accommodate -> προσαρμόζω, φιλοξενώ, χωρώ, στεγάζω, παράσχω, δίνω, εξυπηρετώ, παρέχω εκδούλευση, βολεύω, διευκολύνω, συμβιβάζω, παράσχω, τακτοποιώ, διευθετώ

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9988
    • Gender:Male
We cannot accommodate 1 million euro per annum special payments and hide them in the acquisition deal or a consultancy agreement.

Δεν μπορούμε να βολέψουμε/παράσχουμε/εξοικονομήσουμε/? ειδικές πληρωμές 1 εκατομμυρίου ευρώ ανά έτος και να τις κρύψουμε στην συμφωνία εξαγοράς ή σε συμφωνία συμβουλευτικών υπηρεσιών.
« Last Edit: 29 Dec, 2010, 21:31:26 by spiros »
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813007
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ίσως εδώ να κολλάει και το «εξυπηρετούμε / δαπανούμε / εκταμιεύουμε» εκτός από το «παράσχουμε»;

accommodate
[ekOmodeit]
ρ. προσαρμόζω: we must accommodate ourselves to the circumstances πρέπει να προσαρμοστούμε στις συνθήκες # φιλοξενώ, χωρώ, στεγάζω, "παίρνω": this hotel can accommodate 50 guests αυτό το ξενοδοχείο μπορεί να φιλοξενήσει 50 πελάτες # εξυπηρετώ, παρέχω εκδούλευση, βολεύω, διευκολύνω: can you accommodate me with a small loan? μπορείς να με διευκολύνεις με ένα μικρό δάνειο; # συμβιβάζω: you must accommodate your differences πρέπει να συμβιβάσετε τις διαφορές σας
http://lexicon.pathfinder.gr/pagelet.php?lookup=accommodate&go=Go

to accommodate (third-person singular simple present accommodates, present participle accommodating, simple past and past participle accommodated)
(transitive) To render fit, suitable, or correspondent; to adapt; to conform; as, to accommodate ourselves to circumstances.
They accommodate their counsels to his inclination. -Joseph Addison
(transitive) To bring into agreement or harmony; to reconcile; to compose; to adjust; to settle; as, to accommodate differences, a dispute, etc.
(transitive) To furnish with something desired, needed, or convenient; to favor; to oblige; as, to accommodate a friend with a loan or with lodgings.
(transitive) To show the correspondence of; to apply or make suit by analogy; to adapt or fit, as teachings to accidental circumstances, statements to facts, etc.; as, to accommodate prophecy to events.
(intransitive) (rare) To adapt one's self; to be conformable or adapted. - Boyle
https://en.wiktionary.org/wiki/accommodate
« Last Edit: 29 Dec, 2010, 13:00:42 by spiros »


Vasilis

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9988
    • Gender:Male
Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι εάν με το 'accommodate' εννοεί «εξοικονομούμε για να ξοδέψουμε» ή «βολεύουμε λογιστικώς/στα χαρτιά για να μην φαίνονται πού πηγαίνουν τα χρήματα».
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)



mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Το "βολέψουμε" είναι καλό. Εναλλακτικά, θα πρότεινα "τακτοποιήσουμε", δικαιολογήσουμε, διευθετήσουμε, συνταιριάσουμε, διευκολύνουμε.


billberg23

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6018
    • Gender:Male
  • Words ail me.
Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι εάν με το 'accommodate' εννοεί «εξοικονομούμε για να ξοδέψουμε» ή «βολεύουμε λογιστικώς/στα χαρτιά για να μην φαίνονται πού πηγαίνουν τα χρήματα».
Μάλλον το δεύτερο.


Vasilis

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9988
    • Gender:Male
Συνεπώς, συμφωνούμε! Σας  ευχαριστώ όλους!
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)


 

Search Tools