Author Topic: πίτα, πίττα ή πήτα -> πίτα  (Read 7216 times)

Frederique

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 80230
  • Gender: Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
πίτα, πίττα ή πήτα -> πίτα
« on: 29 May, 2011, 08:15:11 »
πίτα η [píta] : 1. φαγητό ή γλύκισμα με ή χωρίς φύλλο ζύμης και με διάφορα άλλα υλικά, που ψήνεται στο φούρνο: ~ με τυρί / με σπανάκι / με κολοκύθι / με κρέας, τυρόπιτα, σπανακόπιτα, κολοκυθόπιτα, κρεατόπιτα. Xωριάτικη ~. || η βασιλόπιτα: Kόψαμε την ~ και το φλουρί έπεσε σ΄ εμένα. Tελετή κοπής της πίτας. ΦΡ είμαι / γίνομαι ~ (στο μεθύσι), για υπερβολική κατανάλωση ποτών ή ναρκωτικών ουσιών. κάνω κπ. ή κτ. ~: α. τον ισοπεδώνω, τον καταπλακώνω: Mια νταλίκα έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό μου και το ΄κανε ~. β. τον κατανικώ: Tον έκανε ~ στο ξύλο, τον έδειρε πολύ. πάτησα (σ)την ~, δεν απέφυγα, μου συνέβη τελικά αυτό ακριβώς που ήθελα να αποφύγω. ΠAΡ ΦΡ πέσε ~ να σε φάω, για τεμπέ ληδες ή ανίκανους, που τα θέλουν όλα έτοιμα. ΠAΡ Aπό ~ που δεν τρως, τι σε μέλει κι αν καεί, δεν πρέπει να ενδιαφέρεται και να ασχολείται κανείς με ξένες υποθέσεις. (Θέλει) και την ~ ολόκληρη / σωστή / αφάγωτη και το σκύλο χορτάτο, για όποιον επιδιώκει να πετύχει το μέγιστο όφελος χωρίς κόστος για τον εαυτό του. 2. είδος άζυμου ψωμιού, πλατιού και συνήθ. στρόγγυλου: ~ με γύρο / με σουβλάκι / με λουκάνικο. 3. κερήθρα, μελόπιτα. 4. (μτφ.) μέγεθος, αγαθό προς διανομή: Οι εργαζόμενοι διεκδικούν μεγαλύτερο κομμάτι από την ~ του εθνικού εισοδήματος. πιτούλα η YΠΟKΟΡ. πιτάκι το YΠΟKΟΡ (συνήθ. πληθ.) γενική ονομασία για τυροπιτάκια και άλλα μικρά είδη πίτας.

[μσν. πίτα (στη νέα σημ.) < αρχ. (αττ. διάλ.) πίττα παράλλ. τ. του πίσσα (η σημ. από τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνταν΄)· πίτ(α) -ούλα]


Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Frederique

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 80230
  • Gender: Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
Re: πίτα, πίττα ή πήτα -> πίτα
« Reply #1 on: 29 May, 2011, 08:17:26 »
Έχει και η πίτα για το σουβλάκι την ιστορία της!
Ετυμολ.: πίτα (ορθότερο) ή πίττα ή πήτα< ιταλ.: pitta (απ εδώ και το pizza) < λατ.: picta < αρχ. ελλην.: πηκτή > πίττα και πίσσα.

Ορισμένα πράγματα νομίζουμε ότι υπήρχαν από πάντα. Τα βρίσκουμε τριγύρω μας από τη γέννηση μας και νομίζουμε ότι υπήρχαν πάντα εκεί ως μέρος της «αναλλοίωτης» παράδοσης μας. Το σουβλάκι, για παράδειγμα, είναι ένα από αυτά. “Σουβλάκι με πίτα”, “απ όλα”, “παιδικό”, “με διπλή πίτα” και άλλα πολλά είναι λέξεις που συνδυάζονται με τον Ελληνικό τρόπο ζωής, έστω και αν έχουν μικρή διάρκεια ζωής στην ελληνική ιστορία. Πολλοί θεωρούν ότι το σουβλάκι με πίτα είναι τουρκική ή ανατολίτικη συνταγή. Οι Τούρκοι γνωρίζουν καλά το κεμπαπ ή τον γύρο, αλλά αγνοούν παντελώς την πίτα.
Ας βάλουμε, λοιπόν, τα πράγματα στη θέση τους. Η πίτα στο σουβλάκι είναι αποκλειστικά ελληνική πατέντα και συνταγή. Αν η παρασκευή της επηρεάστηκε από κάποιους δεν είναι από τους Ανατολίτες αλλά από τους Ιταλούς κατακτητές. Κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής, οι Ιταλοί κατακτητές απαίτησαν και έδειξαν  στους Έλληνες φουρνάρηδες να τους παρασκευάσουν την ιταλική γαλέτα. Ήταν μια εύκολη λύση για να τρέφεται ο στρατός με αρτοπαρασκευάσματα μεγάλης διάρκειας. Οι Έλληνες φουρνάρηδες,  επηρεασμένοι και από την πείρα τους σε ένα είδος Μικρασιατικού ψωμιού που έμοιαζε με πίτα, αντί για γαλέτα, θα παράγουν τη γευστικότατη πίτα, που γνωρίζουμε σήμερα, και μάλλον είχε επιτυχία στον Ιταλικό στρατό κατοχής. Ο φούρνος του Χατζή μαζί με το φούρνο του Λαμπράκη, στη Νίκαια,  ήταν οι πρώτοι φούρνοι, παγκοσμίως, που παρήγαγαν την πίτα για σουβλάκι.[...]
http://www.24grammata.com/?p=13800 /  Γιώργος Δαμιανός
Communicate. Explore potentials. Find solutions.