Author Topic: Γιώργος Θέμελης  (Read 235689 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Απλωμένη κηλίδα
« Reply #120 on: 01 Jan, 2018, 16:05:20 »


Μάνος Χατζιδάκις & Άρης Δαβαράκης, Ένα αερόστατο με αίμα
(τραγούδι: Ηλίας Λιούγκος / έργο: Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς (1983))


Γιώργος Θέμελης, Απλωμένη κηλίδα

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Πρόσωπο χαραγμένο στον άνεμο
Μορφή αναμμένη στην όραση
Στόμα πικρό σφραγισμένο
Μ’ ένα κομμάτι πάχνη
Χέρια ξυλένια στο λιθόστρωτο

Σκιά μεγάλη
Αίμα λιωμένο
Που απλώνεις μια λίμνη σκοτεινή
Τριγυρισμένη από φαντάσματα
Επάνω στο χώμα

Ο ήλιος κατέβηκε να σε σκεπάσει
Με την πορφύρα του
Διάτρητη σχισμένη από ρανίδες

Παράθυρα λυγισμένα σαν ένα δάσος
Πόρτες πνιγμένες
Από καπνό και σύγνεφα

Όλα τα μάτια μεταμορφώθηκαν σε αγάλματα
Όλα τα χέρια εξαφανίστηκαν
Κάτω απ’ το δέρμα

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Χωρίς χέρια
« Reply #121 on: 01 Jan, 2018, 16:08:10 »
Γιώργος Θέμελης, Χωρίς χέρια

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Νύχτα θολή κουφώνοντας τη σκιά μας
Φθορά της πέτρας μοναξιά του ατέλειωτου πάγου

Έμεινε πίσω η ανοιχτή καρδιά που αγκάλιαζε τον άνεμο
Που κινούσε τα σώματα σαν ένα δάσος
Τα μαραμένα σύμβολα από κάποια λουλούδια
Λείψανα των χεριών στα χιονισμένα κοιμητήρια

Έμεινε πίσω μελανή δροσιά στη σάρκα της χλόης
Στην άσπιλη παρθενικότητα της ημέρας

Ο άνεμος δε θρηνεί πια δεν μπορεί να μιλήσει
Έχει χλωμιάσει ως την κοκάλινη κοίτη, την κόμη του ύψους,
Στόμα κατάπληχτο σαν πληγωμένο αηδόνι
Φωνή ματωμένη ως τις στεφανωμένες σιωπές

Τα ζώα θα γδυθούν το παλιό πεθαμένο ντύμα
Τα πουλιά θ’ ανοίξουν τις παγωμένες πτυχές τους
Για να φωτίσουν την άφθαρτη παρουσία

Παιδιά και λουλούδια θα ’χουν την ίδια βροχή
Τις άλλες στάλες τα ίδια αστέρια μέσα στα μάτια
Δείχνοντας το χρώμα της αγνότητας τον ουρανό της αγάπης

Ένας άνθρωπος χίλια σώματα ένα σώμα χίλιες ψυχές

***

Όμως εμάς ποια σάλπιγγα θα μας καλέσει
Με τι χέρι και πρόσωπο να σηκωθούμε
Κάτω απ’ τα δέντρα που μυρίζουν πληγές και σκοτάδι
Και σάπιο νερό

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Χαμένο αίμα
« Reply #122 on: 01 Jan, 2018, 16:10:25 »
Γιώργος Θέμελης, Χαμένο αίμα

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Πρωία λευκή από κάθε στίγμα
Αδερφή της αστραπής και της άνοιξης

Θα σηκωθούμε μέσα σ’ όλα τα βλέμματα
Ανοίγοντας την πυκνή παγερότητα
Ξεσκεπάζοντας τ’ ακρωτηριασμένα μέλη

Ακέριο άγαλμα από ήλιο και πηλό
Στόμα και στήθος εικόνα τ’ ανθρώπου
Καρδιά που χτυπούσε ανάμεσα στα δέντρα
Όπως χτυπάει το νερό
Το αίμα του κόσμου

Πέτρα
Φωτιά
Πουλί

Φριχτή ωραιότητα που μας δόθηκε

***

Πώς να δεχτούμε το θάνατο
Χωρίς αίμα και σώμα

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Κάτω απ’ το θόλο
« Reply #123 on: 01 Jan, 2018, 16:15:21 »


Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Με το λύχνο του άστρου
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου / έργο: Το άξιον εστί (1964))


Γιώργος Θέμελης, Κάτω απ’ το θόλο

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Δεν ήτανε ζώα
Γιατί τα ζώα έχουν ψυχή
Γιατί τα ζώα έχουν αγάπη

Ανάγλυφα χαραγμένα
Με πυρωμένο σίδερο
Στην πλάκα της σάρκας

Κι όμως περπατούσανε σαν άνθρωποι
Καρφιά και σώματα κάτω απ’ το θόλο
Κοιτάζοντας ίσια μπροστά τους
Ανάμεσα απ’ την πετρωμένη θλίψη τους

Είχαμε τα ίδια αστέρια
Την ίδια κρυμμένη συντριβή
Στο βάθος της σχισμένης σημαίας
Και μόνο που είχανε ξεχάσει
Και μόνο που δεν είχανε ψυχή

Την είχανε πνίξει στο αίμα
Την είχανε καρφώσει σ’ ένα ξύλο
Για να κρεμάσει τα φτερά της
Πάνω απ’ τη στέγνα της καρδιάς

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Προσευχή
« Reply #124 on: 01 Jan, 2018, 16:17:31 »
Γιώργος Θέμελης, Προσευχή

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Πέρασαν απ’ την άγια κρύπτη
Τη μυστική ατέλειωτη κυοφορία
Της πέτρας και του γαλάζιου
Και δεν ένιωσαν το ρίγος
Την τρυφερή παλλόμενη χορδή

Δεν ένιωσαν τη φρίκη
Απ’ τα σιωπηλά μουσκεμένα σπήλαια
Όπου κοιμάται ο θάνατος
Σαν ένα χαμένο κοχύλι

Κανένα ζώο στο γυμνό τους τοπίο
Κανένα υδρόχαρο φυτό

Με μια μεγάλη τρύπα μέσα στο βλέμμα
Είχαν ξεχάσει την ανάσταση
Των πουλιών και της σάρκας
Την αιώνια μεταμόρφωση των λουλουδιών
Τη φωτιά που θα γεννήσει τα δάση

***

Ας λυπηθούμε την πικρή τους άγνοια

Ας ευχηθούμε να βρουν την ανάπαυση
Να κοιμηθούν εν ειρήνη

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Άστρο αμάραντο
« Reply #125 on: 01 Jan, 2018, 16:19:42 »
Γιώργος Θέμελης, Άστρο αμάραντο

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Σε βλέπω στον ύπνο μου
Μέσα σ’ ένα μισάνοιχτο σκοτάδι
Σε βλέπω που μου φέγγεις
Μ’ ένα όραμα επίμονο

Μες στην κιτρινωπή του αναλαμπή
Στον πυρετό μιας παράξενης παραφοράς
Με φίλησες μ’ ένα κόκκινο βαθύ φιλί
Κάτω απ’ τα νυμφικά φλάμπουρα του θανάτου
Μου στόλισες το στήθος μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

Εγώ είμαι – δε με θυμάσαι
Εγώ είμαι – μη με ξεχνάς
Δεν μπορείς να με ξεχάσεις
Ξεχνώντας το πρόσωπό σου
Είμαι η θλίψη του χεριού σου η πικρή σου σταγόνα
Το μελανό αμάραντο άστρο
Στο άσπρο σου μεταξωτό πουκάμισο

Θέλω να γίνω το ακριβό μυστικό σου
Θέλω να μπω μες στην καρδιά σου
Σαν ένα ζωντανό ψάρι

Λίγο νερό να λευκάνω το ρούχο σου
Να ξεπλύνω τα σκονισμένα πόδια σου
Αυλακωμένο φούσκωμα βαθιού πελάγου
Να πνίξω τη νύχτα που μας φοβίζει

Τους εφιάλτες που ταράζουν τα δάκρυά μας

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Άγαλμα
« Reply #126 on: 01 Jan, 2018, 16:23:43 »


Σαπφώ & Μάνος Χατζιδάκις, Κέλομαί σε Γογγύλα
(τραγούδι: Φλέρυ Νταντωνάκη / έργο: Ο μεγάλος ερωτικός (1972))


Γιώργος Θέμελης, Άγαλμα

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

«άρσεν και θήλυ εποίησας αυτούς»
Γένεσις

Περαστικό πουλί αποδημητικό όπως τα χελιδόνια κι οι αύρες
Σταματώ κι αγναντεύω τα παιδικά κορμιά και τα ζώα
Την ξεχασμένη θάλασσα σε σύνορα από φλόγες,
Την ημέρα, το λίκνο του νερού, τον ήλιο που βασιλεύει,
Το βράδυ που ψυχομαχάει ο θάνατος κάτω από μουσκεμένα φώτα,
Τ’ άλογο της σελήνης που ξετυλίγεται στη γραμμή του βουνού
Ένα όνομα
Ένα κλαδί
Μια τρυφερή ανεμώνα

Ανεβαίνω την κλίμακα
Απ’ την ποδιά της χλόης ως τις απρόσιτες κορυφές
Απ’ το πεζούλι στ’ όνειρο κι απ’ τ’ όνειρο στη μοναξιά
Εκεί που σβήνουν οι σκιές κι αρχίζει η παρουσία

Ομιλία από στόμα σε στόμα
Κάτω απ’ το μάτι τ’ ουρανού
Κάτω απ’ τα μεγάλα μηνύματα που εξαγγέλλουν οι σιωπές
Ανάμεσα σ’ ένα χαμόγελο και μια αστραπή
Το θάνατο μιας πτυχής τη γέννηση ενός άστρου

Καρδιά του κρυμμένου καλοκαιριού
Κάτω απ’ τις νεκρές επιφάνειες
Καθαρή ευφορία από βρέφη κλειστά κι ανέκφραστες μητέρες
Που γεμίζουν τις πεδιάδες του τρόμου αντηχώντας το αίμα τους

Ένα βλέμμα χαράζει το ίχνος του
Άφθαρτο ρόδο στην απλωσιά του ματιού
Τα κρατημένα δάκρυα συντρίβουν τις φλέβες
Κάτω απ’ το μίσχο μιας μεγάλης μορφής που γεννιέται
Μες απ’ τα φύλλα του σκοταδιού ως το λυμένο χαμόγελο
Μορφή πολλαπλή, ένας ήλιος που μοιράζει το σώμα του
Στις πεινασμένες πλώρες και τα δέντρα
Στην άγραφη σελίδα του νέου χιονιού
Που σκεπάζει τους έρωτες και τους τάφους
Τις θήκες όπου αναπαύονται οι κοιμισμένες μητέρες

Πρόσωπο που απλώνεσαι, πρόσωπο,
Έκσταση της γης καθρέφτισμα ουρανού
Πέρα απ’ το σημείο το σχήμα και τ’ όνομα
Ευλογία της ύπαρξης που εγκυμονείς τα σπέρματα του γαλάζιου
Στη μυστική αναδίπλωση της νύχτας του εαυτού σου

Ψηλό σκαλοπάτι από πάγο και κίνδυνο
Αγγίζοντας την πέτρα ως την κρυμμένη φωτιά
Τον ύπνο του νερού στην ηχηρή του κοίτη
Αγγίζοντας την κλειστή καμπύλη του αόρατου ακρογιαλιού
Πρόσωπο π’ ανεβαίνεις πιο δυνατό απ’ τον άνεμο
Σώμα πιο πλαστικό κι απέραντο απ’ τη θάλασσα
Η ομορφιά που περπατεί επάνω στο χρόνο και στο θάνατο

***

Ο άντρας ακολουθεί τ’ ωρολόγιο των πουλιών
Τα πουλιά τις πυξίδες του ήλιου
Η γυναίκα απλώνεται μες στο κοχύλι του εαυτού της
Ανάβοντας ένα φως λιγνό από διάφανη γύμνια
Κοντά στη θάλασσα που λικνίζει τα ζωντανά όστρακα
Και τ’ άστρα που ονειρεύονται έναν ασάλευτο ήλιο
Μια πάμφωτη σπηλιά από τιτανικές μορφές πάγου
Γυναίκα του μελιχρού ύπνου μοναξιά από σάρκα
Ψυχή του βουνού πορφυρή ουσία της γης
Σελήνη ολόγεμη από έρωτα του γυμνού κόσμου
Μνηστή του θανάτου που συλλέγεις το αίμα του χρόνου
Επάνω σ’ ένα χαμόγελο μέσα σε μια σταγόνα
Χορδή τ’ ουρανού λαχτάρα του ύψους
Άγαλμα της ζεστής βροχής κοιλότητα της θάλασσας
Αρράγιστη καρδιά παιδιού ακρογιαλιά του ανέμου
Πολλαπλό τοπίο που βυθίζεται μέσα σ’ όλα τα δέντρα
Ύπαρξη φλέβα χαράς ανάμεσα στα λουλούδια
Ύπαρξη βλέφαρο ανοιχτό επάνω στα πράγματα

Τα θαυμαστά σου χέρια βυθίζονται μέσα στη λάσπη
Ξεσκίζοντας τη σκιά κάτω απ’ τα πεθαμένα φύλλα
Και πλάθουν την απλότητα του προσώπου με τα μεγάλα τους δάχτυλα
Χαράζοντας την απαράμιλλη ομορφιά του σύμβολο ζωντανό
Πάνω από τα ζώα
Πάνω απ’ τ’ άστρα

Επάνω απ’ τους Αγγέλους

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Μορφή καθαρή
« Reply #127 on: 01 Jan, 2018, 16:26:02 »
Γιώργος Θέμελης, Μορφή καθαρή

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Προτού φωνάξει η θάλασσα
Κατέβηκα με τη λάμψη που έκαψε τις φτερούγες

Ύψος και γληγοράδα
Ίσκιος από καθαρότητα χιονιού
Από κατατομές και ζώα που τρέχουν
Το αθάνατο νερό το μέταλλο της ηχηρότητας
Όταν ένα βλέμμα γίνεται άστρο
Μέσα σ’ ένα αδιάσπαστο χαμόγελο

Αγαπώ τ’ ακίνητα χέρια
Την στέγνα του καλοκαιριού
Την ουσία της απέραντης τέφρας
Ανοίγω τα σκοτεινά παράθυρα
Μέσα στην άλλη πρωία μιας αόρατης παρουσίας

Μην αγγίζετε το πρόσωπο
Τ’ όνειρο μιας κρυμμένης αυγής
Που σχηματίζει τα μάγουλά της
Μην πληγώνετε το σώμα
Το πιο ακριβό φορτίο της θάλασσας

Αφήστε το ν’ αντηχήσει
Μέσα στο θόρυβο των ωρών

***

Έρχεται η βασιλεία της μοναξιάς
Η απεραντοσύνη της γυμνής πεδιάδας
Του παγωμένου νερού

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Loreena McKennitt, Marco Polo (δίσκος: Τρίχορδο, ο ήχος της ψυχής μας (2001))

Γιώργος Θέμελης, Ο βασιλιάς των ταξιδιών

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Πρώτη ραψωδία

Ο βασιλιάς των ταξιδιών

Quantum mutatus…
Βιργίλιος

Όχι τη χιλιοτραγουδισμένη δόξα
Το ξύλινο άλογο με τη σιδερένια κοιλιά
Τις φλόγες που χόρεψαν το μεσονύχτι

Ούτε τις μεγάλες περιπέτειες
Το έπος που έγραψε μια καρδιά με χίλιες τρόπιδες σε στεριά και θάλασσα
Στις αιωνόβιες πέτρες του χρόνου με το αιώνιο αίμα της
Πιο καυτερό απ’ το πάθος της φωτιάς
Πιο δυνατό απ’ τον καημό του ανέμου

***

Το τραγουδούσαν οι ακρογιαλιές και το τραγουδούν ακόμα
Και θα το τραγουδούν ώσπου να κοιμηθεί ο ήλιος χαμηλώνοντας όλες τις λάμπες
Το τραγούδι του καπετάνιου με τ’ απέραντα μάτια

Το παίρνουν οι άνεμοι, το δίνουν στα πουλιά να το μοιράσουν στον ουρανό μαζί με το φως
Και της βροχής τα δάχτυλα το σπέρνουν στους κόλπους της γης και στα ποτάμια να καρπίζουν τα δέντρα
Να μεγαλώνουν τα παιδιά να ζουν τ’ αγάλματα
Και τα κατάρτια να βαστούν τη μοίρα τους που τα χτυπάει από ψηλά

Κι οι άνθρωποι να σηκώνουν το μπόι τους ίσαμε τα βυζιά των θεών
Και κείνοι να γελούν από κειπάνω και να χαίρονται με την καρδιά για την καλή γενιά τους
Θυγατέρες και γιους αγγόνια και δισάγγονα βγαλμένα απ’ τα φαρδιά τους γόνατα
Που να που πάνε να τους μοιάσουν, να π’ ανεβαίνουνε να γίνουν άλλη μια φορά θαυμαστές εικόνες
Σκαλιστές σκιές τους που βαθαίνουν τη γη και την κάνουν καθρέφτη
Όπου οι γυναίκες βλέπουν θεούς και οι θέαινες ανθρώπους
Όπου κι ο θάνατος περνά μοιράζοντας στεφάνια

Κάτω στους τάφους οι νεκροί τ’ ακούν κι αναστενάζουν

***

Οι βοριάδες τού πήραν τη φωνή
Οι τρικυμίες μελετούν τη θάλασσα συλλαβίζοντας τ’ όνομά του
Οι αστραπές τού γράφουν την κορμοστασιά στο φόντο των βουνών με πράσινα κοντύλια
Κι η ψυχή μας σηκώνεται και καλωσορίζει την άφθαρτη παρουσία του σαν τον αναμενόμενο βασιλιά των ταξιδιών
Όταν ο ίσκιος του έρχεται και δρασκελάει το κατώφλι του ύπνου
Και σκύβει να ξεσηκώσει απ’ τους βυθούς
Τα βουλιαγμένα καράβια μας

***

Όχι τη δόξα…

Τραγούδησέ μας τώρα πια τη θλίψη
Τον ακίνητο ήλιο του μεσημεριού που κρέμεται από πάνω καρφώνοντας την όψη
Την παμπάλαια άλμη και τους παλιούς ανέμους που έπηξαν στα μαλλιά
Και το πικρό πικρόχολο χασομέρι που μαραίνει τα χέρια
Ανάμεσα σ’ ένα νεκρό λιμάνι και μια ταβέρνα
Ανάμεσα σ’ ένα μισό τσιγάρο και τρεις βαριές κουβέντες
Για το βαριεστημό
Για το βαριεστημό

Εκείνος είναι αυτός που καπνίζει φτύνοντας καπνό και πάθος
Που συλλαβίζει τα μηνύματα των καιρών, την ιστορία της θάλασσας
Και χτίζει με άμμο και τίποτα τα πιο απίθανα όνειρα
Γιατί δεν έχει τι να κάνει
Απλοχωριά να πάρει ανάσα
Σανίδι να σταθεί, μεριά ν’ απλώσει
Τ’ ατέλειωτο κουβάρι των ελπίδων του
Τι τον πλακώνει η απανεμιά, τον ζώνει ο χρόνος
Κι ένα μεράκι η θύμηση του σκάβει τα πνεμόνια
Γιατί η καρδιά του είναι βαριά, δεν τη σηκώνει το αίμα
Και το θεόρατο ίσκιο του η τρύπια φορεσιά

Τραγούδησέ μας τώρα πια τη θλίψη

Δεν έχουν μπάλσαμο οι στεριές κι αγέρα τα βουνά
Δεν έχει πια για μας καράβια η θάλασσα

Από τη συλλογή Ο γυρισμός (1948)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Κίρκη
« Reply #129 on: 01 Jan, 2018, 22:11:59 »


Σωκράτης Μάλαμας, Κίρκη
(τραγούδι: Νίκος Παπάζογλου / δίσκος: Παραμύθια (1995))


Γιώργος Θέμελης, Κίρκη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Τρίτη ραψωδία

Κίρκη


Δεν ήξερε να μιλήσει
Όπως μιλάει η γυμνή γυναίκα κρύβοντας το χέρι σου μέσα στον κόρφο της
Για να σου πει την αγάπη και να σου καρφώσει έναν ήλιο
Που μαραίνεται

Γινόταν μαύρη θλίψη και σε σκέπαζε σαν την ομίχλη που τρυπάει το πρόσωπο
Κι έριχνε στο ποτήρι σου πικρή αψιθιά φουχτιές μαράζι
Για να σου βγάλει την αρματωσιά στο στόμα της σπηλιάς
Για να κατέβει αργά συρτά τα σκαλοπάτια σου μες στην ψυχή σαν το χτικιό που μπαίνει και γεννάει τ’ αυγά του

Ένιωθες να σε σφάζει μια γλυκιά μαχαιριά
Σφάχτης ανήλεος μες στη γραμμή της πίκρας
Να σου λιανίζει τους αρμούς, να ξεκλειδώνει την απελπισιά
Για να σε κάμει ένα ήμερο ζώο
Ένα
Θλιμμένο
Άγαλμα

***

Ω πώς έσκουζαν γύρω τα ζώα οι φυλακισμένες ψυχές μέσα στους βράχους
Πώς κοίταζαν ανάβοντας τα θολά τους μάτια που δεν μπορούσαν πια να κλάψουν
Μήτε να κεντήσουν άστρα και ψάρια στα δίχτυα της βροχής
Μήτε ν’ αρματώσουν μονόξυλα κι όνειρα στις όχθες του ήλιου
Μήτε να χαράξουν κάποια τολύπα που ανεβαίνει και χάνεται
Και πάλι ξαναγίνεται κι ανεβαίνει και χάνεται πικραίνοντας τον ουρανό μαύρος καημός
Μήτε να θυμηθούν
Μήτε να ελπίσουν

***

Μαχαίρι μαυρομάνικο
Μαχαίρι μου που σε φορώ και σ’ έχω απάνω μου
Λίγο πιο κάτω απ’ την καρδιά
Λίγο πιο μέσα απ’ την αγάπη
Για να σταυρώνω το ψωμί που τρώω
Για να σφραγίζω το νερό που πίνω
Για να κόβω τη γλυκιά ζωή
Απ’ το θάνατο

***

Παιδιά σύντροφοι αδέλφια μου απ’ την ίδια σάρκα
Τι το κάματε το ψωμί που σας μοίρασα
Το δυνατό κρασί που σας πότισα
Σαν την πονετική αυγή που μοιράζει το σώμα της στα πουλιά της

Ανοίξτε την κοιλιά του λύκου που σας χωνεύει
Τρυπήστε το χοντρό δέρμα που σας κλέβει τον ήλιο
Τη μαύρη μέρα που σας βουλιάζει μέσα στο χώμα

***

Σηκωθείτε γιατί θα χάσουμε τον καιρό
Σηκωθείτε γιατί θα χάσουμε τον καπνό που βγάζει η θύμηση

Τις χρυσές αρκούδες στα δάση τ’ ουρανού

Από τη συλλογή Ο γυρισμός (1948)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Νέκυια
« Reply #130 on: 01 Jan, 2018, 22:14:23 »
Γιώργος Θέμελης, Νέκυια

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Τέταρτη ραψωδία

Νέκυια


(Κοιτάζει σε μάκρος χωνεύοντας την πείνα του
Πλάι σε νεκρά πλεούμενα και βράχια που σαπίζουν
Ένας νεκρός από καιρό που τρώει την ύπαρξή του)

Μας κυνηγούσαν όλο μας κυνηγούσαν
Μοιραίες γυναίκες ζώα και δυνατοί βοριάδες
Και κάτι επικίνδυνα ηχηρά νησιά

Μας κέρδιζε πάντα η παρθενιά της θάλασσας

Κάποια αμαρτία
Ή κάποια κρυφή αρρώστια
Δεν ξέρω

Μα θα τους συναντήσω
Στην άλλη όχθη
Πέρα απ’ το σκιερό μπουγάζι των Σκυλοκέφαλων

Θα μαζευτούνε γύρω μου
Σαν τ’ άσπρο τούτου κοπάδι που πνίγεται
Σαν τα πυκνά μαυράδια των δέντρων
Όταν τα κοσκινίζει από ψηλά του φεγγαριού η οργή
Γυρεύοντας να πιουν λίγο κρασί ή λίγο ζεστό αίμα

Τους καίει η δίψα εκεί που βρίσκονται τους καίει
Ένας μεγάλος ήλιος τού γυρισμού ο χαμένος ήλιος
Που τριγυρνάει σαν τ’ άπιαστο πουλί επάνω απ’ τα κεφάλια
Και πιο πολύ και πιο πικρά κείνους που πήγαν μεθυσμένοι
Πέφτοντας την τελευταία στιγμή επάνω στους τοίχους
Κι όλο γυρεύουν ένα φτωχό μνημούρι να πλαγιάσουν

Τους καίει…

Θυμούνται και περιμένουν
Θυμούνται και περιμένουν
Ένα θαύμα

Κάποια αμαρτία…

Σκιές
Σκιές που θέλουν να φαν

Πώς να τους κάμω να σαρκωθούν και να μιλήσουν

Από τη συλλογή Ο γυρισμός (1948)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Η σκιά του απέθαντου
« Reply #131 on: 01 Jan, 2018, 22:18:22 »
Γιώργος Θέμελης, Η σκιά του απέθαντου

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Πέμπτη ραψωδία

Η σκιά του απέθαντου


Ου γαρ πω ετέθαπτο υπό χθονός ευρυοδείης
Οδύσσεια Λ 52

Δεν έπραξα τίποτα για να μπορώ να κοιμηθώ στην ειρήνη των όσων πλαγιάζουν χορτάτοι
Πλάι στους δυνατούς νεκρούς που ησυχάζουν πάνω στις δάφνες τους
Επάνω σε χίλια καράβια σκαλωσιές και σπάθες που έγιναν όνειρα ύπνου σε βάθος
Ζωντανοί πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς μες στη ζεστή τους μνήμη
Γεμίζοντας τη μοναξιά των ανθρώπων με την ατέλειωτη παρουσία τους
Την ερημιά της γης
Τους χειμώνες τ’ ουρανού

Γυρίζουν τις νύχτες με τα φανταχτερά τους μονόξυλα στον ύπνο των παιδιών
Που τ’ αγαπούν και τα σεργιανίζουν σηκώνοντάς τα στην ψηλή αγκαλιά τους για να τα κάμουν αγάλματα
Για να φυτέψουν δέντρα μεγάλα κι ορμητικά ποτάμια
Και τα ποτίζουν κρασί και πικροδάφνη πικροδάφνη και κρασί που βγάζει ο ήλιος τους
Και καρπερό τραγούδι που καίει φωτιά κι ανάβει το αίμα
Και που το πίνουν μοναχά όσοι μπορούν και σηκώνουν τη βαριά χαρά
Όσοι μπορούν και βγάζουν μακριά μαλλιά και χέρια
Και μπορούν και κουβεντιάζουν καθαρά και τους αγαπάει ο θάνατος

***

Σέρνω την ύπαρξή μου από ύπνο σε ύπνο

Ένας ζωντανός που δε ζει
Ένας πεθαμένος που δεν πεθαίνει

Φτωχή ιστορία
Λευκή σελίδα χωρίς ούτε μια μουτζούρα
Χωρίς ούτε μια αμαρτία που να φάει το χαρτί
Χωρίς ούτε μια γενναία χειρονομία που να χαράξει έναν ίσκιο
Δίχως ούτε μια πέτρα ριγμένη στο κενό

Έπεσα στο κενό αγκάλιασα το κενό το γέμισα

***

Ανοίξετε τις μαύρες μοίρες σας
Με τους σταυρούς γυρισμένους κατά τις φτερούγες του Κύκνου

Μακριά και πέρα απ’ τα πικρά τενάγη που οι θεοί τα λεν Μιζέρια
Κι από τις άσπρες ξέρες του Κακού – Θανάτου

***

Σας περιμένουν οι γυναίκες σας
Και τα παιδιά σας είν’ ανυπόμονα σαν τα φεγγάρια
Που καρτερούν την άνοιξη να τα σηκώσει απάνω
Τα παιδιά τα παιδιά που κουβαλάτε μέσα σας
Μες στις φωτιές και μες στις πλάτες των ελπίδων που τραβούν μακριά σχοινιά
Για να δέσουν το παραμύθι του καιρού που θάρθει
Που θα κατέβει απ’ τα βουνά και θ’ ανεβεί απ’ τη θάλασσα
Κι απ’ τ’ ουρανού τους τέλειους γύρους

***

Να θυμάστε τους νεκρούς

Από τη συλλογή Ο γυρισμός (1948)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Ο γυρισμός
« Reply #132 on: 01 Jan, 2018, 22:21:02 »
Γιώργος Θέμελης, Ο γυρισμός

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Έκτη ραψωδία

Ο γυρισμός


Κάβοι και κόλποι
Της πρωινής χαράς που ακούω να με καλωσορίζουν και να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου
Που βλέπω τον εαυτό μου να σηκώνεται και να περπατεί
Μαζί με τα δέντρα, μαζί με τους γλάρους που φωνάζουν ψαρεύοντας με ανεμότρατα

Το πατρογονικό μου σπίτι είναι γυρτό και σκύβει τρίζοντας σαν ένας γέροντας
Φορτωμένος χρόνια, γεμάτος γενιές και πεθαμένους που κάθονται και πίνουν τα τσιμπούκια τους
Και σιγοκουβεντιάζουνε για τη ζωή που πάει και πάει και δεν τελειώνει

Μαζί γεννηθήκαμε μαζί μεγαλώναμε
Κάτω απ’ τους ίδιους αστερισμούς Ιχθύς και Παρθένο
Γράφοντας μες στη μεγάλη κάμαρα της φωτιάς μια γραφή και μια τοιχογραφία
Με ψηλά φορέματα, γαλήνια πρόσωπα πεζούς και καβαλάρηδες
Να πορεύονται
Και κάτι καράβια με πλώρες όρθιες κατά τα μάτια της αυγής
Και γυναίκες, κοπέλες με γοφούς σαν κύκνους και σαν κύματα
Όταν τα πλάθει ο άνεμος και τα κυλάει να παν να βρουν τους βράχους
Να σηκώνουν σταμνιά και να κεντούν τα χίλια ψάρια κοιτάζοντας μες στους βαθιούς καθρέφτες
Ανάβοντας το πάθος της ομορφιάς μες σε μεγάλα τζάκια

***

Πρόσωπά μου αμέτρητα
Παιδιά και κορίτσια κορίτσια και παιδιά που δε σας ξέρω και που σας βλέπω
Να κατεβαίνετε τα σκαλοπάτια των σπιτιών που έρχονται
Καπνίζοντας από μακριά σαν τα μεγάλα καράβια που τ’ ανάβει ο ήλιος
Σαν τα πουλιά των νησιών που κατεβαίνουν το ρέμα του καιρού
Για να κουβαλήσουν τις ψυχές που χάσαμε
Τις φωνές που περιμένουμε

***

Μακριά
Εκεί που πέφτει η συγνεφιά της σκόνης
Ακούω τον καβαλάρη να καλπάζει
Τον άσπρο μανδύα που διαπληκτίζεται με τον άνεμο μέσα στη νύχτα

Προς τις ακραίες φωτιές

Από τη συλλογή Ο γυρισμός (1948)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Ένας αϊτός (τσάμικος)
(τραγούδι: Χρήστος Καρακώστας / δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος: ρίζες (1980))


Γιώργος Θέμελης, Προοίμιο (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Προοίμιο

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
Δημοτικό

Ας σταματήσει ο ήλιος

Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

***

Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.

Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.

Κι η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.

Κι οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
Νάβρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
Ένα μεγάλο γιο.

Να ’χει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

Από το ποίημα Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949)
« Last Edit: 25 Mar, 2018, 14:43:55 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66997
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Καραϊσκάκης
« Reply #134 on: 01 Jan, 2018, 22:33:16 »


Διονύσης Σαββόπουλος, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη (δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969))

Γιώργος Θέμελης, Καραϊσκάκης

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Καραϊσκάκης

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

Σολωμός

Θυμούνται τα ξαφνιασμένα αγριοπερίστερα
Τον άγνωστο άνεμο που σηκώθηκε στο κλειστό περιβόλι
Κι έκαμε κάτω τα νερά να σπάσουν τα βιολιά
Κι έκαμε πάνω τα σήμαντρα να σβήσουν τ’ όνομά τους.

Το αγγελικό σχήμα ξεκούμπωσε την πανοπλία,
Το αγγελικό σχήμα ταράχτηκε κι άλλαξε τάξη
Κι η μαύρη νύχτα σκέπασε το μυστικό της.

***

Ποιος είδεν ήλιο σκοτεινό,
Πλατόνι να ματώνεται μ’ εφτά κομμένα ράμφη.
Ποιος είδε ζωντανό νεκρό να βγαίνει στο σεργιάνι.

Δεν ήταν καράβι του βοριά να τρώει πικρό χαλάζι.
Είχε το φόβο του νερού, του σκοταδιού τον τρόμο,
Είχε στο αίμα του το αίμα των γιασεμιών που κόπηκαν
Και μιαν απόκρυφη πληγή στη ρίζα της αγάπης.
Τον πόνο και τον κίνδυνο σπαθιού ξεγυμνωμένου.

Είχε έναν ίσκιο πίσω του σωματοφύλακα,
Έναν μεγάλον ίσκιο, που έγερνε πάνω στις πλάτες του,
Να του κρεμνάει τ’ άρματα, να του φυλάει τη δόξα,
Να του σελώνει τ’ άλογο, να βγαίνει καβαλάρης.
Να τονε λένε Χάροντα, να τονε λένε Αϊγιώργη,
Να τονε βλέπει η Λεφτεριά να ρίχνει τα φτερά της.

Τις νύχτες τον παράστεκαν αλύπητα κεριά.
Τις νύχτες χαροπάλευε να σώσει την ψυχή του,
Να σώσει το νεκρό κορμί που πήγαινε να λιώσει,
Που πήγαινε να σκεπαστεί το ασήκωτο φτερό του.

Μα σαν τον πρόφταινε η αυγή
Και σήκωνε την καταχνιά, σβούσε τ’ αχνά φαντάσματα,
Και σαν κεντούσε τη σκληρή μαύρη φοράδα του,
Που μύριζε το χώμα κι έσκαφτε να βρει γκρεμούς και λάκκους,
Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά ψηλά μέσα στον άνεμο
Κι αγνάντευε τον ουρανό, μιλούσε με τον πληγωμένο του Άγγελο.

Τα δέντρα απλώναν την κρυφή χαρά τους και τον σκέπαζαν,
Τον κάναν αγαπητικό, του ανθίζαν τα μαλλιά,
Τούβαζαν πράσινη στολή και λουλουδένιο στόμα
Και τα κοράκια φεύγαν, σέρναν μακριά τη σκοτεινή μαυρίλα τους.
Στους λόφους φύτρωναν σταυροί, στα μάρμαρα ανεμώνες,
Και τα ποτάμια τα στεγνά θυμόντανε τη μάνα τους.

Ένα πουλί, ωραίο πουλί, χαμήλωνε τον ουρανό
Κι άπλωνε χιόνια, ζύγιαζε βροχές στους ματωμένους βράχους
Και κιλαϊδούσε κι έλεγε για ήλιους και φεγγάρια.

Από το ποίημα Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949)