ανάδειξη -> promotion, bringing out into notice, marking out, pinpointing, manifestation, bringing to prominence, underlining, stressing, bringing to prominence, elevation, ascent, advancement, selection, nomination, election, elevation, out-thrust, relief, bringing into relief, appointment, fame, success, making one's name, distinction, enhancement, set off

user10 · 18 · 5149

mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι λάθος το visibility (zero visibility). Προτιμότερο το promotion ή το από την Observer προταθέν raising the profile of/awareness about. Εναλλακτικά, ίσως ως τελευταία λύση, θα πρότεινα το interpretation, το οποίο χρησιμοποιείται ως τρόπος αποτελεσματικής παρουσίασης και ανάδειξης των εκθεμάτων στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους.
« Last Edit: 05 Jun, 2007, 23:27:33 by mavrodon »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816813
    • Gender:Male
  • point d’amour
ανάδειξη [aná∂iksi] η, gen ανάδειξης & αναδείξεως, pl αναδείξεις (L) ① bringing out into notice, marking out, pinpointing, manifestation (syn δείξιμο, παρουσίαση): ανάδειξη του τοπίου | μερικών χαρακτηριστικών τοπίων στο φιλμ | ανάδειξη  των δραματικών στιγμών της ζωής (Chatzinis) | η εικόνα έχει για σκοπό την ανάδειξη  της ασχήμιας (Thrylos) | η ανάδειξη  της αξίας του ποιητή | με την ανάδειξη  της καθολικότητας που έχουν ορισμένες ηθικές αρχές βεβαιώνεται, νομίζουν, το κύρος τους (Papanoutsos) ② bringing to prominence, underlining, stressing (syn τονισμός): το πρόσωπο με μαγευτική λάξευση και ανάδειξη  της επιδερμίδας (Karouzou) | ανάδειξη του σώματος, e.g. το ένδυμα υπηρετεί στην ανάδειξη του σώματος(Despinis) | ανάδειξη της κορμοστασιάς, της μορφής (Bakalakis) | έπρεπε να δημιουργηθή η ανάδειξη  του καθενός έργου χωρίς ζημία της πλαστικής του αίγλης (Karouzou) ⓐ fig bringing to prominence, elevation (syn εξύψωση, προβολή): πάθος για εθνική ανάδειξη  | ανάδειξη του μεγαλείου της χώρας | ανάδειξη  και κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (Panagiotop) | ανάδειξη  του εξωτερικά μη ωραίου σε παράγοντα αισθητικής αξίας (Pallas) | ανάδειξη  του χορού σε πρωταγωνιστή (Theodorakis) | καλλιτεχνική ανάδειξη  της λογοτεχνίας | ανάδειξη του δημοτικού λόγου ικανού να δώση στον εντεκασύλλαβο την τεχνική τελείωση (Melas) | κατάκτηση και ανάδειξη  ενός πιο υψηλού, πιο ανθρώπινου ύφους ζωής (Papanoutsos) ⓑ ascent, advancement, promotion (syn άνοδος, ανύψωση, προαγωγή, προώθηση): ικανότητες για ανάδειξη  | ανάδειξη του αρχηγού | ανάδειξη  της ηγεσίας | ανάδειξη των κατάλληλων προσώπων | προσωπική or ατομική ανάδειξη του ανθρώπου | κοινωνική ανάδειξη  | σκληρός αγώνας γι' ανάδειξη  | την ανάδειξή του την οφείλει στους κόπους του | ανάδειξη του Πολυλά στην αρχηγία της σχολής της Kερκύρας (Melas) | σκοπός του κριτικού δεν είναι να συντείνη στην ανάδειξη  του συγγραφέα (Thrylos) | το έργο δεν έχει ρόλους για ανάδειξη  των ηθοποιών (Athanasiadis-N) | τα νέα ταλέντα πρέπει να μάχονται για την ανάδειξη  (id.) | το υποβρύχιο ως είδος πλοίου έδινε τις μεγαλύτερες δυνατότητες αναδείξεως στον αξιωματικό (Karagatsis) ③ selection, nomination: η ανάδειξή του ως υποψηφίου για τις εκλογές | αναδείξεις ηγετών κομμάτων ④ election (near-syn αναγόρευση, εκλογή [σε αξίωμα]): ανάδειξη  βουλευτών | ανάδειξη δημάρχου | ανάδειξη εθνικής αντιπροσωπείας | ανάδειξη  ενός υπέργηρου ερημίτη ασκητή στον θρόνο του αγίου Πέτρου (Papatsonis) | επηρεάζοντας αποφασιστικά την ανάδειξη  επισκόπων, ακόμα και παπών (Kanellop) [fr ByzG, PatrG ἀνάδειξις ← K, AG]
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Γεωργακά

ανάδειξη [an'aδiksi] ουσ θηλ
— προσωπική, επαγγελματική, κοινωνική = fame, success, making one's name, distinction
— αρχηγού, δεσπότη, δημάρχου, πατριάρχη = election, appointment, elevation  Πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη νέου δημάρχου της πόλης μας. = Εlections leading to the appointment of a new mayor took place in our town.
Ελληνοαγγλικό Λεξικό «Κοραής» του Πανεπιστημίου της Πάτρας
« Last Edit: 05 Jan, 2013, 01:40:51 by spiros »




 

Search Tools