Author Topic: fast -> γρήγορος, γοργός, ταχύς, στερεός, στερεωμένος, δεμένος, προσηλωμένος, πιστός, αφοσιωμένος, σφαλισμένος, νηστεία, νηστεύω, ερωτικά άστατος, εύκολος, σταθερά, γερά, στέρεα, βαθειά, γοργά, γρήγορα  (Read 361 times)

xerola

  • Sr. Member
  • ****
  • Posts: 625
It includes the study of chants, fasts, ceremonies, rites, etc...
....μελέτη ψαλμών, νηστειών, τελετών, ιεροτελεστιών;
« Last Edit: 22 Jan, 2011, 13:34:42 by spiros »



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 659903
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
fast
[fAast]
επίθ. γρήγορος, γοργός, ταχύς: fast car γρήγορο αυτοκίνητο # που απαιτεί σχετικά σύντομο χρόνο: fast trip σύντομο ταξίδι # που επιτρέπει ταχεία κίνηση: fast road οδός ταχείας κυκλοφορίας # (για ρολόι:) που "τρέχει": my watch is five minutes fast το ρολόι μου πάει πέντε λεπτά μπροστά # (για πρόσωπα:) που μαθαίνει ή αντιλαμβάνεται γρήγορα # (για φωτογραφικό φιλμ:) αυξημένης ψωτοευαισθησίας # (για πρόσωπα:) (απαρχ.) έκλυτος, άσωτος: he leads a fast life ζει έκλυτο βίο # στερεός, στερεωμένος, "δεμένος": make fast the door στερεώνω την πόρτα # προσηλωμένος, πιστός, αφοσιωμένος: fast friend πιστός φίλος # (καλο) σφαλισμένος: the door is fast η πόρτα είναι σφαλισμένη καλά # (για χρώμα:) στερεός, ανεξίτηλος: fast dyes ανεξίτηλες βαφές # μτφ. (ερωτικά) άστατος, "εύκολος": fast woman εύκολη γυναίκα # ουσ. (περίοδος κατά την οποία τηρείται) νηστεία: a fast of five days πενθήμερη νηστεία # επίρρ. σταθερά, γερά, στέρεα: a stake fixed fast in the ground πάσσαλος γερά μπηγμένος στο έδαφος # (για ύπνο κτλ.) βαθειά: he's fast asleep βρίσκεται σε βαθύ ύπνο # γοργά, γρήγορα: he moved fast κινήθηκε γοργά # ΦΡ. fast beside / by ακριβώς/μόλις πλάι § fast bind, fast find! (ελεύθερη απόδοση:) 1. κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε! > 2. όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά! § fast lane διάδρομος/λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας (οχημάτων) § fast track 1. λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας (οχημάτων) > 2. ιδ. επιτυχημένη και γρήγορη επαγγελματική εξέλιξη § fast track construction δομ. δομικό έργο σιδηρού σκελετού § fast train ταχεία (αμαξοστοιχία) § acid-fast οξυάντοχος § as fast as.. 1. όσο πιο γρήγορα.. 2. τόσο γρήγορα όσο.. § keep a fast νηστεύω, τηρώ νηστεία § make fast στερεώνω, καλοδένω, σιγουρεύω § not so fast! σιγά! μη βιάζεσαι! § play fast and loose φέρομαι με ασυνέπεια, είμαι άστατος § pull a fast one on.. ιδ. τη φέρνω του.., εξαπατώ τον.. § stand fast 1. αντιστέκομαι κρατώ γερά, κν. αγαντάρω > 2. μένω ακλόνητος, μένω αμετάπειστος
http://lexicon.pathfinder.gr/pagelet.php?lookup=fast&go=Go

Quick definitions from WordNet (fast)

▸ noun:  abstaining from food
▸ verb:  abstain from eating ("Before the medical exam, you must fast")
▸ verb:  abstain from certain foods, as for religious or medical reasons ("Catholics sometimes fast during Lent")
▸ adjective:  resistant to destruction or fading ("Fast colors")
▸ adjective:  (of surfaces) conducive to rapid speeds ("A fast road")
▸ adjective:  acting or moving or capable of acting or moving quickly ("Fast film")
▸ adjective:  at a rapid tempo ("The band played a fast fox trot")
▸ adjective:  (used of timepieces) indicating a time ahead of or later than the correct time ("My watch is fast")
▸ adjective:  securely fixed in place
▸ adjective:  hurried and brief ("A fast visit")
▸ adjective:  firmly fastened or secured against opening ("Windows and doors were all fast")
▸ adjective:  unrestrained by convention or morality ("Fast women")
▸ adverb:  quickly or rapidly (often used as a combining form) ("How fast can he get here?")
▸ adverb:  firmly or tightly ("Held fast to the rope")
▸ name:  A surname (rare: 1 in 50000 families; popularity rank in the U.S.: #6550)
http://www.onelook.com/?loc=bm2&w=fast