Author Topic: Εἰδέναι  (Read 4174 times)

zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Εἰδέναι
« on: 03 Jan, 2006, 21:43:50 »
Επειδή με ψιλοβασανίζει το terminology assignment, μήπως θα μπορούσε κάποιος που έχει πρόσβαση σε αρχαιοελληνικό λεξικό να κάνει copy/paste έναν ικανοποιητικό ορισμό (με συνώνυμα, αν υπάρχουν) του "ειδέναι"; Είναι ουσιαστικά το "γνωρίζειν", όχι όμως με την έννοια της εμπειρικής γνώσης. Είναι η μορφή απαρεμφάτου του "οίδα", απ' όσο είδα... και οίδα. Αν υπάρχει και καμιά ιδέα για αγγλική απόδοση (για φιλοσοφικό context), απολύτως καλοδεχούμενη.
« Last Edit: 15 Apr, 2008, 20:27:05 by billberg23 »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 410265
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Re: Ειδέναι
« Reply #1 on: 03 Jan, 2006, 22:13:53 »
Γιάννη,

Να χρησιμοποιείς το Perseus

*εἴδω , no Act. pres. in use, ὁράω being used:--Med., v.infr. A.11: aor. 2 εἰ̂δον always in sense of

      A. see (so in pres. and aor. 1 Med., to be seen, i.e. seem): but pf. οἰ̂δα , in pres. sense, know. (With ἔ-fιδον, cf. ( [f] )είδομαι, ̔f̓ει̂δος, Lat. videre; with ( [f] )οι̂δα, cf. Skt. véda, Goth. wait, OE. wát 'know'.)

      A. aor. 2 εἰ̂δον (late εἰ̂δα Orph.A.118 ), serving as aor. to ὁράω, Ep. ἴδον, iter. ἴδεσκε Il.3.217 , late Aeol. εὔιδον Epigr.Gr.990.11 (Balbilla); imper. ἴδε (in Att. written as Adv. ἰδέ, behold! Hdn.Gr.2.23), ἴδετε; subj. ἴδω, Ep. ἴδωμι Il.18.63 ; opt. ἴδοιμι; inf. ἰδει̂ν, Ep. ἰδέειν; part. ἰδών: hence, fut. ἰδησω̂ Theoc.3.37 :--Med., aor. 2 εἰδόμην, Ep. ἰδόμην, in same sense, poet., Ion., and later Prose (c. gen., Arat.430) (so in compds., even in Att. Prose, v. ἐπ-, προ-, ὑπ-ειδόμην); imper. ἰδου̂ (freq. written as Adv. ἰδού, = ἰδέ); subj. ἴδωμαι; opt. ἰδοίμην; inf. ἰδέσθαι; part. ἰδόμενος Hdt.1.88 , al.:

                  1. see, perceive, behold, ὀφθαλμοι̂σι or ἐν ὀφθαλμοι̂σι ἰδέσθαι see before the eyes, Il.1.587, etc.; ἰδει̂ν ἐν ὄμμασιν E.Or.1020 ; ἄγε, πειρήσομαι ἠδὲ ἴδωμαι well, I will try and see, Od.6.126, cf. 21.159; mark, observe, Il.4.476, Od.4.412, etc.: folld. by relat. clause, ἴδωμ' ὅτιν' ἔργα τέτυκται Il.22.450 ; ἀλλ' ἄγε θα̂σσον ἰδώμεθα ὅττι τάδ' ἐστίν Od.10.44 : freq. in inf. after Subst. or Adj., θαυ̂μα ἰδέσθαι a marvel to behold, Il.5.725; οἰκτραι̂σιν ἰδει̂ν A.Pr.240 ; ἐλεινὸς ἰδει̂ν Pl.R.620a .

                        b. see a person, i.e. meet him, speak with him, Th.4.125, X.An.2.4.15, etc.

                        c. see, i.e. experience, νόστιμον ἠ̂μαρ ἰδέσθαι Od.3.233 , etc.; δούλειον ἠ̂μαρ ἰδει̂ν E.Hec.56 ; ἀέλιον ἕτερον ἰδει̂ν S.Tr.835 ; τὴν δίκην ἰδει̂ν Id.Ant.1270 (lyr.); ἀλόχου κουριδίης . . οὔ τι χάριν ἴδε he saw (i.e. enjoyed) not the favour of his wedded wife, Il.11.243.

                  2. look, ἰδει̂ν ἐς . . look at or towards, 2.271, etc.; ἰδει̂ν ἐπί . . 23.143; πρός . . Od.12.244; εἰς ὠ̂πα ἰδέσθαι look him in the face, Il.9.373, etc.; κατ' ἐνω̂πα ἰδών 15.320 ; ἄντα, ἐσάντα, or ἄντην ἰδει̂ν, 13.184, 17.334, Od.5.78, etc.: qualified by Adv. or Adj., ὑπόδρα ἰδών looking askance, Il.1.148, al.; ἀχρει̂ον ἰδών looking helpless, 2.269; κέρδος ἰδει̂ν look to gain, A.Eu. 541 (lyr.).

                  3. see mentally, perceive, ἰδέσθαι ἐν φρεσίν 'to see in his mind's eye', Il.21.61, cf. 4.249; ἰδει̂ν τῃ̂ διανοίᾳ Pl.R.511a .

                        b. examine, investigate, Id.Phd.70e, Tht.192e; consider, ἴδωμεν τί λέγομεν Id.Grg.455a .

            II. Med., pres. εἴδομαι , Ep. ἐείδεται Theoc.25.58 , part. ἐειδόμενος Pi. N..10.15: aor. εἰσάμην, Ep. part. ἐεισάμενος Il. 2.22 , al.:--only Ep.and Lyr., to be seen, appear, εἴδεται ἄστρα they are visible, appear, 8.559; εἰ. ἠ̂μαρ ὑπὸ Τρώεσσι δαμη̂ναι 13.98 ; εἴσατο δέ σφι δεξιός 24.319 ; ὅπη τὸ Ταρτάρειον εἴδεται βάθρον Epigr.Gr.1034.19 (Callipolis), cf. Od.5.283; perh. also οὔ πῃ χροὸς εἴσατο none of the skin was visible, Il.13.191.

                  2. c. inf., appear or seem to be, τὸ δέ τοι κὴρ εἴδεται εἰ̂ναι 1.228 ; του̂τό τί μοι κάλλιστον ἐνὶ φρεσὶν εἴδεται εἰ̂ναι Od.9.11 , etc.: with inf. omitted, οἱ τό γε κέρδιον εἴσατο θυμῳ̂ 19.283 , etc.; οὐ μέν μοι κακὸς εἴδεται Il.14.472 , cf. Theoc. 25.58; also, look like or make a show of . . , εἴσατ' ἴμεν ἐς Λη̂μνον he made a show of going to Lemnos, Od.8.283; εἴσατο δ' ὡς ὅτε ῥινόν it had the look as of a shield, 5.281.

                  3. strictly middle, c. dat., εἴσατο φθογγὴν Πολίτῃ she made herself like Polites in voice, Il.2.791, cf. 20.81; αὐδὴν εἰσάμενός τινι Rhian.50 : esp. in part., like, εἰδομένη κήρυκι Il.2.280 , etc.; τῳ̂ δ' ὄψιν ἐειδόμενος Pi.N.10.15 ; εἰδόμενος τοκευ̂σιν A.Ag.771 (lyr.); φάσμα εἰδόμενόν τινι Hdt.6.69 .

      B. pf., οἰ̂δα I see with the mind's eye, i.e. I know, used as pres.: plpf. ᾔδεα (v. infr.), I knew, used as impf.:--pf. οἰ̂δα, Aeol. ὄϊδα Alc. 145 ; 2sg. οἰ̂δας once in Hom., Od.1.337, cf. h.Merc.456, Thgn.491, Hippon.89, Hp.Acut.67, E.Alc.780, Philem.44.3 codd.; οἰ̂σθα elsewh. in Hom., Att., etc.; in Com. also sts. οἰ̂σθας Cratin.105 , Alex.15.11, Men.348.5, cf. Herod.2.55; pl., ἴσμεν, Ep., Aeol., and Dor. ἴδμεν, also Ion., Hdt.1.6, al.; ἴστε, ἴσασι [ῐς- Od.2.211, al., but ῑς- ib.283, al.]; οἴδαμεν Hdt.2.17 , οἴδατε AP12.81 (Mel.), οἴδᾱσι Hdt.2.43 , X.Oec. 20.14 codd.; dual, οἴδατον Socr.Ep.22.1 : imper. ἴσθι, ἴστω, Boeot. ἴττω, late ἰδέτω Phalar.Ep.122 codd.: from 3pl. ἴσασι (ἴσαντι Epich. 53 ) were formed Dor. 1sg. ἴσᾱμι Epich.254 , Pi.P.4.248; 3sg. ἴσατι IG14.644.4 (Bruttii); 1pl. ἴσᾰμεν Pi.N.7.14 , ἴσαμες prob. in Dialex. 6.12; Cret. 3pl. subj. ἴθθαντι GDI5024 ; inf. fισάμην Kohler-Ziebarth Stadtrecht von Gortyn 34 No.3.19; part. ἴσας A.D.Adv.175.19 , dat. sg. ἴσαντι Pi.P.3.29 , Cret. pl. ἴθθαντες GDI5024 : subj. εἰδω̂ (εἰδέω, ἰδέω, Il.14.235, Od.16.236), Ion. 3pl. εἰδέωσι SIG45.21 (Halic., V B.C.); Ep. also εἴδω Od.1.174 , al. (cf. Hdn. Gr.2.131), εἴδομεν Il.1.363 , εἴδετε Od.9.17 : opt. εἰδείην, 1pl. εἰδει̂μεν Pl.La.190b , R.582a: inf. εἰδέναι, Ep. ἴδμεναι, ἴδμεν, also ἰδέμεν Pi.N.7.25 : part. εἰδώς, εἰδυι̂α, Ep. also ἰδυι̂α, Elean fειζώς Schwyzer 409 :--plpf. ᾔδεα Il.14.71 , Hdt.2.150, contr. ᾔδη S.Ant.18 , Ar.Av. 511, Pl.Smp.119a, ᾔδησθα Od.19.93 , Eup. 416, etc. (but ᾔδεισθα freq. in codd., Ar.Ec.551, E.Cyc.108, Pl.Men. 80d, al.), ᾔδεε( [ν] ) Il.17.402, al., ᾔδη 1.70 , al. (also later Att., acc. to Aristarch. ap. Choerob.in Theod.2.86), Att. contr. ᾔδει( [ν] ) E.Ion1187, Ar.V.558, etc.; Ep. 2 and 3sg. ἠείδης, ἠείδη (v.l. -εις, - ει), Il.22.280, Od.9.206; Att. also 1sg. ᾔδειν D.37.24 , 2sg. ᾔδεις Ar.Th.554 , etc.; pl., ᾔδειμεν Aeschin.3.82 , Arist.APo.87b40, ᾔδεμεν Men.14D. (to be read in S.OT1232), ᾔδειτε D.55.9 , etc. (ᾔδετε prob. in E.Ba. 1345), Ion. ᾐδέατε Hdt.9.58 ( [συν-] ), ᾔδεισαν LXX Ge.42.23 , Str.15.3.23, ᾔδεσαν Hdt.7.175 , Thgn.54, etc.; late Ep. ᾔδειν, ἠείδειν, A.R.2.65,4.1700, also ᾐ̂σμεν, ᾐ̂στε, ᾐ̂σαν, Ar.Fr.149.4 (prob.), S.Fr.340, E. Cyc.231, etc.; Ep. 3pl. ἴσαν Il.18.405 , Od.4.772:--fut., in this sense, εἴσομαι Il.1.548 , Hp.VM20, Ar.Ach.332, etc.; also εἰδήσω Od.7.327 , Hdt.7.234, Isoc.1.44, Aen.Tact.31.5, Arist.Top.108a28, Herod.5.78, Apollon.Perg.Con.1 Praef., etc.; inf. εἰδησέμεν Od.6.257 .--The aor. and pf. are usu. supplied by γιγνώσκω; aor. 1 inf. εἰδη̂σαι is found in Hp.Acut.(Sp.)22, Epid.6.8.25 (ἐξ-), Arist.EN1156b27, Thphr.Char. Prooem.4; imper. εἴδησον PCair.Zen.36.2 (iii B.C.); 3pl. subj. εἰδήσωσιν Herzog Koische Forschungen No.190 (ii/i B.C.):--know, have knowledge of, be acquainted with, Hom., etc.: c. acc. rei, ὃς ᾔδη τά τ' ἐόντα τά τ' ἐσσόμενα πρό τ' ἐόντα Il.1.70 ; νοήματα, μήδεα οἰ̂δε, Od.2.122, Il.18.363, etc.: less freq. c. acc. pers., τούτους μὲν δὴ οἰ̂δα Od.4.551 , cf. Pl.R.365e, D.54.34, etc.; πρω̂τος ὡ̂ν ἡμει̂ς ἴδμεν the first we know of, Hdt.1.6, etc.; παλαίτατος ὡ̂ν ἀκοῃ̂ ἴσμεν Th.1.4 : strengthd. by εὐ̂ or σάφα, εὐ̂ τόδ' ἴσθι know well, be assured of this, E.Med.593; σάφ' οἰ̂δ' ἐγώ A.Supp.740 , etc.: freq. in Hom. with neut. Adj., to express character or disposition, ἄγρια οἰ̂δε has fierceness in his heart, Il.24.41; ἀθεμίστια ᾔδη had law lessness in his heart, Od.9.189; αἴσιμα, ἄρτια ᾔδη, 14.433, 19.248; εἴ μοι ἤπια εἰδείη if he were kindly disposed towards me, Il.16.73; φίλα εἰδότες ἀλλήλοισιν Od.3.277 ; κεχαρισμένα, πεπνυμένα εἰδώς, 8.584, 24.442: c. gen., ὃς σάφα θυμῳ̂ εἰδείη τεράων Il. 12.229 ; ὃς πάσης εἰδῃ̂ σοφίης 15.412 ; τόξων ἐὺ̈ εἰδώς cunning with the bow, 2.718; αἰχμη̂ς ἐὺ̈ εἰ. 15.525 ; οἰωνω̂ν σάφα εἰδώς Od.1.202 ; ἐὺ̈ εἰδὼς τεκτοσυνάων 5.250 ; μάχης ἐὺ̈ εἰδότε πάσης Il.2.823 ; κύνε εἰδότε θήρης 10.360 ; παι̂δ' ἔτ' ἐόντ' οὔ πω μάλα εἰδότε θούριδος ἀλκη̂ς 11.710 ; εἰδὼς πυγμαχίης 23.665 ; θεοπροπίων ἐὺ̈ εἰδώς 6.438 ; χάριν εἰδέναι τινί acknowledge a debt to another, thank him, 14.235, Hdt.3.21, etc.: imper., freq. in protestations, ἴστω νυ̂ν Ζεὺς αὐτός be Zeus my witness, Il.10.329; ἴστω νυ̂ν τόδε Γαι̂α 15.36 , etc.; Boeot. ἴττω  ̔Ηρακλη̂ς etc., Ar.Ach.860, etc.: part. εἰδώς, abs., one who knows, one acquainted with the fact, ἰδυίῃ πάντ' ἀγορεύω Il.1.365 ; μετ' εἰδόσιν ἀγορεύειν 10.250 ; μακρηγορει̂ν ἐν εἰδόσιν Th.2.36 , cf. 3.53; μαθει̂ν παρὰ του̂ εἰδότος Pl.R.337d , etc.; also ἰδυίῃσι πραπίδεσσι with knowing mind, Il.1.608,al.

                  2. c. inf., know how to do, οἰ̂δ' ἐπὶ δεξιά, οἰ̂δ' ἐπ' ἀριστερὰ νωμη̂σαι βω̂ν 7.238 , cf. S.Ph.1010, Ar.V.376; also, to be in a condition, be able, have the power, E.Med.664, D.4.40; of drugs, ὅσα λεπτύνειν οἰ̂δε Alex. Trall.Febr.6; of a festival, οἰ̂δε ἐκπέμπουσα δάκνειν Chor.p.124 B.; learn, ἵν' εἰδῃ̂ μὴ 'πὶ τοι̂ς ἐμοι̂ς κακοι̂ς ὑψηλὸς εἰ̂ναι E.Hipp.729 .

                  3. c. part., to know that such and such is the fact, the part. being in nom. when it is a predicate of the Subject of the Verb, ἴσθι μοι δώσων know that thou wilt give, A.Ag.1670; ἴστω ὑπὸ του̂ ἀδελφεου̂ ἀποθανών Hdt.4.76 ; οὐ γὰρ οἰ̂δα δεσπότας κεκτημένος E.Hec.397 : in acc. when it is predicate of the Object, τοὺς φιλτάτους γὰρ οἰ̂δα νῳ̂ν ὄντας πικρούς A.Ch.234 ; τὸν Μη̂δον ἴσμεν ἐκ περάτων γη̂ς ἐλθόντα Th.1.69 : with part. omitted, γη̂ν αὐτὰ οἰ̂δεν ἀμφότερα (sc. ὄντα) Jul.Or.7.226a.

                  4. less freq.c.acc. et inf., πλήθους . . ἂν σάφ' ἴσθ' ἕκατι βάρ-βαρον ναυσὶν κρατη̂σαι A.Pers.337 , cf. S.Ph.1329; εὐ̂ ἴσθι του̂τον . . ἰσχυρω̂ς ἀνια̂σθαι X.Cyr.8.3.44 ; also εὐ̂ τόδ' ἴσθι, μηδάμ' ἡμέρᾳ μιᾳ̂ πλη̂θος τοσουτάριθμον ἀνθρώπων θανει̂ν A.Pers.431 ; ἕν γ' ἀκούσασ' ἴσθι, μὴ ψευδω̂ς μ' ἐρει̂ν E.IA1005 .

                  5. c. acc. folld. by ὡς, ὅτι, etc., οἰ̂δα κἀμαυτὴν ὅτι ἀλγω̂ S.El.332 ; ἐάν τινα εἰδω̂σιν ὅτι ἄδικός ἐστι Pl.Prt. 323b , etc.

                  6. οὐκ οἰ̂δ' εἰ . . I know not whether, to express disbelief or doubt, sts. with ἄν transposed, οὐκ οἰ̂δ' ἂν εἰ πείσαιμί σε E. Alc.48 , cf. D.45.7: with Verb omitted after εἰ, as οὐκ οἰ̂δ' εἴ τις ἄλλος perhaps no other, Isoc.6.1, 12.10.

                  7. in similar ellipses with other Conjunctions, οὐκ οἰ̂δ' ὅπως I know not how, Pl.R.40cb; οὐκ οἰ̂δ' ὁπόθεν Id.Cra.396d .

                  8. οἰ̂δα, ἴσθι are freq. parenthetic, οἰ̂δ' ἐγώ E.Med.948 ; σάφ' οἰ̂δα ib.94,963; also οἰ̂δ' ὅτι, οἰ̂σθ' ὅτι, ἴσθ' ὅτι, πάρειμι δ' ἄκων οὐχ ἑκου̂σιν, οἰ̂δ' ὅτι (sc. πάρειμι) I know it well, S.Ant. 276; οἰ̂δ' ὅτι, freq. in D., as 9.1, al.; σάφ' ἴσθ' ὅτι Ar.Pl.889 :--οἰ̂σθ' ὅ, οἰ̂σθ' ὡς, with imper., are common in Trag. and Com., οἰ̂σθ' οὐ̂ν ὃ δρα̂σον; do--thou know'st what, i.e. make haste and do, Ar.Eq.1158, cf. Pax1051, etc.; οἰ̂σθ' ὡς πόησον; S.OT543; also οἰ̂σθ' . . ὡς νυ̂ν μὴ σφαλῃ̂ς; Id.OC75; οἰ̂σθα νυ̂ν ἅ μοι γενέσθω; E.IT1203: rarely with the fut., οἰ̂σθ' οὐ̂ν ὃ δράσεις (nisileg. δρα̂σον); Id.Cyc.131, cf. Med.600 codd.]

*εἴδω , no Act. pres. in use, ὁράω being used:--Med., v.infr. A.11: aor. 2 εἰ̂δον always in sense of

      A. see (so in pres. and aor. 1 Med., to be seen, i.e. seem): but pf. οἰ̂δα , in pres. sense, know. (With ἔ-fιδον, cf. ( [f] )είδομαι, ̔f̓ει̂δος, Lat. videre; with ( [f] )οι̂δα, cf. Skt. véda, Goth. wait, OE. wát 'know'.)

      A. aor. 2 εἰ̂δον (late εἰ̂δα Orph.A.118 ), serving as aor. to ὁράω, Ep. ἴδον, iter. ἴδεσκε Il.3.217 , late Aeol. εὔιδον Epigr.Gr.990.11 (Balbilla); imper. ἴδε (in Att. written as Adv. ἰδέ, behold! Hdn.Gr.2.23), ἴδετε; subj. ἴδω, Ep. ἴδωμι Il.18.63 ; opt. ἴδοιμι; inf. ἰδει̂ν, Ep. ἰδέειν; part. ἰδών: hence, fut. ἰδησω̂ Theoc.3.37 :--Med., aor. 2 εἰδόμην, Ep. ἰδόμην, in same sense, poet., Ion., and later Prose (c. gen., Arat.430) (so in compds., even in Att. Prose, v. ἐπ-, προ-, ὑπ-ειδόμην); imper. ἰδου̂ (freq. written as Adv. ἰδού, = ἰδέ); subj. ἴδωμαι; opt. ἰδοίμην; inf. ἰδέσθαι; part. ἰδόμενος Hdt.1.88 , al.:

                  1. see, perceive, behold, ὀφθαλμοι̂σι or ἐν ὀφθαλμοι̂σι ἰδέσθαι see before the eyes, Il.1.587, etc.; ἰδει̂ν ἐν ὄμμασιν E.Or.1020 ; ἄγε, πειρήσομαι ἠδὲ ἴδωμαι well, I will try and see, Od.6.126, cf. 21.159; mark, observe, Il.4.476, Od.4.412, etc.: folld. by relat. clause, ἴδωμ' ὅτιν' ἔργα τέτυκται Il.22.450 ; ἀλλ' ἄγε θα̂σσον ἰδώμεθα ὅττι τάδ' ἐστίν Od.10.44 : freq. in inf. after Subst. or Adj., θαυ̂μα ἰδέσθαι a marvel to behold, Il.5.725; οἰκτραι̂σιν ἰδει̂ν A.Pr.240 ; ἐλεινὸς ἰδει̂ν Pl.R.620a .

                        b. see a person, i.e. meet him, speak with him, Th.4.125, X.An.2.4.15, etc.

                        c. see, i.e. experience, νόστιμον ἠ̂μαρ ἰδέσθαι Od.3.233 , etc.; δούλειον ἠ̂μαρ ἰδει̂ν E.Hec.56 ; ἀέλιον ἕτερον ἰδει̂ν S.Tr.835 ; τὴν δίκην ἰδει̂ν Id.Ant.1270 (lyr.); ἀλόχου κουριδίης . . οὔ τι χάριν ἴδε he saw (i.e. enjoyed) not the favour of his wedded wife, Il.11.243.

                  2. look, ἰδει̂ν ἐς . . look at or towards, 2.271, etc.; ἰδει̂ν ἐπί . . 23.143; πρός . . Od.12.244; εἰς ὠ̂πα ἰδέσθαι look him in the face, Il.9.373, etc.; κατ' ἐνω̂πα ἰδών 15.320 ; ἄντα, ἐσάντα, or ἄντην ἰδει̂ν, 13.184, 17.334, Od.5.78, etc.: qualified by Adv. or Adj., ὑπόδρα ἰδών looking askance, Il.1.148, al.; ἀχρει̂ον ἰδών looking helpless, 2.269; κέρδος ἰδει̂ν look to gain, A.Eu. 541 (lyr.).

                  3. see mentally, perceive, ἰδέσθαι ἐν φρεσίν 'to see in his mind's eye', Il.21.61, cf. 4.249; ἰδει̂ν τῃ̂ διανοίᾳ Pl.R.511a .

                        b. examine, investigate, Id.Phd.70e, Tht.192e; consider, ἴδωμεν τί λέγομεν Id.Grg.455a .

            II. Med., pres. εἴδομαι , Ep. ἐείδεται Theoc.25.58 , part. ἐειδόμενος Pi. N..10.15: aor. εἰσάμην, Ep. part. ἐεισάμενος Il. 2.22 , al.:--only Ep.and Lyr., to be seen, appear, εἴδεται ἄστρα they are visible, appear, 8.559; εἰ. ἠ̂μαρ ὑπὸ Τρώεσσι δαμη̂ναι 13.98 ; εἴσατο δέ σφι δεξιός 24.319 ; ὅπη τὸ Ταρτάρειον εἴδεται βάθρον Epigr.Gr.1034.19 (Callipolis), cf. Od.5.283; perh. also οὔ πῃ χροὸς εἴσατο none of the skin was visible, Il.13.191.

                  2. c. inf., appear or seem to be, τὸ δέ τοι κὴρ εἴδεται εἰ̂ναι 1.228 ; του̂τό τί μοι κάλλιστον ἐνὶ φρεσὶν εἴδεται εἰ̂ναι Od.9.11 , etc.: with inf. omitted, οἱ τό γε κέρδιον εἴσατο θυμῳ̂ 19.283 , etc.; οὐ μέν μοι κακὸς εἴδεται Il.14.472 , cf. Theoc. 25.58; also, look like or make a show of . . , εἴσατ' ἴμεν ἐς Λη̂μνον he made a show of going to Lemnos, Od.8.283; εἴσατο δ' ὡς ὅτε ῥινόν it had the look as of a shield, 5.281.

                  3. strictly middle, c. dat., εἴσατο φθογγὴν Πολίτῃ she made herself like Polites in voice, Il.2.791, cf. 20.81; αὐδὴν εἰσάμενός τινι Rhian.50 : esp. in part., like, εἰδομένη κήρυκι Il.2.280 , etc.; τῳ̂ δ' ὄψιν ἐειδόμενος Pi.N.10.15 ; εἰδόμενος τοκευ̂σιν A.Ag.771 (lyr.); φάσμα εἰδόμενόν τινι Hdt.6.69 .

      B. pf., οἰ̂δα I see with the mind's eye, i.e. I know, used as pres.: plpf. ᾔδεα (v. infr.), I knew, used as impf.:--pf. οἰ̂δα, Aeol. ὄϊδα Alc. 145 ; 2sg. οἰ̂δας once in Hom., Od.1.337, cf. h.Merc.456, Thgn.491, Hippon.89, Hp.Acut.67, E.Alc.780, Philem.44.3 codd.; οἰ̂σθα elsewh. in Hom., Att., etc.; in Com. also sts. οἰ̂σθας Cratin.105 , Alex.15.11, Men.348.5, cf. Herod.2.55; pl., ἴσμεν, Ep., Aeol., and Dor. ἴδμεν, also Ion., Hdt.1.6, al.; ἴστε, ἴσασι [ῐς- Od.2.211, al., but ῑς- ib.283, al.]; οἴδαμεν Hdt.2.17 , οἴδατε AP12.81 (Mel.), οἴδᾱσι Hdt.2.43 , X.Oec. 20.14 codd.; dual, οἴδατον Socr.Ep.22.1 : imper. ἴσθι, ἴστω, Boeot. ἴττω, late ἰδέτω Phalar.Ep.122 codd.: from 3pl. ἴσασι (ἴσαντι Epich. 53 ) were formed Dor. 1sg. ἴσᾱμι Epich.254 , Pi.P.4.248; 3sg. ἴσατι IG14.644.4 (Bruttii); 1pl. ἴσᾰμεν Pi.N.7.14 , ἴσαμες prob. in Dialex. 6.12; Cret. 3pl. subj. ἴθθαντι GDI5024 ; inf. fισάμην Kohler-Ziebarth Stadtrecht von Gortyn 34 No.3.19; part. ἴσας A.D.Adv.175.19 , dat. sg. ἴσαντι Pi.P.3.29 , Cret. pl. ἴθθαντες GDI5024 : subj. εἰδω̂ (εἰδέω, ἰδέω, Il.14.235, Od.16.236), Ion. 3pl. εἰδέωσι SIG45.21 (Halic., V B.C.); Ep. also εἴδω Od.1.174 , al. (cf. Hdn. Gr.2.131), εἴδομεν Il.1.363 , εἴδετε Od.9.17 : opt. εἰδείην, 1pl. εἰδει̂μεν Pl.La.190b , R.582a: inf. εἰδέναι, Ep. ἴδμεναι, ἴδμεν, also ἰδέμεν Pi.N.7.25 : part. εἰδώς, εἰδυι̂α, Ep. also ἰδυι̂α, Elean fειζώς Schwyzer 409 :--plpf. ᾔδεα Il.14.71 , Hdt.2.150, contr. ᾔδη S.Ant.18 , Ar.Av. 511, Pl.Smp.119a, ᾔδησθα Od.19.93 , Eup. 416, etc. (but ᾔδεισθα freq. in codd., Ar.Ec.551, E.Cyc.108, Pl.Men. 80d, al.), ᾔδεε( [ν] ) Il.17.402, al., ᾔδη 1.70 , al. (also later Att., acc. to Aristarch. ap. Choerob.in Theod.2.86), Att. contr. ᾔδει( [ν] ) E.Ion1187, Ar.V.558, etc.; Ep. 2 and 3sg. ἠείδης, ἠείδη (v.l. -εις, - ει), Il.22.280, Od.9.206; Att. also 1sg. ᾔδειν D.37.24 , 2sg. ᾔδεις Ar.Th.554 , etc.; pl., ᾔδειμεν Aeschin.3.82 , Arist.APo.87b40, ᾔδεμεν Men.14D. (to be read in S.OT1232), ᾔδειτε D.55.9 , etc. (ᾔδετε prob. in E.Ba. 1345), Ion. ᾐδέατε Hdt.9.58 ( [συν-] ), ᾔδεισαν LXX Ge.42.23 , Str.15.3.23, ᾔδεσαν Hdt.7.175 , Thgn.54, etc.; late Ep. ᾔδειν, ἠείδειν, A.R.2.65,4.1700, also ᾐ̂σμεν, ᾐ̂στε, ᾐ̂σαν, Ar.Fr.149.4 (prob.), S.Fr.340, E. Cyc.231, etc.; Ep. 3pl. ἴσαν Il.18.405 , Od.4.772:--fut., in this sense, εἴσομαι Il.1.548 , Hp.VM20, Ar.Ach.332, etc.; also εἰδήσω Od.7.327 , Hdt.7.234, Isoc.1.44, Aen.Tact.31.5, Arist.Top.108a28, Herod.5.78, Apollon.Perg.Con.1 Praef., etc.; inf. εἰδησέμεν Od.6.257 .--The aor. and pf. are usu. supplied by γιγνώσκω; aor. 1 inf. εἰδη̂σαι is found in Hp.Acut.(Sp.)22, Epid.6.8.25 (ἐξ-), Arist.EN1156b27, Thphr.Char. Prooem.4; imper. εἴδησον PCair.Zen.36.2 (iii B.C.); 3pl. subj. εἰδήσωσιν Herzog Koische Forschungen No.190 (ii/i B.C.):--know, have knowledge of, be acquainted with, Hom., etc.: c. acc. rei, ὃς ᾔδη τά τ' ἐόντα τά τ' ἐσσόμενα πρό τ' ἐόντα Il.1.70 ; νοήματα, μήδεα οἰ̂δε, Od.2.122, Il.18.363, etc.: less freq. c. acc. pers., τούτους μὲν δὴ οἰ̂δα Od.4.551 , cf. Pl.R.365e, D.54.34, etc.; πρω̂τος ὡ̂ν ἡμει̂ς ἴδμεν the first we know of, Hdt.1.6, etc.; παλαίτατος ὡ̂ν ἀκοῃ̂ ἴσμεν Th.1.4 : strengthd. by εὐ̂ or σάφα, εὐ̂ τόδ' ἴσθι know well, be assured of this, E.Med.593; σάφ' οἰ̂δ' ἐγώ A.Supp.740 , etc.: freq. in Hom. with neut. Adj., to express character or disposition, ἄγρια οἰ̂δε has fierceness in his heart, Il.24.41; ἀθεμίστια ᾔδη had law lessness in his heart, Od.9.189; αἴσιμα, ἄρτια ᾔδη, 14.433, 19.248; εἴ μοι ἤπια εἰδείη if he were kindly disposed towards me, Il.16.73; φίλα εἰδότες ἀλλήλοισιν Od.3.277 ; κεχαρισμένα, πεπνυμένα εἰδώς, 8.584, 24.442: c. gen., ὃς σάφα θυμῳ̂ εἰδείη τεράων Il. 12.229 ; ὃς πάσης εἰδῃ̂ σοφίης 15.412 ; τόξων ἐὺ̈ εἰδώς cunning with the bow, 2.718; αἰχμη̂ς ἐὺ̈ εἰ. 15.525 ; οἰωνω̂ν σάφα εἰδώς Od.1.202 ; ἐὺ̈ εἰδὼς τεκτοσυνάων 5.250 ; μάχης ἐὺ̈ εἰδότε πάσης Il.2.823 ; κύνε εἰδότε θήρης 10.360 ; παι̂δ' ἔτ' ἐόντ' οὔ πω μάλα εἰδότε θούριδος ἀλκη̂ς 11.710 ; εἰδὼς πυγμαχίης 23.665 ; θεοπροπίων ἐὺ̈ εἰδώς 6.438 ; χάριν εἰδέναι τινί acknowledge a debt to another, thank him, 14.235, Hdt.3.21, etc.: imper., freq. in protestations, ἴστω νυ̂ν Ζεὺς αὐτός be Zeus my witness, Il.10.329; ἴστω νυ̂ν τόδε Γαι̂α 15.36 , etc.; Boeot. ἴττω  ̔Ηρακλη̂ς etc., Ar.Ach.860, etc.: part. εἰδώς, abs., one who knows, one acquainted with the fact, ἰδυίῃ πάντ' ἀγορεύω Il.1.365 ; μετ' εἰδόσιν ἀγορεύειν 10.250 ; μακρηγορει̂ν ἐν εἰδόσιν Th.2.36 , cf. 3.53; μαθει̂ν παρὰ του̂ εἰδότος Pl.R.337d , etc.; also ἰδυίῃσι πραπίδεσσι with knowing mind, Il.1.608,al.

                  2. c. inf., know how to do, οἰ̂δ' ἐπὶ δεξιά, οἰ̂δ' ἐπ' ἀριστερὰ νωμη̂σαι βω̂ν 7.238 , cf. S.Ph.1010, Ar.V.376; also, to be in a condition, be able, have the power, E.Med.664, D.4.40; of drugs, ὅσα λεπτύνειν οἰ̂δε Alex. Trall.Febr.6; of a festival, οἰ̂δε ἐκπέμπουσα δάκνειν Chor.p.124 B.; learn, ἵν' εἰδῃ̂ μὴ 'πὶ τοι̂ς ἐμοι̂ς κακοι̂ς ὑψηλὸς εἰ̂ναι E.Hipp.729 .

                  3. c. part., to know that such and such is the fact, the part. being in nom. when it is a predicate of the Subject of the Verb, ἴσθι μοι δώσων know that thou wilt give, A.Ag.1670; ἴστω ὑπὸ του̂ ἀδελφεου̂ ἀποθανών Hdt.4.76 ; οὐ γὰρ οἰ̂δα δεσπότας κεκτημένος E.Hec.397 : in acc. when it is predicate of the Object, τοὺς φιλτάτους γὰρ οἰ̂δα νῳ̂ν ὄντας πικρούς A.Ch.234 ; τὸν Μη̂δον ἴσμεν ἐκ περάτων γη̂ς ἐλθόντα Th.1.69 : with part. omitted, γη̂ν αὐτὰ οἰ̂δεν ἀμφότερα (sc. ὄντα) Jul.Or.7.226a.

                  4. less freq.c.acc. et inf., πλήθους . . ἂν σάφ' ἴσθ' ἕκατι βάρ-βαρον ναυσὶν κρατη̂σαι A.Pers.337 , cf. S.Ph.1329; εὐ̂ ἴσθι του̂τον . . ἰσχυρω̂ς ἀνια̂σθαι X.Cyr.8.3.44 ; also εὐ̂ τόδ' ἴσθι, μηδάμ' ἡμέρᾳ μιᾳ̂ πλη̂θος τοσουτάριθμον ἀνθρώπων θανει̂ν A.Pers.431 ; ἕν γ' ἀκούσασ' ἴσθι, μὴ ψευδω̂ς μ' ἐρει̂ν E.IA1005 .

                  5. c. acc. folld. by ὡς, ὅτι, etc., οἰ̂δα κἀμαυτὴν ὅτι ἀλγω̂ S.El.332 ; ἐάν τινα εἰδω̂σιν ὅτι ἄδικός ἐστι Pl.Prt. 323b , etc.

                  6. οὐκ οἰ̂δ' εἰ . . I know not whether, to express disbelief or doubt, sts. with ἄν transposed, οὐκ οἰ̂δ' ἂν εἰ πείσαιμί σε E. Alc.48 , cf. D.45.7: with Verb omitted after εἰ, as οὐκ οἰ̂δ' εἴ τις ἄλλος perhaps no other, Isoc.6.1, 12.10.

                  7. in similar ellipses with other Conjunctions, οὐκ οἰ̂δ' ὅπως I know not how, Pl.R.40cb; οὐκ οἰ̂δ' ὁπόθεν Id.Cra.396d .

                  8. οἰ̂δα, ἴσθι are freq. parenthetic, οἰ̂δ' ἐγώ E.Med.948 ; σάφ' οἰ̂δα ib.94,963; also οἰ̂δ' ὅτι, οἰ̂σθ' ὅτι, ἴσθ' ὅτι, πάρειμι δ' ἄκων οὐχ ἑκου̂σιν, οἰ̂δ' ὅτι (sc. πάρειμι) I know it well, S.Ant. 276; οἰ̂δ' ὅτι, freq. in D., as 9.1, al.; σάφ' ἴσθ' ὅτι Ar.Pl.889 :--οἰ̂σθ' ὅ, οἰ̂σθ' ὡς, with imper., are common in Trag. and Com., οἰ̂σθ' οὐ̂ν ὃ δρα̂σον; do--thou know'st what, i.e. make haste and do, Ar.Eq.1158, cf. Pax1051, etc.; οἰ̂σθ' ὡς πόησον; S.OT543; also οἰ̂σθ' . . ὡς νυ̂ν μὴ σφαλῃ̂ς; Id.OC75; οἰ̂σθα νυ̂ν ἅ μοι γενέσθω; E.IT1203: rarely with the fut., οἰ̂σθ' οὐ̂ν ὃ δράσεις (nisileg. δρα̂σον); Id.Cyc.131, cf. Med.600 codd.

zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Re: Ειδέναι
« Reply #2 on: 03 Jan, 2006, 22:18:29 »
Ευχαριστώ πολύ, Σπύρο. Νομίζω ότι το λύσαμε σχεδόν το αγγλικό κομμάτι. Αν βρεθεί σε κανέναν κάποιος ορισμός στα αρχαία ελληνικά, το λύσαμε τελείως το πρόβλημα (για να μην πω ότι ολοκληρώσαμε το assignment). To Perseus το αγνοούσα.


banned8

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 133
  • Gender: Male
Re: Ειδέναι
« Reply #3 on: 04 Jan, 2006, 00:28:32 »
Δεν κατάλαβα τι terminology assignment είναι αυτό που ζητάει αρχαιοελληνικό ορισμό για το "ειδέναι". Και ποιος είναι ο αγγλικός όρος που θα συνταιριάσει με αυτόν τον αρχαιοελληνικό ορισμό; Μπερδεμένα πράγματα.

zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Re: Ειδέναι
« Reply #4 on: 04 Jan, 2006, 01:02:52 »
Quote
Δεν κατάλαβα τι terminology assignment είναι αυτό που ζητάει αρχαιοελληνικό ορισμό για το "ειδέναι". Και ποιος είναι ο αγγλικός όρος που θα συνταιριάσει με αυτόν τον αρχαιοελληνικό ορισμό; Μπερδεμένα πράγματα.

Όντως, δεν το ξεκαθάρισα. Λοιπόν, το terminology assignment ήταν να βρούμε μέχρι 20 concepts, να πάρουμε τα 10 από αυτά, και να τα αποδώσουμε, βρίσκοντας παραδείγματα (εγώ προσθέτω και τις ρίζες) κ.λπ., στο multiterm. Επειδή δεν είμαι και ο πιο φυσιολογικός άνθρωπος στον κόσμο, αποφάσισα να ασχοληθώ με την φαινομενολογική οντολογία (στην αρχή), και να αρχίσω να πηγαίνω όλο και πιο κάτω στο διάγραμμα των concepts. Στην πορεία, όμως, και μη αποδεχόμενος απόλυτα την φαινομενολογική οντολογία, κατέληξα σε αναπροσαρμογή του διαγράμματος (ακόμα αυτό αλλάζω). Πρέπει μετά να επιλέξω 10 concepts, να τα αποδώσω με όρους σε αγγλικά και ελληνικά (τουλάχιστον ένα στο καθένα) και να κάνω και 2 σελίδες σχόλια + γλωσσάρι. Απλώς, για το ειδέναι, στο ελληνικό κομμάτι του Multiterm, θα έβαζα πρώτα τον ορισμό και μετά ένα contextual example που να δείχνει τη χρήση του όπως το παρουσίασα. 

banned8

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 133
  • Gender: Male
Re: Ειδέναι
« Reply #5 on: 04 Jan, 2006, 01:28:40 »
Τι κάνει κανείς για να μάθει το multiterm! Ή τι κάνουμε εμείς για να μάθεις εσύ το multiterm...

Task:
Διάβασε την Catholic Encyclopedia (1η παρ.) και μετά το εδάφιο από την Προς Κορίνθιους.

Και θα περιμένουμε να μας πεις τι να γράψουμε δίπλα στο "ειδέναι".


zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Re: Ειδέναι
« Reply #6 on: 04 Jan, 2006, 01:32:05 »
Quote
Διάβασε την Catholic Encyclopedia (1η παρ.) και μετά το εδάφιο από την Προς Κορίνθιους.

Μόλις το πρωτοείδα, νόμιζα ότι ήθελες να με "διαβάσεις", να ξορκίσεις το δαίμονα-ζόμπι. Τελικά, κατάλαβα ότι ήταν links. Εν καιρώ, θα απαντήσω και για το τι έβαλα πλάι στο ειδέναι. Μέχρι τότε, ευχαριστώ πολύ!