pussy-whipped -> ευνουχισμένος, γυναικοκρατούμενος, τον δυναστεύει η γυναίκα του, τον δυναστεύουν οι γυναίκες, υπό τη δυναστεία των γυναικών, σκλάβος της γυναίκας τους, σκλάβος των γυναικών, μουνόδουλος

 

Search Tools