Author Topic: bubble -> φυσαλίδα, φουσκάλα, φούσκα, μπουρμπουλήθρα, ψευδαίσθηση, χίμαιρα, σαπουνόφουσκα, αφρίζω, κάνω φυσαλίδες, βράζω, κοχλάζω, κελαρύζω, παφλάζω, αφρίζω, μουρμουρίζω  (Read 1322 times)

auditor

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 2469
  • Gender: Male
Αρκετοί με έχουν κατά καιρούς ρωτήσει κατά πόσον είναι σωστό να μεταφράζουμε το bubble με τη λέξη "φούσκα". Σε κάποιους φαίνεται ιδιαίτερα "φτηνή" και τη σνομπάρουν, ενώ άλλοι απλώς... διστάζουν. Ο αγγλικός όρος προέκυψε, μεν, ιστορικά από την περίπτωση της εταιρείας South Sea Bubble, μιας από τις πρώτες ιστορικά καταγεγραμμένες περιπτώσεις κερδοσκοπικού πανικού, καθιερώθηκε, όμως, επειδή περιγράφει με ακρίβεια το εξής φαινόμενο:

Η φούσκα (bubble) αποτελείται από μια πεπερασμένη ποσότητα ύλης κι από κεί και πέρα είναι γεμάτη με αέρα. Όσο γεμίζει με αέρα, αυξάνεται ο όγκος της, αλλά η ύλη από την οποία αποτελείται παραμένει η ίδια, με αποτέλεσμα το τοίχωμά της να επεκτείνεται και να εξασθενεί. Κάποια στιγμή το τοίχωμα δεν αντέχει και η φούσκα σπάει.
Έτσι και στις αγορές.  Ο κύκλος των αγοραστών (δηλαδή η ύλη) είναι περιορισμένος, αλλά λόγω των υπερβολικών προσδοκιών φουσκώνει συνεχώς με χρήμα, νέες εκδόσεις χρεογράφων, νέα ακίνητα -- ανάλογα με την αγορά -- (αέρα, κοπανιστό στην περίπτωση του χρηματιστηρίου) με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να μην υπάρχουν άλλοι αγοραστές και η φούσκα (νατη!) να σπάει.

Γι' αυτό και νομίζω ότι η λέξη φούσκα (σε εισαγωγικά, αν θέλετε) δεν είναι απλώς δόκιμη, αλλά και ενδεδειγμένη και μπορεί να χρησιμοποιείται άφοβα. (Γιατί όχι φυσσαλίδα; Μα επειδή η φούσκα ως λέξη μας δημιουργεί εντονότερο συνειρμό με αέρα κοπανιστό -- ακόμα και γι ανθρώπους λέμε "δες έναν φούσκα!")
« Last Edit: 20 Jan, 2015, 15:32:15 by spiros »
Nick Roussos


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 699078
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
φυσαλίδα, φουσκάλα, μπουρμπουλήθρα, ψευδαίσθηση, χίμαιρα, σαπουνόφουσκα, αφρίζω, κάνω φυσαλίδες, βράζω, κοχλάζω, κελαρύζω, παφλάζω, αφρίζω, μουρμουρίζω