Νίκος Γρηγοριάδης

wings · 257 · 129612

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Απόστολος Καλδάρας & Σώτια Τσώτου, Ο αφέντης λαός
(τραγούδι: Χριστιάνα & Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Σκόρπια φύλλα (1975))


Νίκος Γρηγοριάδης, [Αρχή της ύπαρξής μου η περιδίνηση...]
 
Αρχή της ύπαρξής μου η περιδίνηση
και τα πρώτα φιλιά. Και ιδού εγώ
ήλιος μικρός και γύρω μου
η αείροη νεφέλη.

Αχνίζει το νεόκοπο σώμα,
απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα,
με τους ατμούς του θόλου μου
και της ψυχής μου τους κοχλασμούς,
για να πληρωθούν οι μασχάλες μου ύδατα,
γεωγέννητος
και τώρα
γεωφόρος.

Αποβάλλω στους πράσινους δρόμους
το κέλυφος το ασπιδοφόρο.
Και οι μέσα δαγκάνες με ανυψώνουν
στο μαλακό χώμα της γόησσας γης
κι οι πατούσες αποτυπώνουν
τα πρώτα ίχνη
της περιδιάβασης.

Θαλπωρή ωαρίου το σώμα το Άχραντο
που με περιείχε
και βύζαινα την Αμάλθεια
με τα μαστάρια ξέχειλα ζωής
και τα χείλη ηδονικά στις ρώγες.

Έσκυψα και ντύθηκα μαζί σας το σαρκίο μου
κι άπλωσα στους καρπούς χέρια πολύκλαδα,
και στο χώμα ριζίδια χλωρά και
πορφυρές βύθισα ρίζες
και ευφραινόμουν την ευφροσύνη την πλούσια,
συνδαιτυμόνες μου,
αδέλφια της κοινής Μητέρας
και του πατέρα του άγνωστου.

Κι έπαιζα κύκλους και κλωθο-
γύριζα, μεθυσμένος που άγγιξα τη ζεστή –
μες στο αίμα του τάραντου
και των ψαριών το σπαρτάρισμα,
καθώς μέσα σε φλόγες –
καρδιά σας.

Φως και φτερό στ’ ανάλαφρα γόνατα,
κύκλιοι χοροί και κραυγές τερψιλαρύγγιες
στις άγριες ρεματιές και στα δασιά μουστάκια
ή
τα σείστρα των γοφών
και το φεγγάρι της παρθένας μήτρας
σε έκσταση.

Κυκλοδίωκτο σπέρμα στις ζεστές λαγόνες των γυναικών
τους ομοίους μου γέννησα αδελφούς κι αδελφές μου.
Και πορεύτηκα τη χλόη με τον ήλιο παραμάσχαλα
και καβάλα στον τράχηλο τον κοινό μας απόγονο τον αντίμαχο
που θα γευόταν
τη σάρκα και το αίμα
του αδελφού του.
Κι έσκυψα κι είδα τα παγόβουνα μέσα μου
και τη λάβα που πέτρωσε το κόκκινο αίμα.
Κι η μητέρα Γη δεν είχε να μου στρώσει τραπέζι
και το πρώτο μαχαίρι ανήμπορο
να μοιράσει βολβούς.

Δεινόσαυρων πτώματα και βροντόσαυρων ρόγχοι
κι ένα βράδυ κόκκινο ατέρμονου πυρετού
κι άγριο το μάτι της Άβυσσος
στις πρώτες εκλείψεις τής μέρας.
Κι ήρθε και στάθηκε πάνω μου
αμείλικτο το πνεύμα της Ανάγκης.
Τράβηξε με το μαύρο της δάχτυλο
βουτηγμένο στη λάβα
τη γραμμή που χώριζε τον κύκλο στα δυο.
Κι είδα πως άλλος ήμουν εγώ
κι είδα πως άλλος ήταν ο διπλανός
και τον ξεχώρισα.

Κι ευθύς ο σπαραγμός στα σωθικά
κι ευθύς το μαχαίρι στον καινούργιο μας στόχο,
Άβελ, Άβελ –ή όπως αλλιώς–
καιρός να λιγοστέψουμε,
καιρός να πολλαπλασιάσουμε τα πράγματα.
Και είναι Δέντρο αυτό
και Στάχυς το άλλο
και Βότρυς.
Και είναι η κόρη αυτή
που πλαγιάζει το σπέρμα μου
στην καινούργια τροχιά της δικής μου καλύβας.

Ο Ζυγός κάπου θα κλίνει
και ψηλά ανεβάζοντας το πελώριο το τάσι,
Σελήνη και Ήλιος,
τη σπορά των θεών θα επικαλεστώ
και κάτω χαμηλά
των ολιγόζωων βροτών οι σπόνδυλοι
θα υψώσουν πυραμίδες, ναούς και μαυσωλεία
στο ύψος τού ελεύθερου μετώπου.

Και θα βάλω φτερά
ότι με γοητεύει η πτώση μου,
και θα βάλω αλυσίδες στον σκλάβο μου αδελφό,
τι πώς αλλιώς θα τον ελευθερώσω;
Ο δούλος εγώ
που έγινα αφέντης
σε δούλους
που θα γίνουν
αφέντες μου.
Το Τόξο η εξουσία μου κι ο Πέλεκυς,
τα πρώτα ιερογλυφικά
και οι χρησμοί
μαζί με την εξ ύψους παρηγοριά.
Και σκιάζω τους υποτακτικούς μου και τους δίνω
τα όπλα που στεριώνουν
τα καλά και συμφέροντα.

Κι ο τροχός γυρίζει μέσα στα χέρια μου.
Χτυπώ με το πόδι το τύμπανο το πελώριο της γης
και κρατώ στα δόντια το μαχαίρι του πυρρίχιου
και στις μετόπες ψηλά τις οπλές των αλόγων.

Και ρυθμός της Ανάγκης
πολυσήμαντος παλίντονος αρμονία της καιομένης βάτου,
άσμα χορευτικό της πυρκαγιάς,
που σέρνει και βλασταίνει το Ρόδο
στο κέρας το μοναδικό της εξουσίας.

Και μέσ’ απ’ το χορό ανεβαίνω απελεύθερος
με κρασί του Διόνυσου
και το ζεστό το αίμα των Μαινάδων.
Με τους θύρσους στο χέρι
και παρέα τους Κορύβαντες
πάνω χύνομαι στις ροές των κυμάτων
κι ο κηρόδετος αυλός συνταιριάζει
το ρυθμό των ελάτινων κουπιών.
Γεμίζουν φτερά τα πελάγη
και σωρεύω τα πλούτη
που κινούν τους τροχούς
των μεγάλων αλλαγών.

Το κορμί μου στη φάμπρικα
κι η γυναίκα
κι η πρώτη μου τρυφερή σπορά στον αφέντη μου.
Δικό μου τίποτα.
Μονάχα η πίστη στη βουλή του Ουράνιου Πατέρα
κι ο παραδείσιος ο τόπος ο χλοερός.
Βρίζω το αρχοντολόι
κι αναδεύουν γερακίσια φτερά
τα δασιά μου μουστάκια.
Οι αντένες στα μπράτσα μου
κι οι τροχαλίες
που αναποδογυρίζουν
τ’ απάνω κάτω
το χώμα του κόσμου.
Και στύβω στις μηχανές τον ιδρώτα
και πλάθω
ιδέες και μονέδα
να ξαγοράσω ακίνδυνα
την υποταγή,
ο πριν δουλοπάροικος
και νυν αφέντης.

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:20:24 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Enzo Gragnaniello & Dulce Pontes, O Mare E Tu
(τραγούδι: Dulce Pontes & Andrea Bocelli)


Νίκος Γρηγοριάδης, Τα ίσαλα της Αργώς ή η ποίηση
 
Ροές των κυμάτων
και βλέπω να στάζουν στην αλμύρα
πυκνά τα γένια σου
κι η σοφία πλέκει λόγια φωταγωγά.
Καμαρώνεις θαλασσινοί που γεννηθήκαμε
κι είχαμε βαθιά στο στέρνο
αχούς του ωκεανού
κι οσμή ευωδερής Κολχίδας
κουβέρτα κι άλμπουρα.
Και συγχρόνως την πένα ονειρεύεσαι,
πες μου τι καμαρώνεις βλέποντας να τη βαστώ
και να ραμφίζω ψίχουλα στο χαρτί
αντί να καταστρώνω φωτεινά ταξίδια
γεμάτα μουσικές του ωκεανού
κι από την Τραπεζούντα
καρσί να βγω στη μυθική την Αία
και πάλι το άτι κάθιδρο να κατευθύνω
στ’ ατίθασα νερά της Προποντίδας
παραβγαίνοντας το πέταγμα περιστεριών
και των δελφινιών
το ηχηρό παιχνίδισμα.

Άμποτε να ’ρθουν καιροί ηρωικοί
γεμάτοι κίνηση και χρώμα,
να τετραποδίζει φτερωτός ο εξάμετρος,
ποίημα, αψίδα θριάμβου,
λέξεις απ’ ατσάλι αστραφτερές,
στίχοι χρυσάφι
και στροφές πλημμυρισμένες με αλκή,
στη μαύρη καταιγίδα τινάζοντας την κόμη
μεγαλειώδης άγγελος
ή μικρός ολύμπιος θεός.
Και δίνοντας χτυπήματα με τα φτερά,
όπως οι αετοί,
ή με τα νύχια,
όπως τα λιοντάρια,
τους ανάξιους βρίζοντας.

Σ’ ακολουθώ
κι εσύ αντί να προπορεύεσαι
μ’ ακολουθείς νύχτα με φακό
στις ποντικές ακτές τις απόκρημνες
κι η λάμψη μεγαλώνει τις σκιές
ως μέσα στον άγνωστο χρόνο,
τον διαχωριστικό και πειναλέο,
κι απ’ τα κλωνάρια τ’ ουρανού κατευθείαν
κρέμεται ο χειμώνας σέρνοντας το έλκηθρο,
κι οι λύκοι στο κατόπι του,
όπως δελφίνια στης Αργώς τα αφρισμένα ίσαλα.

Φυτρώνουν μεμιάς τα δενδρύλλια των πόλεων,
απλώνουν τα κλαδιά τους
και τινάζουν
Σινώπες και Τραπεζούντες και Αμισούς,
Όλβιες και Παντικάπαια και Γοργίππες,
μια νέα Ελλάδα θαλπωρή ερώτων
και παστάδα κατάλευκη ονείρων.
Και γεννιούνται, μεστώνουν και ταξιδεύουν
τα ρήματα τα φεγγερά του πνεύματος,
ηρακλείτεια παλίντονα
κι αναξαγόρεια πλανητικά μυστηρίων.
Το άρρητο της παιδιάς σε αψίδες θαυμάτων
κι ο Λόγος που κοσμεί τα ισόρροπα τόξα.
Αιωρείται στο φως το λάβαρο της πρώτης ιστορίας
με λευκά ιστία εντελών κανόνων.
Και το τέθριππο του ήλιου τα φρένα πυρώνοντας
γεννά κι αθανατίζει
των ολιγόζωων θνητών
την άδηλη μοίρα.

Κι ολούθε γεννιέται
και φεγγοβολάει
μια νέα
Ελλάδα

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:21:48 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Θάνος Μικρούτσικος & Κώστας Τριπολίτης, Ανεμολόγιο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Συγγνώμη για την άμυνα (1992))


Νίκος Γρηγοριάδης: Ο αναποδογυρισμένος κόσμος. Η μοναξιά
 
Ανακατεύεις την τράπουλα της ιστορίας και μοιράζεις.
Γίνεσαι εσύ εγγονός κι εγώ παππούς σεβάσμιος.
Ανακαλύπτεις το ηλεκτρόνιο κι εγώ
τη λάμψη τής φωτιάς και τον τροχό τής μοίρας. Βυθίζομαι
κι έχω χαθεί
μέσα στην απεριόριστη περατότητα του είναι σου,
που πάλλεται, συσπάται, συστέλλεται και διαστέλλεται στο χρόνο.
Αιώνες τώρα αφουγκράζομαι τους χτύπους,
καθώς διασχίζουν το άπειρο
με μια επαναλαμβανόμενη αταξία,
που δεν μπορεί παρά να είναι η απόλυτη Τάξη.
Κι εσύ αρνιέσαι τη γοητεία τους
και αφήνεις να ξεχυθεί από μια τεράστια αρτηρία ποτάμι αίμα
που πλημμυρίζει τα κοίλα μεσοδιαστήματα των άτακτων χτύπων.
Γρασαρισμένα με λαμπερό αίμα
δεν αφήνουν χώρο για περιδιάβαση,
παρά μια απέραντη
μοναξιά ευταξίας.

Για να βρεθείς σε λίγο μπροστά σε μιαν ασύμμετρη συμμετρία συμβολικών παραμέτρων, που σε οδηγούν σε ένα πανταχού παρόν συνεχές σύστημα μηδενικών συναρτήσεων με φθόγγους μουσικών τόνων.

Εσύ τα στοχάζεσαι
κι εγώ απελπίζομαι,
και το σοφό ασυνεχές τρέχει αενάως και ανοήτως
σε φανταστικούς
ή υποτιθέμενους κύκλους
αστρικών συστημάτων.
Τα κύτταρά μου αρνούνται
κάποια σημάδια λογικής στίξης,
που ν’ απεικονίζουν, χωρίς περιττές παραμέτρους,
ένα ελάχιστο κύμα τρυφερότητας
ή τρόμου,
καθώς ο χρόνος περνά σαν σφουγγάρι κυκλικά
και εκμηδενίζει τα σημάδια
ή τα μετατρέπει σε φαντάσματα,
πολλαπλασιάζοντας τους χώρους της μοναξιάς.
Και ιδού
οι γαλαξίες λιγοστεύουν μέρα τη μέρα,
αιωνιότητα την αιωνιότητα
και τη θέση τους παίρνει το μαύρο,
όχι του πένθους ή του κακού,
αλλά το μαύρο, υποκατάστατο
της χαμένης αίσθησης,
που περνά μέσα απ’ το χρόνο
σε άλλο ακαθόριστο σημείο φωτισμένο,
μοναχικό, απέραντο, ακίνητο
και αενάως κινούμενο,
εξοπλισμένο με καρδιά αδιάφθορη και μυστική,
σαν ένα πεδίο
γιγάντιας και τρομαχτικής
μοναξιάς.

Η ύπαρξη, της μοίρας μας ουσία,
προσμένει της ψυχής σου τη θυσία.
Καβάλησε το άτι σαν Κοζάκος,
μη σ’ εύρει η φυλλοξήρα ή και ο δάκος.
Στήσου στη γη σου Διγενής κι Ακρίτας,
κρατώντας τα ιερά τής αλφαβήτας.
Σκύψε την κεφαλή σου και στοχάσου.
Ύλη και πνεύμα η καρδιά σου.


Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:23:04 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Απόστολος Καλδάρας & Πυθαγόρας, Η Σμύρνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρά Ασία (1972))


Νίκος Γρηγοριάδης, Η σφαγή
 
Δικέφαλος αετός λιθοδεμένος
– το ’να φτερό του στην Ανατολή,
τ’ άλλο στη Δύση
κι η σκιά στο πρόσωπο του κόσμου,
Ηράκλειος, Βασίλειος, Κομνηνοί,
Ίσαυροι, Παλαιολόγος –
και το στιλέτο των μιναρέδων
βαθιά στο γενναίο στέρνο.

Και πλέουν στα μαύρα κύματα καράβια,
μαύρα πανιά στο πέλαγος, μαύρα τα χέρια
κι εκείνες οι κραυγές απ’ τα λαγούμια του καιρού
να ταξιδεύουνε μοναχικές,
πόδια γυμνά και στήθη ματωμένα
στ’ ακρογιάλια.

Και πίσω γκρεμισμένες εκκλησιές,
στάβλοι κι αχούρια
κι όλα ξεχασμένα,
όπως ξεχνιέται στα θεμέλια
τ’ αγκωνάρι που βαστάει το σπίτι σου.

Πιάνεις τη μαύρη άμμο και γλιστράει
μέσ’ απ’ τα χέρια σου.
Παίρνεις ψωμί και γίνεται λιθάρι.
Οι άνεμοι σέρνουν κραυγές, μες στα βουνά
τα πόδια τους ακρωτηριασμένα.
Κι από τ’ ακέφαλα κορμιά που σκοτεινιάζουν,
θαρρείς από βαθύ φαράγγι
γλουγλουκάει το αίμα,
να συναχτεί μέσα στα άγια δισκοπότηρα,
να ’ρχονται οι προσκυνητές
να μεταλάβουν
σώμα και αίμα
της πικρής πατρίδας.

Κι ιδού εσένα, μοίρα της φυλής,
μες στη χαρά και μες στο σάλο
κι είσαι κι εσύ κι εγώ μα κι ο καθείς
κλώνος π’ ανθεί και φέρει κι άλλο.


Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:24:23 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Δημήτρης Παπαδημητρίου & Γιάννης Γιαβάρας, Άγγελος του νόστου
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στης ψυχής το παρακάτω (2001))


Νίκος Γρηγοριάδης, Νόστος
 
Κι έστησα το κονάκι σου του Πόντου
στην Κορυφή Κιλκίς
και σ’ έκλεισα μέσα, όπως σε παλάτι μνήμης,
ώσπου.

Και λίγο πιο πέρα
οι φούστες των κοριτσιών γεμάτες ψιθυρίσματα
κι αφουγκραζόμουν κρυφά τον μυστικό ρυθμό τους,
επειδή και κατείχα ακόμη μέσα μου
κάποιες χορδές κιθάρας
ή πλήκτρα από λεία βότσαλα ασίγαστου πόθου.
Και τα μάτια τους,
τρυφερές νύχτες μες στις ατέλειωτες αγρύπνιες μου,
άνοιγαν
μ’ ένα μονάχα βλέμμα τους
ρωγμές στον ουρανό,
όπου γράφανε με χρυσή μελάνη
τους στίχους της καρδιάς
αποκρυπτογραφώντας κρυφά
πάνω στο σταρί της σάρκας τους
τα όνειρα τα μυστικά της εφηβείας.

Και λάμπαν τα σκεβρά θρανία
και σαλεύαν τα φύλλα των βιβλίων
σαν των αγγέλων τις φτερούγες.
Κι επειδή νήστευα όλο το χρόνο το κορμί τους,
κάθε πρωί μεταλάβαινα την ομορφιά
μ’ ένα αντίδωρο του πόθου μου
και τ’ άμετρο ερωτικό κρασί.

Καμιά νύχτα δεν κλέβει το όνειρο,
το ψιχαλίζει από ψηλά στη διψασμένη μας ψυχή.
Σκάει κι ανοίγει το στέρνο
τρίζοντας και συντονίζοντας τον ήχο του
με τους ασίγαστους πόθους.
Έτσι μεθυσμένο μ’ ανεβάζανε οι άγγελοι
στους κήπους τους πρωτόγνωρους του παραδείσου.

Ανεμισμένες οι κόμες στο στροβίλισμα του χορού
και τα χέρια ξαναμμένα
γύρω απ’ τις λιανές μεσούλες.
Ανάσες καυτές να καίνε τα χνουδάτα μάγουλα.

Πού πας
με την έξαψή σου να κρέμεται
στις φλεγόμενες φούστες
κι αρχίζεις να παραληρείς
στο Α κεφαλαίο του κορμιού της
με τα χρυσά των δώδεκα και κάτι Ιουλίων
κι ανεβαίνεις όπως τα νερά
όλες τις αποχρώσεις του πράσινου:
το λαχανί του πρώτου σκιρτήματος,
το χλωρό πράσινο της ελπίδας,
το κυανοπράσινο του βραχνού πόθου
που μυρίζει θάλασσα,
και λάμπεις διάφανος βυθός
γλιστρώντας πάνω στους χρησμούς
των δίδυμων λοφίσκων των μαστών της;
Κάθιδρος και ο ύπνος να σαλεύει πλήρης φτερών,
σαν ένας Άγγελος
που ισορροπεί μετέωρος στο παράθυρό σου
και να τρικλίζεις πάνω στα μυστήρια
συλλαβίζοντας τα άνθη
ως τον πυρήνα του καρπού τους.

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 11 Dec, 2017, 21:56:09 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Μίκης Θεοδωράκης & Αλέκος Παναγούλης, Οι πρώτοι νεκροί
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Μίκης Θεοδωράκης)


Νίκος Γρηγοριάδης, Μνήμες (απόσπασμα)
 
Κι οι μνήμες τυλίγονται σε σύννεφα.
Σαν τις ξερές αφάνες τις φυσάει ο άνεμος.
Δεν τις κυνηγώ,
με κυνηγούν.
Ή μάλλον
δεν είμαι βέβαιος αν στάθηκα ποτέ μου να σκεφτώ
πού κελαηδούν τ’ αηδόνια,
από πού χύνονται τρίλιες μέσα στο μυαλό,
τόσο κλειστό και στρογγυλό
σαν το φεγγάρι.
Κινούν πάντοτε απρόσκλητες.
Μένουν ως το πρωί ξάγρυπνες πλάι μου
κι αποχωρούν με την αυγή
αφήνοντας αυτά τα ίχνη,
τις πληγές
που παν να συντεθούν
σε ποίημα.

Κι έρχονται ξάφνου,
ώρες απρόσμενης σιωπής,
κάτι παιδιά της γειτονιάς
που παίζαμε μαζί
το θάνατο
πάνω σ’ αγκυλωτούς σταυρούς,
θωρακισμένους στρατιώτες,
μαύρες κουκούλες
και πλατύγυρα καπέλα
σ’ ατέλειωτα μερόνυχτα αγωνίας.
Κυκλωμένος από παντού
– αυγή με πανύψηλα βουνά, χαμηλό φωτισμό
και φόβο από τομάρι λύκου,
και δύση πυρκαγιά απ’ τη μεριά της θάλασσας –
κι ένας αϊτός,
που να ’χα, συλλογιόμουν,
τα φτερά του,
να ’χα τα χίλια νύχια του
και τα μυριάδες μάτια.
Α, και δυσοίωνη πληγή,
ποτέ δε σε φοβήθηκα,
γιατί το αίμα φύσαγε μες στην καρδιά τραγούδια
κι ένας θεός πολύ μικρότερος
έπαιζε πλάι καταμεσήμερο σε νέες πηγές,
δοκιμάζοντας ένα κομμάτι λάσπη
και τα νερά
συλλάβιζαν παλιούς, λησμονημένους στίχους:
Ακόμη τούτη την άνοιξη...
Πληθαίνουν οι κραυγές χαράς,
όπως όταν τη νύχτα
ζουζουνίζουν γύρω σου σμήνη τ’ αστέρια,
κι ο κόσμος πλάθεται εξαρχής
ως κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας
μ’ ένα κορμί εδώ,
ένα τουφέκι
εξίσου γόνιμα κι ώσαμε πάνω όνειρα γεμάτα.
Έρχονται ξάφνου, ώρες απρόσμενης σιωπής,
κάτι παιδιά της γειτονιάς
με τα παιχνίδια τους στα χέρια,
ένα αγόρι που το έλεγαν Δικαίο
κι ένα κορίτσι λυγερό,
η Ελευθερία.

Γι’ αυτήν αντάμωνα τον παππού στο δάσος,
μέρες της μαύρης κατοχής,
για να του παραδώσω το σημείωμα
– το δίκοχο χωμένα στ’ άσπρα του μαλλιά,
το στήθος του δασύ,
με στίγματα φωτοσκιάσεων
της καταπόρφυρης Αντίστασης –
χάθηκε
μες στους καπνούς και των μαχών το σάλαγο.
Στο ίδιο μέρος τώρα τον προσμένω.
Κι ενώ δεν τρέφω ψευδαισθήσεις,
ούτε καμιά ελπίδα να τον ανταμώσω,
κοιτάζω γύρω μου τα γνώριμα τα μέρη,
βάζω αυτί και αφουγκράζομαι το χώμα,
τα ίχνη ψάχνω.
Ξάφνου απρόσμενα αντικρίζω τη μορφή του,
καθώς τρυπάει το βουνό απ’ τη μεριά του,
και μπρος μου εμφανίζεται ξανά,
όπως και τότε,
αναλλοίωτος στο χρόνο.
Ρωτώ κι όλο ρωτώ κι αυτός σωπαίνει
τι να ’γινε ο κρυφός εκείνος δρόμος
που έφερνε το βήμα μου ξοπίσω του.
Τι έγιναν τα όπλα και τα φυσεκλίκια
τα βλέμματα που άναβαν φωτιές στο δείλι.
Και μην παίρνοντας απάντηση,
παππούλη,
κράζω και κουνώ τα χέρια,
παππού,
σου φέρνω το σημείωμα.
Εκείνος όμως κοιτάζει πέρα και σιωπά.
Ένα τρυγόνι μονολογεί πάνω στο δέντρο.
Κι ήτανε σαν να μου ’λεγε εκείνος.
Ξέρεις.

Και την ώρα που αποσύρθηκε ο χρόνος
κι όλα τριγύρω λάμπαν χωρίς μνήμη,
πρόβαλε εκείνος μέσ’ από το χειμωνιάτικο δάσος
με δυο φτερούγες ασταθείς,
θαρρείς και τώρα τις δοκίμαζε
και δεν μπορούσε ακόμη να τις συνηθίσει.
Κι όπως ζυγιάστηκε δυο τρεις φορές
κι ανέβηκε ψηλά στις κορυφές των δέντρων,
χλόασαν ξάφνου τα κλαδιά
κι ένα βουητό πρόωρης ανθοφορίας
χύθηκε λάμποντας στις φυλλωσιές.
Κι όσο κι αν είμαι πια συνηθισμένος στ’ απρόσμενα,
ή σ’ ό,τι τέλος πάντων ονομάζουν θαύμα,
ξαφνιάστηκα απ’ το ίδιο ξάφνιασμά μου,
πώς γίνεται δηλαδή και καθαρίζει
από τόσες και τέτοιες επιστρώσεις χρόνου
η σκουριασμένη λησμονιά.

Κι ήσουν εσύ; Ήμουν εγώ; Ήταν ο σύντροφός σου;
Ήταν τα δυο τ’ αδέλφια σου κι η Παναγιά στη μέση;

Ποιος να το πει.
Όποιος κι αν ήταν πάντως
είχαμε κείνο το ξάφνιασμα της ευωδιάς κρυμμένου αγριολούλουδου
που, πριν καλά καλά προβάλει η Άνοιξη,
σε λούζει, πέρ’ από θρήνους ανεξήγητους,
κι έτσι βαδίζεις την υπόλοιπη ζωή σου
μυρωμένος.

[...]

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 11 Dec, 2017, 21:48:13 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Της αγάπης αίματα (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Νίκος Γρηγοριάδης, Τα μέτρα και τα σταθμά

Ο Αγώνας

 
Όμως οι άντρες
και πιο πολύ οι γυναίκες,
που διακρίνουν ευκολότερα
τ’ άφαντα στα σκοτάδια,
βάλανε κλειδωνιές τα δόντια να φυλάξουν τη ζωή
που έντρομη φώλιαζε στ’ άσαρκα μέλη,
γιατί
πού να σε θάψουν, και μάλιστα
με τέτοια ακρίβεια κεριών και παπάδων.

Και μέρες πολλές ψάχναμε για δουλειά
αλλού ο πατέρας,
αλλού τ’ αμούστακο τ’ αγόρι κι η μητέρα
ώρες έξω απ' τις πόρτες σπιτιών και γραφείων
– πώς να τολμήσεις, έτσι μικρός,
κάτω απ' τις πελώριες
τις αυστηρές πολυκατοικίες
– ελκεσικέραυνα δονούμενα.
Ώσπου να ’ρθουν στα μέτρα μας
ή να τα φέρουμε εμείς στα δικά μας τα μέτρα
και να γίνουν οι πέτρες
χαλίκι και σκυρόδεμα στις πλάτες
ή κασελάκι στιλβωτή
και σκάφη και σφουγγαρόπανο.

Για ν’ αρχίσει σε λίγο ο άλλος ο πόλεμος,
της ντροπής∙
μολύναμε την πόλη,
κι είχανε, λέει, γεμίσει
οι υπόνομοι του Καραβάν Σαράι
εκτρώματα και φονικά,
εκεί που μόνο εμείς το ξέραμε
πόσο ευώδιαζε το βλέμμα
κι ο καθαρός χτύπος της καρδιάς,
όταν η χάρη αιθρίαζε
και τρίζαν οι σίμβλοι της χαράς
απ’ την πνοή τού
εσώτερου μύρου.

Γιατί ο δικός μας ο έρωτας
φυσούσε πάνω στη χλόη
με ροδοκόκκινα μάγουλα και μελαψά μέλη
κι είχε το χρώμα το πορφυρό της αγιότητας.
Ζεμένος κάτω απ’ το γλυκό φορτίο
δε σήκωνε τα μάτια τα σεμνά της αφοσίωσης τα μοναδικά.
Εδώ λιμάζει η πόλη των αστών,
σε γδύνει με τα μάτια της.
Άπληστα ψαύουνε τα χέρια
και τα χείλη έχουν βεβηλωθεί
από κραυγές ξένες.
Σαπίζει ο καρπός της αφοσίωσης,
ανεμίζουν φουστάνια
και σαλεύουν
φουσκωμένοι
λαίμαργοι μηροί.

Και γεννηθήκαμε πολλές φορές
κι έκθαμβοι ακούγαμε το νέο ανάβλυσμα της ψυχής
που ντύθηκε τον φωτεινό χιτώνα
να προστατεύσει απ’ το κακό
και να ζεστάνει το δρόμο της Αρετής.
Και λύθηκαν μεμιάς τα σκιώδη αινίγματα
κι άνοιξε η μελωδούσα πύλη του καιρού
στο διφρήλατο ρόδο.

Ήρθαν χέρι με χέρι τα πρώτα εύγε και τα χαμόγελα
– ρόδινη αυγή των κοριτσιών της γειτονιάς.
Φιλιώθηκε η ανάγκη με τη σεμνότητα
και τα όνειρα πορφύρωσαν τις αναζητήσεις.
Ύψωσε φωτολαμπείς πυρσούς ο ουρανίδης λογισμός
κι οι παρθένες μήτρες ανύμνησαν
των εφήβων το αγέρωχο κάλλος.

Καινούργιοι ξεκινάμε
αφήνοντας να κοιμούνται μες στη μνήμη μας
τιμάρια και ακίνητα
με τη σποδό των έργων
που σωριάστηκαν γύρω μας.
Ακόμη και τον φύλακα άγγελο
που αποκοιμήθηκε κι η συμφορά μάς βρήκε
απαρνηθήκαμε
και μάθαμε να προσκυνούμε τ’ άξια τα χέρια
και το φτερωτό πνεύμα της έμπνευσης.
Προσεκτικά ψηλαφήσαμε τ’ ακριβά της Τέχνης
που είχανε παραμελήσει οι κάτοχοί τους
χάρη των ηδονών∙
την άρπα με τη μουσική του αρωματικού ξύλου,
το μουσαμά,
όπου νηστική πάλεψε η άγρια μέθη,
τις γλυφές του μαρμάρου και του ορείχαλκου.
Υψώσαμε στοχαστικά το μέτωπο
στις αυστηρές βιβλιοθήκες
όπως παλιότερα στη δροσερή βροχή
και στο δαυλό του ήλιου.

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:30:01 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γρηγοριάδης, Η πίσω πλευρά του χρόνου
 
Μια κούπα κρύα μοναξιά η νύχτα.
Μισοσβησμένα τσιγάρα καπνίζουν στη μνήμη.

Το έλκηθρο πάνω στο παγοδρόμιο του χρόνου φευγάτο.

Λίγα μένουν.
Κι απ’ αυτά ελάχιστα καταφέρνουν
να ισορροπούν.

Τ’ άλλα αποσιωπούνται.

Κι από όσα δεν αποσιωπούνται λίγα
κουρνιάζουν (και για πόσο;) στη μνήμη.

Οδεύουμε αργά
προς την πίσω πλευρά του χρόνου
μην ξέροντας αν συνεχίζουμε ή αν
αποχαιρετούμε τη ζωή.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 11 Dec, 2017, 20:49:43 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Yanni, Nostalgia (από συναυλία στην Ακρόπολη το 1993)

Νίκος Γρηγοριάδης, Νοσταλγία
 
Στο έμπα του χωριού κάτω από τον πλάτανο
κάθισα λίγη ώρα να ξεκουραστώ.
Πάνω μου κλώνοι ήρεμοι ζυγιάζονταν,
αβρά μέσα στον ίσκιο τους με τύλιγαν.
Θρόιζαν, σουσουρίζαν τα φυλλώματα
και γύρω η φύση βούιζε απ' τα έντομα.

Σιγά σιγά αλλάζει ανεπαίσθητα,
μαζί κι εγώ σιγά σιγά μεταμορφώνομαι,
το παιδικό μου σώμα ξαναντύνομαι
και παίζω με τα χώματα αμέριμνος.
Βγάζω και καμαρώνω την κλειδίτσα μου
σουγιά κολοκοτρωνέικο, χριστουγεννιάτικο
λαμπρό κανίσκι, απ’ τον πατέρα μου.

Στη ρίζα λουλουδιού καθώς τον βύθισα,
φυσά ζεστό αέρι και ξεχύνεται
βουή ανθοφορίας ανοιξιάτικης
κι η νεκρωμένη γη από τα σπλάχνα της
λουλούδια αμέτρητα ξεπέταξε πολύχρωμα.

Κι εγώ, άγνωστο πώς, αμέσως βρέθηκα
πάνω στο αλωνάκι ρόδου εκατόφυλλου
κι ύπνο ευωδιαστό γλυκοκοιμήθηκα.

Κι όταν σε λίγο ξύπνησα από το όνειρο,
αντίκρισα πουλιά με μάτι πονηρό
να έχουνε κατεβεί στο γύρω πράσινο
και να τσιμπολογούνε τιτιβίζοντας
σπυρί σπυρί καημούς της νοσταλγίας μου.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:30:53 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Yanni, One man's dream

Νίκος Γρηγοριάδης, Τ’ ανύπαρκτα πάντα κυνηγώ
 
Τ’ ανύπαρκτα πάντα κυνηγώ ή όσα μες στο μουντό
και ασαφές μυστήριο κείνται ακόμα
για να τους δώσω οργανική υφή, υπόσταση
χειροπιαστή, ψυχή και σώμα.

Παίζω με τα στοιχειά και τις νεράιδες, παίζω
με τον αόρατο θεό κι ελεύθερα πανέμορφο τον πλάθω.
Τον ντύνω μ' άμφια και ξόρκια όπως αρέζω.

Και από μια λέξη στην άλλη εμπρός σας στήνω
την αθέατη μορφή του, ήτοι
για να ’χετε σε καιρό ανάγκης τη βοήθεια και την
αρωγή κάποιου μεσσία ή προφήτη.

Εγώ από έναν χτύπο τής καρδιάς στον άλλο
βρέθηκα να κρατώ τον έρωτα απ' τα φτερά του
και τρέχω να μοιράσω συνταγές ευτυχίας,
πώς να κουμαντάρετε τη γλύκα
και τη συμφορά του.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 04 Jun, 2017, 18:31:36 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Γιάννης Πάριος, Απόψε

Νίκος Γρηγοριάδης, Απόψε
 
Απόψε ο ουρανός είναι θεσπέσιος έτσι που έγειρε
πάνω στα σκοτεινά μυστήρια των κάστρων.
Στέκομαι κει ψηλά και λικνίζομαι στο ρυθμό των
τρεμάμενων άστρων.

Η δροσιά περονιάζει. Μα εγώ δεν έχω πια σκοπό
να βγω σε νέους δρόμους.
Λέω ν’ απλώσω το χέρι μου να πιάσω λίγο ουρανό
να ρίξω στους γυμνούς μου ώμους.

Στη γαλήνη της νύχτας με πολιορκούν οι ώρες
όπως επίμονα ποιήματα.
Όμως εγώ σε σκέφτομαι ως τα πρώτα βραχνά
των πετεινών τα λαλήματα.

Μ’ έχουν ήδη κυκλώσει τα χρώματα της αυγής
βάφουν το σώμα,
βάφουν τα ξεχασμένα όνειρα και τη θλιμμένη μου
ψυχή στο πορφυρό χρώμα.

Όσο περνούν οι ώρες ψάχνω ανήσυχος να σε βρω,
όμως εσύ έχεις πια φύγει.
Μένει το άρωμά σου στον αέρα και στο κορμί
του έρωτα τα ρίγη.

Γιατί να φύγεις; Όταν εσύ φεύγεις, ο θάνατος
θρονιάζεται στη δική σου θέση.
Με φωνές και χειρονομίες προσπαθώ να τον
ταρακουνήσω για να πέσει.
Γελάει ειρωνικά. Λέει: Συγγνώμη! την είδα αδειανή
και σκέφτηκα μήπως θα ήθελες υπηρεσία.
Θα σου ετοιμάσει πρόθυμα το πρωινό
μια φέτα φρέσκια μοναξιά
μια κούπα παλιά απελπισία.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 11 Dec, 2017, 20:35:38 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Θάνος Μικρούτσικος & Χάρις Αλεξίου, Αντίστροφη μέτρηση
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια (1990))


Νίκος Γρηγοριάδης, Δοκιμασία της αγάπης
 
Εδώ που μ’ άφησες να περιμένω είναι άνυδρη
έρημος. Όπου να πάω,
περπατώ πάνω σε δισεκατομμύρια κόκκους άμμου,
κατάστεγνος σαν φτερό ξεραμένου τζίτζικα
στον άνεμο, και σ’ αγαπάω.

Γι’ αυτό μπορώ και ονειρεύομαι οάσεις παράξενες
με λωτούς και μήλα
και πίνω νερό ανύπαρκτο από τα σιντριβάνια
των αντικατοπτρισμών σου, με το κεφάλι μου ψηλά
σαν την καμήλα.

Κι είναι το ταξίδι που μου επέβαλες ακαθόριστο
χρονικά και απροσανατόλιστο τοπικά
μέσα στην κρύα μοναξιά τη νύχτα
όπου πλήθος τσακάλια με κυκλώνανε
και μια αλεπού παράφωνη μ’ αλύχτα.

Παλιότερα χανόσουν μες στα πυκνά
των αναζητήσεών μου σκοτεινά δάση,
όπως εγώ στα αδιέξοδα της ψυχής μου που νόμιζα
πως είχα ήδη από καιρό δαμάσει.
Κι είχα να αντιμετωπίσω άοπλος στις ερμιές
τους άγριους πεινασμένους λύκους
που άλλο δε σκέφτονταν παρά να χορτάσουν
την πείνα τους
απ’ τους χαμένους μες στους λαβύρινθους
της ψυχής τους δυστυχείς καταδίκους.

Τώρα στην έρημο μόνο οι ύαινες καραδοκούν κάτω
από κάποιο ίσως ξαφνικά επερχόμενο δρολάπι
κι η δική σου η γνωστή δοκιμασία,
να δεις με τα μάτια σου
αν αντέξω μια τόσο πονεμένη αγάπη.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 11 Dec, 2017, 20:40:10 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Μάνα μου και Παναγιά (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Νίκος Γρηγοριάδης, Στρεβλή ρίμα
 
Ώρες καθηλωμένος στην καινούργια πολυθρόνα,
με βλέμμα απλανές ρεμβάζεις τον παλιό ανθώνα
κι απορείς πώς βγήκε από τέτοια στρεβλή ρίμα
κι ακαθόριστη διάθεση ταξίδι με τ’ αγέρι πρίμα,
αναίτια πάντως, μια περιπέτεια
ξεχασμένη – τι θέλει τώρα πια και επιμένει;
Εσύ να κάθεσαι στις φτέρνες με την κλαρωτή
φούστα σου στα φωτεινά σου γόνατα, καμαρωτή
στη σιωπή τής ώρας –καλοκαίρι–
απλώνοντας τελετουργικά τ’ αβρό σου χέρι
ν’ αγγίξεις της μοίρας τ’ ανοιχτό λουλούδι
λεπτό και τρυφερό σαν το δικό σου χνούδι,
κι εκείνο να γίνεται ρυθμός και μουσική
άσμα ερωτικό, να πεταρίζει γύρω σου – εδεμική.

Έφυγες κι αδειάζει ο κόσμος, σβήνει,
σε παίρνει ο χρόνος στα φτερά του, αφήνει
στη θέση σου το απόλυτο κενό
για να σε βλέπω και αιώνια να θρηνώ.
Στ’ απύθμενα βάθη έχω απομείνει,
τώρα που έφυγες εσύ απ’ τη σκηνή.
Ήταν για μένα η βαρύτερη ποινή,
η πιο επιτυχής αποτυχία
δίχως αποδείξεις και στοιχεία
παρά μόνο ότι ο ουρανός είναι πια μακαρίτης
κι έχουν σβήσει τ’ άστρα κι ο αποσπερίτης
κι έμεινα ξεσκέπαστος μες στα κρύα χάη
όπου μόνο ένα σκυλί γρούζει κι αλυχτάει.
Και βέβαια ήθελα κι εγώ να σου πω
τον καημό μου,
όμως κανένας στίχος δεν εκφράζει
το ρυθμό μου.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 22 Jun, 2017, 13:37:46 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γρηγοριάδης, Ανελκυστήρες
 
Οι ποιητές δε θα μάθουν ποτέ
τη χρήση ανελκυστήρων –
προτιμούν κάτι άλογα παλιάς τεχνολογίας.
Κάποιες προσπάθειες προσαρμογής
οι αυτοσχεδιασμοί σε τίποτα δεν ωφέλησαν∙ ακόμα
αγνοούν τους βασικούς μηχανισμούς:
πώς ξεκινάς ή σταματάς και πότε
απροειδοποίητα σε τυλίγει το σκοτάδι∙
τι αντηχήσεις παίρνουν μέσα στο φρέαρ οι κραυγές
και σε ποια υπόγεια σωρεύονται και αβγαταίνουν
όταν αγωνιάς εγκλωβισμένος.
Το μόνο που καλά γνωρίζουν είναι
ο άνεμος στα δάση και στα ρετιρέ των βουνών
κι η ανάερη διαδρομή, ανοιχτή και ευοίωνη,
χωρίς λαμπτήρες και φώτα τεχνητά,
φυλακισμένο φωτισμό και συναισθήματα,
έγκλειστα και περιγεγραμμένα.
Γνωρίζουν ακόμη κάτι συχνές εναλλαγές,
μια συμβολική αραίωση και πύκνωση φωτοσκιάσεων
ανάμεσα σε σκότος αμιγές και φως κίβδηλο,
το μέσο ευνοϊκό πάντα και πρόθυμο κρατώντας.

Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
« Last Edit: 11 Dec, 2017, 20:11:28 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70805
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γρηγοριάδης, Από σώμα σε σώμα

Από σώμα σε σώμα πάλιωνα σαν μανδύας,
ώσπου ήρθες και μ’ έζωσες στο κορμί σου
Έραψες τα ξέφτια, μ’ έπλυνες,
τρίφτηκα στο κορμί σου, άναψα.
Όλη νύχτα άκουγα το τραγούδι·
ύφαινε μια δροσιά, μια ευωδιά τριγύρω.

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου (1963)


 

Search Tools