου, Landvermesser

[Ενότητα Στάσιμα]

Σχολαστικά καταγράφοντας τα σημεία τ’ αδόμητα
χρόνων αρχαίων κι εποχών σημερινών,
σκουπιδότοπους, τόπους νεκρών
και σκουριασμένου μετάλλου,
μέτρα σπαταλημένα στην αποσύνθεση,
έδαφος στέρεο σε τούτο το στέρεο σύμπαν∙

σαν επαγγελματίας με μόνη του έπαρση
τα επηρμένα σκέλη του ανθρώπινου λόγου
και τις ακολουθίες των αριθμών
επινοώ και απαλλοτριώνω,
ζυγίζοντας μέσα στη χούφτα μου τη συλλαβή
και τη λέξη,
το βραδύ του ανάπαιστου
και το γοργό του ιάμβου,
την ελεήμονα πράξη της αντιπαροχής.

Με κέρδος εργολαβικό ζω ανάμεσά σας.

— Να χτίσουμε, να χτίσουμε, μίλησε η φωνή.
Υπάρχει χώρος
μες στον χώρο που υπάρχει∙
και υπάρχει γνώση, για να επενδυθεί
στα κοσμικά συμφέροντα
το λογικό και το έμψυχο του νου.
Σχεδιάστε τις τομές και τις κατόψεις,
σκιάστε τις ακάλυπτες πλευρές∙
υπάρχουν τρόποι να στεγάσουμε το μάταιο
μέσα σε θέσφατα σχημάτων και μορφών,
άσυλο να προσφέρουμε στο μάταιο,
ηχώ στην ίδια τη φωνή του στους θαλάμους.

— Να χτίσουμε, να χτίσουμε∙
υπάρχει έρημος να χτίζουμε διαρκώς,
σώζοντας απ’ τη σήψη τα φαινόμενα,
και η έρημος που ήδη έχει χτιστεί
στους πρόποδες και στα πρανή των πύργων.

Ήταν αργά το βράδυ σαν έφτασε ο Κ στο χωριό που το σκέπαζε βαθύ χιόνι... Κι ούτε ένα αδύναμο φωτάκι δεν έδειχνε πως κάπου υπήρχε ο μεγάλος Πύργος.

Πάλι λοιπόν ο κύριος χωρομέτρης!
Ένας κοινός απατεών που τάχα έχει κληθεί
για να χωρομετρήσει το απροσμέτρητο,
αυτό που ονομάζουν θεία χάρη
χωρίς ποτέ να ’χει αποκαλυφθεί
η ενοχή που κρύβει τ’ όνομά της,
η θλίψη που αδάκρυτη περνά,
κλείνοντας πίσω της αθόρυβα τις πόρτες.

Χωρίς ποτέ κανένας να μου πει
στ’ αλήθεια χωρομέτρης τι σημαίνει.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Η γερμανική λέξη για τον χωρομέτρη, που χρησιμοποιεί ο Kafka στον Πύργο.
Στ. 17-33: Πρβλ. με τα Χορικά από τον Βράχο του T. S. Eliot:
In the vacant places
We will build with new bricks
There are hands and machines
And clay for new brick
And lime for new mortar [...]
Στ. 34-36: Οι εισαγωγικές φράσεις του Πύργου (Franz Kafka, Ο Πύργος, μτφ. Κώστας Προκοπίου, Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1974).


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Ο κ. Επιθεωρητής
Post by: wings on 13 Mar, 2019, 16:50:04
Σταύρος Ζαφειρίου: Ο κ. Επιθεωρητής

[Ενότητα Στάσιμα]

Ας ήτανε να σώπαινε ο κουτός∙
μηχανικός του δημοσίου δήθεν
κι επιθεωρητής έργων οδοποιίας
μ’ εξουσιοδοτήσεις κι εντολές

— Ένα μικρό δρομάκι το παλεύετε
χρόνους κι αιώνες τώρα.
Τόνους το σκύρο και την άμμο
να ψήνονται στην πίσσα.
Τόσες μελέτες κι εργολάβοι
κι επιβλέποντας και μειοδοτικές
δημοπρασίες για μια σταλιά
δρομάκι όλο κι όλο που ακόμα
να παραδοθεί στο γενικό καλό.

Κι άλλα, κι άλλα πιο σχολαστικά
για την κατασπατάληση των πόρων,
την ακηδία των τοπικών αρχών.

Εντέλει κάτι έγραψε
στο φύλλο του με τις παρατηρήσεις
(υπέδαφος σαθρό, κακοτεχνίες,
ευθύνες μεσαζόντων ρεμβαστών
ή κακοπληρωμένων μισθοφόρων)
και αποχώρησε με το υπηρεσιακό
δημοσιοϋπαλληλικά εκνευρισμένος.

Δεν του ’κοψε του αφελή
–πώς να του κόψει άλλωστε–
πως τούτο το ελάχιστο δρομάκι
δεν προορίζεται για χρήση
απ’ τους πολλούς ούτε εξυπηρετεί
κοινά συμφέροντα.

Διασχίζει της αράχνης τον ιστό
κι ενώνει μόνον
ό,τι μπορεί να ενωθεί στη χάραξή του∙
το δίχτυ από όριο σε όριο
και ανάμεσά του
το εκκρεμές των θηραμάτων.

Κι αν μένει ατέλειωτο χρόνους
κι αιώνες τώρα, είναι που αλλάζουν
συνεχώς τα βήματά μας,
μπερδεύοντας το προς με το από.

Είναι που μια στενόχωρη βροχή,
όταν ξεσπάει,
κάνει το χώμα μαλακό και να βουλιάζει.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Σμόλικας
Post by: wings on 13 Mar, 2019, 17:03:11
Σταύρος Ζαφειρίου, Σμόλικας

[Ενότητα Στάσιμα]

— Θα πιάσετε το φρύδι του βουνού,
δέκα χιλιόμετρα όλα κι όλα χωματόδρομος,
τόπος στεγνός, πέτρα και άδειος ήλιος∙
μετά θα βρείτε άσφαλτο και αρχίζει η κατηφόρα.
Απ’ την Αγια-Παρασκευή –μη σας γελάσει
ο χάρτης και μπείτε στο χωριό–
θα βγείτε αριστερά μέσα στο ρέμα.
Μόλις γλυκάνει το τραχύ κι αρχίσει η βλάστηση,
πριν απ’ τη γέφυρα θα δείτε την πηγή.
Πάνω στον δρόμο.

Ακολουθήσαμε πιστά τις οδηγίες,
ταλαιπωρώντας τα αμορτισέρ.
Παρ’ όλα αυτά ο χάρτης μας ξεγέλασε.
Έκδοση του Συλλόγου Φίλων του Βουνού
με καταμετρημένες αποστάσεις.

Ίσως μας μπέρδεψε το επίπεδο χαρτί,
σκισμένο από τη χρήση στις τσακίσεις.
Ίσως ακόμη τυπωμένα τα ονόματα∙
σημεία βέβαια και απόλυτα και οικεία,
ενώ τα μάτια μας ροκάνιζαν το έρμα τού σχεδόν.

Τέλος, εξίσου πιθανόν
στον χάρτη να διαβάζαμε άλλον χάρτη,
αυτόν που δείχνει τις δικές μας διαδρομές.

Χαθήκαμε χωρίς να υπάρχει φόβος.
Σ’ εκείνο το χιμαιρικό τοπίο των παλιών
και ατελών μεταφορών που συνορεύουν
με κρασπεδόρειθρα, προσόψεις και αυλές.

Μία μορφή αντιφέγγισε στο τζάμι του παρμπρίζ∙
έπειτα τσομπανόσκυλα χυμήξανε στις πόρτες.
Πάνω στον βράχο ξεχασμένος ο βοσκός
άρχιζε και τελείωνε φράσεις στο κινητό του.
Μπροστά λακκούβες άπληστες
που μας συντρόφευαν καλά μέχρι το τέλος.
Στα μέρη που δεν πήγαμε ποτέ.
Στα μέρη απ’ όπου έχουμε επιστρέψει.
Σ’ εκείνη την περιοχή που, λες, συγκλίνουν
όλοι οι αμαξιτοί και στιγματίζουν
όσα υπάρχουνε σχεδόν, όσα σχεδόν δεν είναι.

Ο πρώτος σκύλος έπεσε με τόλμη
πάνω στην αλαζονική μας τετρακίνηση,
τσακίζοντας το αριστερό του πόδι.
Οι άλλοι κοντοστάθηκαν κι έμειναν να γαβγίζουν.
Φωνή δική τους κάποτε, τώρα η πίσω όψη,
σε κλίμακα, του ορεογραφικού.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κάλλιστος κόσμος
Post by: wings on 13 Mar, 2019, 17:50:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κάλλιστος κόσμος

[Ενότητα Στάσιμα]

Σειρά σου τώρα να μετρήσεις την αλήθεια.
Τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες,
τις συμμετρίες και τ’ αντιστρεπτά.
Αφήνοντας την άμμο να γλιστράει
απ’ τη μια χούφτα σου∙ ν’ αθροίζεται στην άλλη
και ό,τι αθροίζει να το αφαιρεί.

Σε μία πλάνη επινοημένη,
για να ξορκίζεται η μάσκα της φθοράς∙
η κοσμική συμπάθεια που ενώνει
τον νου με την ανάγκη μιας αιτίας
ως τη στιγμή που θα έχει ξεχωρίσει
το αιώνιο απ’ το παντοτινό.

Νεοπλατωνικός ή Πυθαγόρειος
ή, έστω, Προσωκρατικός σε χρέη Στωικού.
Να μη γνωρίζεις όταν σε ρωτούν κι όταν
δεν σε ρωτούν να λες πως ξέρεις∙
για όσα υπήρξαν και υπάρχουν
και θα υπάρχουν, τάχα φωτιά που σβήνει
και ανάβει στο ίδιο μέτρο, νέα κάθε μέρα,
μύθος και θαύμα, σύμβολο και λόγος
που ούτε μπορεί ν’ αναπαρασταθεί.

Σάρμα εἰκῇ κεχυμένον ὁ κάλλιστος κόσμος,
μάζα ἀθάνατος καὶ ἀνώλεθρος τοῦ ἀπείρου
μέσω σχημάτων τε καὶ αριθμῶν.


Τι μπέρδεμα ε;

Και τι συνωστισμός αποφθεγμάτων∙
μέχρι να βγάλεις από πάνω σου τον χρόνο,
έτσι που όλα να συμβαίνουν μονομιάς.

Έτσι που να μπορείς να λογαριάζεις
πώς πέφτει μέσα σου ταυτόχρονα όλη η άμμος
από το ένα κοίλο μέχρι το άλλο,
εκμηδενίζοντας το ανάμεσα της μνήμης
ή του θανάτου το απόλυτο παρόν.

Τώρα πια δεν σου απόμειναν παρά
τούτες οι λέξεις –σπασμένα εξάμετρα
στη μοιρασιά της γλώσσας–
τεχνάσματα που σε δημιουργούν.
Και η ζωή σου λέγεται ποτάμι,
κλέφτης του νερού∙

όσες φορές κι αν το διαβείς
μονάχα μια φορά θα το περάσεις.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 15-16: Πρβλ. με Άγιο Αυγουστίνο: «Τι είναι ο χρόνος; Όταν κανείς δεν μου θέτει το ερώτημα, ξέρω τι είναι. Αν όμως θελήσω να τον ερμηνεύσω σε κάποιον, δεν ξέρω τι να πω» (Αγίου Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, Τόμος Β', βιβλίο XI, μτφ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Πατάκης, Αθήνα, 1999, σ. 166).
Στ. 19-20: Ηράκλειτος, απόσπασμα 30 (βλ. και προμετωπίδα συλλογής: κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα).
Στ. 22: Ηράκλειτος, απόσπασμα 124.
Στ. 23: Αναξίμανδρος, μαρτ. 10.
Στ. 24: Πλάτωνος, Τίμαιος, 53b (ούτω δη τότε πεφυκότα ταύτα πρώτον διεσχηματίσατο είδεσί τε και αριθμοίς).


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ungeziefer
Post by: wings on 13 Mar, 2019, 18:13:25
Σταύρος Ζαφειρίου, Ungeziefer

[Ενότητα Στάσιμα]

Ο κύριος Κ,
συγκεκριμένος άνθρωπος στον χώρο και τον χρόνο,
σωματικά αδρανής, δειλός και απόμακρος,
με ώμους γερτούς και αμήχανες διαστάσεις
μέσα στα σκοτεινά του μπλε κοστούμια,
ενδεχομένως αλληγοριστής –αν και
του ταίριαζε εξίσου πειστικά
στα σύμβολα να κρύβει την αλήθεια–
κι επιμελής αρχειοθέτης ορθοπτέρων,
για λίγο, κλείνοντας τα μάτια σαν νεκρός
ανάμεσα σε αμέτρητους φακέλους,

για λίγο ονειρεύτηκε τον Κ,
άνθρωπο αφηρημένο και ασώματο,
ήδη μεταλλαγμένο σε γραφή
ή σε σκιά φτιαγμένη από λέξεις.

— Αυτός δεν είναι ο Κ, συλλογίστηκε.
Παρότι ο Κ είναι ο μόνος
χωρομέτρης των ονείρων.
Αυτός καμώνεται απλώς ότι υπάρχει,
για να πιστέψω πως δεν υπάρχω εγώ.

— Θα συμφωνήσω, δήλωσε ο Κ.
Το είχα εξάλλου μεθοδεύσει εξαρχής.
Ποτέ δεν έγινα δεκτός σαν χωρομέτρης,
ποτέ δεν διέσχισα την έρημο ως τους άλλους∙
και τούτο είναι μια ντροπή
που και μετά από μένα θα υπάρχει
.

Έπειτα πλάγιασε, τραβώντας την κουβέρτα.

— Έτσι λοιπόν, είπε ο κύριος Κ,
όπως σχεδόν το είχα υποπτευθεί:
αποκλεισμένος από το πρωτόκολλο
και μέχρι κωμωδίας ηττημένος.
Στέκεστε ολότελα εκεί με το κακό σας
βλέμμα, ψαύοντας με τα δάχτυλα
κάθε αδυναμία.
Μπορείτε ωστόσο ν’ απαντήσετε σε κάτι.
Κάποιος θα είστε∙ όμως ποιος;
Στο μέλλον ίσως ανταμώσουμε και πάλι.

— Δεν το νομίζω, απάντησε ο Κ.
Βλέπετε είμαι ο μόνος κληρονόμος της διαθήκης∙
όσο γελοίο κι αν ακούγεται αυτό
είναι ο τρόπος να κυλάω σε δυο κοίτες.
Διαβάστε με ως το τέλος∙ θα πειστείτε
πως κάθε σχόλιο είναι περιττό.
Μα εδώ τελειώνω με τις εξηγήσεις
–καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, από κανονισμούς.
Καλή σας νύχτα κύριε χωρομέτρη.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Από τις μεταφράσεις που έχω υπόψη μου αυτή η γερμανική λέξη έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ως «κατσαρίδα», «σκαθάρι», «μαμούνα». Πρόκειται για το πλάσμα στο οποίο μεταμορφώνεται ο Γκρέγκορ Σάμσα στο διήγημα Η μεταμόρφωση του Kafka.
Στ. 1: Το «Κ», ως αρχικό ονόματος, το συναντούμε, εκτός από τον Πύργο και στο, επίσης ημιτελές, μυθιστόρημα του Kafka Η δίκη.
Στ. 25, 26: Πρβλ. με την τελευταία φράση από το μυθιστόρημα του Kafka Η δίκη «... και ήταν σα να επρόκειτο η ντροπή να μείνει και μετά το θάνατό του» (μτφ. Γιώργος Βαμβαλής, Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1971).


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Η τέταρτη διάσταση
Post by: wings on 13 Mar, 2019, 18:27:00
Σταύρος Ζαφειρίου, Η τέταρτη διάσταση

[Ενότητα Έξοδος]

Και οι εποχές αντέγραψαν η μία την άλλη
με τα ίδια κενά στις αράδες ανάμεσα,
με τις ίδιες ανορθόγραφες λέξεις,
τους δικούς της θνητούς κάθε μια
που τους είπε αθάνατους,
τους δικούς της σαλούς
που τους είπε προφήτες,
νικητές που κυρίεψαν έθνη αλλόδοξα,
ηττημένους που αντάλλαξαν τη ζωή με την πίστη.

Με αριθμούς τρομερούς
που οιωνίζονται φόβητρα,
με σφραγίδες που ανοίχτηκαν
μία προς μία, συνάζοντας τα όρνια
τ’ ουρανού για τον μεγάλο δείπνο.

Ευτυχής είναι αυτός
που διαβάζει τα μέλλοντα
και τα μέλλοντα λόγια μιλά,
ότι θα πάψουν οι γιορτές κι οι νουμηνίες
και θα στεγνώσει το αίμα στον βωμό∙

και αυτός που με οδύνη ασκείται
στην πτώση του, μετανιωμένος πλέον
για τη γνώση, καθώς συντρίφτηκαν
τα σκεύη από πηλό και ομολογήθηκαν
τα ονόματα της πλάνης.

Κι απ’ τους αιώνες διαλέχτηκαν χρόνια χίλια
μέχρι την πρώτη ανάσταση,
όπου κατά τα έργα τους κρίθηκαν οι νεκροί∙
και άλλοι εβλήθησαν στη λίμνη του πυρός
και άλλοι εξάλειψαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια.
Και τα πάντα γεννήθηκαν νέα.

Ευτυχής είναι αυτός που αγρυπνά
και φυλά ό,τι κατέχει,
τις διαβάσεις, τ’ αξόδευτα θαύματα,
τη φιάλη τη χρυσή των μυστηρίων
και τους θεμέλιους λίθους των τειχών∙
τη γλώσσα που μιμείται όσα ειπώθηκαν
στις μέρες της φωνής
και όσα στη φωνή δεν βρήκαν ήχο∙

αυτός που αθροίζεται στον χρόνο του σωστά,
ενώ ο χρόνος έχει τελειώσει.

Και μετρήθηκαν πάλι το άπειρο
και οι ανοιγμένες πύλες του απείρου
κατά τις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα,
κατά τις τρεις διαστάσεις του νοητού.

Κι έμεινε αμέτρητη μόνον η τέταρτη διάσταση
κατά το μέγα,
το ελάχιστο του ανθρώπου.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 27: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ' 14.
Στ. 28: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ' 13.
Στ. 29: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ' 4.
Στ. 42, 43: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ' 13.


Από τη συλλογή Χωρικά (2007)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: I. corpus delicti
Post by: wings on 06 Apr, 2019, 15:49:26
https://www.youtube.com/watch?v=q4q5769HWCI

Achille-Claude Debussy, Preludes (by Krystian Zimerman)

Σταύρος Ζαφειρίου: I. corpus delicti

Μισοφωτισμένο καθιστικό. Επίπλωση, διακόσμηση, μικροαντικείμενα του συρμού. Απαραίτητα: το ανοιχτό παράθυρο, ο υπολογιστή, ένα σταχτοδοχείο∙ και όσα προκύψουν φυσικά σαν αναγκαία μέσα από το κείμενο.

Μπαίνω, κοιτάζω σε κάποιο σημείο ψηλά, φωνάζω:
Φώτα!

Έντονο φως καλοκαιριάτικου μεσημεριού με αποκαλύπτει. Καπνίζω.

Μιλάω
(η φωνητική έκφραση και η κίνηση σαν ασκήσεις στον χρόνο και τον χώρο. Οι παύσεις σαν να χάνονται στιγμές και οι θόρυβοι του δρόμου δεδομένοι):



Αυτό που διαβάζετε είναι ένα χαμένο χειρόγραφο. Ή, για να γίνω περισσότερο ακριβής, είναι λίγες χαμένες, εκτυπωμένες σελίδες∙ λίγα φύλλα χαρτιού μεγέθους A4 που ανεξήγητα έπαψαν πια να βρίσκονται μες στα υπάρχοντά μου.

Παίρνω βαθιές ανάσες ανακούφισης όταν φαντάζομαι πως το γραπτό μου ίσως και να μην έχει απολεσθεί οριστικά, πως ακόμη και τούτη ακριβώς τη στιγμή κάποιος μπορεί να το κρατά στα χέρια του και να το ξεφυλλίζει.

Όταν φαντάζομαι κάποιον ν’ αφοπλίζει
μία προς μία τις φράσεις μου,
αλώνοντας τα χαρακώματά τους.

Μου είναι δύσκολο ωστόσο να προβλέψω πόσο ενδιαφέρουσες ενδέχεται να υπάρξουν για κάποιον αυτές οι λίγες εκτυπωμένες σελίδες, όπου δεν συντελείται το παραμικρό.

Όπου ο χώρος παραείναι ασφυκτικός
για να συμβούν οι πράξεις
ή να ειπωθούν τα λόγια
που τις πράξεις περιγράφουν.

Ήταν η εποχή των μικρών μου μετακομίσεων από ένα τοπίο σε άλλο, και εκείνη ακριβώς η περίοδος που σκόπιμα έμενα μόνος σ’ ένα μικρό παράγωνο ανώγειο όχι μακριά από τον σταθμό των τρένων –χιλιάδες όμως μίλια μακριά από τις λίμνες όπου ήθελα να ζω κι απ’ τα ζαρκάδια– και εργαζόμουν ως εποχικός, μετατοπίζοντας διαρκώς τα όριά μου. Θ’ αναφερθώ όμως αργότερα σ’ αυτά διεξοδικότερα.

Κυκλοφορούσα μονίμως με τ’ αστικά λεωφορεία, διατρέχοντας οριζόντια τις αποστάσεις της πόλης, χωρίς να χρησιμοποιώ τις καθέτους, που σχεδόν όλες τους οδηγούσαν στη δημοφιλή παραλία. Απέφευγα, κατά το δυνατόν, τις καθέτους, και κατά συνέπεια απέφευγα, κατά το δυνατόν, τη δημοφιλή παραλία,

τα πέντε πλακοστρωμένα χιλιόμετρα που ξεκινούσαν από την ανατολική πλευρά του λιμανιού και έφταναν μέχρι το ογκώδες και κενόδοξο Μέγαρο Μουσικής∙ εκείνα τα πέντε και λίγο παραπάνω χιλιόμετρα που γενικεύουν την κακομούτσουνη θέα μιας άτακτης και εργολαβικού ρυθμού αρχιτεκτονικής.

Κρατούσα τότε επιμελώς σημειώσεις στο περιθώριο των κειμένων του Κάφκα, λεηλατώντας με ζήλο τα Μπλε του Τετράδια και όσα σαν σύντομες σκέψεις, ή σαν προσχέδια, κατέγραφε στα Ημερολόγιά του. Ανακάλυπτα αράδα αράδα την Αποικία των Τιμωρημένων και ανεβοκατέβαινα λαχανιάζοντας τα σκοτεινά σκαλοπάτια των αλληλέγκλειστων, ταλμουδικών του κτισμάτων, ακούγοντας παράλληλα, σε ενστικτώδεις εντάσεις, τα πιανιστικά πρελούδια του Ντεμπισί.

Είχα μόλις ξεμπερδέψει από μια δύσκολη άνοιξη, με όλο το δίκαιο να είναι με το μέρος μου. Ίσως είναι εντιμότερο να πω ότι τα έβγαλα πέρα με τον πιο πρέποντα τρόπο εκείνη την άνοιξη, ότι αντιστάθηκα, και εν τέλει αντέδρασα, με τον πιο πρέποντα τρόπο στην αβάσταχτη κορδέλα των πόθων της, με μια βαθιά οδυνηρή αποφασιστικότητα που άφησε έκπληκτο κι εμένα τον ίδιο.

Ήμουν καλά.
Οι επιθυμίες μου περνούσαν για ζωή∙
ευχόμουν, όποια στιγμή
και ν’ άνοιγα την πόρτα μου,
ν’ αντικρίζω τα πράγματα για πρώτη φορά,
σαν να ήταν η πρώτη φορά
που έχουν έρθει στον κόσμο.

Όλα εκεί∙ το καθένα να υπάρχει καινούριο
στην ουσία της φύσης του,
μέσα στις συλλαβές του ονόματός του.

Ο χρόνος μου επιζούσε των ενδείξεων∙
το αίμα είχε σχεδόν ξεθυμάνει στις φλέβες μου
και των δαιμόνων μου το βλέμμα
περιγελούσε τα μέλλοντα.

Ανελλιπώς τα κυριακάτικα πρωινά
έριχνα κι έριχνα σπόρους καλαμποκιού
στα λαίμαργα περιστέρια των δημόσιων κήπων
με την πλάτη στραμμένη στη θάλασσα∙
στο υγρό, χλιαρό αεράκι του νότου.

Νωρίς το απόγευμα επισκεπτόμουν το νεκροταφείο.
Οι μοβ ιβίσκοι έγερναν νωθρά
τα πληκτικά τους φύλλα∙
μια κίνηση τόσο απόλυτα πειστική,
όσο το υπαγόρευαν οι συμβάσεις του βίου τους.
Αντέγραφα με ακρίβεια απ’ τις ταφόπλακες
χρονολογίες γεννήσεων και θανάτων
και υπολόγιζα ψύχραιμα
το ενδιάμεσο γεγονός.
Τα βράδια τροφοδοτούσα σχολαστικά
αυτές τις στατιστικές εμμονές μου.

Θα μου αρκούσε να επέστρεφα
με έστω και μία λιγότερη,
αρκεί να μην έπαυα να είμαι
ο επικείμενος άνθρωπος:
διαιρετός, μεταβλητός και αεικίνητος.
Σαν πλήθος.

Μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός
σηματοδότης του δρόμου
–έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου–
παλλόταν και παλλόταν μονότονα
στο πορτοκαλί,
σαν άγρυπνη εικόνα πειθαρχημένη
στον ωφέλιμο ρόλο της,
δίνοντας προεκτάσεις μηχανικές
στις αισθήσεις μου∙
περιμένοντας ανυπόμονα τη στιγμή
που το αυτάρεσκο σώμα μου,
όμοιο με παραβολή,
θα επιλέξει την ακόμη πιο αυτάρεσκη
στάση του.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: II. vae victis
Post by: wings on 06 Apr, 2019, 16:26:03
Σταύρος Ζαφειρίου: II. vae victis

Όταν αποφάσισα να καταπιαστώ με το χειρόγραφο, ν’ αρχίσω εννοώ τη φράση με φράση επίπονη συγγραφή του, τ’ αδέσποτα ασφυκτιούσαν μπαϊλντισμένα απ’ τη ζέστη, ο ορίζοντας ήταν βρόμικος και αλμυρός κι εγώ μόλις είχα επιστρατεύσει τις αντιθέσεις μου.

Γινόταν απαραίτητο πλέον, ανάμεσα στους όρους της ζωής μου να τοποθετώ όλο και πιο συχνά τη διάζευξη ή την παύλα ή μια κάθετη πλάγια γραμμή, την πλάγια γραμμή των αντιθέτων.

Πριν προμηθευτώ τον μεταχειρισμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή, περνώντας και περνώντας ξανά, αναποφάσιστος, μπροστά από το κατάστημα των μεταχειρισμένων∙ προτού αποφασίσω αν έπρεπε ή όχι ν’ ανοίξω την τζαμόπορτα του καταστήματος των μεταχειρισμένων, σκέφτηκα:

Ο παλιός κόσμος δεν υφίσταται πια.
Κανείς δεν γέλασε με τον αφανισμό του
ούτε τον μοιρολόγησε κανείς.
Και σκέφτηκα:

Ο επόμενος κόσμος έχει ήδη ηττηθεί
μέσα στις δύσοσμες εκκρίσεις του φόβου του.
Το κάθε βήμα προς τα εμπρός το επαληθεύει.

Σηματωροί εγκαταλείπουν ένας ένας τη θέση του,
τα ρύγχη των δελφινιών εμβολίζουν τις πρύμνες∙
γαλάζιες μέδουσες χυλώνουν τις ακτές.
Εκατοντάδες γραπτά υπονομεύουν τις νομοτέλειες.
Ζούμε σε αμείλικτους καιρούς,
λυγίζοντας στο πρώτο χτύπημά τους.
Σκέφτηκα:

Θηλάζει η γη γάλα κακό απ’ το κακό της στήθος,
μελάνι μαύρο λιγοστεύει το λευκό,
κερδοσκοπώντας.
Όπου κι αν στρέψουμε το πρόσωπο θα δούμε
την υποτιμημένη επιτάχυνση
μιας προδιαγεγραμμένης εντροπίας.
Φουσκονεριές κλονίζουν τα θεμέλια,
παρασύρουν στη λάσπη τους τα υλικά των σημείων.
Τίποτε αντίθετο απ’ αυτά δεν έχει γίνει.
Καμίας Σίβυλλας χρησμός δεν έχει διαψευστεί
στη λογική της έκφραση ή
στο εκστατικό της παραλήρημα.

Περνούν τα σύνορα οι στρατιές των ψευδαισθήσεων,
φωτίζοντας τον μύθο τους στο φως των συνωνύμων.
Σαν όντα υποταγμένα στη φυγή τους,
το ίδιο ποτάμι κολυμπούν που τα διασχίζει.
Οι σκλάβοι ντύνουν με κουρέλια τα πόδια τους,
βαδίζοντας ανύποπτοι ανάμεσα σ’ ενέδρες.

Ένας σκλάβος πεθαίνει καλύτερα, σκέφτηκα,
όταν κινείται στον κατάντη της πυξίδας∙
σε τόπους όπου ο θάνατος αυτόματα
κεφαλαιοποιείται.

– Εξυπακούεται ασφαλώς πως ένας σκλάβος είναι πάντα σε θέση να πετύχει έναν καλύτερο θάνατο από τον θάνατό του∙ ακόμη κι έναν θάνατο εφάμιλλο της τέχνης του ως σκλάβου.

Καθώς είχα ανοίξει επιτέλους την τζαμόπορτα του καταστήματος των μεταχειρισμένων, και είχα αποκτήσει, βγαίνοντας, τον μεταχειρισμένο ηλεκτρονικό μου υπολογιστή∙ και διατηρώντας κατά νου την έγνοια να γράψω μόνο εν ονόματι του ανήσυχού μου εαυτού, αναρωτιόμουν:

Τι είδους λέξεις πρέπει να υποθέσω
για να εναρμονίσω τα προσχήματα
στη νέα υβριδική χιλιετία;
Και σκέφτηκα:

Μεγεθυμένες κλίμακες,
από το ασήμαντο ως το δραματικό,
τώρα ερμηνεύουν την καινούρια τάξη.
Σαν πρότυπο μορφοκλασματικό
στην πιο ανεστραμμένη αυτο-ομοιότητα.
Και αναρωτιόμουν πάλι:

Να είμαι άραγε αυτός που αβοήθητος
θα πρέπει να ορίσει
με ποια σειρά θα εμφανιστούν
τα ύψη, το αίμα, ο ουρανός,
ο ύπουλος υπαινιγμός του χρόνου;

Θα είμαι άραγε ικανός να φανταστώ
όλο το εύρος της σκηνής και της κουίντας
στο απόλυτο σκοτάδι του θεάτρου;
Όλους τους χαρακτήρες,
τη σιωπή τους, τα φαινόμενα,
σε ένα χώρο τόσο ανασφαλή
όσο ο μηχανισμός των γεγονότων;

Σε τελευταία ανάλυση, θα είμαι άραγε ικανός να ενστερνίζομαι, αμέσως και χωρίς ενδοιασμούς, κάθε αναγωγή που επιχειρούν οι αντιφάσεις; Και σκέφτηκα:

Όλες οι μαθητείες μου μαζί
συνηγορούν στη μέχρι τέλους παρανάγνωση της πλάνης.
Μου είναι ωστόσο αδύνατο να εναντιωθώ
στο διαρκώς και πιο ακατανόητο∙
ούτε έχω λόγο ν’ αρνηθώ πως είμαι μέσα μου
όλα εκείνα που έξω μου, και φαινομενικά, αποποιούμαι.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: IV. desinit in piscem
Post by: wings on 07 Apr, 2019, 20:11:50
Σταύρος Ζαφειρίου: IV. desinit in piscem

Γινόταν ολοένα πιο σαφές
πως ο τρόπος μου ήταν οι άλλοι∙
εκείνοι που η άπληστη γλώσσα τους γλείφει τη μνήμη
ως να ξεσπάσουν τα υγρά του απροστάτευτου φύλου της.

Στοίβες ολόκληρες με όρους ζωής που είχαν γίνει συνήθεια
κατέκλυζαν το πάτωμα, τις καρέκλες και τις προθέσεις μου.

Διαπίστωνα ότι είχα αναπτύξει ασυναίσθητα τις ιδιότητες του ανθρώπου που ενδίδει διαρκώς, δίχως αναστολές και διλήμματα, ως τη στιγμή που θ’ αποκτήσει πλεονέκτημα.

Μια και απέβλεπα μάλλον σε κάποιου είδους εκλεπτυσμένη παραπλάνηση, παρά στην κακόγουστη θέση τού να είμαι στ’ αλήθεια, υποβάθμιζα αμέσως σε δευτερεύουσα πρόταση –αν δεν τη διέγραφα ήδη εντελώς– κάθε αυθόρμητη εντύπωση, που μπορεί να μετέτρεπε ένα ελεγχόμενο σχέδιο σε δωρεά.

Διαβάζοντας ακατάπαυστα πλέον τ’ αδυσώπητα βιβλία του Κάφκα∙ ένα προς ένα τ’ αποσπάσματα στα Μπλε του Τετράδια, και μία προς μία τις ημερολογιακές του καταγραφές,

όχι για να εισβάλω στο ευάλωτο κέντρο μιας αυτοένοχης ύπαρξης, ούτε ασφαλώς για να διεισδύσω στις ροπές της, αλλά για ν’ αποφύγω ίσα ίσα τα σύμβολα και τους συσχετισμούς, ή τις πιθανόν κακόβουλα υπονοημένες εκλεκτικές συγγένειες∙

διαβάζοντας λοιπόν ακατάπαυστα τις σελίδες του Κάφκα, και κρατώντας με ζήλο εκτενείς σημειώσεις στο περιθώριό τους∙ ακούγοντας επιπλέον τα πρελούδια του Ντεμπισί, ανέθετα στον εαυτό μου αποστολές από πριν καταδικασμένες:

να εκστομίζω, λόγου χάριν, απροσδόκητα συνθήματα, διχάζοντας το ανώνυμο πλήθος, να σταματώ διά της βίας τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε τυχαία σημεία ή να επιβάλω μειώσεις στα δίδακτρα των ξενόγλωσσων σχολών και κολεγίων.

Αυτές οι αποτυχίες, η εντελώς γκροτέσκα κατάληξη των γραφικών, χαριτωμένων ωστόσο, τούτων παρεκτροπών, αποτέλεσαν την πρώτη μου άσκηση, δείχνοντάς μου θαρρώ πώς πρέπει ν’ αντλώ απ’ τις πράξεις τους τρόπους.

Τα δάχτυλα πήγαιναν απ’ το ένα γράμμα στο άλλο,
από τον κέρινο ήχο των πλήκτρων
στη σπογγώδη ηχώ του φορτίου τους∙
οι αντίχειρες άχρηστοι,
και μικροί κι οι παράμεσοι∙
μόνοι οι δείκτες και οι μέσοι διπόδιζαν
σε κουτσό καλπασμό.

Βέβαιος κιόλας πως η έμπνευση
είναι κατάλυμα για τους ερασιτέχνες,
αναζητούσα μια γεωγραφία εφικτή
για να χωρέσω μέσα της τον λόγο.
Με μία λέξη αν ήταν δυνατόν,
με μία πράξη,
γύρευα να επινοήσω το απόλυτο,
την έλλογη αποκάλυψη του δημιουργημένου.

Μέχρι που έμαθα επιτέλους πως ποτέ
δεν πρόκειται να μοιραστώ
τον ίδιο χρόνο με κανέναν
και ότι η γλώσσα είναι αυτή που επινοεί
τον λόγο εκείνον που εικονίζει τη μορφή της.

Μέχρι που έμαθα επιτέλους
πως χρειάζομαι τα ψέματα
για να επιβιώσω απ’ την αλήθεια.


Ούτε για μια στιγμή δεν είχα παρακάμψει την ιδεοληψία του εφικτού, τούτη τη δεύτερη τέχνη που με απάλλασσε απ’ τ’ αδιέξοδα της πρώτης. Απεναντίας, απολάμβανα τη διαδικασία της επίδρασης πάνω μου του ανεκμετάλλευτου εν γένει αυτού μυστηρίου, του μυστηρίου της δεύτερης τέχνης, που παραδόξως βάθαινε και βάθαινε την πίστη μου, κάνοντάς με ανεπιφύλακτα αρνητικό προς την έμπνευση και τα επακόλουθά της.

Μου φαινόταν ολοένα πιο πιθανό, δίχως να έχει ωστόσο πρακτικά επαληθευτεί, πως τούτη ακριβώς η άρνησή μου για την έμπνευση ενεργοποιούσε τη λανθάνουσα ως τότε διάθεσή μου για παρατήρηση, τοποθετώντας με στην, κατά το δυνατόν, ιδεωδέστερη γωνία του ενός και μοναδικού παραθύρου μου, απ’ όπου μπορούσα αθέατος να παρακολουθώ τους ταξιδιώτες και τις αποσκευές τους, που κατευθύνοντας προς, ή απομακρύνονταν από, τον παρακείμενο της κατοικίας μου σταθμό των τρένων.

Παρατηρούσα περισσότερο τις αποσκευές των ταξιδιωτών και λιγότερο τους ίδιους τους ταξιδιώτες∙ περισσότερο τις κλασικές τους βαλίτσες με τη χειρολαβή, τα σκληρά ή μαλακά τους βολικότατα τρέιλερ, την ευφάνταστη ποικιλία των σακ βουαγιάζ∙ περισσότερο τους χαρτοφύλακες, τα επώνυμα νεσεσέρ και τις πλαστικές τους σακούλες με το εμφιαλωμένο νερό, τα σάντουιτς και τα σνακ, και λιγότερο εκείνους που τα κρατούσαν.

Παρατηρούσα κυρίως τις αποσκευές, όχι πασχίζοντας κοινότυπα να μαντέψω το μέσα τους, να μαντέψω, θέλω να πω, τα διπλωμένα πουκάμισα, τα εσώρουχα ή τα ντοσιέ δειγματισμών και τα πελατολόγια των εμπορικών αντιπροσώπων, αλλά σαν να υπάκουα μάλλον σε κάποιου είδους γλωσσική ηθική ή σαν να εκπλήρωνα μια παλιά υποχρέωση

προς όλες τις μέρες, όλα τα χρόνια, όπου αμέτρητες και αμέτρητες στη σειρά αποσκευές, ακολουθώντας με τάξη η μία την άλλη, κινούνται ρυθμικά και ασταμάτητα, παρελαύνουν ρυθμικά και ασταμάτητα η μία πίσω απ’ την άλλη, προς τον σταθμό ή απ’ τον σταθμό των τρένων.

Και αυτή η με υποδειγματική τάξη πορεία τους, σκεφτόμουν τότε, είναι που ανταποκρίνεται ετυμολογικά και ερμηνευτικά στην έννοια του ταξι-διού, οι αποσκευές είναι κυριολεκτικά και ουσιαστικά οι πραγματικοί ταξι-διώτες, σε αντίθεση προς τους μεταφορείς τους (τους εμπορικούς αντιπροσώπους και τους άλλους), οι οποίοι μετακινούνται, απλώς μετακινούνται από έναν τόπο σε άλλο, χωρίς καμιά λεξικολογική υποστήριξη, δίχως καν τη στοιχειώδη τυπογραφική σύνδεση του λήμματός τους με το ταξίδι.

Τ’ αδέσποτα αγρίευαν κλονισμένα απ’ τη ζέστη,
χάνονταν κι εμφανίζονταν πάλι με γδαρμένους λαιμούς∙
ανάμεσα δρόμου και δρόμου έφευγαν και επέστρεφαν πάλι,
με τη σοφία των αδέσποτων που πάντα γνωρίζουν
πως ο δρόμος έχει την κατεύθυνση εκείνη
που ο ίδιος του δίνεις.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: V. ita res est
Post by: wings on 27 Apr, 2019, 19:40:06
Σταύρος Ζαφειρίου: V. ita res est

«Όλες οι ευθείες περνούν μέσα από έναν λαβύρινθο». Έκανα ευλόγως τούτη τη σκέψη, καθώς διαπίστωνα πως η αρχική μου πρόθεση να μπω κατευθείαν στο θέμα μου είχε ουσιαστικά εκτροχιαστεί.

Η διαδρομή που ακολουθούσα τώρα πια, ξεκινούσε από τα φαινόμενα, διακλαδιζόταν ανάμεσα σ’ αυτά, χωρίς καθόλου να είναι σίγουρο ότι θα έφτανε κάποια στιγμή στις αιτίες. Μετεωριζόμουν συνεχώς, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, μεταξύ λογικής και παραδόξου, μεταξύ παιχνιδιού και πειράματος.

Μέχρις ένα βαθμό ιδιοτελής –και αφελής συνάμα– υιοθετούσα καλόπιστα, ή δήθεν καλόπιστα, όλα τα μέσα που μου έρχονταν στον νου, απωθώντας με τον τρόπο αυτόν το θέμα μου στο μη περαιτέρω, κατευθύνοντας το θέμα μου εκεί όπου υπήρχε ο κίνδυνος να συνθλιβεί ή να εκπαραθυρωθεί οριστικά, αφήνοντας, ως συνέπεια, το γραπτό μου να παραδέρνει ανερμάτιστο και έκκεντρο.

Έχοντας κιόλας αμφισβητήσει κάθε μεταφυσική ερμηνευτική, ότι τα πράγματα δηλαδή μπορεί ν’ αποκτήσουν οντότητα μέσω του λόγου –πολύ περισσότερο βέβαια μέσω ενός λόγου δηλωτικού– και μην έχοντας παρακάμψει παράλληλα ούτε για μια στιγμή την ιδεοληψία του εφικτού∙

εγκατεστημένος επιπλέον, και μάλιστα εσκεμμένα, στο ανώγειο μιας κατηφούς οικοδομής, ανεγερμένης στην αντιπαροχική δεκαετία του ’60, τηρούσα στάση επιφυλακτική απέναντι στο πολλαπλό των μύθων.

Αν και η επιλογή της τότε διεύθυνσης όχι μακριά απ’ τον σταθμό των τρένων ήταν ταυτόσημη με μιαν εντελώς συγκεκριμένη πνευματική και ψυχική μου διάθεση, όπως αντιστοίχως συνέβαινε και με την επιλογή της εργασίας μου, ως εποχικού, ως εποχικού υπαλλήλου διοικητικής υποστήριξης –οφείλω σ’ αυτό το σημείο να διευκρινίσω– σε ένα από τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών∙

αν και αυτές οι επιλογές ήταν οι πλέον ενδεδειγμένες, όπως επέμενα και επέμενα τότε ν’ αυταπατώμαι, και είχαν γίνει επί τούτου, με αποκλειστικό σκοπό δηλαδή τη δημιουργία του ιδανικού δομικού περιβάλλοντος για τη συνεπή και ορθολογική ανάπτυξη του θέματός μου στις σελίδες ενός χειρογράφου, παρατηρούσα εντούτοις ότι δυσκολευόμουν να διατυπώσω τις ιδέες μου.

Αυτή η κοινότοπη διαπίστωση της αδυναμίας του ανθρώπινου λόγου, του δικού μου ανθρώπινου λόγου εν προκειμένω, που ήταν ταυτόχρονα και αυταπόδεικτη διαπίστωση της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσης μου∙ το γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση μου αδυνατούσε ν’ αποκαλύψει, ονομάζοντάς την, την ουσία της, αρκούμενη μόνο στην άνευρη αναπαράστασή της, με οδηγούσε σε μιαν αναπόφευκτη διόρθωση, στην αναπόφευκτη κίνηση ενός τακτικού ελιγμού,

ο οποίος, παρά το δεδηλωμένο, παρά το γεγονός δηλαδή ότι ο κειμενικός σχεδιασμός μου παρέμενε επίμονα και επίμονα αρνητικός προς την έμπνευση, και παρέμενε επίμονα αναγώγιμος στα δεδομένα πνευματικά και θυμικά μου βιώματα, δεν θα είχε πλέον καμία σχέση απολύτως με την ως τότε εντελώς διαφορετική μου κατάσταση, την ως τότε εντελώς διαφορετική τακτική μου.

Ό,τι προείχε στις συνθήκες που διαμόρφωνε η παρούσα δυνητική συγκυρία ήταν η εκ του ασφαλούς επαναδιαπραγμάτευση του αρχικού μου μύθου, του αρχικού μου θέματος, μία εκ νέου διευθέτηση του χαρίεντος χώρου των αντιφάσεων και παραδοξοτήτων, έτσι ώστε όλα να στοιχηθούν επιτέλους στην τάξη της κοινής παραδοχής, με όρους πλέον μιας μητροπολιτικής διαλεκτικής, απαλλαγμένης από τ’ αδίκαστα εγκλήματα, τα σκάνδαλα και τις παρανοήσεις της άποικης γλώσσας.

Και για να δώσω ένα παράδειγμα αυτού που εννοώ ως σκανδαλώδη γλωσσική παρανόηση, όπου η σημαία του σημαινομένου μεταβάλλεται, καθώς λένε, κατά το πλαίσιο αναφοράς, αλλά και κατά τη σύνδεσή του με την εμπειρία, γυρίζω σαν σε παρένθεση πίσω τον χρόνο, στη αγαθή ηλικία μου τη μεταξύ των πέντε και έξι ετών, τότε που μου είχαν ήδη μάθει να διαβάζω, όχι να γράφω παρά μόνο να διαβάζω συλλαβιστά, έχοντας –και αυτό το μνημονεύω παρεμπιπτόντως– ως πρώτη μου λέξη, ως λέξη που κατάφερα να συλλαβίσω ολόκληρη μέσα μου και να εκφωνήσω ολόκληρη έξω μου για πρώτη φορά μονομιάς, τη λέξη «φυ-τί-νη», γραμμένη με πεζά γράμματα επάνω στο μεταλλικό κουτί της συσκευασίας της∙

και μου είχαν μάθει ν’  απαγγέλλω νεράκι ολόκληρη τη «μικρή μας αγελάδα» και ολόκληρο το «φεγγαράκι μου λαμπρό». Σε τούτο το τελευταίο ήθελα να σταθώ και στην εντύπωση που προκαλούσαν στη αγαθή παιδική μου αντίληψη οι ομοιοκατάληκτοι στίχοι: «γράμματα, σπουδάματα / του Θεού τα πράματα»∙ ειδικά ο ακροτελεύτιος στίχος μού προκαλούσε αμηχανία και με έκανε να κοκκινίζω από ντροπή, μ’ εκείνη την τελευταία του λέξη, τη λέξη «πράματα», αφού «πράμα» και «πράματα» έλεγαν όλοι, και ο παππούς μου και η γιαγιά μου και οι γονείς μου και ο κόσμος μου ολόκληρος το πράμα τους, το πουλάκι τους ή το πιπί τους, και ως εκ τούτου μου φάνταζε ακατανόητο και τρομερό να μιλά ένα ποίημα για τα πράματα, και να ταυτίζει τα γράμματα και τα σπουδάματα με τα πράματα του Θεού.

Κλείνοντας την παρένθεση κι επανερχόμενος στον χρόνο συγγραφής του χειρογράφου μου: ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, σκεφτόμουν∙ ένας άνθρωπος του οποίου η σκέψη ακολουθεί έναν ειρμό υποταγμένο στις περιστάσεις∙

ένας άνθρωπος ο οποίος ανακαλύπτει ξαφνικά ότι η μέχρι τώρα ενασχόλησή του με το θέμα του υπήρξε επιπόλαιη και μάταιη, επειδή επιπόλαιο και μάταιο υπήρξε και το ίδιο το θέμα του, τόσο επιπόλαιο και τόσο μάταιο,

ώστε όταν ήρθε η στιγμή να το αναπτύξει στις σελίδες ενός χειρογράφου τού ήταν αδύνατο να το πράξει, παρότι το είχε προηγουμένως συναρτήσει με την εσκεμμένη επιλογή της κατοικίας του όχι μακριά απ’ τον σταθμό των τρένων και με την εσκεμμένη επιλογή της εργασίας του ως εποχικού∙

ένας άνθρωπος ο οποίος αναζητούσε τους τρόπους να ελέγχει διαρκώς κάθε είδους χρονική προβολή αιτίας και αποτελέσματος, πάνω στην οποία θα στήριζε το θέμα του και την ανάπτυξή του∙

αυτός ο σκεπτόμενος άνθρωπος όφειλε τώρα ν’ αμφισβητήσει, να επανεκτιμήσει καλύτερα, ό,τι ως τότε με παρρησία προέκρινε σαν τη μοναδικά ενδεδειγμένη του επιλογή. Αρκετά.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: VI. homo homini lupus
Post by: wings on 01 May, 2019, 14:42:54
Σταύρος Ζαφειρίου: VI. homo homini lupus

«Όποιος επιθυμεί να καταλάβει τις επιδιώξεις μου
πρέπει να ομολογεί τις ματαιώσεις.»
Για να εκτιμήσει κανείς στην πλήρη τους διάσταση
τη σημασία του συγκεκριμένου αφορισμού
δεν αρκεί να γυρίζει αδιάκοπα σαν ποδηλάτης
στη μέσα πλευρά ενός κύκλου
ή να διασχίζει μονάχα το δάσος της φαντασίας του
σαν ένα άγνωστο και απερίγραπτο κομμάτι της φύσης,

αλλά οφείλει να έχει στο μυαλό του συνέχεια
και συνέχεια να μνημονεύει
–με το έξω και το μέσα της γλώσσας του–
τα φυλλοβόλα και τ’ αειθαλή,
τους κρυπτόγαμους μύκητες,
τις θαμνώδεις εκτάσεις και τα ξέφωτα,
ακόμη και τα ολομόναχα ρόμπολα,
τα χτυπημένα από τον κεραυνό.

Μια περιγραφή της διαδρομής των αδέσποτων από τη μία πλευρά του οδοστρώματος στην άλλη, από το ένα πεζοδρόμιο στο απέναντι, ακολουθώντας κι ακολουθώντας κατά πόδας τις κινήσεις των ανθρώπων∙ να περιμένουν δηλαδή (τα αδέσποτα) στις διαβάσεις όταν ο φωτεινός σηματοδότης είναι στο κόκκινο, και να διασχίζουν κάθετα το οδόστρωμα μόλις ο φωτεινός σηματοδότης αλλάζει στο «τώρα μπορείς»∙

και ακόμη, μια ακριβής περιγραφή της πορείας τους από το απέναντι πεζοδρόμιο προς κάποιο καθορισμένο σημείο –επειδή μου είναι αδύνατο να φανταστώ, και πολύ περισσότερο αδύνατο να πιστέψω, ότι τ’ αδέσποτα κινούνται τυχαία, χωρίς να θέλουν κάπου να φτάσουν, δίχως να έχουν κάποιον σαφή και συγκεκριμένο προορισμό∙

αυτή η περιγραφή της διαδρομής τους από το ακριβές σημείο εκκίνησης μέχρι το ακριβές σημείο προορισμού τους θα μπορούσε, σκεφτόμουν τότε, ν’ αποτελέσει από μόνη της μια χαρά το θέμα της εργασίας μου, αν μου αρκούσε, το θέμα της εργασίας μου να προσανατολιστεί στα αδέσποτα και στην πιστή εφαρμογή από μέρους τους των κανόνων των ανθρώπων∙

των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι, εφαρμόζοντας και οι ίδιοι κατά περίσταση τους κανόνες που έχουν θεσπίσει, περνούν με πράσινο από το ένα πεζοδρόμιο στο απέναντι, διασχίζουν παρέα με τα αδέσποτα το πλάτος του οδοστρώματος, κάπου εκεί όμως χωρίζουν οι δρόμοι τους, γιατί τ’ αδέσποτα γνωρίζουν ξεκάθαρα πού ακριβώς κατευθύνονται και κατευθείαν κινούνται προς τα εκεί,

ενώ οι άνθρωποι, αν και γνωρίζουν τον ακριβή τους προορισμό, αν και ήδη από τη στιγμή που κόβεται ο ομφάλιος λώρος τους βρίσκονται αναπόδραστα στη διαδρομή προς τον ακριβή τους προορισμό, προσπαθούν με τους πιο ένοχους και ανακόλουθους τρόπους να διαταράξουν αυτή την πορεία, προσπαθούν

εντελώς τραγικά και αδιανόητα, ή και ανόητα πολλές φορές, και μάλιστα το προσπαθούν και το προσπαθούν σε όλη τους τη ζωή, να λοξοδρομούν απ’ αυτή την πορεία,

καταστρέφοντας στο πέρασμά του όχι μονάχα τα φυλλοβόλα και τ’ αειθαλή, τους κρυπτόγραμους μύκητες και τις θαμνώδεις εκτάσεις, αλλά ακόμη κι εκείνα το ολομόναχα ρόμπολα, τα χτυπημένα από τον κεραυνό.

Αυτή την ιδέα της ένοχης λοξοδρόμησης, και όσων συνεπειών τη βαραίνουν, με την πληθώρα των γλωσσικών μεταφορών και των συμβολισμών και των επαναλήψεων, που ανεμίζονται άτσαλα κι ακατάστατα ανάμεσα στα ρεύματα του λόγου, δεν θα επιχειρούσα ποτέ να την καλλιεργήσω, αν δεν είχα διαρκώς κατά νου τ’ αδέσποτα,

παρά τη συμπάθεια που εκμαιεύουν με την αδέσποτη φύση τους, παρά το στερητικό άλφα που δεσπόζει του ονόματός τους, για ν’ αρνηθεί, έστω και λεκτικά, την εξουσία επάνω τους κάποιου δεσπότη, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση ν’ αποτελέσουν το κεντρικό θέμα ενός ολόκληρου, παρότι σύντομου, χειρογράφου, και είναι ασφαλώς προτιμότερο να τ’ αφήσουμε να περιφέρονται και να περιφέρονται ως αδέσποτα και να ενεργούν μοναχά ως αδέσποτα στις αράδες του,

ενώ οι άνθρωποι, χάρη στην ένοχα επίμονη και ακατάπαυστη διάθεσή τους να λοξοδρομούν, πράττοντάς το ακόμη και με τρόπους μελοδραματικούς ή με τρόπους αστείους, ήταν και παραμένουν το εν δυνάμει μοναδικό και αξεπέραστο θέμα.

Αν και το ενδιαφέρον μου για τον ένοχο άνθρωπο –ενώ ο φερόμενος και συμπεριφερόμενος κατ’ επίφαση ως αθώος μου είναι αδιάφορος παντελώς, όπως αδιάφορη παντελώς μου είναι και η προσήκουσα αρετή της αθωότητας– αποτελεί εκ προοιμίου ένα ισχυρότατο κίνητρο μελέτης των τυπικών του έστω δειγμάτων,

ο χώρος εντούτοις ενός χειρογράφου, το οποίο εξαρχής οριοθέτησε τις σελίδες του σε λίγες δεκάδες, με αναγκάζει να περιοριστώ σε ημιτελείς και, εν πολλοίς, ατεκμηρίωτες γενικεύσεις, πράξη διόλου, όπως υποπτεύομαι, προσφιλή, τουλάχιστον σε εκείνους που απαιτούν, εν μέρει δικαίως, να κατανοήσουν από πού αφορμάται τούτο το ενδιαφέρον μου προς τον ένοχο άνθρωπο,

τον άνθρωπο που διαρκώς διαπράττει μια ενοχή (sic), μια ολοένα και ολοένα μεγαλύτερη ενοχή, μέχρι που καταλήγει να γίνεται λύκος για τον άνθρωπο, και καταλήγει, σαν αγρίμι, να κατασπαράζει τον άνθρωπο, λες και υπακούει κατά γράμμα στον νόμο της φυσικής επιλογής, ενώ ο λύκος, παρότι υπόκειται ex officio στα άρθρα και τις διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου, ουδέποτε κατασπαράζει τον λύκο∙

προς εκείνον τον άνθρωπο ο οποίος βαδίζει λοξά και παραβατικά, παρά το γεγονός ότι σε όλη και σε όλη του τη ζωή απαιτεί την ομαλή λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών και των ενδείξεών τους, και απαιτεί τα σημεία και τις λευκές παράλληλες διαγραμμίσεις των διαβάσεων, και ο οποίος βαδίζει αλύγιστα και μονοκόμματα, παρά το γεγονός ότι σε όλη του τη ζωή περιπλέκει και περιπλέκεται στο αλύγιστο και μονοκόμματο βήμα του.

Με τούτη την εύθραυστη και πιθανότατα διαβλητή και ανατρέψιμη διαλεκτική των αντιθέσεων και αντινομιών, με τα «παρότι», τα «εντούτοις» και τα «αν και», που είναι και η εύθραυστη και διαβλητή και πιθανότατα ανατρέψιμη διαλεκτική της ανθρώπινης ύπαρξης, ή της ανθρωπινότητας –αν θελήσουμε εκτός από την ύπαρξη να θίξουμε, έστω και μόνον ονομάζοντάς το, το περιεχόμενό της– δεν φιλοδοξώ ασφαλώς να εμβαθύνω θεωρητικά σε οποιαδήποτε οντολογική κατάσταση,

κάτι που αποτολμούν, κοιλοπονώντας όρη και γεννώντας ποντικούς, οι σύγχρονοι θλιβεροί μεταπράτες της και οι υπερβατικοί διδάσκαλοί της, με τις οιστρήλατές τους ταυτολογίες.

Ούτε βεβαίως σχεδιάζω να αποπροσανατολίσω τους πιθανούς αναγνώστες των χαμένων τούτων σελίδων του χειρογράφου μου, κατευθύνοντας και εγκαταλείποντάς τους στα δύσβατα περάσματα και στις μονιές των λύκων,

των μαγικών αυτών τετραπόδων με τ’ απαστράπτοντα και μαγεμένα μάτια, που κινούνται αγεληδόν ή κατά μόνας στα όρια, και που προτείνουν τα όρια σκότους και φωτός, μυθολογούμενα στο πλήρες της σελήνης∙

τότε που η καρναβαλική και σχιζοειδής ανθρώπινη φύση ντύνεται με θράσος τον μύθο τους, φορά δηλαδή με θράσος το λυκίσιο τομάρι και τα λυκίσια δόντια του μύθου τους,

ενώ από τη άλλη μεριά, ουδέποτε η εντελής φύση των λύκων καταδέχτηκε να ντυθεί το τομάρι και τα δόντια του ανθρώπινου μύθου.

Ο στόχος μου, στο πλαίσιο ενός εκ πρώτης όψεως σπασμωδικού και ατελούς, μα κατά βάθος οργανωμένου, όπως θα ήθελα να καταδείξω, αφηγηματικού σχήματος, παραμένει η φράση προς φράση ασφαλής ανάπτυξη του θέματός μου, ενός θέματος το οποίο, μετά την περιπετειώδη και αμφιρρέπουσα περιπλάνησή του σε ασταθή και χασματικά τοπία, φαίνεται να βρίσκει επιτέλους τα ηθικά του ερείσματα και τα πατήματά του. Χαρτιά.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: VII. difficiles nugae
Post by: wings on 06 May, 2019, 18:56:42
Σταύρος Ζαφειρίου: VII. difficiles nugae

Οι πολλαπλές και επίμονες αναφορές μου στην ανθρώπινη φύση –και ειδικότερα στην ένοχη ανθρώπινη φύση–, αποτέλεσμα, εν πολλοίς, της αμηχανίας μου, αλλά και του αδιαμφισβήτητου ενδιαφέροντός μου απέναντι σε οτιδήποτε κρίνεται ως ενοχή ή συνιστά ενοχή, παρότι υπακούουν σε μιαν αδήριτη ανάγκη να μιλήσω για τις πράξεις της ενοχής, απέχουν ωστόσο από το να περιορίσω το θέμα μου σε τούτη μονάχα τη διάσταση.

Και το λέω αυτό επειδή η ενοχή δεν είναι ένας όρος τεχνικός ούτε μπορείς να την αναγάγεις σ’ εφαρμοσμένα συστήματα και ιδιότητες –και πολύ περισσότερο δεν μπορείς ν’ απαιτήσεις από τον ένοχο ν’ αποδείξει την ενοχή του, εν αντιθέσει με τον φερόμενο ως αθώο, από τον οποίο απαιτείς και απαιτείς διαρκώς ν’ αποδεικνύει την αθωότητά του–, αλλά ήταν και θα παραμείνει ένα εγγενές συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης, η τελευταία απελπισμένη απόπειρα εξόδου του ανθρώπινου νου απ’ τον κλοιό της ματαιότητάς του.

Αυτό που σκέφτομαι τώρα φυλλομετρώντας τον Κάφκα, φυλλομετρώντας τα Μπλε του Τετράδια και τα Ημερολόγιά του, διαβάζοντας και διαβάζοντας πάλι τα φοβικά και βασανιστικά, τα φορτωμένα με υποψίες και ενοχές Γράμματά του προς τη λευκή αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε, και διαβάζοντας το εξουθενωτικό και ανεπίδοτο Γράμμα στον Πατέρα του, είναι ότι

η μόνη εν τέλει ποινή που μπορεί να επιβάλλει η ίδια η ενοχή του στον ένοχο, αυτή που μπορεί να τιμωρήσει και ταυτοχρόνως μπορεί να λυτρώσει τον ένοχο, είναι η σκληρή και επώδυνη ποινή της γραφής πάνω στην ίδια του τη σάρκα, είναι η μετάλλαξη της ίδιας του της σάρκας σε πεδίο γραφής. Και ίσως να μην αποτελεί υπερβολή ή εικασία ότι, έστω και περιμένοντας την επιβολή αυτής της ποινής, να επιμένει ο ένοχος να ζει, ακόμη και αν δεν γνωρίζει, ακόμη και αν φοβάται τον τρόπο.

Ο τόσο συγκεχυμένος και ιδιότυπος, σκέφτομαι τώρα, κόσμος που κρύβει και κρύβει –όχι εν δυνάμει μα σε διαρκή εντελέχεια– εντός του ο ένοχος, παρά το συμβολικό φορτίο που μεταφέρει μέσα απ’ τις δαιδαλώδεις του νοητικές διαδρομές, προβάλλει προς τα έξω έναν συγκροτημένο και φονικό κατά βάση μηχανισμό, η αναπαράσταση του οποίου από τις πράξεις, και στη συνέχεια η αναπαράσταση των πράξεων από τη γλώσσα, είναι και η μόνη εφικτή διέξοδός του.

Κατά τον τρόπο αυτόν, σκέφτομαι πάλι, οι μεγαλύτεροι ένοχοι της ιστορίας, εκείνοι που φόρτωσαν την ιστορία της ανθρωπότητας με τις ασύλληπτες ενοχές των λαιμητόμων, της αγχόνης και της πυράς, των εκκαθαρίσεων, των θαλάμων καταιόνησης και της πλαστογραφημένης ενημέρωσης∙

οι μεγάλοι ιεροεξεταστές και οι Ροβεσπιέροι, οι Ναπολέοντες και οι Φύρερ, οι αποθεωμένοι Πατερούληδες και οι αυτάρεσκα μικρόνοες Πρόεδροι πασών των ηπείρων και πασών των θαλασσών,

αναπαρέστησαν τον μέσα τους κόσμο, σκηνοθέτησαν και παρουσίασαν ζωντανά στη σκηνή τον φοβικό και ενοχικό μέσα τους κόσμο, θέτοντας σε κίνηση με τον φριχτότερο τρόπο τον φονικό του μηχανισμό, σαν τη μόνη εφικτή και ασφαλή διέξοδό τους προς το αναγκαίο. Και τούτη ακριβώς η αναπαράσταση είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του μέσα, που είναι ένα αόριστο και αφηρημένο σχήμα του λόγου, και του έξω, που είναι η πιο αιματηρή πραγματικότητα.

Ό,τι λοιπόν ονομάζουμε, σκέφτομαι, ελαφρά τη καρδία «η σκοτεινή πλευρά», ό,τι αφήνουμε να εννοηθεί πως είναι η άλλη πλευρά του ανθρώπου, η περίπλοκη και δυσθεώρητη και ανεξιχνίαστη, η δήθεν αντίθετη προς τη φύση του, και η δήθεν ταπεινωτική και ανάξια, μα απολύτως συμβατή, τελικά, προς τη φύση του∙

ό,τι δεσπόζει στα φροϋδικά και λοιπά, μακριά και μακριά νυχτωμένα, ψυχαναλυτικά εγχειρίδια ως μοντέλο του ενστίκτου της καταστροφής, το οποίο εναρμονίζεται και συνεργάζεται πλήρως με το άλλο μοντέλο, του ενστίκτου της επιβίωσης, και συνυφαίνεται με το ένστικτο της επιβίωσης σε έναν ιστό, όπου ως μοναδικό παγιδευμένο θήραμα σπαρταρά απεγνωσμένα ο ίδιος ο θύτης∙

ό,τι λοιπόν ονομάζουμε «η σκοτεινή πλευρά» δεν είναι, σκέφτομαι, τίποτε άλλο πέρα από την ενεργοποίηση του λανθάνοντος τούτου μηχανισμού που τα γρανάζια του ηχούν σαν σάλπισμα στο φρέαρ της αβύσσου.

Και είναι αυτή ακριβώς η ενεργοποίηση, που παρά τις απλοϊκές –χωρίς τίποτε να είναι απλό– αναλύσεις, παρά τους κοινούς τόπους και τις υπερβολές των σοφιστειών και των αυθαίρετων συμπερασμάτων, μας κατευθύνει στην παραδοχή ότι και ο άνθρωπος, παρά την έλλογη οντότητά του, παρά το γεγονός ότι χάρη σε τούτη την έλλογη οντότητά του νομοθέτησε και νομοθετήθηκε, κωδικοποίησε και κωδικοποιήθηκε ηθικά, δεν παύει να είναι μια φύση εν φύσει,

όπου η ενοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική –και κατ’ ουσίαν άνομη και ανήθικη– πράξη της απέναντι στους άλλους, ή και στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά μονάχα ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική, φωτισμένη απ’ όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και υποταγμένη στους εικότες νόμους της ανάγκης.

Και αν πλέον αναλογιστούμε, επανερχόμενοι στον Κάφκα, ότι η ιδιόμορφη μονομανία του να συλλαμβάνει ενόχους χωρίς προφανή ενοχή, να δικάζει κατηγορούμενους χωρίς κατηγορητήριο ή να προσλαμβάνει χωρομέτρες δίχως αχωρομέτρητους χώρους∙

αν αναλογιστούμε ότι τ’ αδιέξοδα και οι αποκλεισμοί στους οποίους αυτοβούλως καταδικάστηκε, κι ότι ο απρόσιτος –ή μήπως ανύπαρκτος;– μεγάλος Πύργος στον οποίο αυτοβούλως εγκλείσθηκε,

δεν ήταν παρά μια ιδιοφυής πρακτική για να αποκαλύψει, κατά πρωτεύοντα λόγο, την προγραμματικά στρεβλή και ατελή ηθική σχέση της ενοχής με τον άνθρωπο, και του ανθρώπου με την ίδια του τη φυσική ανθρώπινη εμπειρία,

ενδεχομένως μπορεί να κατανοήσουμε τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειπε κι εγκατέλειπε τα γραπτά του μετέωρα και ημιτελή, μα παραδόξως όχι ανολοκλήρωτα.

Εφαρμόζοντας κατ’ αρχήν στον ίδιο τον εαυτό του, στο ίδιο το πεδίο της σάρκας του την ποινή της γραφής, αποκάλυψε τις γεωμετρικές διαστάσεις της ενοχής, η οποία γίνεται θεώρημα και αποδεικνύεται μόνον από τη στιγμή που οι πράξεις της αποτελέσουν και πράξεις του γραπτού λόγου.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: VIII. medice, curate ipsum
Post by: wings on 06 May, 2019, 19:50:21
Σταύρος Ζαφειρίου: VIII. medice, curate ipsum

Σήμερα οι λέξεις κολλούν απ’ τον ιδρώτα μου. Δύσκολη αναπνοή και αληθινή ανάγκη για ανάπαυλα. Φοβάμαι αυτό που φοβόμουν εξαρχής: να μη χαλαρώσω και παρασυρθώ εξαιτίας της ζέστης σε προσωπικές, αισθηματικές εξομολογήσεις.

Εκείνες που στις πρώτες σελίδες υπονόησα με την έκθετη φράση «αβάσταχτη κορδέλα των πόθων της».

Βηματίζω πάνω κάτω στο δωμάτιο με το τσιγάρο στο χέρι∙ ξανακάθομαι και...

Περιμένω την από μηχανής σωτήρια τροχοπέδη της μνήμης∙ τη σύγχυση του υπολογιστή, τη δηλωμένη αδυναμία του προγράμματος να ανταποκριθεί στα παρελθόντα. Ματαίως.

Τότε ήμουν απολύτως πεπεισμένος πως δεν θα τελείωνε ποτέ∙ ότι το μη πραγματικό της αιωνιότητας θ’ αποδειχτεί υπερβολικά πραγματικό, και πως η αιωνιότητα θα κάνει πάντοτε λάθος.

Τούτη η αβίαστη και μειονεκτική παραδοχή του εσαεί, η εξίσου άστοχη και αξιοκατάκριτη με τις πράξεις μου, για τις οποίες μετάνιωνα και μετάνιωνα διαρκώς, και τις οποίες επαναλάμβανα διαρκώς με ισχυρότερο μένος, δεν σήμαινε τίποτε άλλο πέρα από τη μέχρι δακρύων και γέλωτος αδυναμία μου να ελέγξω τη διαστροφή της υποταγής μου σε ένα φτωχών αισθητικών παραστάσεων πάθος το οποίο,

αν και αποτελούσε πλήγμα, όχι μόνον κατά της αξιοπρέπειας, αλλά και κατά οποιουδήποτε στιλ, δρούσε ωστόσο ως μια υπερτιμημένη διαδικασία –ή παρα-διαδικασία– του νου, και επινοώντας τελειότητες εκ του μη όντος, εξιδανίκευε, εν είδει στανταλικής ερωτικής κρυστάλλωσης, το αντικείμενό του.

Παρότι αισθάνομαι πως μέχρι και σήμερα επιμένουν και επιμένουν ακόμη να κρέμονται κάποια ξεφτίδια της αβάσταχτης εκείνης κορδέλας της στο διπλό και τριπλό αγκαθωτό σύρμα του φράχτη που είχα από τότε απλώσει στον νου μου,

το γεγονός και μόνον ότι, έστω και οδυνηρά, κατάφερα κάποια στιγμή και τα έβγαλα πέρα με τον πιο πρέποντα και ανυποχώρητο τρόπο, παίρνοντας στην πιο κρίσιμη καμπή της κατιούσας πορείας μου την απόφαση να μετακομίσω για μία ακόμη φορά –μεταφορικά και κυριολεκτικά– από ένα τοπίο σε άλλο,

και επιλέγοντας να εργαστώ ως εποχικός σε ένα από τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, μου επέτρεψε παρά την αρχική έκπληξή μου για τη δύναμη που ως τότε αγνοούσα πως έκρυβα εντός μου, να αποκαταστήσω σταδιακά τη διλημματική και άγονη σχέση –κάτι μεταξύ περιφρόνησης και καταλλαγής– που είχα αναπτύξει με τον εαυτό μου∙

να τακτοποιήσω ξανά και να συγυρίσω ξανά ένα προς ένα τα άνω κάτω συρτάρια των μύθων μου, ένα προς ένα τα ράφια της τουαλέτας μου και τα ντουλάπια του prêt-à-porter ρουχισμού μου.

Η θλιβερή αυτή περιοχή των αισθημάτων μου,
που χαρτογράφησα για να την περιγράψω,
οριοθετημένη ανάμεσα στο πριν
και το μετά αυτού που ήμουν,
διαιρεμένη απ’ το ποτάμι που υπερχείλισε
πλημμυρίζοντας και τις δύο του όχθες,
απέμεινε η μόνη αγεώργητη γη,
το μόνο υπονομευμένο πεδίο όπου ο άνεμος
αποσυναρμολόγησε και σκόρπισε
τις αβέβαιές του εικόνες.

Κάτω από τούτες τις εκ νέου ανεκτές –αισθητικά και διανοητικά– περιστάσεις, γινόταν επιτακτική και αναπόφευκτη πλέον η ενασχόλησή μου με κάποια πνευματική εργασία∙ με τη σύλληψη και τη συγγραφή, λόγου χάριν, ενός περιορισμένων σελίδων κειμένου,

όπου κοιτάζοντας και κοιτάζοντας πάλι προς όλες τις μεριές, από τις πιο υποφερτές μέχρι τις πιο ανυπόφορες, από τις πιο φιλικές μέχρι τις πιο εναντίον μου, θ’ αποπειρόμουν να παραστήσω το αυτονόητο: ότι οι καιροί δεν είναι χαρισάμενοι κι ότι το θαύμα της ζωής δεν είναι θαύμα.

Ωστόσο, πλάι στον σκόπιμα επαναλαμβανόμενο και επί τούτου αργό βηματισμό των φράσεών μου, πλάι στην πληκτρολόγηση και την αυτόματη αναίρεση τούτων των σκέψεών μου, νιώθω να τριγυρίζουνε ακόμη, λίγο ή λίγο περισσότερο ανεμπόδιστα, όσα ευχόμουν να μου είναι πια απωθητικά:

τ’ απομεινάρια μιας παλιάς ενοχής, οι υποκριτικά εκλεπτυσμένοι εκείνοι ενδοιασμοί και τα προσχήματα που καθημερινά επικαλούμουν για να εξαπατώ τον εαυτό μου.

Ασφαλώς και δεν θέλω τη μνήμη μου,
τούτη τη μνήμη που αλύπητα
είναι πάντοτε τώρα.

Η μισερή και αμήχανη εκδρομή το απομεσήμερο,
στη δυτική ακτή της χερσονήσου.
Απρίλης μήνας και οι δραστήριες
ανταύγειες της θάλασσας,
η αμμουδιά.

Βάλ’ τη ζακέτα σου, είπα.
Μη σε γελάει ο ήλιος, θα κρυώσεις.

Βαδίσαμε στην υγρή αμμουδιά ανυπόδητοι,
χωρίς να τολμούμε να μπούμε στη θάλασσα,
δίχως τις λέξεις που τις είχαμε παλιώσει.

Το αδειανό από πελάτες εξοχικό καφενείο.
Καθίσαμε στο καλαμένιο υπόστεγο για έναν καφέ.
Τριάντα λεπτά προσηλωμένοι κι οι δυο
στα φλιτζάνια μας.
Ένα συμβάν.

Ογδόντα τέσσερα χιλιόμετρα απ’ την πόλη,
σ’ έναν ένοχο ρόλο διπλής διανομής.
Επιστροφή άρον άρον κι όταν βγήκαμε
πάλι στην άσφαλτο στάζαμε δράμα.

Φτάνοντας στα προάστια
τα πάντα είχαν πια συντελεστεί
μέσα σε μια σιωπή που διαρκώς άλλαζε τόνο.
Πάλι ο αμπιγέρ με τα κοστούμια μας.
Ένα συμβάν.

Τράβα στον δρόμο σου, είπα.
Ακριβώς η ατάκα μου.
Τα στήθη της, η κοιλιά της, ο πόθος της,
η κορδέλα.
Χαρτιά.

Το ήμερο βλέμμα του αδέσποτου
κάτω ξανά απ’ το παράθυρό μου.

Είναι λάθος σου, σκέφτηκα,
να πιστεύεις στο βλέμμα μου.
Δεν σου είμαι χρήσιμος σε τίποτε απολύτως.
Δεν μου είσαι παρά μόρφωμα ανάγκης.
Τράβα τον δρόμο σου, του είπα.
Ακριβώς η ατάκα μου.
Χαρτιά.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant
Post by: wings on 06 May, 2019, 20:13:01
Σταύρος Ζαφειρίου: IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant

Τι γυρεύεις σε τούτη την έρημο; του είπα.
Σ’ αυτόν τον τόπο των σφαγών και των ενόρκων;
Τούτη η ήπειρος, σ’ όλες τις εποχές,
έχει ν’ απαριθμεί τον θάνατό της.
Τις τελικές της λύσεις, τις μεθόριους
και τις δογματικές της αυταπάτες.
Μπορείς να λαχανιάζεις την ανάσα σου
στης χήνας τον βηματισμό
ή να πλαγιάζεις ήσυχος
με ασκούπιστο το αίμα στους κοπτήρες.
Μπορείς να ιστορείς τα κενοτάφια,
τις βυθισμένες γέφυρες,
τα ερείπια και τους νεκρούς του μίσους,
ή να διασχίζεις άπατρις
την επηρμένο ωκεανό της ουτοπίας.
Μπορείς ν’ ανοίγεις πόρτες και παράθυρα,
για να δειχτείς ολόκληρος,
σαν εκλεκτός, στον κόσμο.

Τι γυρεύεις ανάμεσα στον ερπετώδη νου του πλήθους;
Του όχλου του αλαλάζοντος,
του εξαθλιωμένου,
του τρελαμένου από τα σκέλια της πυράς
και την οσμή της θηλυκής της σάρκας;
Αν δεις στα μάτια, λένε, τη φωτιά,
κατάματα κι αυτή θα σε κοιτάξει.
Ο φοβερός ανακριτής καλεί την άβυσσο
στη βιβλική της γλώσσα,
και οι πεπτωκότες άγγελοι το βιβλικό του μένος
από τις φλόγες της αβύσσου τού επιστρέφουν.

Τι γυρεύεις σ’ αυτόν τον λαβύρινθο
με του απόβλητου το ακέφαλο κουφάρι;
Τι αναζητάς στο λάθος χρώμα του πανιού,
στον θεϊκό συνωστισμό, σε ό,τι απόμεινε
από τα θλιβερά εξάμετρα της δόξας∙
σ’ αυτή την όμοια ειρκτή του διφορούμενου
όπου μονάχα όποιος λύσει
επιδέξια τους κύκλους της κλωστής
μπορεί να βρει το πέρασμα
στο ανάμεσα των μύθων;

Τι γυρεύεις, του είπα, σε τούτο το θέατρο;
Ούτε ο μονόλογός σου θ’ ακουστεί ούτε η σιωπή σου.
Ποιος παίρνει πια στα σοβαρά των τραγωδών τον ρόλο;
Τις ικεσίες του χορού ποιος επωμίζεται;
Ποιος αμαρτάνει και πιστεύοντας στα λόγια των τυφλών
τυφλώνεται απ’ το ίδιο του το χέρι;
Στον άδειο τόπο της ανήλεης σκηνής,
χωρίς τον οίστρο και τις λάμψεις των θριάμβων,
σε μιαν ακρόαση κουφών
θα απαγγείλεις φωναχτά το κείμενό σου.

«Είμαι ο λύκος.
Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σας,
αυτός που πνίγει τα νεογέννητα του ύπνου σας.
Στους ανέμους μου καίω το στέρνο μου,
στα φεγγάρια μου τα σπλάχνα μου αλλάζω.
Το δέρμα μου ανοίγει κατά πάνω σας σαν φως.
Όταν μου λείπει τους χειμώνες η τροφή,
αναζητώ τα μονοπάτια μου που χάθηκαν στις πόλεις.
Όχι ασφαλώς στις εργάσιμες ώρες σας,
ούτε με την πασίγνωστη στολή του εαυτού μου.

Φορώ κουρέλια και σκουφί σαν πολυμήχανος,
ομοιώνομαι τον ναυαγό
που αντίκρισε τη γη των λωτοφάγων.
Κάνω πως τρέμω τάχα από τον φόβο μου,
όταν γρυλίζουν γύρω μου
τα υπόλοιπα αδέσποτα των δρόμων.
Καμιά φορά με πιάνετε στο δόκανο,
άλλες φορές σας πιάνω στο δικό μου.
Τότε πληρώνει, με τον τρόπο του ο καθείς,
τα οφειλόμενα.

»Είμαι ο λύκος.
Αυτός που υποδύεται τον λύκο σας,
το πιο πιστό σας ζωντανό,
το κατοικίδιό σας.
Ακολουθώ τον χρόνο σας και τον βηματισμό σας
χωρίς να δυσανασχετώ για το κολάρο μου,
για το γελοίο μου όνομα
και το λουρί της βόλτας.
Μ’ ευγνωμοσύνη τρώω απ’ τ’ αποφάγια σας,
ουρώ κι αποπατώ όπου μου πείτε.
Αν χρειαστεί θα γλείψω τις παλάμες σας,
θα φέρνω με τα δόντια τις παντόφλες σας
ή την εφημερίδα σας κάθε πρωί απ’ τον κήπο.
Αν χρειαστεί θα γίνει ο οδηγός σας.

Μαζί μου θα διασχίζετε με ασφάλεια
τ’ αυτιστικά σημεία των καιρών σας.
Αν χρειαστεί θα προστατέψω τις γυναίκες σας,
τ’ ανήλικα του οίκου σας
ή τα πολύτιμα κτερίσματα των τάφων σας
από τους τυμβωρύχους.

Αν χρειαστεί θα διακορεύσω τις γυναίκες σας,
τ’ ανήλικα κορίτσια σας
ή θα συλήσω τα κτερίσματα των τάφων σας
πριν απ’ τους τυμβωρύχους.

»Είμαι πια ο λύκος.
Τις νύχτες μου αποσύρομαι στα υπόγεια.
Στο υποσκήνιό μου.
Εκεί όπου μένω μόνος με τα έργα μου,
όπου μπορώ να μελετώ τα πτώματά σας.»

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: X. scribitur ad narrandum
Post by: wings on 08 May, 2019, 18:18:19
Σταύρος Ζαφειρίου: X. scribitur ad narrandum

Αν και το πόνημά μου με είχε απορροφήσει εντελώς, δεν παρέλειπα ωστόσο τα κυριακάτικα πρωινά να ρίχνω σπόρους καλαμποκιού στα λαίμαργα περιστέρια των δημόσιων κήπων και νωρίς το απόγευμα να επισκέπτομαι το νεκροταφείο.

Τώρα, με το χειρόγραφό μου σε εξέλιξη, συνειδητοποιούσα ότι ήμουν γαντζωμένος περισσότερο από πριν στη ζωή, και οι χαραγμένες χρονολογίες των γεννήσεων και των θανάτων στις μαρμάρινες ή γρανιτένιες πλάκες των τάφων αποκτούσαν πλέον μιαν επίσημη και αγχωτική στατιστική σημασία∙

ο ίδιος ο θάνατος αποκτούσε μιαν επίσημη και στατιστική σημασία και ήμουν διατεθειμένος να ερευνώ εξαντλητικά –ή να φαντάζομαι εξαντλητικά– κάθε συνδυασμό αιτίων, συνθηκών και πιθανοτήτων, προκειμένου ν’ απομακρύνω ή όχι το ενδεχόμενο της αιφνίδιας απειλής του.

Προσθέτοντας και αφαιρώντας χρονολογίες διαρκώς, διαπίστωνα ανήσυχος την πολυπληθή παρουσία των νεκρών –και μάλιστα των αρρένων νεκρών– της λεγόμενης μέσης και προγεροντικής ηλικίας, της ηλικίας της μεταξύ των πενήντα και εβδομήντα χρόνων, παρουσία σχεδόν εφάμιλλη μ’ εκείνη της μεταξύ των εβδομήντα και ογδόντα, και εμφανώς υπερέχουσα εκείνης των άνω των ογδόντα, που μακαρίζεται και ως «πλήρης ημερών».

Διαπίστωνα ότι η εν λόγω ηλικία κατέβαλλε σταθερά έναν υψηλότατο φόρο ζωής, ενώ από τη μεριά τους οι άνω των ογδόντα κατέβαλλαν ως άμεση φορολόγηση το ελάχιστο, και κατά συνέπεια συνέβαλλαν ελάχιστα στο σκέλος των εσόδων του μακάβριου τούτου προϋπολογισμού.

Θα τολμούσα ωστόσο να υποστηρίξω ότι η μέση κ.τ.λ. ηλικία αντιστάθμιζε τούτες τις επιδόσεις της στη γραμμή παραγωγής νεκρών, με το πλεονέκτημα της κατά κανόνα καλπάζουσας ή αναπάντεχης μεταβολής της υπαρξιακής της κατάστασης, χωρίς δηλαδή να ταλαιπωρείται με μακροχρόνιες παραμονές στη δυσάρεστη θέση των ασθενών ή των υπό διαρκή αναμονή μελλοθανάτων, ενώ πιστωνόταν πλήρως και τα ευεργετήματα των επιδομάτων παραγωγικότητας, κάθε φορά που κατάφερνε να ξεπεράσει το σταχανοβίτικο πλάνο της.

Βεβαίως, θύματα αυτού του άτεγκτου και απρόσωπου φοροεισπρακτικού μηχανισμού και απαραίτητοι αναβαθμοί της επαχθούς φορολογικής κλίμακας ήταν, παρά τους ευνοϊκούς διακανονισμούς και τις χαμηλές τους παρακρατήσεις, με το δικό τους ισοσκελιστικό ποσοστό και οι νεότεροι,

συγκαταλεγόμενοι όμως κατά κύριο λόγο στους ασταθείς, αν και μετρήσιμους, παράγοντες των επηρμένων τροχαίων ατυχημάτων ή των εκούσιων αισθηματικών αναχωρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των ανεπίστρεπτων εκτοξεύσεων στους παραισθητικούς μετακόσμους της εξάρτησης και του εκμηδενισμού.

Συγκρίνοντας πλέον την προκλητικά ναρκισσιστική αισθητική των ταφικών μνημείων, με τα απλά και διακριτικά και γαλήνια στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου, με την καθαριότητα δηλαδή των χαλικόστρωτων, αλφαδιασμένων διαδρόμων, τις φροντισμένες βραγιές και το ελαφρύ αεράκι που κυμάτιζε ανάμεσα στα πυκνοφυτευμένα κυπαρίσσια, αναρωτιόμουν:

Τι κάνουν τελικά τόσοι άνθρωποι κάτω απ’ τη γη, τι στο καλό ζητούν να βρουν στην αποσύνθεση και στην αμφίβολη, αν όχι ανυπόστατη, διάσταση του επέκεινα, από τη στιγμή που οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, σε όλη και σε όλη τους τη ζωή –και μάλιστα πάνω στη γη– αναζητούσαν και δεν έβρισκαν τίποτα.

Αυτή είναι η αλήθεια, και ως εκ τούτου, κανείς ποτέ του δεν έμαθε τι στο καλό είναι αυτή η ζωή και τι στο καλό είναι τούτος ο θάνατος και, ακόμη χειρότερα, ποιες είναι αυτές οι αφηρημένες τελεολογικές και μηχανικές αρχές και αιτιότητες των μαθητευόμενων ιδεαλιστών, ή εκείνες οι φρούδες τελικές σκοπιμότητες, οι οποίες ορίζουν προϋποθέσεις κι επικαλούνται κοσμικές εικοτολογίες και αναγκαιότητες, για να σου αποκαλύψουν και ν’ αποκαλυφθούν.

Ούτε φυσικά ποτέ του κανείς κατάφερε να κατανοήσει για ποιον άραγε λόγο βρίσκεται αρχικά πάνω στη γη, βλέποντας κι εκτιμώντας την καθαριότητα των χαλικόστρωτων, αλφαδιασμένων διαδρόμων και τις φροντισμένες βραγιές ή νιώθοντας το ελαφρύ αεράκι που κυματίζει ανάμεσα στα πυκνοφυτευμένα κυπαρίσσια, και για ποιον άραγε λόγο βρίσκεται έπειτα κάτω απ’ τη γη, μη βλέποντας και νιώθοντας τίποτε.

Και τούτος ο συλλογισμός γίνεται αισθητά πιο τραγικός, αν αναλογισθούμε ότι ο μόνος τρόπος για να καταστούν επισήμως παραδεκτά το «αρχικά» και το «έπειτα» είναι οι πολλαπλά σφραγισμένες και υπογραμμένες ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως και θανάτου, οι ακριβείς και με κάθε λεπτομέρεια συμπληρωμένες εκείνες πράξεις, που νομιμοποιούν τη συνθήκη της λήξεως και της αρχής.

– Και εδώ μπορεί, μεταξύ σοβαρού και αστείου, να επισημάνει κανείς το πρωθύστερο σχήμα της λέξης «ληξι-αρχικός», να επισημάνει δηλαδή ότι ως αρχικό δεδομένο εκλαμβάνεται η λήξη και ως ληκτικό η αρχή, ότι η λήξη είναι η πρωταρχική βεβαιότητα και ακολουθεί η βεβαιότητα της αρχής, εκτός εάν ανάμεσα στους δύο όρους δεν υπάρχει κάποια ιεραρχική αντίθεση επιθυμητού και ανεπιθύμητου, οπότε ως μόνος αποδεκτός λόγος πρόκρισης και χρήσης της συγκεκριμένης συνθετικής παράταξης απομένει το εύηχο και το εύρυθμο της γλωσσικής εκφοράς.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: XI. dehemur morti nos nostraque
Post by: wings on 08 May, 2019, 19:09:40
Σταύρος Ζαφειρίου: XI. dehemur morti nos nostraque

Μια διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη ζωή και τον ανθρώπινο θάνατο: η ζωή είναι σεπτή και ο θάνατος βλάσφημος. Ή το αντίθετο. Όπως εξίσου θα μπορούσε να ισχύει: η ζωή είναι κυνική και ο θάνατος φιλάνθρωπος. Ή το αντίθετο. Ή ακόμη: ο άνθρωπος ταπεινώνει τη ζωή και ο θάνατος ταπεινώνει τον άνθρωπο. Ή μήπως η ζωή ταπεινώνει τον άνθρωπος και ο θάνατος ταπεινώνει τη ζωή; Μήπως εν τέλει και η ζωή και ο θάνατος ταπεινώνουν τον άνθρωπο; Ή το αντίθετο. Απ’ όποια πλευρά και να το δεις, ο άνθρωπος παραμένει η προϋπόθετη φύση. Ναι. Αν και, είτε επιδιώκει την απέραντη ζωή είτε αμαχητί υποτάσσεται στον απέραντο θάνατο, κατανοεί απ’ το απέραντο τα ελάχιστα.

Να μην το κάνουμε ακόμη πιο περίπλοκο. Αν και είναι. Προσωπικά θα με βόλευε, όλα τα εκείνα τα ενδιάμεσα «ή» να τα ερμηνεύω όχι ως αμφίσημες διαζεύξεις και επιλογές, μα ως κατά παράταξη απόλυτες συζεύξεις και επιταγές μέσα στον χώρο. Θα με βόλευε, ναι, να ισχύουν ταυτόχρονα όλες οι εκδοχές, όλες οι εκδοχές να ’ναι η αλήθεια, σαν συνεχείς κι αδιαπραγμάτευτες πραγματικότητες του νου, και ό,τι ανατέμνεται σαν διαφορά, ν’ αρθρώνεται μόνο σαν ένα στον χρόνο παιχνίδισμα λόγου. Όπως και είναι.

Ναι. Και προπαντός ας μην το αναλύουμε. Ας το αφήσουμε σαν λέξεις που έχουν νόημα ή λέξεις που αποκτούν το νόημά τους απ’ τις συγκρούσεις τους και από τους ελιγμούς τους.

Τέσσερις μέρες πριν τον θάνατό του
ο γέροντας περιήλθε σε σιωπή.
Σ’ εκείνη τη μισή σιωπή
μισή ντροπή των ηττημένων.
Τέσσερις μέρες σε απόλυτη σιωπή,
με τη σιωπή ως τον μοναδικό
αφηγητή των ημερών του.

Υπέθετα πως ήθελε να πει,
πως ήθελε ν’ αποκαλύψει τα τοπία του,
τα πηχτά και βαλτώδη τοπία που ήδη αντάμωνε,
το τρομερό και ακόμη ανεξερεύνητο παρόν
του σχήματός τους.
Υπέθετα πως ήθελε να πει,
αγωνιζότανε να πει για τις σκιές τους.
Ανέβαζε τον θώρακα ως το σπάσιμο,
ρουφούσε άγρια απ’ τη μάσκα τ’ οξυγόνο.

Δεν φανταζόμουν ποτέ
πως κάνει τόσο θόρυβο ο άνθρωπος
για να χωρέσει μέσα του αέρα.
Ούτε και φανταζόμουν πως ο θάνατος
είναι αυτές οι μέρες της σιωπής,
αυτές οι μέρες που η σιωπή τον περιγράφει
με όλους τους νοητούς συνδυασμούς
του αλφάβητού της.

Η τελευταία φράση του που άκουσα
την ώρα που έσπρωχνα προς τα εφημερεύοντα
το αναπηρικό του καροτσάκι:
«Τώρα τελείωσαν όλα.»
Και ούτε κατάλαβα ποια «όλα» εννοούσε.
Ποια ήταν τα «όλα» που τελείωσαν,
και πότε άρχισαν για να τελειώσουν τώρα;
Τι του είχε γίνει αίφνης ολοκάθαρο
στον χτυπημένο νου,
ποιο άπαν είχε τάχα αντιληφθεί,
ποιου πράγματος το τέλος;

Κι έπειτα ακολούθησε η κατάκλιση∙
μονάχος κι ανοχύρωτος στ’ ασφυκτικά του μήκη,
ένα άχαρο ομοίωμα του πρώην εαυτού∙
κι έπειτα η άρνηση τροφής, η κατακράτηση
υγρών και το κρεμώδες πρήξιμο
των παγωμένων άκρων∙
του σώματος η αποσωματοποίηση
και η βεβήλωση κι ο εξευτελισμός∙
μια λιπαρή και ασήμαντη
μάζα οστών, ιστών και μυώνων,
ανίκανη να ελέγξει τις εκκρίσεις της
και τις απορροές της.

Κι έπειτα η ζορισμένη αναπνοή∙
για τέσσερα μερόνυχτα
η ακατάστατη και βίαιη εισροή του οξυγόνου
απ’ το μηχάνημα μέχρι τα έγκατά του∙
τα στεγνωμένα χείλη του,
το πείσμα των δοντιών του,
το πηγαινέλα των γιατρών,
των νοσοκόμων οι οροί και οι ενέσεις∙

κι έπειτα, ερήμην του, ο παπάς,
οι βιαστικές ευχές και η συγγνώμη,
όση συγγνώμη αναλογούσε στις διαψεύσεις∙
και οι ώρες της αναμονής στον άδειο διάδρομο,
οι ώρες στο πλάι μου, οι ώρες
στο ηλιόλουστο μπαλκόνι∙
και οι συλλογισμοί οι αναπόφευκτοι
για το άμετρο, το αχανές και το μεγαλειώδες.

Κι έπειτα τρεις μικρές αναπνοές κι ακόμη μία,
μια τελευταία, πιο μικρή,
ανάλαφρη ανάσα δίχως βάρος,
σαν στην παλάμη χνούδι νεοσσού.
Η πιο αβαρής, η πιο μικρή ανάσα της ζωής του.

Δεν φανταζόμουνα ποτέ
πως είναι τόσο ανάλαφρος ο θάνατος,
πως είναι όλο κι όλο ένα χνούδι,
μια και τον κοίταζα σαν θάνατο
για πρώτη μου φορά.
Μόλις που πρόλαβα και είδα
την αδράνεια στο βλέμμα του,
καθώς η αποκλειστική
του έκλεινε επιδέξια τα μάτια.
«Τζάμπα ταλαιπωρήθηκε.
Έπρεπε να τον είχατε αφήσει
να φύγει απ’ την αρχή»,
μου είπε, αφαιρώντας του τη μάσκα
του οξυγόνου.
«Τώρα πια θα μπορέσει να ξεκουραστεί»,
μου είπε πάλι, ενώ ξεδίπλωνε
το άσπρο παραβάν.
Αυτή η κούραση∙
η κούραση όπου κανείς δεν ξέρει
αν τη χρωστάει της ζωής ή του θανάτου.

Κι έπειτα ο νεκροθάλαμος και η γυμνή σορός του,
το πλύσιμο, οι πούδρες και τ’ αρώματα,
τα καθαρά εσώρουχα, το ντύσιμο
με το καλό του, επίσημο κοστούμι.
Αυτή η κούραση. Κι έπειτα τα χαρτιά.
Το αποβιωτήριο, ένα σωστό κατεβατό
από αίτια θανάτου,
ένας κατάλογος βλαβών χωρίς επισκευή.
Και η κάσα του.
Να φορτωθεί η κάσα του για ν’ ανεβεί στο σπίτι.
Επτά πατώματα να φορτωθεί στους ώμους∙
οι στάσεις στα ενδιάμεσα, οι ενδιάμεσες στροφές.
Αυτή η κούραση∙ κι εκείνη η αγρύπνια∙
τα βλέφαρα που βάραιναν,
η μυρωδιά της σήψης που βάραινε κι αυτή
όσο περνούσε η νύχτα.
Αυτή η κούραση.
Μέχρι την άλλη μέρα που κηδεύτηκε,
η κούραση.

Ούτε φαντάστηκα ποτέ πως ένας θάνατος
μπορεί να κρύβει τόση κούραση
για εμάς τους ζωντανούς,
για εκείνους που δεν είναι.

Κι έπειτα η στατιστική, εκείνη η αθεράπευτη εμμονή μου. Ναι. Η εμμονή μου για το πότε της ζωής, μα πιο πολύ για το πότε του θανάτου.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: XII. non Oedipus
Post by: wings on 08 May, 2019, 19:39:40
Σταύρος Ζαφειρίου: XII. non Oedipus

Χτες βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός σηματοδότης του δρόμου –έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου– έπαψε απότομα να πάλλεται στο πορτοκαλί∙ απέμεινε εντελώς σκοτεινός, με αποτέλεσμα να με αποσυντονίσει.

Σκοντάφτοντας και σκοντάφτοντας
στα οστά των νεκρών,
ξηλώνοντας από εμπρός μου τον
–πότε πρόλαβε;–
εν προόδω ιστό της αράχνης,
φόρεσα πάλι τα παπούτσια
του κυριακάτικου περιπάτου μου,
κάθισα ανακούρκουδα στο πάτωμα
κι άρχισα με υπομονή να πλέκω,
μια μέσα-μια έξω, το πλατύφυλλο σκότος,
μια μέσα-μια έξω, τις χορταριασμένες ρίζες του,
μια μέσα-μια έξω, στα μάτια μου,
το στεφάνι μιας ανθεστήριας νύχτας.
Αν και δεν ήταν αρκετά τα υλικά,
αφού οι καθρέφτες, οι ύπεροι των λουλουδιών
και προπαντός οι λυπημένες λέξεις
είχαν εξ ορισμού αποκλειστεί,
κατάφερα ωστόσο να πετύχω
–χάρη κυρίως στ’ αβαθή των ποταμών
και στων πευκόφυτων πλαγιών τις αναφλέξεις–
μια καθ’ όλα ευπρόσωπη σύνθεση∙
μια σύνθεση, όπου παρά
το ατελές του σχήματός της,
έπειθε εντούτοις
για τις τίμιες προθέσεις της.

Οι μορφές που υπήρχαν τριγύρω μου, όχι φαντάσματα, όχι, μα οι γεμάτες σφρίγος μορφές με τα μεγάλα άκρα και τη βιταλιστική καταγωγή, που εδώ και χρόνια κατοικούν μαζί μου, που εδώ και χρόνια μ’ ακολουθούν πιστά στις ολοένα πιο συχνές μετακομίσεις μου, χωρίς να μου παρενοχλούν τη λογική∙

οι ίδιες εκείνες μορφές που ανοίγουν και κλείνουν την πόρτα μου σε κάθε έξοδο και κάθε είσοδό μου, που ιδιοποιούνται, δίχως ενοχές, αόριστους και παρατατικούς και ενεστώτες, και που κινούνται με παρόμοια ευχέρεια μέσα, ανάμεσα και έξω από τον ύπνο μου, ορατές ακόμη κι αν ήμουν τυφλός, αόρατες ακόμη και αν διέθετα τις άφατες αισθήσεις,

ανταμείβοντας γενναιόδωρα τη φιλότιμη κι έντιμη τέχνη μου, την τέχνη του πλεξίματος των στεφανιών, μου αποκάλυψαν στη λοξεύουσα γλώσσα τους την άλλη του αινίγματος της σφίγγας.

Ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο παράθυρο∙
κοιτάζει∙
έξω από το παράθυρο κοιτάζει,
εκεί όπου όλα γίνονται υπαίτια και δρουν,
σαν να ’χουν σκηνοθετηθεί έτσι που να μετέχουν
στην πράξη της εκπλήρωσης που αναπαριστούν.

Ούτε σωπαίνει ούτε μιλά, ξαναμιμείται μόνο
τις λέξεις που τον στιχουργούν και τον διαδραματίζουν,
ποντάροντας τη γλώσσα του στην μπλόφα των χρησμών∙
όλη τη γλώσσα του σε μια παρτίδα μύθων,
σ’ ένα εντελές συντακτικό μόρσιμων επωδών.

Έπαιξε κι έχασε της πόλης του τις πύλες,
των αστραγάλων του τις μελανές πληγές,
το αθήλαστο της μάνας του και το κακό κρεβάτι.

Μόνο τα μάτια του δεν κέρδισε κανείς,
τα σπαραγμένα μάτια του, το βλέμμα
που επινόησε μέσα από των βλεφάρων του
το αίμα.

Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο∙ κοιτάζει
όχι την πράξη που έχει ονομαστεί,
όχι αυτή την πράξη∙
κοιτάζει τον τυφλό που κατευθύνεται
ικέτης στη χαλκόστρωτη οδό.

Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο.
Οδηγημένος απ’ τους άλλους στο παράθυρο.
Δεν είναι ο Οιδίποδας. Όχι,
δεν είναι αυτός.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: XIII. ne adsum qui feci
Post by: wings on 08 May, 2019, 20:20:02
Σταύρος Ζαφειρίου: XIII. ne adsum qui feci

Λοξοδρομώ, λοξοδρομώ συνεχώς∙ συνεχώς περιπλέκομαι στα ίδια τα πόδια μου, μπερδεύομαι μέσα στα βήματά μου κι έπειτα, με την πλέον ένοχη συνείδηση, επιχειρώ κι επιχειρώ να επανορθώσω.

Αντιλαμβάνονται ότι ατακτώ πάνω στην ίδια τη σκέψη μου, αναστατώνω την ίδια τη σκέψη μου προσπαθώντας –χωρίς να τα καταφέρνω– να περιγράψω πράξεις και έννοιες που δεν καταλαβαίνω. Η τιμωρία μου είναι να ποντίζω ολοένα και ολοένα την πέτρα μου, και λίγο πριν προσβυθιστεί να ελαφραίνει και ν’ ανεβαίνει πάνω.

Γεμίζω απ’ την καράφα το ποτήρι με νερό, πίνω. Ανάβω ένα καινούριο τσιγάρο∙ το σταχτοδοχείο ξέχειλο ήδη με αποτσίγαρα.

Αποθηκεύω τις λέξεις μου∙
αρχείο, κλικ, αποθήκευση,
file, click, save,
στο τέλος της κάθε μου πρότασης
μετακινώ με το ποντίκι τον δρομέα,
file, click, save και ξανά,
file, save, αρχείο, κλικ, αποθήκευση,
αποθήκευση ως...

Γυρίζω πίσω τις σελίδες του γραπτού μου, διαβάζω ξανά με προσοχή κι επιείκεια ό,τι έχω γράψει μέχρι αυτή τη στιγμή∙ ίσως υπάρχει κάποια συνοχή τελικά, ένα, έστω λανθάνον, δίκτυο κοινών νοηματικών χαρακτηριστικών, κάποια σχεδόν λογική ακολουθία.

Εντοπίζω και μαρκάρω αμέσως την τροφή των περιστεριών, τη συγκεκριμενοποιώ διορθώνοντας τους αρχικούς «κίτρινους σπόρους» σε «σπόρους καλαμποκιού»∙ πυκνώνω τις φράσεις μου σε τρεις παραγράφους θανάτου∙ περνώ ώρες ολόκληρες με τη μεταβλητή της εντροπίας και με τη θεωρία των φράκταλ, προσπαθώντας να διασαφήσω τη σχέση τους με τα λοιπά λεγόμενά μου, να διατυπώσω, θέλω να πω, στα όρια μιας σύντομης και ώριμης φράσης, τη λογική ανησυχία μου για τον βαθμό

– σ’ αυτό ακριβώς το σημείο κολλάω θέλοντας ν’ αποφύγω λέξεις κακές όπως: πρόσληψη, κατανόηση, προσδοκία, πρόθεση, ερμηνεία, ανταπόκριση, και ωστόσο μην έχοντας άλλες∙ σ’ αυτό ακριβώς το σημείο σπαταλάω τον χρόνο μου, μέχρι που παίρνω επιτέλους την απόφαση να εγκαταλείψω ηττημένος τον αγώνα,

ν’ αφήσω τα πάντα, έτσι όπως είναι, στη θέση τους κι ας μοιραστώ το κρίμα μου με όλους εκείνους που έχουνε στοιχειώσει μ’ ενοχές ό,τι υπάρχει τάχα ή δεν υπάρχει εντός κειμένου

ή με όλα εκείνα που με έχουν ταλανίσει από τα πρώτα μου κιόλας κεφάλαια, από τις πρώτες μου κιόλας γραμμές, εκείνα που ολοένα και προστίθενται στη γενικότερή μου ανασφάλεια ως ατόμου, αλλά στην εν μέρει εσκεμμένη, εν μέρει εκ των ενόντων επιβεβλημένη απουσία κεντρικού μύθου και πλοκής, ολοκληρωμένων ανθρώπινων χαρακτήρων και των διαλογικών συγκρούσεών τους.

Αυτά τα ενοχικά συμπλέγματα, σκέφτομαι τώρα, αυτές οι ακαδημαϊκές εκκρεμότητες ήταν οι κατεξοχήν αιτίες της εναγώνιας από μέρους μου επιζήτησης κάποιων, έστω και υποτυπωδών, μυθοπλαστικών εφευρημάτων, που θα μπορούσαν να προσδώσουν έναν σαφέστερο, ειδολογικό τουλάχιστον, προσανατολισμό στο κείμενό μου,.

Ό,τι μου λείπει, σκεφτόμουν τότε, εκείνο που θα γεωμετρήσει στο κείμενό μου τις συνθετικές και αφηγηματικές, και, εν πολλοίς, μυθιστορικές του διαστάσεις, εκείνο που θα το ενδυναμώσει και θα το προικίσει με κάποιες δραματουργικές αρετές, αφήνοντας πίσω του κάθε θεωρητικό βερμπαλισμό και αδιαφορώντας για κάθε μετα- και απο-δομική εσχατολογία, είναι μια ένοχη πράξη,

μια ισχυρή και κατάφωρη και αμετάκλητη ενοχή που θα πρέπει να διαπράξω ο ίδιος εγώ, αναπαριστώντας με τον τρόπο αυτόν,
εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτόν στη σκηνή τον κοινότοπο και κατά συνθήκη κοινότροπο μέσα μου κόσμο, την ονομαζόμενη εκείνη «σκοτεινή» μου πλευρά∙

θα πρέπει να διαπράξω μια ενοχή, για την οποία θα πρέπει, εν συνεχεία, να επιβάλω στον αμετάκλητα ένοχο πια εαυτό μου την καφκική ποινή της αναγνώρισής της, την ήδη αναφερθείσα –παρά τις απαξιωτικές, κι εν τέλει βαρετές, εκτροπές και εικασίες– λυτρωτική ποινή της γραφής, την υφιστάμενη όχι ως υποκατάστατο της πράξης, αλλά ως αδιάψευστη μαρτυρία της και επικύρωσή της.

Σηκώνομαι όρθιος, πλησιάζω στο ανοιχτό παράθυρο, κοιτάζω έξω για λίγο∙ σκηνοθετώ ορισμένες κινήσεις μου, μάλλον άσκοπες, στο δωμάτιο.

Αυτή ακριβώς είναι η μόνη μου διέξοδος, αναλογίζομαι τώρα ότι σκεφτόμουν τότε, αυτός είναι ο μόνος, ο πιο κατάλληλος, τρόπος για την αποπαγίδευσή μου και κυρίως για την κορύφωση και το τελείωμα αυτού του κειμένου: μια ένοχη πράξη. Πρώτα βεβαίως η ένοχη ιδέα κι έπειτα η ένοχη πράξη. Πρώτα ο εντελής της σχεδιασμός κι έπειτα η ολοτελής εφαρμογή της.

Έχοντας στο μυαλό τις καθημερινές μου οριζόντιες διαδρομές με τ’ αστικά λεωφορεία, τις καθημερινές επαγγελματικές μου επαφές με το ανόμοιο και ανυπόμονο κοινό στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, και την εκ των ων ου άνευ καθημερινή παρατήρηση των μετακινούμενων προς και από τον παρακείμενο της κατοικίας μου σταθμό των τρένων∙

και έχοντας στο μυαλό τις ανελλιπείς κυριακάτικες επισκέψεις μου στα περιστέρια των δημόσιων κήπων και στο νεκροταφείο∙

με ήδη δηλωμένη, και μάλιστα με τόση επιμονή, την άρνησή μου για την έμπνευση και τα επακόλουθά της, και πληρώνοντας τώρα το τίμημα τούτης της άρνησης, βρισκόμουν ξαφνικά υποχρεωμένος να περιορίσω την έρευνα για την ένοχη πράξη μου σ’ αυτά τα συγκεκριμένα πεδία της εμπειρίας μου και της αντίληψής μου.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: XIV. res, non verba
Post by: wings on 08 May, 2019, 20:34:37
Σταύρος Ζαφειρίου: XIV. res, non verba

Φρίκη στους δρόμους

Άγνωστοι εξόντωσαν τα αδέσποτα της πόλης


Ένα αποτρόπαιο θέαμα, βγαλμένο από σενάριο της πιο νοσηρής φαντασίας, αντίκρισαν το πρωί του Δεκαπενταύγουστου οι κάτοικοι του κέντρου της πόλης. Δεκάδες αδέσποτα κείτονταν νεκρά σε δρόμους, πλατείες και πάρκα, με εκφράσεις που αποτύπωναν τον μαρτυρικό θάνατό τους.
Σύμφωνα με τους γιατρούς της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας, τα αδέσποτα εξοντώθηκαν με δηλητηριώδη ουσία (φόλα), η οποία αναμείχθηκε με παράγωγα κρέατος.
Έργο ψυχοπαθούς χαρακτήρισε αυτή την ασύλληπτη στη βαρβαρότητά της εγκληματική ενέργεια ο Προϊστάμενος της Αστυνομικής Διεύθυνσης, διαβεβαιώνοντας ότι θα γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια για τον εντοπισμό και τη σύλληψη του δράστη, αν και σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις κάτι τέτοιο θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένης της απουσίας μαρτύρων.
«Είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τέτοια ανάξια για τον άνθρωπο πράξη», υπογράμμισε ο Δήμαρχος στις δηλώσεις του, συνεχίζοντας: «Τα αδέσποτα είναι μέρος της καθημερινότητάς μας. Μάθαμε να ζούμε μ’ αυτά κι εκείνα μαζί μας. Ίσως είμαστε η μοναδική αστική περιοχή, όπου τ’ αδέσποτα απολαμβάνουν τη φιλική διάθεση αρχών και κατοίκων. Ελπίζουμε και ευχόμαστε, το απεχθές αυτό περιστατικό να μην έχει συνέχεια, και όποιος ή όποιοι διέπραξαν τούτο το έγκλημα να αντιμετωπίσουν σύντομα τη δικαιοσύνη.»

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: XV. finis coronat opus
Post by: wings on 08 May, 2019, 21:30:14
Σταύρος Ζαφειρίου: XV. finis coronat opus

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, τοποθετώντας τελεία σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, διαισθάνθηκα, τη σωστή θέλω να πιστεύω στιγμή, ότι δεν είχα να προσθέσω στο γραπτό μου τίποτε άλλο. Οποιαδήποτε φράση επιπλέον, ακόμη και οποιαδήποτε λέξη, θα ήταν, διαισθάνθηκα, η απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για την αθέτηση όλων των εις εαυτόν υπεσχημένων και δεσμεύσεων.

Θα προσπαθήσω τώρα πεζολογώντας να περιγράψω, με τον πιο αληθοφανή και πειστικό, κατά το δυνατόν, τρόπο, την ατυχή πορεία του χειρογράφου μου, από την ολοκλήρωση ως την απώλειά του.

Εκείνη τη μέρα κατά την οποία αποφάσισα ότι το έργο μου απέκτησε πλέον την οριστική του μορφή, και αφού είχα διορθώσει –κατ’ επανάληψη και εξαντλητικά– ασυνταξίες, λάθη ορθογραφικά και αβλεψίες, και είχα είτε επιτείνει και επιτείνει προκλητικά είτε απαλύνει διακριτικά μιμήσεις ύφους, δάνειες σκέψεις και λογοκλοπές, φρόντισα, ευτυχώς, να εκτυπώσω αμέσως τις σελίδες του. Και λέω «ευτυχώς», επειδή ελάχιστες ώρες μετά ο μεταχειρισμένος ηλεκτρονικός μου υπολογιστής αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε άλλη εντολή μου.

Ο τεχνικός της εταιρείας υποστήριξης στάθηκε αδύνατο να εντοπίσει, και ως εκ τούτου να επισκευάσει, τη βλάβη, και μην μπορώντας καν ν’ ανοίξει τον σκληρό, αρκέστηκε με λύπη του να μου ανακοινώσει ότι το ένα και μοναδικό αποθηκευμένο μου αρχείο πιθανότατα είχε χαθεί.

Καθώς ξεφορτωνόμουν το άχρηστο και ασήμαντο πλέον μηχάνημα, και κρατώντας στα χέρια μου μονάχα τις λίγες μου εκτυπωμένες σελίδες, σκεφτόμουν –με μιαν ικανοποίηση που παραδόξως έφτανε στα όρια ενός νοσηρού συναισθηματισμού– πως ότι μου είχε απομείνει τελικά ήταν εκείνο που κατά βάθος επιθυμούσα να μου απομείνει:

εκείνες οι λίγες δεκάδες των εκτυπωμένων σελίδων, εκείνα τα λίγα αριθμημένα φύλλα χαρτιού μεγέθους A4, τα φιλικά στην αφή και τα προσιτά στην ανάγνωση. Εκείνα ακριβώς τα χαρτιά.

Το χειρόγραφο πιθανότατα χάθηκε λίγο μετά, σε μια από τις συχνές μετακομίσεις μου από ένα τοπίο σε άλλο. Τότε που εγκατέλειπα ασυγκίνητος το μικρό, παράγωνό μου ανώγειο όχι μακριά απ’ τον σταθμό των τρένων, για να εγκατασταθώ –εξίσου ασυγκίνητος– σ’ ένα πιο ευπρόσωπο και τετραγωνισμένο δυάρι διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου μιας ευπρεπούς οικοδομής, σχεδόν απέναντι απ’ το νεκροταφείο.

– Χιλιάδες όμως πάλι μίλια μακριά από τις λίμνες όπου ήθελα να ζω κι απ’ τα ζαρκάδια.

Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα μου ξεφεύγει. Και μου ξεφεύγει, σκέφτομαι, επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει ως την κορφή της την ανάγκη.

Ή μου ξεφεύγει επειδή εγώ το αφήνω. Για ν’ αποφύγω ίσα ίσα τη μομφή πως θεματοποιώ τα τετριμμένα: γλώσσας αγώνας άγονος και διάτρητα του λόγου υλικά κι ανέξοδες ρητορικές και θεωρίες.

Ό,τι και ν’ ασπαστώ θα είναι αλήθεια. Σαν αντιθέσεις που η φιλάρεσκη ενοχή τους τις μετέτρεψε σε παραπληρωματικές της συζυγίες. Ή σαν τον χρόνο που αχαλίνωτος εισβάλλει από παντού, παραβιάζοντας το πριν, το τώρα και το θα του.

Άλλη εκδοχή:

Βάζω πάλι τον χρόνο στη σωστή του σειρά.
Χτες, σήμερα, αύριο∙
ήμουν, είμαι, θα είμαι∙
πρωτόπλαστος, εγώ, αποσυνάγωγος∙
ένας διαρκής διωγμός σαν εξορία
απ’ την αμφιλεγόμενη Εδέμ.

Το ήμερο βλέμμα του αδέσποτου
κάτω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου.
Είναι λάθος σου, μου είπε,
να επιμένεις στον βίο μου,
στον τόσο προφανή συμβολισμό του.
Είμαι ο δρόμος σου, μου είπε,
όχι η διαδρομή σου.
Ακριβώς η ατάκα του.
Φώτα!

Σβήνουν όλα τα φώτα μονομιάς, εκτός από την καύτρα του τσιγάρου μου και από έναν προβολέα υποκίτρινο, θαμπό, που κάνει πως φωτίζει από πίσω το παράθυρο. Οι θόρυβοι του δρόμου λιγοστεύουν.


Τρίτη εκδοχή και τελευταία!

Χωρίς άλλα τερτίπια με το φως. Άλλωστε είναι πια απομεσήμερο κι ακούγεται ο χτύπος της καμπάνας.

Το αληθινό χειρόγραφο δεν χάθηκε ποτέ∙ ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενά του. Ίσως μια μέρα ανανεώσω τις συμβάσεις του ανάμεσα στην πράξη και τον λόγο. Στο μεταξύ, ρίχνω κλεφτές ματιές απ’ το παράθυρο στην τρομερή πομπή των τεθλιμμένων.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.


Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Η διαθήκη των μύθων (II)
Post by: wings on 09 May, 2019, 13:43:29
Σταύρος Ζαφειρίου, Η διαθήκη των μύθων

II.


[—Δόκτωρ, τι βλέπεις;
—Μια ερώτηση βλέπω.
—Και η απάντηση;
—Μια ερώτηση σου είπα
]

Ίσως όμως να είναι ο τρόπος που φωτίζεται η τέχνη σας
στην ορατή πλευρά της ιστορίας,
στη χωρική διαδοχή των πραγμάτων που απαιτούν τις διαστάσεις του όντος τους,

γιατρεύοντας το αρρωστημένο μάτι,
μεγεθύνοντας τις σκιές των φασμάτων μέχρι τη δίδυμη όψη της φύσης τους,
ως τον λειψό μορφασμό της ανάγκης που υπομένει τα έργα του εφήμερου.

Από τα βάθρα των ανάπηρων αγαλμάτων
και αναγνωρίζοντας στη στάση των κορμών την έκφραση μιας μεταφυσικής συμφιλιωμένης με τα φαινόμενά της∙

πιο κοντά, πιο μακριά,
ανάμεσα στο ασμίλευτο και στην ενέργειά του,
ανάμεσα στο λευκό που διαβρώνεται και στην άλλη φθορά, που υποθέτετε μόνον εσείς,

τη στιγμή ακριβώς που ο παλμός αιωρείται,
εξίσου απέχοντας απ’ το εγώ και απ’ το μέτρο του,
εξίσου απέχοντας από το ευδόκιμο κι απ’ το πραγματικό∙

πιο κοντά, πιο μακριά,
στοιχειωμένοι από την υπόσχεση ενός βασιλείου
–του βασιλείου που θα κληρονομήσετε διά της διαθήκης των μύθων–
πιστέψατε πως υπάρχει μία μονάχα κατεύθυνση
μία αποστολή,
ή μια ιδέα που θα γίνει πεπρωμένο1

πως ό,τι είναι ζωντανό έχει ένα τέλος,
μια ολοκλήρωση στον χρόνο, που δεν αντιστρέφεται.

Το ίδιο και το ίδιο πάντοτε λάθος,
η ίδια απερίγραπτη βεβαιότητα που παραβλέπει το άχρονο.

Πόσο ανόητοι μες στη σοφία της αμέριμνης τύχης,
μες στην αδιάλλακτη απόφανση αυτού που θα συμβεί∙
ριζωμένοι στη χάρη2 που φανερώνει το άφαντο,
αθροίζοντας μέρες μισές μιας εποχής που στάθηκε
για να σας περιμένει∙

και πόσο ακατάπαυστος ζήλος,
υφαίνοντας τον αύλειο χώρο σας με την κλωστή που γνέθουνε οι νομοτέλειές σας.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Η έννοια του πεπρωμένου ας παραμείνει, εντούτοις, ανοιχτή: άλλοτε ως μοίρα προδιαγεγραμμένη από κάποιο ασύμμετρο θέσφατο και άλλοτε ως αίσθηση μιας αποστολής.
2. Η «χάρις», τούτη η αποκαλυπτική προσφορά της αιτιακής αρχής, που έρχεται αντιμέτωπη με την αρχή του τυχαίου. Ή αλλιώς, με τα λόγια του Νίτσε: η χάρις ως το φανταστικό αποτέλεσμα μιας φανταστικής αιτίας.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Η διαθήκη των μύθων (III)
Post by: wings on 09 May, 2019, 21:16:30
Σταύρος Ζαφειρίου, Η διαθήκη των μύθων

III.


Μάρτυρες του ιερού και του βέβηλου,
μάρτυρες της ολέθριας φλόγας και της τραχιάς πνοής,
της περόνης που σκάβει τα μάτια της μοίρας,
που ξηλώνει τα μάτια της μοίρας από τις κόγχες των επίβουλων νόμων της∙

σχεδόν τραγικοί,
πληρώνοντας το τίμημα των νεκρών που παρασύρθηκαν απ’ την ανάστασή τους∙
σχεδόν παράφοροι,
μέσα σε αυτή την αθήλαστη γλώσσα που υπαγορεύει τον μέλλοντα μιας έντρομης σιωπής,

ενώ η αυλαία ανοίγει τις σελίδες της,
θαμπώνοντας στον οίστρο του αίματος το σχήμα των θνητών,
πρόσωπα λαξεμένα στ’ αντίκρημνα της πλημμυρίδας των στίχων∙

ενώ κυρτώνουν οι πόλεις,
όπως κυρτώνει το γέλιο στα χείλη του τρελού
ή όπως κλείνουν τα βλέφαρα κόντρα στην ώρα της δύσης.

Δεν είναι πια το αίμα που στράγγισε στην άγονη κοίτη του,
σαν μονότονη ηχώ που στραγγίζει στις φτερούγες της Χίμαιρας.

Δεν είναι πια οι πόλεις
–οι πόλεις που υπήρξαν–
δόντια απονευρωμένα στο δέλτα του στόματος,
νικημένοι ανεμόμυλοι από φυλές τιμητών.

Δρόμοι στην άκρη της γραφής πάνω στη σκόνη∙

δεν είναι πια η σκόνη,
παρά μονάχα τούτη η φρυγμένη γραφή που ομοιώνει
το βιβλικό της πρόσταγμα με τη ρητορική του∙

δεν είναι πια οι δρόμοι
–οι δρόμοι που υπήρξαν–
παρά μονάχα τούτος ο άνεμος που σαρώνει στις αρχαίες γραμμές,
εκπορθώντας τ’ ανυπεράσπιστα τείχη.

Τα υπόλοιπα είναι ο θρήνος που οφείλετε για όλο τον ήλιο κι όλο τον ουρανό,
για όλη την έρημο και τις θίνες της άμμου που σκεπάζουνε τους συλημένους τάφους∙

είναι οι πτυχές των διαρρηγμένων ιματίων σας που σέρνονται στον λάκκο της σκηνής,
και η μεγαλόσχημή σας αναμέτρηση με την αναπαράσταση της πτώσης.

Σημειώσεις του ποιητή:
[Εδώ βλέπετε τις σημειώσεις για το Λιοντάρι της Δρέσδης.

Στοιχεία από το διαδίκτυο:
13-14 Φεβρουαρίου 1945.
Δρέσδη, ανοχύρωτη πόλη – τρεις αλλεπάλληλοι συμμαχικοί βομβαρδισμοί.
1.400 αεροπλάνα βομβαρδιστικά και συνοδείας.
3.760 τόνοι βομβών (εκρηκτικές, εμπρηστικές και φωσφόρου).
75.358 κατεστραμμένα σπίτια.
135.000 νεκροί (οι εκτιμήσεις διαφέρουν: από το ελάχιστο των 60.000 μέχρι το μέγιστο των 250.000).

Παραθέτοντας αυτούς τους μακάβριους αριθμούς, αναρωτιέμαι: να έχουν άραγε απομείνει σαν απλά στατιστικά δεδομένα ή κάτι σημαίνουν σαν συνειδητή μνήμη και ενοχή; Ωστόσο, όσο εξοργιστικές είναι οι κυνικές θριαμβολογίες των νικητών άλλο τόσο εξοργιστική είναι η ιστορική θυματοποίηση των ηττημένων (βλ. τις αιτιάσεις του Γκρας λόγου χάριν ή του Ζέμπαλντ).

Μάρτιν Βάλζερ, Η υπεράσπιση της παιδικής ηλικίας, εκδ. Εστίας, μτφ. Κώστας Κουτσουρέλης – Πάνος Σιμίτος:
(...) η σκέψη του Άλφρεντ πήγαινε στα λιοντάρια που το ’χαν σκάσει τη νύχτα του μεγάλου βομβαρδισμού, τον Φλεβάρη του ’45 από το τσίρκο Σαρρασάνι όταν αυτό πήρε να καίγεται. Ο Δρ Χάλμπεντλ είχε διαφύγει μαζί με τη γυναίκα του από τον φλεγόμενο Οίκο των Εβραίων, η γυναίκα του είχε παρασυρθεί μες στην πύρινη λαίλαπα, ο Δρ Χάλμπεντλ είχε πέσει στο γρασίδι του Έλβα, ολόγυρά του πτώματα καμένα και αιμόφυρτα. Το φθινόπωρο του ’45 τους είχε αφηγηθεί πως το λιοντάρι τον πλησίαζε ολοένα μυρίζοντας τους νεκρούς και πως φτάνοντας κοντά του κατάλαβε ότι εκεί κάτω κάποιος είναι ακόμη ζωντανός και ξάπλωσε αμέσως δίπλα του, κολλώντας μάλιστα επάνω του σφιχτά.

Δεν είναι τόσο η τραγικότητα των γεγονότων, όσο η συγκλονιστική εικόνα του Βάλζερ. Εξάλλου τα γεγονότα, με όση ωμότητα και να περιγραφούν, αδυνατούν να αιφνιδιάσουν την τηλεοπτική μας εξοικείωση.

Ο ψυχισμός του λιονταριού είναι το θέμα μου.

Ένα λιοντάρι τρομοκρατημένο και συγχυσμένο ανάμεσα στις φλόγες και στα ερείπια. Αρσενικό φυσικά. Η μεγαλοπρέπεια της χαίτης του μου χρειάζεται σαν εικόνα που αντιστέκεται στην παρά φύση συμπεριφορά του.

Να δω το λιοντάρι σαν το ένστικτο μιας επιβίωσης που μπορεί να εκδηλωθεί μόνο κοντά στη θέρμη μιας άλλης ζωής; Ή σαν μια υπερβατική μορφή που σφίγγεται πάνω στον δαίμονά της, γυρεύοντας να προστατευτεί από την αγριότητα των φαινομένων;

Πρόκειται, κατά μία γενικότερη (και λίγο αυθαίρετη ίσως) έννοια για τα ίδια φαινόμενα που μας καλεί να ερμηνεύσουμε (σώζειν) ο Πλάτων, όμως από την οπτική της δυτικής εγρήγορσης: η μόνη παραδεκτή κίνηση του ανθρώπινου πεπρωμένου είναι η κίνηση προς τα εμπρός με οποιοδήποτε μέσον, ενώ απωθείται εντελώς η ομαλή κυκλική που αντιλαμβάνεται ο Πλάτων.

Δηλαδή, η Δρέσδη έπρεπε να καταστραφεί όχι σαν στρατιωτική αναγκαιότητα (που δεν ήταν), αλλά σαν το συμβολικό ενέργημα μιας νέας κυριαρχίας που επιδεικνύει τη δύναμή της. Ο βομβαρδισμός της κακώς αιτιολογείται ως πράξη εκδίκησης ή υπονόμευσης του ηθικού των αμάχων. Είναι το ιστορικό αποτύπωμα της τόσο κακοποιημένης νιτσεϊκής βούλησης για δύναμη, το ίδιο ακριβώς που άφησαν και οι ναζί με τα δικά τους εγκλήματα, αυτό που καθορίζει εν τέλει ολόκληρη τη δυτική λογική.

Τελικά ίσως και να έχει κάποιο δίκιο ο Σπένγκλερ όταν λέει ότι η ιστορία είναι έκφραση, σημείο και ψυχισμός που έγινε μορφή.

Να ξαναδιαβάσω το Σφαγείο νούμερο πέντε του Βόνεγκατ (το φόντο του είναι η Δρέσδη τις μέρες του βομβαρδισμού, μα δεν θυμάμαι αν, πέρα από τον τίτλο, έχει και σελίδες ανάλογης δραματικής πύκνωσης).

Υπάρχει και το βιβλίο του Ντέιβιντ Ίρβινγκ Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, με αρκετό φωτογραφικό υλικό.

Τι κράτησα στη μνήμη μου από τη Δρέσδη;
Τον θολωμένο Έλβα και τη θέα της καινούριας πόλης απέναντι.
Ένα βομβαρδισμένο κτήριο που το διατήρησαν σε περιποιημένα ερείπια, δήθεν σαν μνήμη, αλλά αποτελούσε βασικό αξιοθέατο για τους τουρίστες.
Τους τεράστιους κήπους ενός παλατιού.
Την επιβλητική Φραουενκίρχε.
Το κτήριο της Όπερας.
Έναν κεντρικό πεζόδρομο γεμάτο εστιατόρια και καφέ, όπου σπρωχνόσουν ανάμεσα σε γλώσσες και φυλές για να περάσεις και, παραδόξως, τη σκοτεινή είσοδο μιας στοάς που οδηγούσε σε ένα εξίσου σκοτεινό παλαιοπωλείο.
Αυτό δεν ξέρω γιατί μου έκανε τόση εντύπωση, ίσως επειδή ήταν η μόνη εικόνα που πλησίαζε στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα που φανταζόμουν ότι θα συναντήσω στην πόλη, λίγο μετά την πτώση του τείχους (δεν αγόρασα τίποτε, αν και βρήκα μερικές επιχρωματισμένες γκραβούρες της παλιάς Δρέσδης, που μου άρεσαν).

Λιοντάρι πάντως δεν είδα πουθενά.]


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το ταξίδι του αίματος (I)
Post by: wings on 09 May, 2019, 21:41:24
(https://thepoetsiloved.files.wordpress.com/2019/10/dali_thefaceofwar-e1571066656126.jpg)

Salvador Dali: The face of war | La cara de la guerra (1940)
Πηγή: Wikipedia (https://en.wikipedia.org/wiki/The_Face_of_War)


Σταύρος Ζαφειρίου, Το ταξίδι του αίματος

I.


Ο πόλεμος είναι ο δημιουργός όλων
των μεγάλων πραγμάτων. Καθετί
σημαντικό στο ρεύμα της ζωής
δημιουργήθηκε από τη νίκη και την ήττα.

Όσβαλντ Σπένγκλερ1

Το ξέρετε ότι όλα είναι μια επινόηση
ή, έστω, μια υπόθεση εργασίας.
Το ξέρετε ότι το αύριο δεν θα περιέχει τον τόπο του σήμερα
κι ότι σκουπίδια θα υπάρχουν μεταξύ τους.

Τούτος ο τόπος κάτω απ’ τα σφάγια της μνήμης του,
τούτη η αρχιτεκτονική των ερειπίων∙
τόπος του εδώ και τόπος του αχώρητου,
τόπος της γης που μετρήθηκε βήμα το βήμα,
με τα δάχτυλα αιμόφυρτα μες στα κουρέλια της μπότας.2

Χαράξατε την οδό της φυγής στην ομίχλη του στήθους σας∙

προς τα πού το ορατό,
η μεριά όπου κρέμεται το παγωμένο φύλο,
βαρύ και ασάλευτο στην αγχόνη της άρκτου∙

προς τα πού η φωτιά,
η ανάσα που σκόρπισε τον καπνό που αφηγείται,
η στάχτη του άστρου που λιπαίνει τον άνεμο.

Με το πλέγμα στραμμένο στις σπονδές που προσφέρονται απ’ τη συντελεσμένη εξουσία,
απ’ την αλήθεια των μορφών που αφαιρούνε την όψη τους,
φανερώνοντας μάσκες θυτών,
ενώ οι λάμψεις
γδύνουν το τέμπλο των οστών από την άμπελό του,

εδώ, κάτω από την καλλωπισμένη στέγη των ρόδων
με την πένθιμη κορδέλα της θύμησης
– ξόρκι ανίσχυρο μπροστά στην καθαρτήρια καταιόνηση των σωμάτων∙

εδώ, διά του ενεστώτος ενός κενοτάφιου ρίγους,
σφύζοντος από εύρωστη σιωπή,
έκσταση εκείνων που ασκούνται στην κατάνυξη των κλιβάνων,
καταυγάζοντας μες στη γαλήνη του ομολογούμενου
τις μαντεμένιες πύλες του μίσους∙

[αν το μίσος είναι η παλίρροια του κοσμικού σφυγμού της ιστορίας,
η πανάρχαια φλέβα στο ταξίδι του αίματος∙
αν το μίσος είναι το άρμα του αίματος
στον ιππόδρομο του άρτου και των θεαμάτων,
τότε προς τι οι παλινωδίες του Αντόρνο,
τα περί βαρβαρότητας της ποίησης
και οι αξιωματικές του φλυαρίες;

Τότε προς τι εκείνη η βροχή το απομεσήμερο,
οι λασπωμένοι δρόμοι και η κατάθλιψη∙
τότε προς τι εκείνο το ψιθύρισμα του χρόνου:

Damen und Herren,
εδώ έχει ολοκληρωθεί η αιωνιότητα.
]


Σημειώσεις του ποιητή:
1. Όσβαλντ Σπένγκλερ, Η παρακμή της Δύσης, εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου.
2. Ακόμη και αν πίσω απ’ το αίμα κρύβεται πάντοτε μια κατηγορική προσταγή, τέτοιες εικόνες συνηγορούν στη συστηματική παρανόηση του ύψους και ίσως ένα απλό κλείσιμο του ματιού να μην είναι αρκετό για να το υπονομεύσει.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το ταξίδι του αίματος (II)
Post by: wings on 09 May, 2019, 22:02:07
Σταύρος Ζαφειρίου, Το ταξίδι του αίματος

II.


Τα σκοτεινά μέρη βρίσκονται πάντα στο κέντρο
Τζορτζ Στάινερ

Ποια στιγμή1 ιστορίας εξυψώνει τη βούληση;
Σε ποια ιστορία η βούληση είναι ενοχή;
Μια ιστορία διασχίζοντας τις εκτάσεις του χρόνου,
προς τους αθέριστους λειμώνες του κενού,
και μια ιστορία μη κίνησης,
που παγιδεύει τον χρόνο στον χρόνο της.

Σιδερένια πατήματα ισιάζουν το χώμα που οργώθηκε,
σιδερένιοι αντίχειρες φυτεύουν τους βολβούς των νεκρών∙
ένα γκρίζο ποτάμι κυλά μαζί με τον θάνατο,
ανηφορίζει μαζί με τον θάνατο προς την άλλη μεριά της ροής του∙

πάντα κυλά ένα γκρίζο ποτάμι, που είναι όλος ο θάνατος,
παρασέρνοντας τις οπλές που γλιστρούν πάνω στα φαγωμένα νύχια της νύχτας,
πάνω στ’ αφώτιστα κουφάρια των τροχών∙

πάντα ένα γκρίζο ποτάμι ανάμεσα στις γραμμές που χωρίζουν αυτό που ερημώθηκε
από εκείνο που πρόκειται να ερημωθεί.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Πώς μπορούμε να αντιληφθούμε τη διαλεκτική της «στιγμής» αν δεν την ακινητοποιήσουμε στον χρόνο και δεν την προβάλουμε σαν κάτι έξω απ’ αυτόν; Τούτη ακριβώς η φαντασίωση μιας συνεχούς διαδοχής παύσεων και επανεκκινήσεων της ιστορίας με άξονα τη στιγμή, ίσως και να περιέχει ολόκληρο το νόημά της.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το ταξίδι του αίματος (III)
Post by: wings on 09 May, 2019, 22:11:08
Σταύρος Ζαφειρίου, Το ταξίδι του αίματος

III.


Μάρτυρες των στρατιών που προελαύνουν [έτσι είπε]
συνεπαρμένες από την τελειότητα των πεδίων,
ακαταπόνητες, γιατί ο πόνος δεν καταλύει τα έργα
ούτε υποστέλλει τις υψωμένες σημαίες,
γιατί ο πόνος είναι η υπέρτατη επιτέλεση των θριάμβων τους.

Αντιχθόνιο σκηνικό των συνόρων,
υπερασπίζοντας ασάλευτους θεούς,
ανάμεσα στην έκλειψη μιας κοντινής συζυγίας
και στην απόκλιση των επιτύμβιων γεωγραφιών∙

ένα ακόμη τοπίο που αλώνεται κάτω απ’ τις συστοιχίες των μύδρων,
κάτω από το αλάνθαστο φτεροκόπημα των πουλιών,
σπαθίζοντας τις αγέλες των στρατευμένων ενστίκτων,
χωνεύοντας το ιονισμένο φως του φεγγαριού∙

άγριο ζώο στη χτυπημένη μεριά των κροτάφων τους,
αυτή τη μεριά που ατενίζει τον τρεμάμενο μίσχο του κόσμου.

Πόση γη θα σκεπάσει τ’ αγεφύρωτα ορύγματα,
τους δαιδάλους μιας μήτρας που διαιρούν τον σπασμό της;

Πόσα σύμβολα ενάντια στον άλυτο κόμπο τους,
ενάντια στην μπλεγμένη θηλιά του ομφάλιου λώρου;1

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Επανερχόμενος στον μύθο του λαβυρίνθου και στην αναπαράστασή του ως μήτρα, με τον μίτο της ανάδυσης (ή της κατάδυσης;) να γίνεται σύμβολο του ομφάλιου λώρου.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το ταξίδι του αίματος (IV)
Post by: wings on 10 May, 2019, 15:04:58
Σταύρος Ζαφειρίου, Το ταξίδι του αίματος

IV.


[Ο φόβος.
Μια κάρτα ακόμη στην αρκάνα του ομοίου.
]

Τούτος ο αντίλαλος της επικής κραυγής [έτσι είπε]
που υμνωδεί τη σιγασμένη σάρκα,
τούτο το πλήρες μέλλοντος βλέμμα των νικητών∙
τρόπος για ν’ αποκαλυφθεί η απερίφραστη λογική μιας αλήθειας,
μιας αρχής που γεμίζει με δύναμη τον ορίζοντα.

[εκείνη τη δύναμη –έτσι είπε– που τραβά τον ζυγό του μεγέθους της,
εκπληρώνοντας το ισοδύναμο μεγαλείο του χρέους.


Δεν θα επιστρέψουν οι μάσκες πίσω στη μνήμη τους
ούτε η στάχτη τα επιστήθια των άστρων∙

ξυρισμένα κρανία, χέρια που οικοδομούν τις πυραμίδες του φόβου τους,1
που στοιχίζουν τις πυραμίδες του φόβου τους σε μιαν έρημο θάλλουσα από αιθέριες φούγκες,2

μέχρι να γίνει ο φόβος τους ο φόβος που σας ανήκει,
ο φόβος μιας μάχης που αρχίζει εκεί όπου τελειώνει ένας πόλεμος.

Ένας πόλεμος, λέτε, είναι ο τρόπος που δίνεστε ο ένας στον άλλο
η προσφορά και η μύηση του ενός στη μετέχουσα ιδέα του άλλου∙
είναι ο τρόπος ν’ αλλάζουν τη θέση τους τα σώματά σας,
ν’ αλλάζει ό,τι έγινε με αυτό που του ορίζεται να είναι.

Ποιος απ’ τους δυο φοβάται περισσότερο;

Παραταγμένοι οι μεν απέναντι στις όχθες των δε
–δεν υπάρχει πια το ποτάμι ανάμεσά σας,
παρά μονάχα το σιντριβάνι που απόμεινε
με τον χορό σε κύκλο των παιδιών,
παρά μονάχα τα εξαρθρωμένα μέλη της κούκλας
που τραυλίζει ακόμα το πάνινο κλάμα της,
τη φοβερή προσωδία της επιούσιας άτης–
κάτω από χαμηλές φωνές που μοιράζουν τον θάνατο,
που διευθετούν τον θάνατο στις μερίδες της τελεσίγραφης γλώσσας,
υπακούοντας μόνο στη διαταγή που τους δόθηκε:

ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ3

μόνον αυτό∙
και μονάχα το φάσμα του φόβου που τους ανήκει,
το φάσμα που βλέπει στον φόβο τους την εκδοχή της τελικής τους δόξας [έτσι είπε].

Ποιος από σας φοβάται περισσότερο;

Μια χούφτα στόμφου είναι η απορία σας,
ο σταυρός που οι λεπίδες του αγκυλώνουν στον χάρτη,
η νέα εικόνα του κόσμου σας που υπάρχει
δίχως να επαναλαμβάνεται ποτέ.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Το ένστικτο του φόβου, τοπίο ενός ασύμπτωτου κόσμου, με την ύπαρξη να αγνοεί την αιτία και την κατεύθυνσή της∙ με το πριν ή το μετά της εμπειρίας να ορίζει το ηθικό πρόθεμα της συνείδησης.
2. Θα ήθελα να παραθέσω ολόκληρη τη Φούγκα του θανάτου, του Τσέλαν, ωστόσο θα πρέπει να αρκεστώ στον, εδώ απηχώντα, παλλίλογο στίχο: «σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά» (εκδ. Νεφέλη, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου).
3. Ούτε ένα βήμα πίσω. Ο Βόλγας έχει μόνο μία όχθη: Η διαταγή του Στάλιν για την υπεράσπιση του Στάλινγκραντ, όπου περισσότεροι από 1.500.000 Γερμανοί και Σοβιετικοί έχασαν τη ζωή τους κατά την εξάμηνη διάρκεια των μαχών, από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943.


[Ο Βόνεγκατ δεν μου έδωσε κάτι. Το Δημοτικό Σφαγείο, ως χώρος κράτησης Βρετανών και Αμερικανών αιχμαλώτων πολέμου, όντως υπήρχε στη Δρέσδη, αλλά ο Βόνεγκατ μετατοπίζει διαρκώς το κέντρο της αφήγησής του, με αποτέλεσμα ο λόγος του να γίνεται εκδοχή. Βρήκα όμως κάπου να έχω σημειώσει μια φράση που ελέγχεται για την απλούστευσή της: «Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης ήταν ένα έργο τέχνης: ένας πύργος καπνού και φλόγας για να εορταστεί η οργή και η θλίψη τόσων ανθρώπων που είδαν τη ζωή τους να καταστρέφεται από την απερίγραπτη απληστία και ματαιοδοξία και σκληρότητα των Γερμανών.»

Διάβασα, ωστόσο, το βιβλίο του Ίρβινγκ (εκδ. Ιωλκός, μτφ. Παντελής Μούτουλας). Δεν είχε πέσει στα χέρια μου τίποτε άλλο δικό του, με ξάφνιασε όμως η απουσία αναφορών στη θηριωδία του Ράιχ. Ακόμη και το Άουσβιτς το προσπερνά σε δύο γραμμές, χαρακτηρίζοντάς το απλώς «στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας και διαμετακόμισης (sic) κρατουμένων». Αντιθέτως, δεν με ξάφνιασε καθόλου το αντισοβιετικό του σύνδρομο, που το εκδηλώνει με κάθε ευκαιρία.

Υπογράμμισα ορισμένα σημεία, κυρίως μαρτυρίες επιζώντων και ντοκουμέντα.

Μαρτυρία Πολωνής αιχμάλωτης:
Τότε ακούσαμε αυτό το μακρινό μπουμπουνητό, σαν έκρηξη, και καταλάβαμε ότι κάτι συνέβαινε. Ήμασταν πολύ χαρούμενες... Τρέξαμε όλες στο παράθυρο και είδαμε το πιο εντυπωσιακό θέαμα που έχω δει στη ζωή μου. Ήταν κάτι σαν εκπληκτικά πυροτεχνήματα, όλα πολύχρωμα. Συνεχίστηκε όλη νύχτα, ήταν θαλασσιά και κίτρινα και πράσινα και ασφαλώς για μας ήταν όμορφο θέαμα. Ήταν μια εκπληκτική ευκαιρία να χαρούμε.

Διαπίστωσα ότι το τσίρκο Σαρρασάνι δεν είναι μυθιστορηματικό εφεύρημα του Βάλζερ. Υπήρχε στ’ αλήθεια στην απέναντι όχθη του Έλβα, και στ’ αλήθεια δραπέτευσαν ζώα από αυτό.

Μαρτυρία Γερμανού αξιωματικού:
Το πρώτο ον που είδα μπαίνοντας στην πόλη δεν ήταν άνθρωπος, αλλά ένα μεγάλο λάμα. Προφανώς το είχε σκάσει από το τσίρκο.

Σε άλλο σημείο αναφέρεται και κάποιο λιοντάρι που δραπέτευσε και, ακολουθώντας τη μυρωδιά του αίματος, περιφερόταν στο νεκροταφείο, όπου τρεφόταν με τα άταφα ακόμη πτώματα.
Όμως ο Βάλζερ, με μια κυριολεκτικά μεταεδεμική σύλληψη, τοποθετεί το λιοντάρι εντός του φαινόμενου κόσμου, μέσα δηλαδή στη γνώση και τον φόβο του θανάτου, αλλοιώνοντας, ωστόσο, με τον τρόπο αυτό τη φύση και την πραγματικότητα των ενστίκτων του.

Πεινασμένο, βίαιο, μοναχικό, άθεο: αυτό θέλει η βούληση του λιονταριού για τον εαυτό του (Νίτσε).

Βέβαια, για όλα τούτα τα ζώα που δραπέτευσαν, είτε από το τσίρκο είτε από τον ζωολογική κήπο της πόλης, δόθηκε διαταγή τους πολιτοφύλακες να τα εκτελούν επιτόπου.

Ο αδέξιος χορός του λιονταριού
άδεια πατήματα στην τονική των μέτρων.

Απόσπασμα από την έκθεση του αστυνομικού διευθυντή της Δρέσδης:
Έως και το βράδυ της 20ής Μαρτίου 1945, είχαν ανασυρθεί 202.040 νεκροί, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Πρέπει να υπολογίζουμε ότι το σύνολο θα φτάσει τις 250.000. Μόνο το 30% των νεκρών μπορεί να αναγνωριστεί (...) Επειδή η απομάκρυνση των νεκρών δεν μπορούσε να γίνει αρκετά γρήγορα, αποτεφρώθηκαν 68.650 πτώματα και η τέφρα τους μεταφέρθηκε σε νεκροταφείο. Καθώς οι φήμες υπερβαίνουν κατά πολύ την πραγματικότητα, επιτρέπεται να δημοσιευτούν αυτά τα στοιχεία.

Ανταπόκριση Αμερικανού δημοσιογράφου στο Associated Press:
Οι Σύμμαχοι Αρχηγοί της Αεροπορίας αποφάσισαν, όπως από καιρό αναμενόταν, να πραγματοποιήσουν προμελετημένους βομβαρδισμούς γερμανικών πληθυσμιακών κέντρων, ως ανηλεές μέσο επιτάχυνση της πτώσης του Χίτλερ. Για τους Γερμανούς προορίζονται κι άλλες επιδρομές σαν κι αυτές που πρόσφατα πραγματοποίησαν βαρέα βομβαρδιστικά των συμμαχικών αεροπορικών δυνάμεων σε κατοικημένες περιοχές των Βερολίνου, Δρέσδης, Κέμνιτς και Κότμπους (...)

Δεν ξέρω αν μου χρησιμεύσουν όλα αυτά. Εκείνο που έχει σημασία είναι να ενεργοποιήσουν το μάτι της λεπτομέρειας, ό,τι υπάρχει πίσω από την απρόσωπη ιστορική καταγραφή. Όχι τους αριθμούς των πτωμάτων, αλλά τη μοναδικότητα της καμένης μορφής∙ όχι τη φλεγόμενη πόλη, αλλά τον λιωμένο σκελετό ενός παιδικού ποδηλάτου. Τη μουσούδα του λιονταριού, καθώς οσμίζεται στην πολτοποιημένη άσφαλτο τα συρρικνωμένα, κολλημένα σε ένα ενιαίο κομμάτι, απομεινάρια μιας μητέρας με το μωρό της. Τον πυροσβέστη που φτυαρίζει μέσα σε έναν τσίγκινο κάδο τις στάχτες των νεκρών.

Ό,τι ακριβώς δηλαδή αγνοεί το ιστορικό πρόταγμα του πεπρωμένου, ό,τι συντάσσεται με την ανθρώπινη δυνατότητα να σχηματίσει μια εικόνα του κόσμου και της συνείδησης στη βάση του γίγνεσθαι που συγκροτεί τα γεγονότα και όχι στη βάση των γεγονότων που συγκροτούν ένα γίγνεσθαι.

Ας έχω κατά νου ότι η έννοια του γίγνεσθαι, έτσι όπως την ερμηνεύει η δυτική σκέψη, βρίσκεται στον αντίποδα της αρχαιοελληνικής αντίληψης. Για τον Έλληνα κάθε μεταβολή αναλογεί σε ένα αποτέλεσμα∙ για τον δυτικό κατευθύνεται σε ένα αποτέλεσμα.

Σε τι ακριβώς πίστευαν ο Χίτλερ ή ο Τσόρτσιλ ή ο Στάλιν; Ότι κάθε λαός παράγει και τα δικά του σκουπίδια, τα άτομα εκείνα που ζουν προσηλωμένα σ’ έναν κόσμο αληθειών, ιδανικών και ουτοπιών (Σπένγκλερ), εκείνη την ανιστορική μάζα που θέλει να εκτρέψει από την πορεία του προς τα εμπρός τον πραγματικό κόσμο.

Η ιστορία δηλαδή δεν είναι παρά μια τερατώδης επεκτατική βεβαιότητα, που δεν ακολουθεί καμιά φαινομενική αιτιότητα, αλλά είναι η ίδια που ορίζει την αναγκαία και προδιατεθειμένη φορά του δυναμικού της κέντρου.

Έτσι γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί σ’ αυτές τις απόψεις του Σπένγκλερ, όπως τις διατυπώνει δογματικά, αλλά και αντιφατικά, στην Παρακμή της Δύσης, βρήκαν οι ναζί πολύτιμα κοινωνιολογικά, εθνολογικά και ιστοριολογικά ερείσματα. Και αν η, καθ’ όλα τραγική και απελπισμένη, κραυγή απελευθέρωσης που απευθύνει ο φλογισμένος νους του Νίτσε στον άνθρωπο, καλώντας τον να ξεπεράσει τον άνθρωπο, παραμορφώθηκε για να έρθει στα μέτρα των απολογητών του εθνικοσοσιαλισμού, για τον Σπένγκλερ δεν χρειάστηκε καμιά προκρούστεια κλίνη. Ήταν ακριβώς το καλούπι όπου χύθηκε το μάγμα του ιστορικού πεπρωμένου της φυλής και της καταγωγικής δύναμης του καθαρού αίματος, και όπου μυθολογήθηκε το Ράιχ ως η έλευση της Τρίτης Βασιλείας.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που και οι συγκαιρινές μας νεοναζιστικές και νεοφασιστικές ομάδες –και η δικιά μας φυσικά Χρυσή Αυγή– θεωρούν τον Σπένγκλερ «γίγαντα της σκέψης και κορυφαίο διανοητή του 20ού αιώνα».

Αν και νομίζω ότι τελικά στο κριτικό στόχαστρο του Σπένγκλερ βρίσκονται ο Διαφωτισμός και ο Ορθός Λόγος, και αναπόφευκτα η καταγωγική τους μετασωκρατική αρχαιοελληνική σκέψη.

Εδώ λοιπόν έρχεται το λιοντάρι, σαν μια μορφή πρωτογενούς πολιτισμού (φύση), η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο βίαιη και ακραία εκδήλωση του τεχνικού πολιτισμού, για να μεταβάλει το ένστικτο του φόβου σε συναίσθημα και το ένστικτο της επιβίωσης σε ενσυναίσθηση.

Ο τρόπος που ανιχνεύει, μυρίζοντας, τον παλμό της ζωής, και το σφίξιμό του πάνω στον ζωντανό άνθρωπο, μετασχηματίζει τη φυσική αναγκαιότητα σε αναγνώριση του γεγονότος της ύπαρξης, δηλαδή σε μιαν «ανώτερη» συνείδηση. Το λιοντάρι γίνεται πλέον μέλος ενός άλλου πολιτισμού και η σχέση του με την πραγματικότητα που βιώνει αποκτά μια πνευματική σημασία, το περιεχόμενο της οποίας ενδεχομένως μπορεί να αποδοθεί.]


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το λιοντάρι της Δρέσδης (I)
Post by: wings on 10 May, 2019, 16:14:31
Σταύρος Ζαφειρίου, Το λιοντάρι της Δρέσδης

I.


Κλάρα Ζίνγκερ, θαμμένη εδώ
κάτω από τα χαλάσματα.
Χάινριχ Ζίνγκερ, ζωντανός στον αριθμό 7
της Γκάρτεν Στράσε, Κόσβιγκ.
Μητέρα, σε ψάχνουμε, Ερνστ και Κλάρα.
Φραντζ, είσαι ζωντανός; Η Έλσι σου.
Πού βρίσκεται η κυρία Μπράουνερ;

Γραμμένα με κιμωλία σε τοίχο στη Δρέσδη1


Πρέπει να περιμένουμε την επιστροφή της μανίας,
τον ερχομό μιας Αποκάλυψης παρενδυμένης τον πιο ασυνάρτητο θρίαμβο,
τη συγκατοίκηση της τρομακτικής νοσταλγίας με το ανοίκειο.

Κάτω από τ’ αποχρονισμένα ρολόγια και ανάμεσα στα κλίτη του κενού
– ένα κόκκινο αδιαπέραστο σύννεφο δένει στα κρόσσια του τα λείψανα ενός παιδικού ποδηλάτου∙

δεν είναι χώρος εδώ παρά μονάχα σάρκα και στόματα που δονούνται ακόμη ζωντανά∙
ό,τι σώθηκε από μια πολιτεία καθρεφτισμένο στ’ ανερμάτιστα νερά των ποταμών,
στις υψηλές θερμοκρασίες του εξαντλημένου αέρα,
σ’ αυτές τις πυρίμαχες λέξει που πλέκονται σαν γαμήλια κόμη:

ΣΑΣ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ ΑΙΜΑ, ΛΥΠΗ, ΙΔΡΩΤΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ2

ΣΑΣ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ ΘΑΝΑΤΟ

Εσάς, ποιος;
Ποιος υπόσχεται το ενδιάμεσο μέλλον,
το μέλλον που ήδη κρέμεται ξεφτίδι στο παρόν;

Μπροστά σε ποιον θα κλείσετε τα μάτια σας,
μετέχοντας στο παιχνίδι του τραχήλου που γέρνει στο χείλος μιας κενόδοξης αβύσσου,
μαθαίνοντας πως το κάθετο φως δεν μπορεί να σκιάσει καμιά δυνατότητα;

Ρημαγμένο τοπίο της νίκης σας,
θραύσματα σφηνωμένα στις μορφές που κοσμούν τους πυλώνες του νείκους∙

ένας άντρας εχθρός κυλά τον τροχό,
στρέφει ανάποδα τη βαρύτητα των κρεμασμένων∙

ο ίδιος εκείνος εχθρός,

πρόσωπο δίδυμο στο εκμαγείο της κρίσης,
λάμψη του άρματος που πετρώνει την όψη του∙

όχι ο εχθρός μα η αξεχώριστη όψη,
ο τρόμος μιας ρητορικής που εξιλεώνει τη γλωσσική της έπαρση με την πραγμάτωσή της:

ΝΑ ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ.
ΝΑ ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ,

τα ομόκεντρα γρανάζια που γυρνούν μέσα στη μία λαίλαπα3 μιαν άλλη.

Τη νύχτα όλα γίνονται κατάληξη κι αιθάλη∙
ένας άγγελος προ της ζωής,
καθόλου ουρανός∙

καθετί που έχει εξαγγείλει
βρίσκεται κιόλας στη θέση του.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Ντέιβιντ Ίρβινγκ, Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης (από φωτογραφία-ντοκουμέντο στο βιβλίο).
2. I can promise you Blood, Toil, Sweat and Tears: Το μήνυμα του Τσόρτσιλ στην πρώτη του αγόρευση ως Πρωθυπουργού, στις αρχές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (Μάρτιος 1940).
3. Το φαινόμενο της πύρινης λαίλαπας οφείλεται στον καυτό αέρα, που καθώς ανυψώνεται δημιουργεί ανεμοστρόβιλους, οι οποίοι απορροφούν το οξυγόνο από παντού, προκαλώντας έναν σίφουνα τρομακτικά υψηλών θερμοκρασιών που ρίχνουν τα πάντα (κτήρια, οχήματα, ανθρώπους) μέσα στην πύρινη κόλαση (βλ. Ντέιβιντ Ίρβινγκ, Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης).


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το λιοντάρι της Δρέσδης (II)
Post by: wings on 10 May, 2019, 16:44:36
Σταύρος Ζαφειρίου, Το λιοντάρι της Δρέσδης

II.


Ένας άγγελος προ του εαυτού φτερουγίζοντας,
ακούγοντας μονάχα τη βουή των κινητήρων.

Δεν είχα διόλου φανταστεί πως ούτε οι κρύπτες των ναών θα τους γλιτώσουν
και γέλασε.

Ούτε ποτέ μου πέρασε απ’ τον νου πως ξεπαστρεύεις τόσο απλά την ιστορία,
και γέλασε.

Ένας άγγελος φτερουγίζει απαλά,
υπεριπτάμενος της θέας των νεκρών του∙

αυτών, ποιων;
Ποιοι είναι αυτοί που γλιστρούνε στ’ αφώτιστα βάθη του γέλιου του;
Ποιος τους φωνάζει και ποιοι του απαντούν;
Ποια λόγια θάβουν τη φωνή κάτω από άλλα λόγια;

Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το λιοντάρι της Δρέσδης (III)
Post by: wings on 10 May, 2019, 16:57:36
Σταύρος Ζαφειρίου, Το λιοντάρι της Δρέσδης

III.


Ρημαγμένο τοπίο της νίκης σας∙
στην ίδια πράξη φλέγονται η σκηνή κι οι θεατές κάτω απ’ το κέλυφός της.
Ο θάνατος τους φύλαξε ζεστούς σκεπάζοντάς τους,
διπλώνοντας στα δύο τη φωτιά,
τραβώντας ως το μέτωπο το στοργικό της πέπλο.

Αυτούς, ποιους;
Ποιους λύτρωσε ο γερανός των από μηχανής,
που φλυαρούν αυτάρεσκα τις θεϊκές τους λύσεις;
Και ποιους ορκίζει ο χορός στο αίμα της φυλής,
στοιχειώνοντας στη γλώσσα τους την επωδό των μύθων;

EIN VOLK, EIN REICH, EIN FÜHRER1

Ένας άγγελος διασχίζει τα όντα του εύχαρις,
κατά τις γραφές,
για να προσφέρει, ως είθισται, τα νηπενθή του κρίνα:

Ein Volk, ein Reich, ein Führer

Ένας άγγελος προ των τειχών κατευθύνοντας
τη σκόπευση της χοϊκής πνοής,
το διαρκές κι ανέκφραστο κοίταγμα των θεών του.

Αυτός, ποιος;
Ποιος έψαλε τα εγκώμια του εδεμικού του πόθου,
του δαίμονα που ψήλωσε τη χρονική ψυχή;2
Και ποιος χαρίζει απ’ την αρχή την όμοιά του πίστη
στην πεπρωμένη έλευση της νέας διαδοχής;

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Ένας λαός, μια αυτοκρατορία, ένας ηγέτης: σύνθημα των ναζί που πρωτοεμφανίστηκε σε προπαγανδιστική αφίσα τον Μάρτιο του 1938, αμέσως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ.
2. Αν φυσικά υιοθετήσουμε την παράδοξη άποψη που θέλει τη δυτική ψυχή να διατηρεί μια προνομιακή σχέση με τον ιστορικό χρόνο ως μνήμη, σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική (ψυχή), όπου, κατά την ίδια άποψη, η σχέση αυτή είναι ανύπαρκτη.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Το λιοντάρι της Δρέσδης (IV)
Post by: wings on 10 May, 2019, 21:02:31
Σταύρος Ζαφειρίου, Το λιοντάρι της Δρέσδης

IV.


Θ’ ανθίσει ο κήπος
κάτω από τους μαιάνδρους των οστών
κλήρος δοσμένος αδιαίρετα στα διαιρεμένα μέλη∙

θ’ ανοίξει η σπείρα,
ξοδεύοντας όλη την ύλη στην καμπύλη του μόχθου της,
προικίζοντας κάθε στιγμή μ’ έναν καινούριο χρόνο.

Ρημαγμένο τοπίο της νίκης σας∙
ο αδέξιος χορός του λιονταριού,
λαθεύοντας ολόνυχτα την τονική των μέτρων
την τρομαγμένη ελευθερία που ημερώνεται
από το ξάφνιασμα της αναγνώρισής της∙

ταιριάζοντας τ’ ανεμικά πατήματα του φόβου,
φόβου μέσα στον φόβο που υποτάχθηκε στη ροή ενός διαλείποντος κόσμου,
προσπαθώντας να λύσει το αίνιγμα του ορίου ανάμεσα στον λυγμό και στο σύμπαν.

Σε σκόνη σκόρπισαν οι αρμοί, σε στίλβη η στίλβη,
θέρμη παγιδευμένη στον καπνό που λιχνίστηκε πάνω απ’ τη χαίτη,
φέρνοντας πιο κοντά τον σφυγμό στην ανάσα του,
το αβέβαιο πέλμα στη ρωγμή των ενστίκτων∙

φέρνοντας πιο κοντά τη διαπασών του ορίζοντα,
καθώς ριγούν οι παλμοί σε παράκλητους φθόγγους,
κλίμακες που ενώνουν το λαχάνιασμα της τρομερής ζωής με την κατεύθυνσή της,

εκεί, στο ασύμμετρο κούφωμα των σορών,
στη δυσανάγνωστη τομή της αχρονίας∙
εκεί όπου η άγρια καρδιά διδαγμένη τον κόσμο αφήνεται στον τρεμάμενο κόρφο.

Εκεί, πού;
Πού μέσα δέχτηκε η σιωπή την έκτασή της;
Σε ποια βουβή συνάντηση ωρίμασε η ανάγκη;

Ρημαγμένο τοπίο της νίκης σας∙
άδειο που ηχούν τα ξύλινα ποδάρια λυμφατικών σκιών∙

θα υπάρξει το άστρο
που θα κοιτάξει πιο ψηλά απ’ το δικό του θάμβος∙
ψηλά, ψηλά, πολύ ψηλά,
μέχρι το αρχαίο γέλιο των αγγέλων.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. [Όπερ έδει δείξαι: κατά κανόνα το αποτέλεσμα, όχι μόνον είναι υποδεέστερο της προσδοκίας, αλλά διεκδικεί και τον ρόλο της αλογόμυγάς της: όσο και να χτυπιέσαι δεν μπορείς πια να το ξεφορτωθείς από τη ράχη σου.

Αναρωτιέμαι αν η τόση αφαίρεση ωφελεί ή ζημιώνει. Η δυσκολία βρίσκεται στο προφανές και στην ηρωική αποφόρτιση της ποιητικότητας.

Εν τέλει, καταλήγει οιονεί φορμαλισμός, σε μια εποχή όπου όλες οι θεωρίες ακούγονται σαν ανέκδοτο. Από την άλλη βέβαια είναι ένας εύσχημος τρόπος να θολώσουν τα νερά, αποδυναμώνοντας τα μεταμοντερνιστικά ιδεολογήματα.

Αυτή η άθλια μεταφυσική του μεταμοντέρνου, όπου όλοι το έχουν στο στόμα τους σαν προσευχή, δίχως κανείς να γνωρίζει το δόγμα. Αυτές οι αποκαλυπτικές ακροβασίες και τα κατασκευασμένα ψευδοδιλλήματα. Και γιατί τάχα να μην τον ονομάσουμε νεομοντερνισμό; Ως ορισμός είναι λιγότερο ανυπεράσπιστος.

Και ο άγγελος; Πώς προέκυψε ο άγγελος; Σαν λογικός συνειρμός από τη Sistine Madonna1, ή έτσι όπως προκύπτουν όλοι οι άγγελοι στην ποίηση: σαν βομβαρδιστικά που ξεγελούν τα ραντάρ και την αντιαεροπορική άμυνα;

Ας ξαναδώ τον Φάουστ (του Γκαίτε), παρόλο που ο όγκος του με τρομάζει. Η αρχή του πρώτου και το τέλος του δεύτερου μέρους μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο. Κρίμα που δεν κράτησα σημειώσεις την πρώτη φορά.

Τι μου διαφεύγει; Γιατί ο Σπένγκλερ θέλει να ονομάζει τον δυτικό άνθρωπο φαουστικό;

Ο Φάουστ κοιτάζει ψηλά. Προς τα πού; Πάνω απ’ το σώμα; Πάνω απ’ το πνεύμα; Ή, τελικά, πάνω απ’ την ηθική, πάνω από το καλό και το κακό, δηλαδή προς την απρόθετη ηθική της θεότητας;

Ω, αξιαγάπητες, αφελείς διερωτήσεις της ποίησης.

Οφείλει όμως να πληρώσει ένα τίμημα. Κάπου εδώ αποκαλύπτεται η θρησκευτική παγίδα που επιλέγει να πέσει ο Γκαίτε. Προτιμά να αφήσει ανολοκλήρωτο τον ήρωά του, παρά να τον παραδώσει στις διαθέσεις του κακού. Η εξομολόγηση και η μετάνοια, αυτά τα ιδιοφυή δογματικά εφευρήματα, είναι η αφήγηση, και ταυτόχρονα η σκηνοθεσία, της εσωτερικής ηθικής ενός πεπρωμένου που προσκρούει στον τοίχο της πολιτισμικής ενοχής.

Μήπως όμως ο Γκαίτε, προηγούμενος θεολογικά, στο σημείο αυτό, της σκέψης του Κίρκεγκορ, ολοκληρώνει την αμαρτία του Φάουστ του με τη μετάνοια; Μήπως δηλαδή η μετάνοια είναι το τελευταίο κομμάτι στο παζλ της αμαρτίας, οπότε αυτοϋπονομεύεται ολόκληρο το αισθητικό και συναισθηματικό οικοδόμημα μιας αφετικής συνταγής;

Η θλιβερή επιστροφή του Φάουστ στην αισθητηριακή αντίληψη του πραγματικού κόσμου σημαίνει και την παραδοχή από μέρους του εκείνης της μηχανιστικής σύμβασης που αναζητά αιτίες πίσω από τα φαινόμενα.

Η ολοκλήρωση της «τραγωδίας», με τους αγγέλους να απαγάγουν, κυριολεκτικά, την υπερβατική διάστασή του από τα χέρια του Μεφιστοφελή, είναι πολύ πιο κοντά στο ρομαντικό μελόδραμα (Στάινερ), παρά στην αρχαιοελληνική ή, κυρίως, στην ελισαβετιανή τραγωδία, όπου οι ήρωες κατευθύνονται, μέσα από προγραμματισμένες, ή τη δικές τους προγραμματικές πράξεις, προς την αναπόδραστη καταστροφή.

Απορία:
Με ποια λογική ο Σπένγκλερ, από τη μια αποκαλεί τους νόμους της αιτιότητας ανιστορικούς, όρο που τον ταυτίζει με την αρχαιοελληνική θεώρηση του γίγνεσθαι, και από την άλλη επικαλείται την καταλυτική λειτουργία του απρόοπτου, δηλαδή του τυχαίου, δηλαδή του μη αιτιώδους, έτσι όπως πάλι ο ίδιος το ανακαλύπτει στην αρχαιοελληνική τραγωδία;

Αυτή η αντίφαση, με τις αβάσταχτες σπενγκλερικές βεβαιότητες να παλινωδούν μεταξύ αιτιότητας και τυχαίου, μεταξύ φύσης και ιστορίας, πώς συνδέεται με τη δραματουργική σύλληψη ενός, ρομαντικού εν τέλει, ποιητή, που έχει να αναμετρηθεί με την ηθική παρά με την ιστορία;

Τι είχε στο μυαλό του ο Σπένγκλερ όταν στήριζε ολόκληρη τη θεωρία της αποστολής, της λαχτάρας για δύναμη, της κατεύθυνσης προς τα εμπρός, της καθαρότητας της φυλής και του προγονικού αίματος πάνω στο ασταθές σύμβολο του Φάουστ; Γιατί κλείνει τα μάτια του μπροστά στο αξιολύπητο γεροντάκι του τέλους, που το μόνο που ελπίζει πια είναι η σωτηρία του;

Τι μου διαφεύγει; Τι δεν μπορεί να χωρέσει στο ανιστορικό μου μυαλό;

Να αγνοήσω άραγε τελείως τον Μάρλοου και τον Μαν;

Ο Φάουστους, στον Μάρλοου, καταδικάζεται στις φλόγες της κόλασης. Η εμπειρία και η μη επιστρέψιμη γνώση του κακού τον οδηγεί σε μια τρομερή, στην ελευθερία της, επιλογή. Ούτε τύψεις ούτε μετάνοια. Αφήνεται στην τιμωρία, ολοκληρώνοντας έτσι με καθαρότητα την τραγική του μορφή.

Δεν μπορώ ν’ αγνοήσω ωστόσο το Μεφίστο, ούτε ως βιβλίο του άλλου Μαν (Κλάους) ούτε ως ταινία (Ζάμπο). Αυτή η τερατώδης ηθική της εσκεμμένης άγνοιας και της σιωπηρής συναίνεσης, που καταλήγει στη απενοχοποίηση και την απαλλαγή. Αυτός ο θηριώδης ηθοποιός (Μπραντάουερ), που απενοχοποιεί και εξυψώνει έναν ένοχο ρόλο.

Είναι ο άνθρωπος που πουλά τελικά την ψυχή του στον διάβολο ή ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει;

Οι τίτλοι προς το παρόν μου αρέσουν. Ελπίζω, με τον στόμφο τους, να υποψιάζουν και για μια πιο ειρωνική ανάγνωση του κειμένου.

Πώς θ’ αποδεσμευτώ από τα καταραμένα βαρίδια της απόηχης γλώσσας; Πόσο όμορφα μπορείς να βουλιάξεις μαζί μ’ αυτά!

Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς «μέσα» στη γλώσσα με μια γλώσσα ζωής, με μια γλώσσα ζωτικής σημασίας, που να ξεπερνά τη μεταφυσική της ζωής για να γίνει άσκηση ύπαρξης;

Ω, χαριτωμένες ρητορικές αγωνίες, που έξω απ’ την ίδια τη γλώσσα δεν σημαίνετε τίποτε!]

1. Όρθια Μαντόνα ή Παναγία Βρεφοκρατούσα. Έργο του Ραφαήλ, μία από τις περίφημες Μαντόνες του, περιτριγυρισμένη από αγγέλους, που ανήκε στον Δήμο της Δρέσδης. Μετά την κατάληψη της πόλης βρέθηκε στα χέρια των Σοβιετικών, για να επιστραφεί στη συνέχεια. Σήμερα βρίσκεται στο Zwinger Palace, στην αίθουσα των ζωγράφων.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Προς τα πού (I)
Post by: wings on 10 May, 2019, 21:22:32
Σταύρος Ζαφειρίου, Προς τα πού

I.


Τίποτε δεν αλλάζει τον λόγο που ειπώθηκε,
τον λόγο που είναι εξίσου παρών στην εξιστόρηση και στην προφητεία,
στη γραφή που υποτίτλισε την ακίνητη1 εικόνα του χρόνου.

Τίποτε δεν ορίζει το σχήμα που δεν ορίστηκε,
το μάτι που εκθέτει την αρχή του στο φως,
τη μάταιη ορμή του μυαλού προς το αβλάστητο ύψος∙

το ύψος που εκ του ύψους μόνο περιβάλλεται,
αφήνοντας δίχως σύνορα τις διαστάσεις,
τα σημεία όπου τέμνεται το εφικτό με το ανέφικτο∙

τα σημεία εντός του γινόμενου
και τα σημεία έξω απ’ αυτό.

Μεταξύ των σημείων ο ασυμπλήρωτος κύκλος σας,
τα διανύσματα που δεν θα προστεθούν,
η απόσταση ανάμεσα στο συμβάν και στη μνήμη.

Μεταξύ των σημείων η κερδισμένη σας γνώση
και η γνώση που χάθηκε στα ενδεχόμενά της,
το αβαρές του αινίγματος στων εσόπτρων το κοίλο.

Προς τα πού2 οι εκβολές των λυγρών ποταμών και οι κρωγμοί των γλάρων∙

προς τα πού η κοιλάδα του Somme
με το ένα εκατομμύριο, διακόσιες εξήντα πέντε χιλιάδες νεκρούς∙

προς τα πού η ουρά του ερπετού που φυλάει τα κοπάδια του,

αγρυπνώντας ανάμεσα σε δυο εποχές,
ανάμεσα στην εποχή του κοντά και στην εποχή του απέραντου,
ενεδρεύοντας πίσω απ’ τους τύμβους εκείνων που έπεσαν
στην οθόνη του τελευταίου πολέμου.

Τέκνον τυφλού γέροντος, τίνας χώρας αφίγμεθα;3

Προς τα πού ο τα πάντα ορών στον χερσωμένο κήπο των κανόνων∙

προς τα πού η νεβρή μοναξιά του πρωτόπλαστου φόβου∙

προς τα πού οι χιτώνες που απόμειναν απ’ τη δημιουργία.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Κινείται ή μήπως είμαστε εμείς που κινούμαστε μέσα σ’ αυτόν; Έχω πάντα στον νου μου την απορία εκείνου του μικρού κοριτσιού: «Μπαμπά, όταν μεγαλώσω εσύ πάλι θα είσαι πιο μεγάλος από μένα;»
2. Το «προς τα πού» (Wohin) απαλλαγμένο από την ερωτηματική του στίξη και από το πρώτο σκέλος «από πού» (Woher) του κατεξοχήν υπαρξιακού ατοπήματος, ήτοι: απαλλαγμένο από τη μεταφυσική του πεπρωμένου.
3. Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Προς τα πού (II)
Post by: wings on 10 May, 2019, 22:12:52
Σταύρος Ζαφειρίου, Προς τα πού

II.


Ασφαλώς και τους χρησιμοποιούμε. Τους ζεύουμε και τους πηδάμε κανονικά, φωτογραφίζουμε τον εξευτελισμό τους, τους στέλνουμε πάνω σε πανύψηλες, σιδερένιες κατασκευές και κάτω στα ορυχεία και στους υπονόμους και τα σφαγεία, τους φορτώνουμε απάνθρωπα φορτία, απομυζούμε τους μυς και την όραση και την υγεία τους, αφήνοντάς τους, μέσα στην ευσπλαχνία μας, μερικά ψίχουλα για τα τελευταία, αξιοθρήνητα χρόνια τους. Φυσικά. Γιατί όχι; Κατά τα άλλα είναι άχρηστοι.
Τόμας Πίντσον1


Έπρεπε όμως πρώτα να εξωθήσετε την ακούσια τύψη πιο κοντά στις εσχατιές του ιερού.

Πώς ήταν τότε οι σκιαγμένες φωνές το εννοήσαμε,
όταν μετρήσατε την πράξη του κόσμου στον κανόνα που καμία καινούρια αλήθεια δεν σας εμπόδιζε να επιμένετε πως είναι αληθινός.

Σ’ αυτή την κλίμακα,
που φροντίζετε πάντοτε ν’ ακολουθεί μια αντιστοιχία προσιτή στο ανάλογό της,
επιλέγοντας το τοπίο μιας γλώσσας που υπάρχει ταυτόσημη στη σωστή της σειρά,
χαλκεύοντας μεταμέλειες που ήθελαν όλοι ν’ ακούσουν∙

έτσι μετέχετε,
έτσι μετέχουμε κοιτάζοντας τα ημερωμένα αντίγραφα ενός άλλου καιρού,
λυτρωμένου απ’ τις επιταγές κι απ’ τα δαιμόνια της άπτερης λύπης σας,
αθωωμένου απ’ τη φωτιά που χωνεύει τους στικτούς αριθμούς μιας φιλεύσπλαχνης λύσης.

Έπρεπε όμως πρώτα να σπάσουν στην πέτρα οι καθρέφτες της πιο μεγάλης ιδέας,
να ξεχαστεί στους ιστούς η απειλή των ανοιγμένων φτερών∙

έπρεπε πρώτα να πάψει το βουητό των οστών,
αλλάζοντας τ’ ορατό του ματιού με το αόρατο
ενός νου που η τέχνη του υπνωτίζει την κρίση.

Όταν φανούν και πάλι τα είδωλα ανάμεσα στις κοινές σας προθέσεις,
ανάμεσα στα σύμβολα των φυσικών σας νόμων,
με τα χέρια υψωμένα σαν σκιές που στεγνώνουν στον άνεμο∙
όταν φανούν οι δούλοι που έγιναν φύλακες των παλιών τους δεσμών,

θα βρεθείτε ξανά μια στιγμή πιο μπροστά απ’ την κίνηση που επιστρέφει στους τρόπους της,
μια στιγμή πιο μπροστά απ’ τη δύναμη που συντρίβει τη μνήμη,

ολοκληρώνοντας την κατάληψη ενός ουρανού που νικήθηκε απ’ τις στρατηγικές της επενδύσεις,
ενός ορίζοντα κρεμασμένου στο ισοζύγιο της τελευταίας χρονιάς,
σαν σώμα νεκρού παγιδευμένο στ’ απροστάτευτα ύψη,
σαν ένα σώμα νεκρού στα κλαδιά που παραείναι πυκνά για τούτο το φως,
καθώς τα κέρδη σας πρέπει ν’ αποδίδουν εκ νέου
και όσοι αντιστέκονται πρέπει εκ νέου να χειραγωγηθούν.

Προς τα πού ο ιστός που υφαίνει ακούραστα ο κομπασμός της αράχνης∙

προς τα πού ο αυλός που νικήθηκε απ’ τις χορδές μνησίκακων θεών∙

προς τα πού ο βυθός που αναδεύει τ’ ασπόνδυλα στις αυλές των πνιγμένων.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Τόμας Πίντσον, Ενάντια στη μέρα, εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Γιώργος Κυριαζής.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Προς τα πού (III)
Post by: wings on 10 May, 2019, 22:34:27
Σταύρος Ζαφειρίου, Προς τα πού

III.


Καθετί που απειλεί το επερχόμενο πνεύμα,
τη συνθήκη μιας ρώμης που δονείται στον μύθο της∙

καθετί που υπάρχει φυλαγμένο στη δίνη,
στην εκφράσιμη ουσία μιας παρούσας στιγμής∙

καθετί που ωριμάζει τον καρπό τού εγγύς
στο περίβλημα μιας λογικής που αγκαλιάζει τον λόγο,

διεκδικώντας αυτά που δεν γίνονται μα ωστόσο υπάρχουν,
τους σκοπούς που δεν είναι σκοποί, αλλά μετρήσιμα μεγέθη της ανάγκης,
μοναδικά, σαν την υπόσχεσή τους,
κλητικά, σαν τα στάσιμα μιας απροσκάλεστης μοίρας∙

παρακάμπτοντας τ’ αναχώματα των ενδιάμεσων τάφρων,
την ορμή των χειμάρρων που διαβρώνουν τα φράγματα∙

καθετί που αντηχεί στο κενό και στην πέτρα,
μάγευση εφήβου οπλισμένου με την κραυγή της ζωής:

άφησέ με να γίνω ο κρότος σου,
να είμαι αυτός που θα θέλει να είσαι
πριν απ’ τον θάνατό σου ζωντανός∙

άφησε με όρκο φωτιάς στα υποπόδια των θρόνων,
στολίδι αίματος στο άχραντο σκοτάδι των ναών,
μια καταδίωξη ανάμεσα σ’ εκρήξεις των ημερών που σχίζονται στις κόψεις των οδών∙

άφησέ με στη γνώση του ζώου που μηρύκασε το αλμυρό χορτάρι των ακτών.

Για μένα στήθηκε το ικρίωμα της φοβερής γιορτής,
για μένα στήθηκε ο τροχός
κατάντικρυ σ’ αυτό το φως που αναστατώνει
την άφεγγη ομίχλη των σωμάτων∙

για μένα αθροίζεται ο περίλυπος καιρός,
μονάδα χάους που προστίθεται στο χάος.

Άφησέ με ρομφαία εκμηδένισης,
χιτώνα τρίχινο στη σάρκα των ονείρων.


Προς τα πού η σιωπή της συνένοχης άγνοιας που τρομάζει απ’ τον ήλιο∙

προς τα πού ο μακάριος ρυθμός των τυμπάνων της στοίχισης∙

προς τα πού ο σταυρός που ανοίγει τα σκέλη του στην προσήλυτη τάξη.

Άφησέ με, σου λέω, στολή του εχθρού
σ’ αυτό το βεστιάριο του πολέμου.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Φάουστ (I)
Post by: wings on 10 May, 2019, 22:54:22
Σταύρος Ζαφειρίου, Φάουστ

I.


Ήρθε η ώρα να δείξεις με πυγμή,
πως ο άνθρωπος μπροστά στο θείο δεν δειλιάζει.
Μην τρέμεις μπροστά στη σκοτεινή σπηλιά,
που σε κατάρα μετατρέπει την κάθε φαντασία,
μα να περνάς, χωρίς να δίνεις σημασία,
από το στόμιο που ξερνά της κόλασης φωτιά–
με διαύγεια το βήμα να τολμήσεις,
έστω και στο μηδέν αν τερματίσεις!

Γκαίτε, Φάουστ
1

Θέλεις να μάθεις τη λύση του δράματος, Φάουστ;
Να μάθεις για τα σφάγια που σαπίζουν στους βωμούς
παρατημένα απ’ τους θυσιαστές τους;

Θέλεις να μάθεις για την τύψη που χτυπήθηκε στη ρίζα της,
εκεί που βρίσκουνε τροφή τα υπόγεια άνθη,
θηλάζοντας νωχελικούς μαστούς;

Υπάρχει ένας ώμος που σηκώνει το κενό,
εκτίοντας για πάντα την ποινή της δύναμής του∙
υπάρχει ένα σώμα που περνά μέσα απ’ τους τοίχους του
και αφήνει πίσω του τον φυλαγμένο φόβο.

Θέλεις να μάθεις για τον φόβο που αρνήθηκες, Φάουστ;
Τον φόβο που μυείται στην αδράνεια και στην υποταγή,
στη σαστισμένη ενατένιση του πόνου,
που φτάνει ως τον πόνο των ματιών;

Τόση ζωή, τόση πολλή ζωή ώστε δεν είναι∙
τόση, σαν μια άλλη ζωή που χωράει αναλλοίωτη σε ένα κάτοπτρο πιο αινιγματικό,
ή σε μια μήτρα που ανοίγει μέσα σε άλλη,
για να κυοφορήσει από το τίποτε το παν.

Πού έχεις το μυαλό σου, Φάουστ;
Βρίσκεσαι ακόμη στη γραφή,
απέχοντας μια συλλαβή απ’ τον προορισμό σου.

Χτυπούν; Εμπρός! Ποιος σε μιμείται πάλι;
Ποιος ντύθηκε τα ρούχα σου και το λευκό φτερό;
Και ποιος, κουτσαίνοντας, με τέχνη μοχθηρή την τέχνη σου νοθεύει;

Άμοιρε Φάουστ!
Το πνεύμα σου γελάστηκε στα δώρα των πνευμάτων∙
το μάτι σου αγκυρώθηκε στο δανεισμένο φως∙
κοίτα ψηλά,
πώς ξεπερνά το ανάπτυγμα της φλόγας τη σχάρα που ανεβάζει τους νεκρούς∙

στρόβιλοι ζώνουν τον σηκό και ξεσκεπάζουν το ανέστιο και κωμικό βασίλειο των σκιών.

Ό,τι συμβαίνει είναι μέρος του ίδιου ρόλου
σ’ ένα μελόδραμα που γράφεται διαρκώς.

Ό,τι συμβαίνει βρίσκεται πολύ καιρό μαζί μας.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Γκαίτε, Φάουστ, μια τραγωδία, εκδ. Γαβριηλίδης, μτφ. Πέτρος Μάρκαρης


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Φάουστ (II)
Post by: wings on 10 May, 2019, 23:29:06
Σταύρος Ζαφειρίου, Φάουστ

II.


Δεν αρκεί ο αέρας, δεν αρκεί η φωτιά ούτε η χάρη του ασύγγνωστου,
για να οριστεί ξανά ο αφύλακτος κόσμος∙
δεν αρκεί ο παλιός οιωνός ούτε οι φθαρμένοι ρούνοι των ψιθύρων,
για ν’ αρθρώσουν ξανά τον απρόθετο λόγο.

Πού έχεις στρέψει το αίμα σου, Φάουστ;

Αυτές οι κορφές δεν θα υπάρξουν έξω απ’ τα τείχη τους,
δεν θα υπάρξουν έξω απ’ τον διάκοσμο του απόλυτού τους τρόπου.
Αυτά τα κύματα που ξεβράζουν τα λείψανα δεν θα υπάρξουν έξω απ’ το γέλιο ή το κλάμα του λυρισμού τους.

Άμοιρε Φάουστ!
Όποιος κοιτάζεται ψηλά, ψηλά θα δει την πτώση,
εκεί, που οι λάμψεις αντηχούν σαν τελεσμένες πράξεις,
εκεί, που ό,τι αναληφθεί θ’ αντιστραφεί στη γλώσσα.

Άμοιρε Φάουστ!
Απόσταση ανεκπλήρωτη του εκπληρωμένου νου∙
σε ποια απ’ τις όχθες θα σταθείς,
σε ποια πλευρά του χάους∙

[στο μεταξύ, βρέθηκε κάποιος τυφλός,
που μόλις κατέβηκε με τον ανελκυστήρα των φαντασμάτων.
Τακ, τακ! Τακ, τακ! Τακ! στάθηκε πλάι μας:
«Ελάτε μαζί μου», μας είπε,
γνωρίζοντας πως ο μόνος τρόπος να μάθει κανείς τη δική του κατεύθυνση
είναι ο τρόπος της διαπέρασης των οραμάτων.
Σαν παιχνιδάκι βρήκε τον δρόμο μας ανάμεσα στους κρατήρες.
«Εδώ περιμένετε», είπε,
«σε λίγα λεπτά θα φανεί από αυτή τη μεριά το πορθμείο σας.
Προσοχή στο κενό.»
]

Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Φάουστ (III)
Post by: wings on 10 May, 2019, 23:46:18
Σταύρος Ζαφειρίου, Φάουστ

III.


Προς τα πού είναι η πύλη του ανθρώπινου, Φάουστ;
Προς τα πού είναι η γνώση των κανόνων της θέασης;1

Όλες οι αισθήσεις σου φωτίζονται στη γη,
όλες σου οι φύσεις αγρυπνούν στα ινδάλματά τους.

Ποια παραπάνω αλήθεια σε απελπίζει;

Υπάρχει ένας κήπος με περίτεχνες βραγιές,
με αλληγορίες δέντρων και θαυμάτων,
απρόσιτος απ’ όλες τις μεριές,
μα ευπρόσιτος απ’ τη μεριά της λύπης.

Υπάρχει ένας τόπος που ωριμάζει με τον άνεμο∙

έρχεται ο άνεμος σπρωγμένος απ’ τη στάχτη,
χώμα και στάχτη θαμπωμένα από το χνώτο της άφεσης,
από τις προσευχές που εξαντλούν το ουράνιο φάσμα∙


χώμα και στάχτη,
σαν την ουσία της φάρσας του σύμπαντος,
σαν την αθόρυβη επανάληψη του αδάκρυτου θανάτου.

Μην κρύβεσαι πίσω απ’ τον θάνατο, Φάουστ∙
υπάρχει ο τόπος που ακόμη αντηχεί
τους επιδέξιους ελιγμούς των σκευοφόρων,
τη φλέβα στον λαιμό του σαλπιγκτή,
το σπάσιμο του σβέρκου στην αγχόνη∙

σαν ένας τόπος πιο μακριά από το μέλλον
ή σαν συναισθηματική σειρήνα που καλεί

[για ένα φλιτζάνι ζεσταμένο καφέ με μπισκότα βουτύρου
στο καταφύγιο φως μιας λάμπας γκαζιού,
φλυαρώντας για ασήμαντα πράγματα,
παίζοντας τα ωροσκόπια στα δάχτυλα και τους αστερισμούς...
– Ώστε λοιπόν βρίσκουμε τόσα να κάνουμε, οι λεπτοδείκτες συνεχίζουν να γυρνούν και παραμένουμε όσο πρέπει καθωσπρέπει.
]

Ποια παρωδία στοιχειώνει το μέλλον σου, Φάουστ;
Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τη σκιά σου
και η γοτθική διαλεκτική παραείναι βολική
για να ντυθείς το ρούχο της σαν πέπλο ονειροπόλου.

[– Από εδώ για τα tableaux vivants, παρακαλώ.2]

Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τις σκιές μας.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Μια φορά ήταν ένας μέσα κι ένας έξω. Εκείνος που ήταν μέσα έβλεπε πως είναι έξω, κι ο άλλος που ήταν έξω έβλεπε πως είναι μέσα. Εκείνος που ήταν μέσα, και έβλεπε πως είναι έξω, χτυπούσε την πόρτα που τους χώριζε. Ο άλλος που ήταν έξω, και έβλεπε πως είναι μέσα, δεν του άνοιγε. Έτσι συνέχιζαν να είναι ο ένας μέσα και ο άλλος έξω, βλέποντας πως είναι ο ένας έξω κι ο άλλος μέσα.
2. Πρβλ. Ταντέους Μπορόβσκι, Απ’ εδώ για τ’ αέρια κυρίες και κύριοι, εκδ. Στοχαστής, μτφ. Βασίλης Τσεκούρας – Γιώργος Καλής.


Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (I)
Post by: wings on 11 May, 2019, 23:03:39
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

I.


Εδώ είναι ο λόγος ο δύσκολος, ρυθμός σπασμένος,
είπεν (;) ο Εκκλησιαστής,
δρόμος τυφλός του αγκαθιού στης Χίμαιρας το πέλμα∙
εδώ είναι ο τρόπος, λύνοντας την εξίσωση των παρατατικών του
μ’ ένα τετελεσμένο ήδη παρόν.

Και είπεν (;):
Κλέος ανδρών – ή μήπως έπρεπε κιόλας να ξέρω
ότι ο λόγος είναι ο δύσκολος τρόπος στον μύθο της ύπαρξης;
Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω:

Καθώς ο λόγος ανήκει στον τρόπο του και η ύπαρξη στην παρανόησή της,
καθώς το αγκάθι σαπίζει στο πέλμα και ο πόνος δυναμώνει στον χτύπο της οπλής,
μπορούμε τάχα να επαναλάβουμε την ύπαρξη έξω απ’ τον μύθο της,
σαν σκοπιμότητα που την ανακεφαλαιώνει;
Μπορούμε τάχα να δεχτούμε τα προτάγματα ενός αλλιώτικου μύθου,
που σέρνει στα καλύμματα σαν στειρωμένο ζώο;

Ίσως έφτανε κιόλας να εκτρέψουμε το ρεύμα του λόγου
σε μιαν αλήθεια που ξεφεύγει απ’ τις ρουφήχτρες της
– σ’ εκείνη την αλήθεια που αντιμάχεται
την εσκεμμένη οχλαγωγία της σιωπής.

Ίσως έφτανε κιόλας να πούμε:
Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που επιλέξαμε
ανάμεσα στο παράφορο και στο μάταιο της αρχαίας πληγής∙
εδώ είναι τέρας με τρεις μορφές, παρενδυμένο το μίσος,
αδιαίρετο και αγκιστρωμένο στο αδυσώπητο της στιγμής,
τέρας, ολοένα ανακτώντας τη δύναμη που ανασυστήνει τη φύση του,
προσθέτοντας τη λύσσα τους στην αναγνώρισή της.

Μπορούμε τάχα να εννοήσουμε τη δύναμη έξω απ’ τη φύση της,
όχι σαν τρόμο που σκηνοθετεί τις εμμονές του
μα σαν αναπαράσταση του επαρκούς της λόγου,
αξιώνοντας το παρελθόν μέχρι τ’ απομεινάρια των θεών του;

Έπρεπε κιόλας να ξέρω∙
όπως γνωρίζει ο ουραγός πως είναι αυτός που ακολουθεί τους άλλους,
όπως γνωρίζει ο σαλός πως είναι άτρωτος από τη λογική τους.

Κι ενώ φορτώνουν βιαστικά την επιμελητεία
και παραχώνουν τα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους∙
κι ενώ οι αντιφάσεις ανατινάζουν στη φυγή τους τα προχώματα,
έπρεπε κιόλας να ξέρω:

Εδώ είναι ο τόπος της αρχαίας πληγής,
το στρατευμένο φρόνημα της λήθης.
Εδώ είναι ο χρόνος∙ σκληρός,
σκληρότερος ακόμη κι απ’ το τέλος του.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
«Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω.»
Διαβάζω τον George Steiner στη Βαρβαρότητα της άγνοιας (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta, 2001):
Τζέφερσον: «Δεν θα καίμε πια τα βιβλία.»
Βολτέρος: «Δεν θα επιτρέπονται πια τα βασανιστήρια στην Ευρώπη.»
Ολόκληρη σειρά από ορθολογικές υποσχέσεις, οι κορυφές μιας ελευθερόφρονης αστικής αυτοπεποίθησης. Και τότε εμφανίζεται η υπέρτατη φρίκη: τα στρατόπεδα του θανάτου, τα γκούλαγκ, οι μεγάλες σφαγές, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Και αυτό στην καρδιά του υψηλότερου πολιτισμού! Και ακούμε που λένε: Μα θα έπρεπε να το ξέρετε, οφείλατε να το καταλάβετε, ο άνθρωπος είναι ένα άγριο ζώο...


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (II)
Post by: wings on 11 May, 2019, 23:19:27
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

II.


Κλέος ανδρών,
το ίδιο που εκπληρώνεται απ’ την πεποίθησή του
ή απ’ τον καταναγκασμό της πραγματικότητας που απωθήσαμε,
επαναφέροντας στη ναρκωμένη εγρήγορση το ρίγος
και την επίκληρη βεβαιότητα του ανοίκειου στοιχείου.

Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό του ανοίκειου,
τον καιρό του φοβισμένου ματιού
και τον καιρό τ’ ουρανού που λιγοστεύει διαρκώς γύρω απ’ το μάτι.
Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό του ασύμπτωτου
και τον ασύμπτωτο καιρό του απαθούς.

Τώρα που ο ξένιος ξενίζει στην πλεκτάνη του τον ξένο,
εμπλέκοντας την κάθαρση του αίματος στη φαντασίωση ενός θεόπνευστου ιστού∙
τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών,
δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα τον καιρό της κρυπτείας
και τον καιρό της νέας ενοχής.

Γιατί η γλώσσα μπορεί να παρασύρει τα σημεία της
μονάχα μέχρι το ενδιάμεσο σκαλοπάτι της πλάνης,
εκεί όπου πρέπει να σταθεί και να υφάνει στον στοιχειωμένο αργαλειό της ιστορίας
την αιτιότητα και την εκδοχή∙

εκεί όπου πρέπει να σταθείς και να εξηγήσεις
πώς ό,τι ονομάτισες αποστρέφεται πια τ’ όνομά του,
πώς ό,τι περιέγραψες είναι δύσκολο πια να περιγραφεί.

Εκεί όπου πρέπει μόνος σου να φορτωθείς στις λέξεις
όλο το βάρος του φόβου που σωριάζεται αδιάκοπα,
όλο το στρώμα της στάχτης που κρατά στα ζεστά
τα βλαστάρια του φόβου.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό του ανοίκειου.»
Υποστηρίζει ο Freud, και μπορεί να έχει δίκιο τουλάχιστον σε αυτό: Το ανοίκειο είναι αυτό το τρομακτικό στοιχείο που μας γυρνά πίσω, σε ό,τι εδώ και πολύ καιρό μας είναι γνωστό και οικείο.
— «... που κρατά στα ζεστά / τα βλαστάρια του φόβου.»
Βλ. και T. S. Eliot: Ο χειμώνας μάς ζέσταινε, σκεπάζοντας / τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας / λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. (Έρημη Χώρα, Α', Η ταφή του νεκρού, μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος, 1979).


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (III)
Post by: wings on 12 May, 2019, 18:25:32
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

III.


Συγκλονίζει την Ιταλία ο τραγικός θάνατος τουλάχιστον ενενήντα τεσσάρων ανθρώπων που πνίγηκαν όταν βυθίστηκε πλοιάριο με περίπου πεντακόσιους Αφρικανούς μετανάστες κοντά στη Λαμπεντούζα της Σικελίας. Στα θύματα συγκαταλέγονται πολλά παιδιά και γυναίκες. Υπερπλήρες το νεκροταφείο και το κέντρο προσωρινής διαμονής στο νησί.
Οι εφημερίδες


Με τούτες τις λέξεις, με τούτη τη γλώσσα,
απ’ όποιαν αρμύρα κι αν έρχονται,
μετρώντας την ανάγκη σε αποτσίγαρα, σαν κιόλας καπνισμένη επιθυμία∙

αυτή την ανάγκη
– απόδημη επιστροφή στο συρματόπλεγμά της∙
— Ποιοι είναι εκείνοι που έφτασαν απ’ τις αμοίραστες θάλασσες
ή απ’ τα φαράγγια με τις φεγγαρόπετρες;
— Ποιοι είναι εκείνοι που βρήκαν τόπο για τον τόπο τους
στα υποχθόνια μαντεία των νεκρών;

Καθώς τα κλειδιά μεγαλώνουν τις πόρτες
και οι κυνηγοί ορίζουν τις χωσιές,
καθώς το φως ξεγελά στους καθρέφτες το πτύχωμα της αντανάκλασής του
κι ένα κουφό και αλάλητο ποτάμι προδίδει τις περαταριές του με νοήματα∙

— Ποιοι είναι εκείνοι που αντάλλαξαν τον ίσκιο τους μ’ ένα χαρτί χρωματιστό, με μιαν αρκάνα,
όπου ο όρθιος Τροχός κρύβει από τον Τρελό τους Κρεμασμένους;
[Αν και ποτέ ένας τροχός δεν άντεξε τη χαρτομαντική τόσων ικριωμάτων.]

Αυτοί που κράτησαν στα χέρια τους ανάποδα τους δείχτες των ανέμων,
κλωθογυρίζοντας χωρίς προορισμό∙
κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
σχεδόν νευρόσπαστα μιας μισθωμένης γεωγραφίας,
έρποντας στον παράδεισο, όπως ανάμεσα σε οχυρωμένες πόλεις∙

κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια
ούτε μια ανάσα θυμού για την αδιάθλαστη ειρωνεία των άστρων,
και με το μέλλον –το μέλλον κυρίως–
να παραμένει σύμβολο κάποιας διαλεκτικής, όπου ο καθένας
τη λιγοστή εικόνα της ζωής του εκμαιεύει.

Το μέλλον κυρίως
– αργά ή γρήγορα εδώ σαν παραλογισμός
ή σαν φαιδρή αισθητική φαιδρών ηρώων∙

αργά ή γρήγορα παντού
– ηχώ αφύλακτη με στόμα λιονταριού και ουρά ιοβόλου,
δεινὸν ἀποπνείουσα πυρὸς μένος αἰθομένοιο

τέρας αφύλακτο.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— Παράθεμα:
Τελικά, οι νεκροί Αφρικανοί μετανάστες του ναυαγίου κοντά στις ακτές της Λαμπεντούζα ξεπέρασαν τους τριακόσιους πενήντα. Φυσικά, και από την πρώτη στιγμή, ο Πάπας, σε μήνυμά του στο Twitter, κάλεσε τους πιστούς να προσευχηθούν για τις ψυχές των θυμάτων, ενώ πέντε υπουργοί της ιταλικής κυβέρνησης ανέβαλαν αμέσως, σε ένδειξη πένθους, προγραμματισμένες τηλεοπτικές τους συνεντεύξεις.
— «δεινὸν ἀποπνείουσα πυρὸς μένος αἰθομένοιο», δηλαδή: «κι έβγαζε από το στόμα της φωτιές πολλές και φλόγες».
Βλ.: Όμηρος, Ιλιάδος Ζ', 182.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (IV)
Post by: wings on 12 May, 2019, 18:43:34
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

IV.


Δεν είναι αυτό. Δεν είναι διόλου αυτό.
Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με γραφικότητες μιας μεταφυσικής
που ευλογεί τα γένια της στο ημερολόγιό της.
Όταν σαρώνει ο άνεμος τις προβολές της νύχτας,
δανείζοντας το μένος του στα σκιάχτρα της φυλής,
και οπλίζονται οι γηγενείς με την παράκρουσή του∙

όταν μπερδεύει η ανοχή τη μάγευση με τη μυθοπλασία,
δεν είναι η ολομέλεια και οι αντιπαραθέσεις που ξύνουνε τη ράχη τους
στα έδρανα των θεσμών∙
δεν είναι αυτό. Δεν είναι διόλου αυτό που έπρεπε να ξέρω.

Ποια νύχτα και ποια μάγευση;
Πυρπολημένα ερείσματα κι εκτελεσμένες εντολές ιδεοληπτικών∙

ἡ δ’ ἄρ’ ἔην θεῖον γένος οὐδ’ ἀνθρώπων

αυτό ακριβώς είναι που έπρεπε να ξέρω.
— Ποιο γένος και ποιος άνθρωπος;
Ούτε καν θάνατος να οδηγεί τη γνώση, ούτε καν βόγκος∙
μόνο μια χέρσα ηθική –τοπίο εξορίας–
μόνο το έγκλειστο παρόν και οι αναιρέσεις που κουβαλάει μέσα του ο καθείς.

Τίποτε απ’ όσα σκέφτηκες και από αυτά που είναι:
μια άσκηση ύφους για να μάθεις να ξεντύνεσαι
τ’ άμφια της αποκρυφιστικής και ανόητης ρητορικής που σαλιαρίζει
με τη βραδύγλωσση εθνική επιταγή.

Τίποτε απ’ όσα σκέφτεσαι∙
με τόσο ήλιο και ουρανό –ποιος ήλιος;
Πέτρα κι αλάτι μοναχά για να στεγνώνει η λύπη.

Εδώ είναι οι φράχτες των ακτών και τα σχισμένα ιστία,
τα χνάρια όσων ξέφυγαν δίχως να στρέψουν πίσω το κεφάλι∙
εδώ είναι η άκρη, άσπαρτη,
πιο άσπαρτη ακόμη κι απ’ το σύμπαν.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «ἡ δ’ ἄρ’ ἔην θεῖον γένος οὐδ’ ἀνθρώπων», δηλαδή: «καταγόταν από γένος θεϊκό και όχι από ανθρώπους».
Βλ.: Όμηρος, Ιλιάδος Ζ', 180.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (V)
Post by: wings on 12 May, 2019, 20:47:31
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

V.


Δύσκολο πια να βεβαιώσεις τις ματαιότητες, είπεν (;) ο Εκκλησιαστής∙
τί τὸ γεγονός; αυτὸ τὸ γενησόμενον∙
καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον
.

Και είπεν:
Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται.
Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν
μπόλιασμα, αφήνοντας επίβουλο το μάτι
– το ίδιο μάτι να κοιτά προς τα φαντάσματά του.

Εδώ είναι οι γιοι εκείνων που άδειασαν τον κόσμο,
Endlösung – ανταπόκριση του τρόμου,
Einsatzgruppen – παλίρροια φουσκώνοντας τη ρεματιά του Babi Yar,
ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk,
τάφοι μη τάφοι

σχεδόν τετράποδων πειθαρχημένων στη σφαγή τους,
σωπαίνοντας με τη σιωπή της στοιβαγμένης γύμνιας,
μένοντας με τα βλέφαρα ανοιχτά
μπρος στην πολεοδόμηση της φρίκης,
μπροστά στην αμετάβατη ομίχλη των γκρεμών που ροκανίζει
ως το μεδούλι την ενέργεια της μνήμης.

Αυτής της μνήμης – χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη,
μισοθαμμένο μες στη σκόνη των εχθρών
(σε όση σκόνη έχει απομείνει απ’ τους εχθρούς τους).

Κι όχι να πεις πως αγνοούν στ’ αληθινά
κατά πού πέφτει η λοιμική της ιστορίας.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «τί τὸ γεγονός; αυτὸ τὸ γενησόμενον∙ / καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον»∙ και σε μετάφραση: «τι υπήρχε; αυτό και θα υπάρχει∙ / και τι έχει γίνει; αυτό και θα επαναληφθεί».
Βλ. Εκκλησιαστής, Α', 9.
— «Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται», δηλαδή: «καταγόταν από γένος θεϊκό και όχι από ανθρώπους».
Βλ. Εκκλησιαστής, Α', 4.
— «Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν.» Πρβλ. με: «Είμαστε οι γιοι εκείνων που τότε ηττήθηκαν.», Χρυσή αυγή, Διακήρυξη Ιδεολογικών Αρχών.
— «Endlösung» der Judenfrage: Η διαβόητη «Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος». Βέβαια ο όρος, ως το σημείο μηδέν της βαρβαρότητας, δεν είναι πλέον παρά μια λεκτική κοινοτυπία.
— «Einsatzgruppen»: ειδικές μονάδες των SS που δρούσαν κυρίως στα μετόπισθεν και ήταν επιφορτισμένες με την εκκαθάριση από τους Εβραίους και τους μπολσεβίκους των καταλαμβανόμενων ανατολικών περιοχών.
— «... ρεματιά του Babi Yar».
Καμία ψυχοπαθολογία και καμία διάγνωση οργανωμένης υστερίας δεν μπορεί να εξηγήσει την οργανωμένη σφαγή 33.000 Εβραίων αυτής της περιοχής του Κιέβου, με τα πτώματα να ρίχνονται γυμνά στο φαράγγι του Babi Yar.
— «ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk».
Άλλος ένας τόπος ομαδικής σφαγής, με 23.600 εκτελεσμένους.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (VI)
Post by: wings on 12 May, 2019, 20:57:05
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

VI.


Όσο γι’ αυτούς:
Πώς φτιάχνουν ανενόχλητοι τον φόβο απ’ την αρχή!
Και πώς κλωσούν τις λύσεις τους στο φώλι της αβύσσου!

Σε αυτή τη φάρσα των ηθών και της μετάληψης,
όπου καλά κρατεί ο ύπνος των δικαίων,
φτάνει μια στάλα θηλασμού απ’ το βυζί του μίσους
να μηρυκάσει η Χίμαιρα,
για να σειστούν τα κρόταλα και οι θύρσοι των μαινάδων,

σαν εφιάλτης που ζητά να στεγαστεί στον ρόγχο μιας ετοιμοθάνατης λαγνείας.
— Ποιος ρόγχος και ποιος θάνατος;
Με γερασμένο δέρμα ποιος αντέχει το κεντίδι του σκορπιού;

Εκείνοι που ξεπούλησαν την κόλαση,
αφήνοντας μισοτιμής τα αναλώσιμά της∙
εκείνοι που υπαγόρευσαν συμβόλαια, αποσιωπώντας την παράγραφο των καταλογισμών,
έπρεπε κιόλας να γνωρίζουν την πληγή και την αποφορά της μόλυνσής της.
Έπρεπε κιόλας να έχουν διδαχτεί:

Ξύνοντας τα παλίμψηστα δεν φανερώνεις τη ζωή
μα τη χειρόγραφη ζωή που έχει πνιγεί στο ίδιο της το μελάνι.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (I)
Post by: wings on 12 May, 2019, 22:03:24
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

I.


Πόσα αστέρια Michelin στο άβατο του ναού!
Πόσα delicatessen υλικά για τους gourmet των θυσιαστηρίων!
Και στο προαύλιο οι μικροπωλητές (χάντρες και καθρεφτάκια και μάσκες των ιθαγενών και χέρια βουτηγμένα στους προγόνους).

Όμως τα έθνη∙
τι νυσταγμένη αφήγηση τα έθνη!
Αστεία σημειωτική και θλίψη αποδόμησης θηλαστικών που κρύβουν τις θηλές τους.

Το εξηνταοχτώ (του εικοστού αιώνα)
– ούτε θυμάσαι πια πώς έτριζε η Ευρώπη, αιμορραγώντας πάνω στα οδοφράγματα∙

το εξηνταοχτώ, λοιπόν, οι δρόμοι ανήκαν σε όσους ξήλωναν τις πέτρες∙ καταστασιακοί και λυσσασμένοι, και γύρω δρόσιζαν οι αμμουδιές στα κρασπεδόρειθρα.

Όμως τα έθνη∙
τι νόημα έχει να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,
σάβανο ξετυλίγοντας ξοπίσω τους τα επιμνημόσυνα των νεο-ανθρωπιστών;

Βέβαια, η κόλαση είναι κόλαση των άλλων:
η πιο παλιά εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,
αγκιστρωμένης στα πλευρά του εξπρεσιονισμού.

— Ποια τέχνη και ποια κόλαση;
Όποιος αρνήθηκε ν’ απαθανατιστεί με φόντο τους χορηγικούς λογότυπους του χάους,
φρονώντας πως η τεχνική ακυρώνει την ιδέα,
ή όποιος όρισε τη σκίαση ως ανάπτυγμα φωτός στην ταξική σπουδή της ακηδίας∙

— Ποιο χάος και ποιο ανάπτυγμα;
Μια εκ του σύνεγγυς ζωή σπαταλημένη σε συνεδρίες με νεόκοπους ομοιοπαθητικούς
που ρίχνουν καταπάνω σου τα ωροσκόπιά τους.
Μια εκ του σύνεγγυς ζωή – χώρια η ανάγκη,
τα μικροκέρδη και η ευσύνοπτη αναλογιστική.

Τα έθνη όμως∙
Τι ανυπόληπτο επιχείρημα τα έθνη!
Αίσθημα και αναφιλητά σ’ αίθουσες β' προβολής στις συνοικίες.

Γι’ αυτό σου λέω:
Με τέτοια βάση ασπόνδυλη, άντε να στηριχτεί το εποικοδόμημα.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (II)
Post by: wings on 14 Jun, 2019, 21:43:11
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

II.


Να ’μαστε πάλι εσύ κι εγώ,
σε θέση οικονομική στο πίσω πίσω μέρος της ατράκτου.
Mont Blanc, τριάντα τέσσερις χιλιάδες πόδια στ’ αψηλά∙ προορισμός: Παρίσι.
Τα Νούφαρα (Monet) στις σάλες της Orangerie∙
κάποιες Χορεύτριες του Degas μάλλον στο Orsay.
Κατά τα άλλα: όστρακα παντού και καλλιτέχνες του μετρό
– από τις αποικίες.
Μια η βροχή, μια ο ήλιος, μια το απόβροχο∙ μήνας Απρίλης.
Το απομεσήμερο: εδώ ήταν η Bastille∙
Jardin du Luxembourg∙ βραδάκι κιόλας στη Montmarte:
μα όχι το Moulin Rouge – για τους τουρίστες.
Λίγο πιο πάνω τα υπαίθρια πορτρέτα μας – καρικατούρες με χρωματιστά κραγιόνια.

Μια επανάσταση
–που άρχισε ασφαλώς πολύ πριν απ’ το τέλος των τυράννων–
τρίβει τα μουχλιασμένα βρύα της στις γάμπες.

Βαδίζουμε ακούραστα σε βρομισμένους δρόμους,
διαρκώς ανοίγοντας και κλείνοντας τον χάρτη με τις σημειωμένες διαδρομές των ιδεών μας.
Είμαστε εδώ, σ’ ένα εδώ που κατακάθεται παντού σαν υγρασία,
επιρρεπείς στα φλύαρα φλιτζάνια του καφέ,
σχολιάζοντας τους γοτθικούς ρυθμούς που ξεχειλίζουν από ξεχειλισμένες συνειδήσεις.

Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι:
ξέχειλος από υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.
Παρ’ όλα αυτά: πρώτα κάτι ελαφρύ στο Deux Magots
κι έπειτα Κεκλεισμένων των θυρών – έστω κι εν απογνώσει.
Λίγη περίσκεψη πριν απ’ την επιτέλεση,
μα προπαντός: αναστροφή του κεκλεισμένου ύψους.

— Πόση σαπίλα υπάρχει στο δωμάτιο!
Τι χάσμα ανάμεσα στο Ον και στην κατάφασή του!
Ωστόσο, Μάρκελλε,
ένα καινούριο φάντασμα πλανιέται στο δίκλινο ταβάνι σαν καπνός,
δίχως να ενεργοποιείται η πυρόσβεση.

— Το Σύνταγμα, μη καπνιστές πολίτες:
ιησουίτικη ραφή σε ξηλωμένο ρούχο.
Το Σύνταγμα, που αγρυπνά σαν φύλακας του ζώου∙
γιατί το ζώο πρέπει να το κρατάμε ζωντανό – αυτό τουλάχιστον.

Αλίμονο! Μέσα σε ολόκληρη γενιά εκτελεστών
μόνον εκείνος ο Saint-Just κατάλαβε τι πάει να πει στ’ αλήθεια Ορθός Λόγος.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «Ωστόσο, Μάρκελλε...»
Αυτός είναι ο Μάρκελλος που είπε τη φράση: Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας (Σαίξπηρ, Άμλετ).


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (III)
Post by: wings on 14 Jun, 2019, 22:21:13
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

III.


Τούτο που συνιστά τη Δημοκρατία,
είναι η καταστροφή όλων αυτών που της αντιστέκονται.
Έχετε να τιμωρήσετε όχι μόνο τους προδότες,
αλλά και τους αδιάφορους.

Louis Antoine Léon de Saint-Just

Όχι πως αν κοιτάξει γύρω του κανείς,
δεν θα μπορέσει ίσως να διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες οι λέξεις εξαρτήματα της ίδιας μηχανής∙
αν κάποιες τις αφήσεις στο κυνήγι μοναχές, είναι ικανές να βγάλουν το θηρίο από την τρύπα.

Σαν τότε, εκείνο τον καιρό,
πριν καταφτάσουν τα υπόλοιπα ιδεώδη
–τότε που μόνον άγγελοι κύλαγαν τον τροχό–
ήταν οι λέξεις που αναδιατύπωναν τα διακυβεύματα στα φτερουγίσματά τους.

(Μπαίνει από τις κουίντες ο Saint-Just, κρατώντας το κομμένο του κεφάλι)
Όσοι αφήνουνε μισή την επανάσταση σκάβουν απλώς τον ίδιο τους τον τάφο.

Και άλλη φορά, σε άλλο καιρό, πάνω στους τοίχους:
Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά.
Είναι αδίστακτοι.


Φοβού, λοιπόν!
Κι όχι μονάχα όσους γυρεύουν μιαν απάνεμη γωνιά, για να ελλιμενίσουν τη σιωπή τους∙
κι όχι μονάχα αυτούς που εγκαταλείπονται στους συνειρμούς των αυτοσχεδιασμών
ή στα πρελούδια των αναστεναγμών τους.

Όποια συνέργεια κι αν υποθάλψει ο διάβολος,
αυτά που σου έμαθαν στα προπτυχιακά πρέπει να τα ξεχάσεις.
Έτσι κι αλλιώς, είναι η παραγωγή που διαμορφώνει τη συνθήκη.

Κι αν κάτι ανάμεσα στα ράθυμα στενά των ημερών ανοίγει δρόμο στον λυγμό της φαντασίας,
χάσκει από κάτω η σκουριά της παλινόρθωσης και το βαθύ χασμουρητό της ουτοπίας.

Και ακόμη:
Αν ξανασκεφτούμε την Μπρυμαίρ,
είτε σαν αναστοχασμό είτε σαν φέτα φρυγανιά υπερβουτυρωμένη,
να δούμε ότι δεν είναι η φάρσα μα η τραγωδία η αιτία που παραμένει μια καινούρια ιδέα η ευτυχία.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά. / Είναι αδίστακτοι.»
Οι φράσεις ανήκουν στον Κλάες Άντερσεν.
— «... θα δούμε ότι δεν είναι η φάρσα μα η κωμωδία η αιτία...»
Πρβλ. με την πρώτη, και πλέον διάσημη, πρόταση του έργου του Μαρξ Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, που μας λέει: Ο Χέγκελ παρατηρεί κάπου όλα τα μεγάλα γεγονότα και πρόσωπα της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει, ωστόσο: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.
— «... που παραμένει μια καινούρια ιδέα η ευτυχία.»
Ολόκληρη, και η σωστή φράση του Saint-Just είναι: Η ευτυχία είναι μια καινούρια ιδέα για την Ευρώπη.
Οι φράσεις ανήκουν στον Κλάες Άντερσεν.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (IV)
Post by: wings on 14 Jun, 2019, 23:11:07
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

IV.


Η ευτυχία, μη καπνίζοντες πολίτες!
Ρυτίδιασε τόσους αιώνες η ευτυχία παραχώνοντας την κάθε μέρα στο υπόγειο της άλλης.
Κάποτε όμως πρέπει να τελειώνουμε με αυτά.
Κάποτε πρέπει επιτέλους να ξεμπλέξουμε με τους διαφωρισμούς και με τις μετα-νεωτερικές τους περπατούρες.
Και πιο πολύ με αυτούς τους εκδορείς του υποκειμένου,
που γδέρνουν τον μοντερνισμό σαν σφάγιο κρεμασμένο στο τσιγκέλι.

Κλέος ανδρών∙ και αυτουργοί ενός φολκλόρ που αλληθωρίζει
κατά τις τέντες των πανηγυριών.
Τόσοι πολλοί θεραπευτές και σχεδιαστές συνόρων
και τόσοι καθοδηγητές, γρυλίζοντας κομματικές γραμμές
και υποχρεώσεις∙
τόσοι πολλοί ντελάληδες και αρτίστες γυρολόγοι:

— Θαυμάστε το ασώματο κεφάλι που μιμείται όλους τους μορφασμούς της ανθρωπότητας!
— Χαρείτε τις φιλήδονες ιέρειες των κλειδιών!
— Εδώ ο Χορός! Το φοβισμένο κύμβαλο του ελέους∙
ο αρχαίος νους υποταγμένος στα θεοσύλληπτα!

Τι παρανόηση κι αυτή, παίρνοντας κόσμο και κοσμάκη στον λαιμό της!

Ποιος είπε πως το έλεος είναι κρουστό του φόβου;
Ποιος είπε πως οι οργιασμοί του μανικού θιάσου μετουσιώνουν τη σκηνή
σε ασύμμετρη κατασκευή όπου οι αισθήσεις μετέχουν στην ασύμμετρη αναπαράστασή τους;

Ως πότε παλικάρια θα δαιμονίζει την ψυχούλα σας η ασύγγνωστη ανασαιμιά του άλλου;
Ως πότε και δεν μάθατε:
Όταν ο σκύλος κυνηγάει την ουρά του,
δεν είναι ο σκύλος μα η ουρά του η εξιστόρηση.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «... να ξεμπλέξουμε με τους διαφωρισμούς...»
Διαφωρά (différance): Ο περίφημος νεολογισμός του Derrida. Όπως σημειώνει ο ίδιος: Η διαφωρά είναι το συστηματικό παιχνίδι ανάμεσα στις διαφορές, το παιχνίδι της διευθέτησης, με βάση την οποία τα στοιχεία συσχετίζονται μεταξύ τους.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (V)
Post by: wings on 14 Jun, 2019, 23:24:53
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

V.


Τι ασυνάρτητη εκδοχή η εξιστόρηση!
Τι κατ’ εξακολούθηση διαστρέβλωση από επιστρατευμένους αμοραλιστές!
Κι ενώ στο ράμφος των πουλιών ματώνουν τ’ άχραντα,
δύσκολο πια να ενθουσιαστείς με την Ενάτη του ήλιου.

Μάταια περιμέναμε τους ιδαλγούς που ορμούν στους ανεμόμυλους με τα ιχνογραφημένα τους κοντάρια,
ή όσους επιβίωσαν της περισυλλογής, σφίγγοντας γύρω στον μηρό το αγκαθωτό κιλίκιο της αφοσίωσής τους.
Μάταια περιμέναμε τη Νέα Διεθνή και τους δραπέτες των απότοκων δογμάτων.

Δύσκολη πίστη, δύσκολη επωδός,
δύσκολο πια ν’ αγωνιάς για τ’ ολομόναχο
ή να εξαντλείς συνειδητά το ασυνείδητό σου – αυτό το αδέσποτο που δένει
τις πληγές του με τον επίδεσμο των αλληγοριών.

Αυτό ασφαλώς! Και ο αντίλαλός του
– άγγελμα που έχασε τον δρόμο του καταμεσής του δρόμου.
— Ποιος δρόμος και ποιο άγγελμα;
Πληρώνοντας το τίμημα των προαιρέσεών του,
μα πιο πολύ πληρώνοντας το αδιάβατο της γης.

— Ποιο το αδιάβατο και ποια η προαίρεσή του;
Στοίχημα με στημένο το γκανιάν,
κι εσείς ιππεύοντας τα ξύλινα αλογάκια σας στον βαλτωμένο ιππόδρομο του έθνους.

Με τόσες βεβαιότητες και υπολογισμούς στην υποθηκευμένη αυτή πραγματικότητα,
έχοντας ήδη κατοχυρωμένο το σκοτάδι στ’ όνομά σας,
δεν πρόκειται –πώς θα μπορούσε άλλωστε– να νιώσετε ποτέ
ότι ανάμεσα εωθινού και απόδειπνου του θάμβους
μονάχα η στάχτη δεν μπορεί να στήσει σκαλοπάτια∙

δεν πρόκειται να καταλάβετε ποτέ πως κι αν υποδυθείτε όλους τους ρόλους
πάντα θα υπάρχει στην ορχήστρα ένας τυφλός να σέρνει πλάι σας το σάπιο του ποδάρι.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (VI)
Post by: wings on 14 Jun, 2019, 23:47:26
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

VI.


Δεν είναι μνήμη οι μορφές∙
μνήμη είναι αυτό που μας ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα.

Τέτοιο φθινόπωρο κάτω από τις φιλύρες,
τέτοιο πειθαρχημένο χρυσοκόκκινο, ανάμεικτο με γκράφιτι και ξύσματα ανασφάλιστων τειχών.

Μετά το πρωινό, μέρα ελεύθερη.
Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie∙
ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γομολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.

— Ποια ιστορία;
Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα, με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους∙

— Ποια ιστορία;

Στο μεταξύ της διάλυσης και της δημιουργίας
πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά της πόλης!
Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί
κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!

Στην Alexanderplatz – αχ, η Alexanderplatz!
Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα του Φραντς Μπίμπερκοπφ
(κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των ονείρων)
– εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.

Μετά, αμέσως με ταξί στο Jüdisches Museum
– διάδρομοι κεκλιμένοι που οδηγούν κυματιστά στο άδειο τοπίο μιας ποδοπατημένης Αποκάλυψης.
Τρίζοντας κάτω από τις σόλες σας οι σιδηρομορφές – δεν είναι πρόσωπα∙
πρόσωπα είναι η αγωνία που σκουριάζει τις μορφές στην ασυνέχειά τους,
η αγωνία που επάνω στον σταυρό μεταμορφώνει τους Υιούς σε Ναζωραίους.

Κάποιοι σας έχουν συμβουλεύσει να μη χάσετε κι εκείνο το ευάερο Μουσείο για το Παρόν, στην Invalidenstraße.
Πόσο ανεπίκαιρο παρόν για μία τέχνη που έχει κιόλας γραπωθεί εννοιακά απ’ τον καναπέ της!
Πόση μεταπολεμική προικοθηρία ενοχών και εικαστικοποίηση της διχασμένης σκέψης!
Τι καταιγίδα βγαίνοντας, που έκανε την ομπρέλα μας κουρέλι!

Ωστόσο, ο πόλεμος!
Ξεκάθαρα: ζήτημα στιλ.
Και λίγη μεταφυσική∙ όσο να γίνει φόρμα η ερμηνεία.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «Φραντς Μπίμπερκοπφ»: Ο κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα Berlin Alexanderplatz του Alfred Döblin.
— «Εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.»
Δεν θα πω τίποτε για τη Βαϊμάρη. Θα πω για το Berlin Alexanderplatz, για εκείνη τη διαρκή και δαιδαλώδη κίνηση των περιθωριακών του ηρώων, στους δρόμους του Βερολίνου, με κέντρο την Αλεξάντερπλατς∙ θα πω για τον τρόπο που ο Döblin, εφαρμόζοντας στη λογοτεχνία την τεχνική του διανοητικού μοντάζ, οικειοποιείται την πολύπλοκη και αδιέξοδη πραγματικότητα εκείνης της εποχής, η οποία και οδήγησε τους Εθνικοσοσιαλιστές στην εξουσία.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου, Ιντερμέδιο
Post by: wings on 14 Jun, 2019, 23:54:10
Σταύρος Ζαφειρίου, Ιντερμέδιο

Μάνα με τους λεβέντες γιους που βγήκαν στο κυνήγι,
εχ και να ήξερες
πώς ντουφεκάν τις πέρδικες και τα ξεπεταρούδια,
πώς στρώνουν θέρος στα βουνά κι αλώνισμα στην άμμο
και στην τρεμάμενη ζωή στήνουν λυκοπαγίδες.

Κι όχι να κλαις δάκρυ χαράς μηδέ αστραπή της λύπης,
κι όχι ν’ ανάβεις τ’ ουρανού φωτιές για να πηδήσει.
Μόνο τον άγιο να κρατάς ψηλά, στ’ αναστενάρια,
να ’χει τα μάτια στις μπασιές και στο λειψό φεγγάρι
μη φτάσουν ξένες μοναξιές κι αλλότριες λαχτάρες.

Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες
μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου
και στη γιορτή της όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,
νά ’ρθουν τ’ αγρίμια, οχ να ’ρθουν και ο κωλομπαράδες,

νά ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,
να σύρει πρώτος τον χορό της λυγερής σου δόξας.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε (I)
Post by: wings on 22 Jun, 2019, 21:53:10
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε

I.


Επί της άμμου κάθισα και έκλαυσα.
Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά – υπάρχει η θάλασσα∙
και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξει.

Τόση Ελένη για μια θέση στο σκαρί της προσωδίας!
Τόσος αέρας θυμωμένος στους ασκούς του γυρισμού!
Και τόσες νύμφες του βυθού να ξεσηκώνουν τον στοιχειωμένο πόθο των πνιγμένων!
Αργά διδάσκεται κανείς το άτεχνο της αλήθειας,
και κάπως έτσι, άτεχνα και αργά, του αποσπά τη ανάκριση την καθομολογία.

Ώστε, δεν σε αφήνουν σε ησυχία οι αναλύσεις, φτεροκοπώντας λογική στο ολοκαύτωμά τους
για ένα πουκάμισο αδειανό που οι σειρήνες το ανεμίζουν σαν τραγούδι λαϊκό απ’ το ακροστόλι.
— Στην επαγρύπνηση, μη καπνιστές πολίτες!
Έφιπποι οι δροσουλίτες πολιορκούν το Φραγκοκάστελλο,
διάφανη η έρημος ξεσπά με τα φαντάσματά της.
Στην επαγρύπνηση εσείς! Στα θεωρεία!
Για ό,τι προφτάσετε να υπερασπιστείτε ψυχορραγώντας στις επάλξεις του αισθήματος.

Μα όσο να πεις, ένα πουκάμισο αδειανό δεν είναι λίγο.
Σκέψου μονάχα τους εταίρους που σαλπάρισαν χωρίς να ’χουν στην πλώρη τους μάτι επιστροφής∙
σκέψου την επιτήδεια ζητιανιά των ημιστίχιων,
όλη αυτή την ταραχή της ηδυπάθειας για τους λευκούς μαστούς της Ωγυγίας.

Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!
Επί της όχθης κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου
πως πίσω απ’ την ουσία της μορφής χαλκεύεται η μορφή της απουσίας.

Φυλάξου, πρίγκιπα!
Ακόμη κι αν η θάλασσα είναι δυο μέτρα όλο κι όλο μακριά,
ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται
ούτε στο κοίλο του νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης.
[Αν και καμίας θλίψης το καθρέφτισμα δεν φανερώνει δυο φορές την ίδια θλίψη.]
Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου,
δεν φτάνει μόνο η ομορφιά της λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.

Ο κόσμος, πρίγκιπα, είναι η κομμένη αναπνοή του πανικού του,
όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «Επί της άμμου κάθισα και έκλαυσα».
Πρβλ. με: Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών (Ψαλμοί, ΡΛΣΤ', 1), καθώς και με: Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα (T.S. Eliot, Η έρημη χώρα, Γ', Το κήρυγμα της φωτιάς, μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος, 1979).
— «Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!»
Πρίγκηψ Λέων Νικολάγιεβιτς Μίσκιν, ο άδολος και ο ονειροπόλος Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι, λίγο πριν τον φορτώσουν στην κλινάμαξα, για να επιστρέψει στο θεραπευτήριο που δίνει στους ηλίθιους πίσω τον εαυτό τους.
— «Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου».
Πρβλ. με την τελευταία φράση από τον Candide του Βολταίρου: ... πρέπει όμως να δουλεύουμε το περιβόλι μας (Φιλοσοφικά διηγήματα, μτφρ. Δανάη και Νίκος Κουχτσόγλου, εκδ. Ηριδανός, χ.χ.έ.)


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε (II)
Post by: wings on 22 Jun, 2019, 22:09:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε

II.


Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω πως οι δονήσεις της πραγματικότητας
δεν είναι παρά η μετατόπιση του χρόνου,
πως ό,τι χάνει η πέτρα στα πεδία των μαχών
το παίρνει πίσω επίτοκο σε αίμα.

Δύσκολο πια να κατοικείς απάνω, στα έρημα,
έχοντας τάχα να εκτίσεις την ποινή των στοχασμών σου.
Δύσκολο πια με τόση ασκητική, μονάχα απ’ τις συμπτώσεις να μαθαίνει.
Και μην ψελλίζεις πάλι εκείνα τα περί ύψους.
Είπαμε:
Μια ναρκωμένη πλειοψηφία που βουτά στο αναισθητικό της,
ποντάροντας τις μάρκες της στο χρώμα της σιωπής∙

είπαμε:
Τίποτε δεν παραχωρείς στις πιθανότητες,
στα όσα παινεύει η ανοχή στις προτροπές της.
Όταν ο κρότος της ζωής φοβάται την ηχώ του,
δύσκολο πια να μην καθίσει η μπίλια στο zéro.

Κι ενώ μπορεί οι άμαχοι να μπουν στα καταφύγια και οι μισθοφόροι ν’ αρκεστούν στα λάφυρά τους∙
κι ενώ μπορεί τα λύτρα να επαρκούν για την εξαγορά των αιχμαλώτων,

δύσκολο πια να ιστορηθεί σε μιαν αποκαθήλωση χωρίς προοπτική,
πώς τα σημάδια των καρφιών πασχίζουν να διασώσουν το ανθρώπινο που σήκωνε στα σκέλη του ο σταυρός.

Τι ονειρεύεσαι λοιπόν κι ανοιγοκλείνεις το παραπέτασμα του άτακτου ρυθμού, όντας δοσμένος
στα ατελέσφορα τεχνάσματα των μέτρων;
Έπρεπε κιόλας να ξέρεις:
Όσο πιο τραγική η περιγραφή, τόσο και περιπλέκεται το σχήμα.
Όσο πιο μάταιο ν’ ανακαλείς τη ματαιότητα,
τόσο επιγράφει η μοναξιά το αξίωμα του φόβου.

Και τι θαρρείς;
Ακόμη και ο λυρισμός έχει το τίμημά του.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε (III)
Post by: wings on 22 Jun, 2019, 22:40:53
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε

III.


Καὶ μὰν τόνδ’ ἄθρησον
πτεροῦντος ἔφεδρον ἵππου∙
τὰν πῦρ πνέουσαν ἐναίρει
τρισώματον ἀλκάν.

Ευριπίδης, Ίων, 201-204

Λέει ο μύθος:
Στου πουλαριού τη ράχη σελώνεται ο θάνατος.
Ο ιππέας του εξόριστος στα μέρη των ζωοφόρων.
Εκείνη (η Χίμαιρα),
σύμπλεγμα τερατόμορφο που λύσσαγε να καίει τ’ όνομά της
– μέχρι που το έλιωσε στο στόμα της σε μια γουλιά μολύβι∙
μέχρι που το κατάπιε.
Τέτοιο μελόδραμα!

Ο μύθος όμως∙
πώς περισσεύει απ’ το μολύβι κι απ’ το δράμα του!
Πλοκή και αντίστιξη, σαν παρτιτούρα που τινάζει στον αέρα
τα ερπετά που βιάστηκαν να γίνουν πτεροφόρα.

Στο μεταξύ, όπου χτυπάει η ράβδος της φυλής, κρουνός τα λύματα∙
ψάχνει πηγές για ν’ αναβαπτιστεί και βρίσκει αποχετεύσεις.
Όμως με αυτά τ’ αδόκιμα,
καθώς τα μέσα παρατείνουν τον σκοπό και το μικρότερο κακό σκάβει δαιδάλους στα υπόγεια κοιμητήρια,

εσείς, τι σκέφτεστε άραγε εσείς;
— Μονάχα παρατονισμούς και επιχρίσματα σε ανασκαμμένη γη και πόλεις που ταχτοποιούν τους συρματότοπούς τους.

Η πίστη αλλάζει, μα δεν αλλάζουν τα όρια της πίστης.
Ανάμεσα στη μύηση και στη βεβήλωσή της υφαίνει αθώρητη η αράχνη τα κελεύσματα:
Ἑκάς, ἑκάς οἱ βέβηλοι – ή ό,τι απόμεινε από αυτούς που πελεκούν στη σκόνη τις άδεις κόγχες των ματιών.

Πού είναι τα μάτια; Τόσο φως και να γεννά σκοτάδι!
Πού είναι η χαίτη να πιαστείς απ’ τα στολίσματά της;
Πώς να τα βγάλουν πέρα οι Καρυάτιδες
με τη ρητορική του Πρυτανείου;

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
Παράθεμα:
Να, και τούτον κοίταξε (εννοεί τον Βελλερεφόντη), / σε φαρί φτερωτό καβάλα, / πώς το τρισώματο τέρας αυτός, / το φλογόπνοο σκοτώνει! (μτφρ. Κ. Κοντός-Ν. Ποριώτης, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, χ.χ.έ.)
— «Τόσο φως και να γεννά σκοτάδι!»
Πρβλ. με: ὑπομεινάντων αὐτῶν φῶς ἐγένετο αὐτοῖς σκότος, μείναντες αὐγὴν ἐν αἰωρίᾳ περιεπάτησαν (Ησαΐας, ΝΘ', 9).


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε (IV)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 18:30:58
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε

IV.


Εντέλει, ποιος;
Ούτε η αμετροέπεια της οίησης ούτε η αιδώς της ταπεινοφροσύνης.
Με κυκλικό στον Ζάλογγο και αντικριστό στην πίστα
ό,τι κι αν στύψεις σε όνειρο θα εξατμιστεί στον στύφτη.

Εντέλει, ποιος;
Πάνω στη σαρκοφάγο των εσμών, ανάγλυφη η εραλδική της δεσποτείας.
Και οι πειρατές καραδοκώντας στα παράκτια τους νοσταλγούς που μπαινοβγαίνουν σαν σκιές στον Κάτω Κόσμο.

Νέκυια! Νέκυια! Κάψε τ’ απομεινάρια και συνέχισε μέχρι να φτάσουν ως το ωμέγα οι ραψωδίες.

Μόλις χωνέψει το χτικιό μες στο καμίνι του και μοιραστούν οι δαίμονες τη μολυσμένη τέφρα,
προφταίνοντας τους λογιστές και το ιερατείο,
μόλις γλιστρήσουν απ’ τις στέγες μεθυσμένοι οι Ελπήνορες∙
αλίμονο! Γενεές γενεών και πάνω απ’ όλα η αρρυθμία των σφυγμών
– αυτή η ταραχή που εξαναγκάζει την κραυγή στο υπογλώσσιό της∙
η ταραχή αυτή, σαν μια απελπισμένη επιβίωση
ή σαν μανία του αγριμιού που όταν πιαστεί στο δόκανο κάνει κομμάτια το ίδιο του το πόδι.

Αλίμονο!
Με τόσα ειδύλλια αντικατοπτρισμών, με τόση αιμομιξία αμμολόφων,
πώς να μετρήσεις ξέφωτο στη μέση της ερήμου!

Ώστε λοιπόν, όταν νυχτώνει ενοχή, κάτω απ’ τις ξαστεριές γεννοβολά τα νόθα η αθωότητα
κι όταν χαράζει ο Ζάλογγος, προφταίνετε ένα τελευταίο τσιφτετέλι στα σκυλάδικα.

Αυτό μας έλειπε:
δυο χωριστές παραγγελιές για μία όλο κι όλο αθανασία,
κρατώντας παραμάσχαλα την ίδια ενδημική.

Αυτό μας έλειπε.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε (V)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 18:42:02
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε

V.


Υπάρχει ο καιρός γι’ αυτό που βλέπουμε και ο καιρός για εκείνο που μας βλέπει,
είπεν (;) ο Εκκλησιαστής.

— Όχι, δεν το είπε.
Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν είναι περί θέασης∙
οι σοφιστείες του διαδραστικού και οι αισθητισμοί είναι το θέμα μας∙
η παρανάγνωση του ασύμπτωτου και η λόγχη που στομώνει στα πλευρά της ηθικής.

Όσοι βολεύτηκαν να υπάρχουνε με λέξεις, συντάσσοντας τις λέξεις με την ύπαρξη∙
όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν τις κατηγορικές τους προσταγές στις αυταπάτες τους
– πόση ακράτεια νεοϊδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ ασφυκτιούν μες στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!

— Τι είν’ η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;

— Όχι, δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν αφορά στα εύφορα ούτε στα βοσκοτόπια∙
το τίμημα και ο τιμητής είναι το θέμα μας και οι καμπούρικές μας ψευδαισθήσεις∙
οι αντιφάσεις του ιστορικισμού είναι το θέμα μας και η πρεμιέρα τ’ ουρανού στα νέα οράματά μας.

Συνεπώς: διόλου οι παρακαταθήκες μα η απώλεια και η εκτατική μεταβλητή της εντροπίας∙
συνεπώς –κι ενώ αυξάνεται διαρκώς η άτακτη απόκλιση του αμφιβληστροειδούς–
τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;
Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό εκείνου που σας βλέπει;

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε (VI)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 19:12:48
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που όταν τους ρωτάς δεν απαντούνε

VI.


Να δεις που αύριο δεν θα ’χεις ούτε λύπη.
Να δεις που οι αυτοματισμοί θα σε προλάβουν
και θ’ αρκεστείς κι εσύ στ’ από καθέδρας της θερμοδυναμικής.
Φαίνεται, εξάλλου, στη λιθοδομή του αντερείσματος και στο αναφιλητό των νοημάτων.

Βέβαια και οι συνάνθρωποι – επ’ άπειρον αναβολή των κατασχετηρίων,
προλήψεις και εξορκισμοί των ημερών.
Και επειδή, όταν χαζεύεις έξω απ’ το παράθυρο, όλο και κάποιον κερκοφόρο θα πετύχεις,

θυμήσου, ε;
τηρούμε τους κανονισμούς και την ιεραρχία, έστω κι αν κωλοτρίβονται στη σολομωνική.

Είναι κι εκείνες οι κρυφές νεροφαγιές
που ακολουθούν συλλαβιστά το ίδιο πνεύμα με τ’ αγειτόνευτα ποτάμια των παράκλητων
– πύρα του χώματος και χνότο της Εκάτης και ποντισμένη άγκυρα στο δέλτα των ζωών∙
κλέβεις νερό –όσο μπορείς– απ’ το τσιγκούνικο φλασκί της προσδοκίας,
κλέβεις και λάδι λυχναριού, να φέξεις τις στοές.

Τέτοιας λογής πολιτική, με αφορμή τις ατραπούς των μεθορίων
– σύρριζα ο παράδεισος και η απειλή της γέεννας χωρίς υπεκφυγές.
Τέτοιας λογής παρόν∙ και μέρα νύχτα το φρουρούν σαν κλέφτικο ταμπούρι.

Πρόσεχε, ε!
Κλειστή στροφή στον Γολγοθά και η αδελφότητα χρεώνει μοιρολόι με την ώρα
– στον κήπο της Γεθσημανή τόσος ιδρώτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν.
Καὶ ἤρξατο οὗτος ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν.


Τέτοιας λογής πρωθύστερα που συμπεριλαμβάνουν και αγωνίες και αρνήσεις και αργύρια∙
τέτοιας λογής τετέλεσται, με τους ανέμους να φυσούν σαν εθιμοτυπία.

Πρόσεχε, ε!
Ούτε το πνεύμα πρόθυμο ούτε ασθενής η σάρκα.
Ούτε η ψυχή σου λυπημένη ως την τέχνη σου.
Ούτε αυτή.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «... αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν.»
Βλ. Κατά Λουκάν, ΚΒ', 44.
— «Καὶ ἤρξατο οὗτος ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν.»
Βλ. Κατά Μάρκον, ΙΔ', 33.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους (I)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 19:56:10
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους

I.


Όπου νοείται η αρχή ως τελειότητα,
στο ίδιο σημείο ακριβώς τελειώνει η γνώση.
Κι αν, βέβαια, συνυπολογιστεί το κληροδότημα,
τότε είναι μάλλον περιττή η φυσική συνθήκη.

Δύσκολο πια ν’ αναστραφούν οι επισφάλειες και η ερμηνευτική της εξουσίας∙
δύσκολο πια να συνοψίσεις στον ορίζοντα τ’ απόβλητα μιας λογικής που αποπατεί θεσμούς.

Μέσα στη μεταξίωση των ισοτιμιών και στη μελαγχολία αυτών των διεστώτων
(όχι επειδή είναι επιταγή αυτής της γλώσσας μα επειδή αυτή η γλώσσα επιτάσσεται),
οι κηπουροί του μαρασμού σπέρνοντας στα σαρίδια παραβολές του μέλλοντος και όψιμα νηπενθών∙

οι κηπουροί λοιπόν, όταν νυχτώνει, ξελύνουνε τα σκιάχτρα απ’ τα παρτέρια τους,
ν’ ανοίξουν χώρο για τον λιθοβολισμό,
για την αυτοδικία που ονειρεύονται στ’ όνομα μιας ανέξοδης μεταευγονικής,
βαφτίζοντας συλλογικό συνειδητό τη βούληση που κρύβει την ασχήμια της στην ψιμυθίωσή της.

Για μια στιγμή, για μια πνοή,
για λίγα μόνο λόγια σαν εικόνες,
όσο να γίνει ο φόβος περατός,
όσο να σπάσει η επιφάνεια σε αβύσσους.

Ούτε στιγμή ούτε πνοή.
Δύσκολο πια ακόμη να ρωτάς αν είναι ρόλοι μες στο δράμα οι αμνήμονες.
Δύσκολο πια ν’ απαλλαγείς από το κομποσκοίνι της φυλής που ξεκουκίζει τις γητειές του πεπρωμένου.

— Ποιες οι γητειές και ποιο το πεπρωμένο;
Σε μια εποχή που τρέφεται από τη δόμησή της
δεν έχει χώρο να κρυφτείς, μονάχα χρόνο να μετράς το «φτου και βγαίνω».

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους (II)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 20:07:55
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους

II.


Έπρεπε όμως να ξέρω:
Αν ξεσκαλώσεις απ’ το πλέγμα της γραφής και δεις την παρωδία απ’ τις κερκίδες,
πόση κακή υποκριτική μπορείς ν’ αντέξεις;
Εσύ θα επιστρέψεις τον θρήνο για τους άταφους νεκρούς, κι εκείνος πάλι σαν σκυλί θα σου γαβγίζει.

Με τόσο κλέος των ανδρών∙ και η σημαία:
τσόχα στρωμένη σε παιχνίδι κυβιστών.
Τίποτε πιο ηρωικό απ’ τη σκηνοθεσία της απορίας σ’ ένα σκηνικό που ανακυκλώνει τροφούς και παραβάτες των ορίων.
Τίποτε πιο μηχανικό απ’ την υπνοβασία
που ισορροπεί στο φιλιατρό μιας μοίρας που φορά κατάσαρκα τον τρίχινο κορσέ της αυτουργίας.

Τι κωμική υπεκφυγή!
Μόλις φουσκώσουν τα πανιά και στρίψουν το τιμόνι οι αφανείς οιακιστές των μετωνυμιών
και ως αντιζύγι των οστών βαρύνει η σκύλευσή τους∙
μόλις μυρίσει ο καπνός του αποτεφρωτηρίου σαν άρρητος προορισμός του καταιονισμού,

δανείζει βάρος η άρνηση σ’ εφαρμοσμένους τρόμους και κατεβαίνει από παντού με τάξη η σιωπή
– τούτη η σιωπή που δίνει στέγη στα θεσπίσματα, καθώς η μνήμη αλώνεται απ’ τη διαλεκτική της.

— Ποια μνήμη και ποια άλωση!
Εκεί όπου οι φυλλωσιές απομυζούν τις ρίζες, χρειάζεται άραγε καιρός μέχρι ν’ αντιληφθείς
πως τ’ απομνημονεύματα είναι οι αναπηρίες μιας αποστρατευμένης εμμονής;
Χρειάζεται άραγε καιρός μέχρι να διαπιστώσεις ότι το μέλλον που έχει ειπωθεί, πριν ειπωθεί έχει συμβεί στον λόγο;

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους (III)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 20:52:25
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους

III.


Σε αυτόν τον λόγο,
μες στην αφαίρεσή του περιέχοντας την εξασθένιση του αντίλαλου που πάλλεται σε αδειανό δοχείο∙

σε αυτόν τον μύθο – δεσμώτη που σκεπάζεται από την πλημμυρίδα,
ακολουθώντας στον βυθό το κάτεργό του.
— Εύκολος τρόπος!

Όπως ξοδεύεται η ευχή στην επιφοίτησή της και η ενσυναίσθηση κατρακυλά στο βάραθρο των αντινομιών∙
όπως αρπάζεται το φως απ’ την ψαλιδισμένη ουρά των συνειδήσεων,
για να περάσει στα ξυστά τη σύγκρουση των τυχοδιωκτισμών,

έτσι θα δοκιμάζονται οι φθόγγοι στις ρωγμές τους και θα ζυμώνει η αντηλιά το τρύγημα του νου∙
έτσι η στίξη θα οδηγεί σε απόσταξη τη γλώσσα, υγροποιώντας τους ατμούς τόσων θαυμαστικών!
— Μάταιος τρόπος!

Με βάρδιες του παραδομού και με νυχτέρια αγγέλων, πώς παίρνει η ύπαρξη σειρά στα ενδεχόμενά της!
Πώς οι παλιοί αριστερισμοί γράφουν καινούριες τύχες κι ο τρελαμένος εύξεινος βιτσίζει τους γιαλούς!

Μεγάλοι δείκτες ρολογιών που ιστορούν στα τέμπλα το κάρπισμα των αμπελιών και το άκαυτο των βάτων,
που ανοίγουν ψάθες στις αυλές και φτερωτές στους μύλους
και αντικριστά του φεγγαριού σταβλίζουν τα υπερούσια.

Μεγάλοι δείκτες των χεριών που στρέφουνε το μάτι στις ασταθείς πατημασιές αυτών που έρχονται – αυτών που είναι νά ’ρθουν:
το πρώτο βήμα πιο μπροστά απ’ τον κυνηγό τους,
το δεύτερο να λασπωθεί η ενδυτή του δρόμου,
κι ακόμη ένα να βρεθούν πρόσωπο στον καθρέφτη
και ν’ αρνηθούν το είδωλο που βλέπουν να χωρίζεται από τον εαυτό τους.

Απάτριδες που έχουν τσακιστεί από πατρίδες,
κοπάδια σταλισμένα κάτω απ’ τα όνειρα.

Σε λάθος τόπο.
Σε αμαξιτούς αδιάβατους απ’ τις κατολισθήσεις.
Σε απρόσιτες νεροτριβές όπου δεν φτάνει
ούτε η ανάγκη, να ξεπλύνει τα σκουτιά της απ’ τα θέσφατα.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.


Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014)
Title: Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους (IV)
Post by: wings on 23 Jun, 2019, 21:07:15
Σταύρος Ζαφειρίου, Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους

IV.


Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα,
τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου,
ακολουθώντας το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ίκαρου,
το πείσμα του ήλιου λίγο πριν τον ουρανό.

Δύσκολο πια να χτυπήσεις το δικράνι στην πέτρα, για ν’ αναβλύσουνε τα δάκρυα των αδέσποτων.

Είναι οι επίγονοι – μαθητευόμενες σκοπιές στα παρατηρητήρια∙
είναι η απόσταση ανάμεσα στην πλώρη και στα ύφαλα,
σαν μια κινούμενη γραμμή που όλο μικραίνει ώστε να μη χωρά τον ενοφθαλμισμό,
ώστε να μη χωρά την προσδοκία της μέρας που θ’ αλλάξει χέρια το κενό,
γδύνοντας τον συμβολισμό απ’ τα εγκόλπιά του.

Είναι το χώμα που αδειάζει το φαρμάκι του,
όπως το δόντι της οχιάς αδειάζει μες στη φλέβα το δικό του∙
μόχθος κακός, και στα θυσιαστήρια βλαστήμιες και αναθέματα,
διαβάζοντας τα έμπυρα στα εντόσθια του ζώου
– πράξεις που ξεθαρρεύουν στη φωτιά και ομολογούν το στοχευμένο αίμα.

Δύσκολο πια να φυλαχτείς στα χαμηλά του κόσμου,
σε μια γωνιά απρόσβλητη απ’ την αναγωγή της λογικής στο τρέκλισμα της συγχυσμένης πίστης.
Δύσκολο πια να καταφύγεις στα προάστια.

Θα σε προδώ