Author Topic: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης  (Read 127156 times)

Froly

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 429
  • Gender: Female
Ο λογοτέχνης και ζωγράφος Ν. Γ. Πεντζίκης

[Αφιέρωμα 30 σελίδων της εφημερίδας Καθημερινή]
« Last Edit: 10 Dec, 2011, 14:18:34 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο κήπος μας στη Θεσσαλονίκη (τέμπερα, 1952)
Πηγή: ΕΚΕΒΙ


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Τα παιδιά είναι ένας ιδιαίτερος κόσμος μέσα στον κόσμο...]

Τα παιδιά είναι ένας ιδιαίτερος κόσμος μέσα στον κόσμο
γιατί έξω του κόσμου λέει ο ποιητής πρέπει να ζητήσουμε την ευτυχία
επίσης την άρνηση δεν καταλαβαίνω για την βασιλεία των ουρανών
κανένας ακόμα κι άρρωστος να θέλει δεν πρέπει να φύγει απ’ τον κόσμο
η ζωή είν’ ακριβή κι αν δεν μας αρέζει αλλάζουμε τον κόσμο
προς τι ο πεσιμισμός οι θλίψεις και οι άδικες τύψεις
κανένας να μας αρνηθεί δεν μπορεί το πλεονέκτημα της δουλειάς μας
η μικρή Ελπινίκη που η μητέρα της τη ντύνει σχεδόν δεν ξέρει τίποτα
καμιά όμως βασίλισσα στο θρόνο δεν κάθισε όπως κάθεται και ράβει
κέντημα του μαντιλιού πλούμισμα της ασπίδας του Αχιλλέα
δεν ξέρει καν τη δουλειά όπου αρχίνισε να παιδεύεται
μιμείται όπως έχει δει να κάνει η μητέρα της
μαζί βγήκανε κάποτε οι δυο τους στην εξοχή με ραβδί στο χέρι
πέρα από τα σπίτια αφού περάσεις το δάσος κοντά σ’ έναν τοίχο
καθίσανε στις πέτρες στα νερά κοντά που σχηματίζουν καταρράκτη
κρύο που ’ναι το νερό της μάνας σ’ ανοίγει την όρεξη
δεν χρειαζόμαστε τίποτα μη πραγματικό για την ευτυχία
οι πλεχτές πολυθρόνες το ψαθένιο τραπέζι η κολόνα το κάγκελο
όλα μπροστά στη θάλασσα που συγκεντρωθήκαμε χαρούμενοι είναι πραγματικά
όπως τα δέντρα έτσι και τα προϊόντα της δουλειάς και τα πρόσωπα
βρίσκει ο ποιητής ανάξια λόγου την παράσταση και κατηγορεί την υποκρισία
ομολογώ ότι μπορεί να ’χει δίκαιο είναι δύσκολο όταν λείπουν τα μέσα
η αδελφή μου αναγκάστηκε ένα καθημερινό καπέλο ν’ αλλάξει σε κάλυμμα αμαζόνος
ο κύριος Σόλων για να εμφανιστεί στρατιώτης μιμήθηκε το πηλήκιο από τους Γάλλους
η καλή νοικοκυρά βάθρο μη βρίσκοντας σε μια κυψέλη απάνω κάθισε
ακόμα μπορείς να πεις ότι δεν είναι για την αιωνιότητα διαλεγμένη η θέση
σ’ ένα ντουβάρι κάτω από μια γέφυρα δίπλα στα χεσίματα ενός σκύλου
μοιάζει εντελώς τυχαία η σχέση των φύλων που αγκαλιάζουν το παιδί
ομολογώ ότι άμεσα όλες αυτές μας εμποδίζουν να προσέξουμε οι ελλείψεις
άλλωστε ούτε υπάρχει λόγος να προσέξει κανένας ιδιαίτερα
ο σκοπός το νόημα σε κάθε παράσταση είναι μια στιγμή δεν συζητιέται
σηκωνόμαστε και η δουλειά μας εξακολουθεί όλες τις ώρες
το νόημα το προσέχουμε όταν επανερχόμαστε δεύτερη φορά με τη μνήμη
με τον καιρό βλέπουμε πως ό,τι θέλουμε να υποκριθούμε είμαστε
στη θαλασσινή ταράτσα μπροστά στην ευδαίμονη πολιτεία μας
οι αδελφές μου μαζί με τη θεία μου και η μανιά μου που πέθανε.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 18 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Γραφή κατοχής (εκδ. Άγρα, 2008)
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 16:48:22 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Χορτάτος απορεί με τις φωνές προς τη νύχτα...]

1


Χορτάτος απορεί με τις φωνές προς τη νύχτα
την ομορφιά από το παρελθόν των πραγμάτων
το σχήμα της παρούσης υπάρξεως
τον αυριανό χαιρετισμό στους φίλους
πριν σβήσει στο αίμα όλον τον κάμπο η φωτιά
επαινώ δεύτερη φορά την οικοδομή
τον καινούριο φυλάξαμε μήνα του χειμώνα
την μετεωρολογία και τα ποντίκια
είχε αλλάξει τον τοίχο η ζωή
θέλεις να σ’ ομιλήσω για το ένδυμα
το καλό και το ζεστό πανωφόρι χειμωνιάτικο
η ημερομηνία των φροντίδων δεν διαβάζεται
δεν βρίσκω νόημα στις σκέψεις και γνώμες
σ’ έναν ουρανό δίχως πρόσωπο και άκρα
ένα πεθαμένο γάντι στο χέρι
πλεχτό στη μηχανή με σειρές χρώματα
ένδειξη μετά τον αγώνα των στοιχείων
πάνω από τους αγρούς της σποράς στο κορμί
με τον ήλιο πο’ ’χει φυλαχτό η μασχάλη
αποκάλυψη της Μαργαρίτας στην ανέμη
ευρύτερη με τα μαλλιά τα κλωσμένα
θέα του κόσμου που με συνοδεύει
πρώτο βήμα στη γεωμετρία του χώρου.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 28 Ιουλίου του 1943 (διαγραμμένο με σημείωση «Εκταφή 25-5-47»).

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης | Γραφή κατοχής [εκδ. Άγρα (2008)]
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 16:49:57 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
 

Φωτογραφία του φυτού «Στρογγυλόφυλλη Σαξιφράγκα», Saxifraga rotundifolia, στο χωριό Κοκκινόπηλος στον νομό Λαρίσης
Πηγή: Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Ένα σύρμα ντυμένο επιτρέπει ή διακόπτει την κυκλοφορία...]

Ένα σύρμα ντυμένο επιτρέπει ή διακόπτει την κυκλοφορία
Ευθεία σχεδόν αν και ξέρουμε πως δεν υφίσταται τέτοια γραμμή
άσπρα μαρμάρινα αποκάτω στηρίγματα κι όργανα
όρια απ’ όση σχεδόν επιφάνεια βλέπουμε
μας στεναχωρεί ένα μικρό τμήμα ορατό απ’ την άλλη μεριά
κενός δίχως κανένα γράμμα από τη λέξη που αρχινούμε
«ξα» η πρώτη συλλαβή δεν έχει κανένα νόημα
«ξαστεριά» συμπληρώνω αισιόδοξα επειδή θυμούμαι
πριν μετά ή την ώρα που ’θελα να σκοτωθώ δεν ξέρω
πάντα στεναχωρημένος άνοιξα το παράθυρο προς τον ουρανό
περιμένοντας όπως τα κορίτσια ερωτούν τη μαργαρίτα «μ’ αγαπά»
μια μαργαρίτα με ρίζα ισχυρή που σπάνει την πέτρα
χάνοντας τη ζωή ο καλλιτέχνης και η αγάπη του
μαδούν μια Σαξιφράγκα στο νερό το τρεχούμενο
τα σέπαλα και τα πέταλα είναι τ’ όνομα μαζί με το αίσθημα
στους ύπερους και τους στήμονες κρύβονται στη γύρη και τα ωάρια
ο πατέρας με τη μάνα μαζωμένοι και τ’ αδέλφια
πάντοτε στην επιφάνεια που ξεσκεπάζει όλα τ’ απόκρυφα
τη μια και τις δυο χαρές που έχουν χαθεί
ο τοίχος γκρεμίζει κι απομέσα η λάσπη φαίνεται
σύμβολα της χαράς τα γράμματα μαρτυρούν κάτι ξένο
τα χέρια της αξίας που λατρέψαμε την ημέρα
οι τσέπες μου με τη βροχή είχαν γεμίσει άνθη ροδιάς
κλωσμένα μαλλιά σύννεφα μαβιά πάνω από τα χώματα
όπου λιώναν τα χιόνια στα οργώματα πρασινάδες
μ’ ασημένιες εμβάδες όλα τα χρώματα ένωνε κίτρινος ήλιος
όλος ο διάκοσμος με τις ψηφίδες σκεπάστηκε από δέρμα μαύρο
στέρηση όπου καμιά ομοιότητα δεν γνωρίζεται
μέσα στο γεωμετρικό τελειώνοντας ορθογώνιο.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 30 Ιουλίου του 1943.

Πηγή: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης | Γραφή κατοχής [εκδ. Άγρα (2008)]
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 16:57:06 by wings »